Σύγχρονος Κόσμος
Τέταρτος Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος. Ο πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ.

Τέταρτος Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος. Ο πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ.

Τον Σεπτέμβριο του 1970 ο Νάσερ πέθανε από καρδιακό επεισόδιο και ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ ανέλαβε την ηγεσία της χώρας. Ο Σαντάτ, στρατιωτικός που είχε συμμετάσχει κι εκείνος στο κίνημα των Ελεύθερων Αξιωματικών του 1952, αρχικά θεωρούνταν από το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και τους ίδιους τους Αιγύπτιους, ως μια μάλλον άχρωμη προσωπικότητα και οπωσδήποτε ως ένας μη χαρισματικός ηγέτης. Ωστόσο, ο Σαντάτ, ο οποίος απέδωσε μεγαλύτερη έμφαση στα πιο στενά αιγυπτιακά συμφέροντα παρά στον Παναραβισμό, εξαρχής έθεσε σε κίνηση το σχέδιό του να επιτύχει την επιστροφή του Σινά στην Αίγυπτο με συνδυασμό πολεμικής προπαρασκευής (και εν ανάγκη και στρατιωτικής δράσης) και διπλωματίας.

Έτσι, αφενός συνέχιζε να εξοπλίζει τις αιγυπτιακές δυνάμεις με σύγχρονο σοβιετικό υλικό και να βελτιώνει την εκπαίδευση και τον επιτελικό σχεδιασμό με τη βοήθεια Σοβιετικών συμβούλων· αφετέρου προσπάθησε, μέσω μυστικών διαβουλεύσεων με τους Αμερικανούς, να επιτύχει τη διαμεσολάβηση της Ουάσιγκτον και την άσκηση αμερικανικής πίεσης στο Ισραήλ, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία ειρήνης και αποχώρηση των Ισραηλινών τουλάχιστον από το Σινά.

Έτσι, κι ενώ το 1972 η προεδρία Νίξον επιδίωκε πλέον σαφώς τη μείωση της σοβιετικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, θεωρώντας τη Μόσχα μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης, ο Σαντάτ προχώρησε σε μια αιφνιδιαστική και τολμηρή κίνηση. Τον Ιούλιο του 1972, διέταξε την αποχώρηση των σοβιετικών μάχιμων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Αίγυπτο από το 1970 (την περίοδο του «Πολέμου της Φθοράς»).

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο Σαντάτ απομάκρυνε τις σοβιετικές μάχιμες δυνάμεις καθώς και τις μονάδες που τις υποστήριζαν και που σχεδόν είχαν προχωρήσει σε άτυπη κατοχή της βορειοανατολικής Αιγύπτου, και όχι των 2.000 περίπου στρατιωτικών συμβούλων, που συνέχισαν το έργο της αναδιοργάνωσης των αιγυπτιακών δυνάμεων.

 

Ωστόσο, την εποχή εκείνη αλλά και τα μεταγενέστερα έτη γινόταν λόγος για «εκδίωξη των συμβούλων», εν μέρει διότι δεν είχε ακόμα καταστεί φανερό το μέγεθος της σοβιετικής στρατιωτικής παρουσίας και εμπλοκής την περίοδο 1970 – 1972. Η πρωτοβουλία αυτή του Σαντάτ οπωσδήποτε ανταποκρινόταν στο κοινό αίσθημα του αιγυπτιακού λαού αλλά και των ενόπλων δυνάμεων που δυσανασχετούσαν από την μέχρι τότε εντονότατη σοβιετική στρατιωτική παρουσία στο έδαφος της χώρας.

Αιγυπτιακές δυνάμεις περνούν την Διώρυγα του Σουέζ.

 

Παράλληλα, ο Αιγύπτιος πρόεδρος επιθυμούσε να δώσει ένα σαφές μήνυμα στις ΗΠΑ ότι ήταν πρόθυμος να μειώσει ή και να εξαλείψει τη σοβιετική παρουσία στη χώρα του, αν η Ουάσιγκτον αποφάσιζε να εγκαταλείψει την πολιτική της πλήρους υποστήριξης του Ισραήλ και να αναλάβει μια μεσολαβητική ειρηνευτική πρωτοβουλία που να λαμβάνει υπόψη και τα αραβικά συμφέροντα.

Πιθανότατα ένα ακόμα κίνητρο ήταν η άσκηση πίεσης στην ΕΣΣΔ προκειμένου η τελευταία να διαθέσει αυξημένες ποσότητες οπλισμού και ακόμα πιο σύγχρονα οπλικά συστήματα στην Αίγυπτο. Τέλος, η απομάκρυνση των Σοβιετικών «συμβούλων» (δηλαδή στην πραγματικότητα των σοβιετικών μάχιμων μονάδων) προκάλεσε και τον εφησυχασμό των Ισραηλινών (αλλά και των Αμερικανών), οι οποίοι θεώρησαν ότι η Αίγυπτος δεν είχε πλέον ούτε την πρόθεση, ούτε βέβαια τις ικανότητες, για μια νέα στρατιωτική περιπέτεια, παρά τις συνεχείς δημόσιες προειδοποιήσεις και απειλές του Σαντάτ.

Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στη χειρονομία του Σαντάτ και όχι μόνο δεν ανέλαβε κάποια σοβαρή μεσολαβητική προσπάθεια, αλλά συνέχιζε να χορηγεί σημαντική στρατιωτική βοήθεια στο Ισραήλ. Αλλά και η ισραηλινή ηγεσία όχι μόνο απέρριπτε κάποια ειρηνική διευθέτηση που δεν θα ικανοποιούσε πλήρως τις ισραηλινές επιδιώξεις, αλλά είχε εφησυχάσει, θεωρώντας τους Άραβες αμελητέα στρατιωτική δύναμη.

Τον Οκτώβριο του 1972 η Μόσχα και το Κάιρο αποκατέστησαν τις σχέσεις τους και ανανέωσαν τη στρατιωτική τους συνεργασία, αφού αμφότερα τα μέρη χρειαζόταν το ένα το άλλο. Παρά τη συνέχιση χορήγησης γενναιόδωρης στρατιωτικής βοήθειας, η ΕΣΣΔ είχε επανειλημμένως προειδοποιήσει την Αίγυπτο να μην ξεκινήσει νέο πόλεμο με το Ισραήλ.

Οι Σοβιετικοί δεν είχαν εμπιστοσύνη στις στρατιωτικές δυνατότητες των Αιγυπτίων, ενώ θεωρούσαν ότι ένας νέος αραβοϊσραηλινός πόλεμος θα οδηγούσε αναγκαστικά σε νέα σοβιετική επέμβαση στην περιοχή, με κίνδυνο να ακολουθήσει επέμβαση και των ΗΠΑ. Όμως τυχόν τέτοια εξέλιξη θα κλόνιζε, ίσως σε ανεπανόρθωτο βαθμό, την ύφεση που είχε επιτευχθεί, δηλαδή τη μείωση της έντασης του ανταγωνισμού ΗΠΑ-ΕΣΣΔ. Ωστόσο, ούτε ο Σαντάτ, ούτε ο Σύριος ηγέτης Χαφέζ αλ Άσαντ πτοήθηκαν, και τον Απρίλιο του 1973 συνομολόγησαν συμμαχία, και άρχισαν μυστικά να προετοιμάζονται για πόλεμο και να συντονίζουν τον σχεδιασμό τους.

Ισραηλινό πυροβολικό.

 

Τους επόμενους μήνες ολοκληρώθηκαν οι σχετικές προετοιμασίες. Ακόμα, ο Σαντάτ είχε προσεγγίσει τη Σαουδική Αραβία. Ο βασιλιάς της τελευταίας, Φεϋζάλ, υποσχέθηκε τον Αύγουστο του 1973 να υποστηρίξει πολιτικά και διπλωματικά την Αίγυπτο και τη Συρία.

Πράγματι, μετά τη έκρηξη του πολέμου το έπραξε, χρησιμοποιώντας το πετρέλαιο ως όπλο πίεσης εναντίον των ΗΠΑ και γενικότερα της Δύσης. Αυτή τη φορά ήταν οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι που κατόρθωσαν να αιφνιδιάσουν πλήρως το Ισραήλ, εξαπολύοντας ταυτόχρονη αιφνιδιαστική επίθεση στην ανατολική όχθη της Διώρυγας του Σουέζ και στο Σινά καθώς και τα Υψίπεδα του Γκολάν στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής και αργίας για τους Εβραίους (Yom Kippur, Ημέρα της Εξιλέωσης, ή Σκηνοπηγίας, η πιο ιερή ίσως ημέρα των Εβραίων).

Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου οι αραβικές δυνάμεις σημείωσαν αξιοσημείωτες και μάλλον ανέλπιστες επιτυχίες, καθώς ιδίως οι Αιγύπτιοι με παράτολμη επιχείρηση μετέφεραν ισχυρές δυνάμεις ανατολικά της διώρυγας του Σουέζ και προέλασαν στο Σινά. Επιτυχίες είχαν και οι Σύριοι. Σκληρές μάχες μεταξύ χιλιάδων ισραηλινών, αιγυπτιακών και συριακών αρμάτων έλαβαν χώρα στα δύο μέτωπα.

Επίσης, αυτή τη φορά η ισραηλινή αεροπορία στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον αγώνα των ισραηλινών χερσαίων δυνάμεων υπέστη βαριές απώλειες από τους σοβιετικής κατασκευής αντιαεροπορικούς πυραύλους της Αιγύπτου και της Συρίας. Για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησαν οι αραβοϊσραηλινοί πόλεμοι και μετά από τρεις ταπεινωτικές ήττες το 1948, το 1956 και το 1967 τα αραβικά ΜΜΕ μετέδιδαν εικόνες αιχμαλώτων Ισραηλινών στρατιωτών και κατεστραμμένων ισραηλινών αρμάτων, τεθωρακισμένων οχημάτων και αεροσκαφών, προκαλώντας ένα κλίμα ενθουσιασμού και ψυχικής ανάτασης στην αραβική κοινή γνώμη.

Ευρισκόμενο ήδη σε δύσκολη θέση, το Ισραήλ ζήτησε από τις ΗΠΑ την άμεση αποστολή όπλων και πυρομαχικών. Όμως, αρχικά οι Αμερικανοί υιοθέτησαν στάση αναμονής, αφού άλλωστε θεωρούσαν ότι σύντομα οι Ισραηλινοί θα ισορροπούσαν την κατάσταση στα πεδία της μάχης και δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν ενεργά στον πόλεμο. Όμως, στις 9 Οκτωβρίου η ΕΣΣΔ άρχισε να ανεφοδιάζει την Αίγυπτο με πρόσθετο πολεμικό υλικό, ενώ τα επόμενα κρίσιμα 24ωρα υπήρξαν διαρροές από το Ισραήλ και κυκλοφόρησαν φήμες στην Ουάσιγκτον ότι αν οι Ισραηλινοί δεν μπορούσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση με συμβατικά όπλα, δεν θα δίσταζαν να καταφύγουν σε χρήση πυρηνικών όπλων.

Μια τέτοια εξέλιξη βέβαια θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου και θα προκαλούσε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της κρίσης. Έτσι, και καθώς εν τω μεταξύ αυξάνονταν οι πιέσεις του φιλοϊσραηλινού λόμπυ εντός και εκτός Κογκρέσου, στις 13 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ εγκαινίασαν στις 13 Οκτωβρίου μια γιγαντιαία επιχείρηση ανεφοδιασμού των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.

Τις αμέσως επόμενες ημέρες οι ισραηλινές δυνάμεις ανέλαβαν σταδιακά την πρωτοβουλία των κινήσεων. Εξάλλου, ήδη από τις 10 Οκτωβρίου οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν νικήσει τον συριακό στρατό και αντεπιτεθεί στο Γκολάν, απειλώντας πλέον την ίδια τη Δαμασκό. Παρά τις συμβουλές της αιγυπτιακής στρατιωτικής ηγεσίας, ο Σαντάτ διέταξε προέλαση των αιγυπτιακών δυνάμεων βαθύτερα μέσα στη Χερσόνησο του Σινά, όπου στις 14 Οκτωβρίου έλαβε χώρα η μεγαλύτερη αρματομαχία της μεταπολεμικής ιστορίας.

Όμως, πλέον οι Ισραηλινοί είχαν συνέλθει από τον αρχικό αιφνιδιασμό και το σοκ, αμύνονταν σε καλά οργανωμένες θέσεις, ενώ οι Αιγύπτιοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες (ιδίως σε άρματα και άλλα τεθωρακισμένα οχήματα). Από την επομένη, 15 Οκτωβρίου, εκδηλώθηκε και ισραηλινή αντεπίθεση που πολύ σύντομα απείλησε με περικύκλωση μια αιγυπτιακή στρατιά, αλλά και με ολοκληρωτική καταστροφή τον αιγυπτιακό στρατό.

Τότε η σοβιετική ηγεσία, που ήδη από την αρχή των εχθροπραξιών επιδίωκε τον τερματισμό του πολέμου (με όσο το δυνατό καλύτερους όρους για τους Άραβες συμμάχους της), αποφάσισε να παρέμβει διπλωματικά. Κάλεσε μάλιστα και τις ΗΠΑ να παρέμβουν από κοινού για να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Μετά από εντατικές διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, συμφώνησαν στη σύνταξη ενός κειμένου το οποίο υιοθετήθηκε και από τον ΟΗΕ.

Χάρτης των Αιγυπτιακών επιχειρήσεων πέρα από το Σουέζ.

 

Αυτό καλούσε σε άμεση κατάπαυση του πυρός και έπειτα σε έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών ανάμεσα στους Άραβες και το Ισραήλ. Όμως, ενώ η Αίγυπτος αποδέχθηκε αμέσως το ψήφισμα του ΟΗΕ, οι Ισραηλινοί συνέχισαν την πολεμική τους προσπάθεια σε μια προσπάθεια να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Τότε η ΕΣΣΔ, θεωρώντας ότι βρισκόταν αντιμέτωπη με συμπαιγνία ΗΠΑ-Ισραήλ, διατύπωσε στις 24 του μήνα την απειλή προς τις ΗΠΑ ότι αν οι υπερδυνάμεις δεν δρούσαν από κοινού, στέλνοντας και ειρηνευτικές δυνάμεις, ώστε οι εχθροπραξίες να λήξουν άμεσα, τότε οι Σοβιετικοί ενδεχομένως θα δρούσαν μονομερώς.

Η σοβιετική προειδοποίηση προκάλεσε δυσανάλογη αντίδραση στην Ουάσιγκτον, εν μέρει και λόγω της ηλεκτρισμένης κατάστασης που επικρατούσε τότε εντός της αμερικανικής κυβέρνησης λόγω εξελίξεων στο σκάνδαλο Watergate. Τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου, δίχως περαιτέρω διαβούλευση με τους Σοβιετικούς αλλά και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση ή έστω ενημέρωση των νατοϊκών ή άλλων συμμάχων τους, οι ΗΠΑ έθεσαν τις πυρηνικές τους δυνάμεις σε ύψιστη πολεμική ετοιμότητα.

Η υπερβολική, έως αψυχολόγητη, αυτή ενέργεια προκάλεσε την αμηχανία και οργή των Δυτικοευρωπαίων. Από την άλλη πλευρά, παρά το σοκ που προκλήθηκε στη Μόσχα και φωνές της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας και της KGB που καλούσαν στην υιοθέτηση σκληρής γραμμής, το Κρεμλίνο τελικά αποφάσισε να μην κλιμακώσει την αντιπαράθεση και να μην πάρει ανάλογα μέτρα ώστε να αποφευχθεί η επικίνδυνη κλιμάκωση της κρίσης.

Άλλωστε, είχε ήδη προκληθεί μεγάλη ένταση και επεισόδια στη Μεσόγειο μεταξύ του Αμερικανικού Έκτου Στόλου και του σοβιετικού στόλου της Μεσογείου. Παράλληλα, επιτέλους δρομολογείτο και η κατάπαυση του πυρός, αφού το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρυ Κίσινγκερ πίεσε το Ισραήλ να τερματίσει τις εχθροπραξίες, απειλώντας με διακοπή της αμερικανικής έκτακτης στρατιωτικής βοήθειας.

Απαίτησε επίσης από τους Ισραηλινούς να επιτρέψουν τον ανεφοδιασμό των κυκλωμένων αιγυπτιακών δυνάμεων, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση αυτό θα το έπρατταν οι Σοβιετικοί, ή ακόμα και οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Πράγματι, στις 27 Οκτωβρίου 1973, Ισραηλινοί και Αιγύπτιοι αξιωματικοί συναντήθηκαν για να συζητήσουν τους όρους της ανακωχής.

Αυτές ήταν και οι πρώτες άμεσες συνομιλίες αξιωματούχων των δύο κρατών από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, 25 έτη νωρίτερα. Τους επόμενους μήνες οι ΗΠΑ πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες απαγκίστρωσης των στρατευμάτων των πρώην εμπολέμων από τα πεδία των μαχών, ώστε να επιτευχθούν συνθήκες μόνιμης ειρήνευσης.

Σημαντικότατο ρόλο στην απόφαση της αμερικανικής ηγεσίας να εμπλακεί ενεργά στον τερματισμό των εχθροπραξιών με όρους ανεκτούς για τους Άραβες υπήρξε η αποτελεσματική χρησιμοποίηση του «όπλου» του πετρελαίου από τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη ιδίως του Περσικού Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Ιράκ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με πρωτεργάτη την πρώτη) καθώς και της Λιβύης του Καντάφι.

Τέλος, η αποτελεσματική παρέμβαση του ΟΠΕΚ υπήρξε απαρχή μια νέας ισορροπίας στις σχέσεις του αραβικού κόσμου (και γενικότερα των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Τρίτου Κόσμου) με τη Δύση, προκάλεσε μείζονες παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις και ανακατατάξεις, και έβαλε τέλος στην εποχή του φθηνού πετρελαίου.

Πηγές:

  • Διονύσης Χουρχούλης, Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου.
  • Greilsammer, (2000). Η Νέα Ιστορία του Ισραήλ.
  • Χουρχουλής, Δ. (2017). Ο Πόλεμος των Εξι Ημερών.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.