Υστεροβυζαντινή Περίοδος (1057-1453 μ.Χ.)
To Μεγάλο “πογκρόμ’ του 1182. Η σφαγή των Λατίνων της Πόλης.

To Μεγάλο “πογκρόμ’ του 1182. Η σφαγή των Λατίνων της Πόλης.

Στους περισσότερους υπάρχει η εντύπωση ότι η πρώτη από τις ιταλικές πόλεις που αναδείχθηκε σε ναυτική δύναμη στα βυζαντινά χρόνια, ήταν η Βενετία. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Το Αμάλφι της Καμπανίας, από τον 6ο αιώνα ήδη, αποτελούσε σημαντική ναυτική δύναμη και εμπορικό εταίρο του Βυζαντίου. Η πόλη μετά το 1073, άρχισε να παρακμάζει.

Όλα όμως ξεκίνησαν από την κατάρρευση της βυζαντινής θαλάσσιας δύναμης κατά την εποχή της κυριαρχίας του υπαλληλικού και συγκλητικού κατεστημένου. Ο Αλέξιος Α’, υποχρεώθηκε να ζητήσει τη συνδρομή του βενετικού στόλου. Αλλά και με τα διαδοχικά προνόμια που δίνονταν στους Ιταλούς, το Βυζάντιο «όχι μόνο έχασε κάθε δυνατότητα για εμπορική ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα βρέθηκε στο κέντρο εμπορικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις ναυτικές ιταλικές πόλεις που είχαν αντίθετα συμφέροντα η μία από την άλλη»

Σταδιακά, η Βενετία, άρχισε να γίνεται αξιόλογη ναυτική δύναμη. Τα πρώτα προνόμια, της παραχωρήθηκαν το 992, με χρυσόβουλο του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου. Τα θεμέλια όμως για την εξάπλωση των Βενετών στα βυζαντινά εδάφη, δόθηκαν από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό με χρυσόβουλο του 1082. Η βοήθεια που πρόσφεραν οι Βενετοί στον Αλέξιο, στην προσπάθεια του να διατηρήσει το Δυρράχιο και την Κέρκυρα που είχαν δεχθεί επιθέσεις των Νορμανδών του Ροβέρτου Γισκάρδου, υπό βυζαντινή κυριαρχία, στοίχισε πολύ ακριβά. Με το χρυσόβουλο του 1082, οι κτήσεις των Αμαλφηνών στην Κωνσταντινούπολη περιήλθαν στην κηδεμονία των Βενετών.

Επίσης, παραχωρήθηκε στους Βενετούς μια περιοχή στη Βασιλεύουσα για να κατοικούν. Ακόμα, τους εξασφαλίσθηκε η δυνατότητα να εμπορεύονται σε πολλές πόλεις της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, οι Βενετοί έμποροι απαλλάχτηκαν από τους φόρους και δασμούς που πλήρωναν οι άλλοι Δυτικοί και οι Βυζαντινοί έμποροι. Συγκεκριμένα, απαλλάχτηκαν από το κομμέρκιον που υπολογιζόταν σε 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων.

Όπως γράφει η Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλέξιου, με το χρυσόβουλο του 1082 οι Βενετοί τέθηκαν εκτός «πάσης ρωμαϊκής εξουσίας». Μετά τη Βενετία, προνόμια έλαβε η Πίζα. Στο, χρυσόβουλο του 1111, προηγείται μια υπόσχεση των Πιζάνων να μην επιτεθούν ποτέ στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Είχε προηγηθεί επιδρομή Πιζάνων και Γενουατών στα βυζαντινά παράλια λίγο νωρίτερα.

Παράλληλα, ο Αλέξιος Α’, υποσχόταν στους Πιζάνους «σκάλα» (αποβάθρα και χώρο φορτοεκφόρτωσης εμπορευμάτων), σπίτια και μαγαζιά στην Κωνσταντινούπολη ελάττωση του κομμερκίου στο 4% για εισαγωγή ειδών από χώρες εκτός της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ελεύθερη διακίνηση και πώληση των εμπορευμάτων αυτών μέσα στη χώρα.

Η Βενετία είδη από εκείνη την εποχή ήταν μια από της κυρίαρχες δυνάμεις στην Μεσόγειο.

 

Ο Ιωάννης Β’ Κομνηνός, προσπάθησε να περιορίσει τα προνόμια των Βενετών, χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ ο Μανουήλ Α’, λόγω και της νέας βοήθειας που πρόσφεραν οι Βενετοί στους Βυζαντινούς, εναντίον των Νορμανδών επέκτεινε τα προνόμιά τους. Επίσης, υπέγραψε συμφωνία και με τη Γένοβα το 1155, με την οποία παραχωρούσε στους Γενοβέζους προνόμια αντίστοιχα με εκείνα των Πιζάνων. Το 1162, Βενετοί και Πιζάνοι, λεηλάτησαν τη γενοβέζικη συνοικία στην Κωνσταντινούπολη, κάτι που προκάλεσε έξοδο των Γενουατών από την Πόλη, στην οποία επανήλθαν το 1169 μετά την υπογραφή νέας συνθήκης με το Βυζάντιο.

Από το 1143 ως το 1180, αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός. Υπήρξε σε όλη τη ζωή του δραστήριος και πληθωρικός στους οραματισμούς του. Όταν πέθανε όμως, άφησε την αυτοκρατορία ασθενέστερη απ’ ό, τι παρέλαβε από τον προκάτοχό του Ιωάννη Β’. Πολύ σημαντικές για το Βυζάντιο ήταν η ήττα στο Μυριοκέφαλο από τον Κιλίτζ Αρσλάν το 1176, αλλά και η ήττα στην Ιταλία.

Ένα ακόμα πρόβλημα, ήταν το θέμα της διαδοχής του αυτοκράτορα. Ο Μανουήλ, είχε καθορίσει την ιεραρχία, την οποία κατοχύρωσε μέσω της ενδημούσης Συνόδου της Κωνσταντινούπολης. Ο γιος του Μανουήλ, Αλέξιος Β΄, ο οποίος έπρεπε ν’ ανέβει στον αυτοκρατορικό θρόνο, ήταν το 1180 μόλις 11 ετών. Φυσικά, σ’ αυτή την ηλικία δεν μπορούσε να κυβερνήσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Για να ανταπεξέλθει στις ευθύνες της, η μητέρα του Αλέξιου Μαρία, που ούτε η κηδεμόνευση της ίδιας μπορούσε να συμβάλλει στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, προσέλαβε σύμβουλο τον ανιψιό της, πρωτοσεβαστό Αλέξιο. Η επιλογή αυτή ήταν τελείως αποτυχημένη. Ο λαός προτιμούσε για αυτοκράτορα έναν έμπειρο άνδρα, όπως τον Ανδρόνικο, γιο του Ισαάκιου Κομνηνού και ξάδελφο του Μανουήλ Α’.

Η σταδιοδρομία του Ανδρόνικου, ο οποίος είχε γεννηθεί γύρω στο 1120, ήταν συνεπώς περίπου 60 ετών το 1180, μέχρι τότε, ήταν ομιχλώδης. Ο πατέρας του, Ισαάκιος, αδελφός του Ιωάννη Β΄, είχε προτιμήσει από την πατρίδα του, το σουλτανάτο του Ικονίου. Ο ίδιος ο Ανδρόνικος προτίμησε αρχικά τη ρωσική ηγεμονία της Γαλικίας, παρά τις διοικητικές θέσεις στα βυζαντινοουγγρικά σύνορα.

Έπειτα τις δυτικές αλλές της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων και τις μουσουλμανικές αυλές της Ανατολής, παρά τη διοίκηση της Κιλικίας όπου τον είχε τοποθετήσει ο ξάδελφός του Μανουήλ Α΄. Από το 1155 ως το 1164, ήταν φυλακισμένος, ενώ ορισμένοι τον κατηγορούν και για απόπειρα δολοφονίας του Μανουήλ Α΄.

Ο Ανδρόνικος Α΄ ο Κομνηνός.

 

Στο μεταξύ στην Κωνσταντινούπολη, ο πρωτοσεβαστός Αλέξιος, έγινε ισχυρός και για να καταστείλει τις όποιες αντιδράσεις, πήρε μια σειρά από μέτρα, που φούντωσαν τη δυσαρέσκεια εναντίον της Μαρίας και του ίδιου. Καταδίωξε πολλούς αντιφρονούντες, μεταξύ των οποίων ήταν η κόρη του Μανουήλ Μαρία και ο σύζυγός της, ο Πατριάρχης Θεοδόσιος και άλλοι.

Αυτά τα γεγονότα, έδωσαν στον Ανδρόνικο την ευκαιρία που αναζητούσε. Εκείνη την εποχή, βρισκόταν στην Παφλαγονία. Έστειλε παφλαγονικό στρατό στην Κωνσταντινούπολη, με τη βοήθεια του Ανδρόνικου Κοντοστέφανου. Στην πρωτεύουσα, υπήρχε χάος και ακυβερνησία. Η Μαρία, μητέρα του νεαρού Αλέξιου, προκαλούσε καχυποψίες λόγω της δυτικής της καταγωγής.

Αλλά και οι Λατίνοι της Κωνσταντινούπολης, εξήντα χιλιάδες σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ήταν υπερβολικά πλούσιοι, αλαζόνες και ιδιαίτερα ευνοημένοι. Ο Ανδρόνικος, φρόντισε να ρίξει λάδι στη φωτιά, διαδίδοντας με δικούς του ανθρώπους, ότι οι Λατίνοι ετοιμάζονται να επιτεθούν στους Έλληνες της Πόλης. Αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για το ξέσπασμα ενός πραγματικού μακελειού.

Ήταν Μάιος του 1182. Κύμα πανικού είχε καταλάβει τους Λατίνους της Πόλης. Πολλοί απ΄ αυτούς, παίρνοντας μαζί τους τα πολυτιμότερα από τα υπάρχοντά τους, μπαίνουν στα καράβια τους προσπαθώντας να ξεφύγουν. Μάταια όμως. Τα πλοία του Ανδρόνικου με το υγρό πυρ καταδιώκουν τα καράβια των Λατίνων, τα οποία βυθίζονται φλεγόμενα στο Βόσπορο, παρασύροντας ανθρώπους και αγαθά.

Άλλοι προτιμούν να ταμπουρωθούν στις συνοικίες τους, όπου έχουν φτιάξει πρόχειρα οχυρά, παρά την ηρωική τους αντίσταση όμως, υποκύπτουν. Ένα αφηνιασμένο πλήθος, ορμάει μέσα από τα γκρεμισμένα οδοφράγματα, με αναμμένους πυρσούς. Μερικοί Λατίνοι καταφέρνουν να ξεφύγουν, καταφεύγοντας σε φιλικά σπίτια Βυζαντινών αρχόντων, οι οποίοι τους προστατεύουν.

Οι περισσότεροι όμως σκοτώνονται. Τα σπίτια τους πυρπολούνται και όσοι δεν καίγονται μέσα ζωντανοί, σφάζονται στους δρόμους αδιάκριτα. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι είναι τα θύματα του ασυγκράτητου πλήθους. Σε μερικούς χαρίζουν τη ζωή για να τους πουλήσουν στους Τούρκους εμπόρους σαν σκλάβους. Δίπλα στο φυλετικό μίσος, έρχεται να προστεθεί και το θρησκευτικό.

Καθολικές εκκλησίες καίγονται και οι ρωμαιοκαθολικοί ιερείς καταδιώκονται. Ο απεσταλμένος του Πάπα, για την προσέγγιση των δύο Εκκλησιών, Καρδινάλιος Ιωάννης, αναγνωρίζεται από τους στασιαστές και αποκεφαλίζεται. Το κεφάλι του, δεμένο στην ουρά ενός σκύλου, κάνει τον γύρο της Κωνσταντινούπολης. Στο νοσοκομείο, τα μέλη του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ δολοφονούνται και οι άρρωστοι σφάζονται στα κρεβάτια τους.

Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός υποδέχεται Λατίνους

 

Οι Δυτικοί χρονογράφοι μιλούν για 4.000 θύματα της σφαγής του 1182. Επρόκειτο κυρίως για Γενουάτες και Πιζάνους και λιγότερους Βενετούς. Ενδεχομένως, ανάμεσα στα θύματα να υπήρχαν και Αμαλφηνοί, αυτοί όμως ήταν ελάχιστοι. Στο μεταξύ, όσοι Λατίνοι μπόρεσαν και ξέφυγαν από τις δυνάμεις του Ανδρόνικου και τον μανιασμένο όχλο, ξεσπούν την εκδικητική τους μανία σε μοναστήρια και χωριά του Ελλήσποντου, του Αιγαίου και της Θεσσαλίας.

 

Ο Ανδρόνικος, ήταν πλέον ένα βήμα πριν την άνοδό του στον αυτοκρατορικό θρόνο. Αρχικά, φέρθηκε καλά στη Μαρία και τον μικρό Αλέξιο. Σύντομα όμως, έδειξε τις πραγματικές του διαθέσεις. Η βασιλομήτωρ Μαρία καταδικάστηκε σε θάνατο, η ετεροθαλής αδελφή του Αλέξιου Μαρία δηλητηριάστηκε, με δηλητήριο που έφτιαξε ο ίδιος ο Ανδρόνικος, που είχε και γνώσεις χημείας, και δωροδόκησε τον ευνούχο Πτερυγιονίτη για να της το δώσει.

Ο Ανδρόνικος αναγορεύτηκε συμβασιλεύς, μέλη της οικογένειας Κομνηνών καταδιώχθηκαν ή δολοφονήθηκαν, ο Ανδρόνικος Κοντοστέφανος που είχε βοηθήσει τον Ανδρόνικο τυφλώθηκε και ο μικρός Αλέξιος στραγγαλίστηκε στις Σεπτέμβριος 1183. Ο Ανδρόνικος ήταν πλέον απόλυτος κυρίαρχος.

Πηγές:

  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»
  • Τηλέμαχος Κ. Λούγγης, « Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.