Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Φίλιππος Β΄ ο Μακεδών. Η ιστορία ενός αεικίνητου ανδρός.

Φίλιππος Β΄ ο Μακεδών. Η ιστορία ενός αεικίνητου ανδρός.

Η Μακεδονία πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία, κατά το Θεόπομπο, τον 8 αιώνα π.Χ. με το βασιλιά της Κάρανο. Κατά τον Ηρόδοτο, όμως, μυθικός γενάρχης της Μακεδονικής δυναστείας θεωρείτο ο Ηρακλής, μέσω του απογόνου του Τημένου. Ο ιδρυτής του κράτους και του βασιλικού οίκου των Τημενιδών Αργεαδών, Περδίκκας, με τα αδέλφια του κατέφυγαν από το Άργος στους Ιλλυριούς και από εκεί στη Λεβαία, κάπου στη Μακεδονία.

Την καταγωγή αυτή υποστήριξε και ο ιστορικός Θουκυδίδης, που καθόρισε την περιοχή της Πιερίας ως πυρήνα του βασιλείου. Οι Μακεδόνες όμως είχαν και στενές σχέσεις με τους Θεσσαλούς, όπως αναφέρεται και στη διήγηση του Θουκυδίδη. Σύμφωνα με τον Ησιόδο, οι γενάρχες της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, ο Μακεδνός και ο Μάγνης ήταν αδέλφια, γιοι του Δία και της Θυίας.

Κατά την ίδια περίοδο, άρχισε η εγκατάσταση αποίκων στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, που αυξήθηκαν κατά τον 6ο αιώνα. Οι Μακεδόνες ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. έρχονται σε επαφή με τους νότιους Έλληνες, που είχαν εγκατασταθεί στη Χαλκιδική, καθώς και στα παράλια της Πιερίας και δέχονται πολιτιστικά ρεύματα από την υπόλοιπη Ελλάδα και τη Μικρά Ασία.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. η Μακεδονία ως έννοια γεωγραφική και πολιτική, περιλαμβάνει την περιοχή ανάμεσα στον Όλυμπο και τον άνω ρου του Αλιάκμονα στα δυτικά, μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα στα ανατολικά. Οι ιστορικοί του 5ου αιώνα π.Χ. Ηρόδοτος και Θουκυδίδης αποκαλούσαν «Κάτω Μακεδονία» τα πεδινά της Πιερίας και της Ημαθίας – Βοττιαίας και τη διέκριναν από την «Άνω Μακεδονία», που περιλάμβανε τις ανατολικές υπώρειες της Πίνδου, τον άνω Αλιάκμονα και την περιοχή στα ΝΑ των λιμνών Αχρίδας και Πρεσπών.

Μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. ο πληθυσμός της Μακεδονία ήταν αγρότες και δεν είχαν διακριθεί ιδιαίτερα στις τέχνες ή στα γράμματα. Η έλλειψη οργανωμένου στρατού είχε σαν αποτέλεσμα να τους υποτάξουν εύκολα οι Πέρσες. Οι απόγονοι του Περδίκκα, που εδραίωσαν και μεγάλωσαν το κράτος τους, θεωρούνται, ο Φίλιππος ο Α’ και ο Αμύντας ο Α’, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους Πεισιστρατίδες της Αθήνας.

Νικητήριον από την εποχή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Σεβήρου με την μορφή του Φιλίππου.

 

Από τότε οι άνακτες της Μακεδονίας κατάλαβαν την ανάγκη ελέγχου της Θράκης. Ο γιος του Αμύντα, Αλέξανδρος Α’ ο Φιλέλληνας (498 – 454 π.Χ.) υπήρξε ο πιο σημαντικός της περιόδου αυτής. Την προσωνυμία »Φιλέλλην» τη χρωστά στη συμμετοχή του στους Μηδικούς πολέμους κατά των Περσών. Αυτός έσωσε το Θεμιστοκλή με 10 χιλ. άνδρες στα Τέμπη (480 π.Χ.) και συντέλεσε αποφασιστικά στη νίκη των Πλαταιών (479 π.Χ.). Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι τον αναγνώρισαν “ως ‘Έλληνα πάνυ Ελλήνων” (Έλληνα πιο πολύ από κάθε άλλον Έλληνα) και του έστησαν χρυσό ανδριάντα στους Δελφούς.

Η απομάκρυνση των Περσών από την περιοχή του έδωσε την ευκαιρία να ενσωματώσει στην επικράτειά του τις περιοχές της Ορεστίδος, Λυγκηστίδος και Πελαγονίας προς τα δυτικά και τα βόρεια καθώς και της Μυγδονίας, Κρηστωνίας και Βισαλτίας με τα πλούσια μεταλλεύματα προς τα ανατολικά.

Η διαδοχή του Αλεξάνδρου σταθεροποιήθηκε μόλις το 435 π.Χ., επί Περδίκκα Β’, του «Συμμάχου και φίλου» των Αθηναίων στα ταραγμένα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η δημιουργία όμως πρωτοποριακού για την εποχή κράτους επιτεύχθηκε από τον Αρχέλαο (414 – 399 π. Χ.), που επωφελήθηκε από την ήττα των Αθηναίων στη Σικελία. Η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η πώληση ναυπηγήσιμης ξυλείας, καθώς και άλλες διευκολύνσεις αύξησαν τα οικονομικά του.

Η ορθολογική χρήση των πόρων αυτών, σε συνδυασμό με την μοναδική ικανότητα του ηγεμόνα στην καλλιέργεια των προοδευτικότερων πνευματικών τάσεων της εποχής του έδωσαν τη δυνατότητα να αναδιοργανώσει το ιππικό και το πεζικό του, να ιδρύσει οχυρά και να αναπτύξει το οδικό δίκτυο του κράτους.

Η επιρροή του βασιλιά επεκτάθηκε και πέρα από τα σύνορα του κράτους. Παράλληλα ο Αρχέλαος φαίνεται πως μετέφερε την πρωτεύουσά του από τις Αιγές στην Πέλλα, όπου έχτισε μεγαλόπρεπα ανάκτορα, που διακόσμησε ο μεγαλύτερος ζωγράφος της εποχής, ο Ζεύξις . Ο πρόωρος θάνατος του Αρχελάου σε κυνηγετικό ατύχημα είχε καταστρεπτικές συνέπειες για την επικράτειά του.

Οι επόμενες δεκαετίες διαταράχτηκαν από τις εισβολές των Δαρδανών υπό τον ικανό Βάρδυλι. Παράλληλα, πολλά εδάφη πέρασαν στα χέρια των Χαλκιδέων. Οι προσπάθειες του Αμύντα Γ’ (393 – 369 π. Χ.) χαρακτηρίζονται από έντονες μεταπτώσεις. Ο Φίλιππος γεννήθηκε το 382 π.Χ. στην Πέλλα και  ήταν τριτότοκος γιος του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’ και της Ευρυδίκης.

Είχε σταλεί σαν όμηρος από τον αδελφό του, Αλέξανδρο τον Β’ στην αρχή της βασιλείας του, στη Θήβα για να εξασφαλίσει την ειρήνη με του Ιλλυριούς. Το μακεδονικό κράτος είχε συμμαχική σχέση με τους Αθηναίους αλλά μετά την συντριβή τους στον Πελοποννησιακό Πόλεμο ο Αμύντας, πατέρας του Φιλίππου, άρχισε να προσανατολίζεται προς τους Θηβαίους. Ο Φίλιππος αντί να δυσφορήσει φρόντισε να διδαχθεί όσα πιο πολλά μπορούσε κοντά σε σπουδαίους άνδρες, στον Πελοπίδα και τον Επαμεινώνδα  και τα χρησιμοποίησε στην πορεία του αργότερα.

Ο Φίλιππος Β΄ ο Μακεδών.

 

Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας οι Σπαρτιάτες νίκησαν τους Θηβαίους και έθεσαν τέρμα στην Ηγεμονία τους, χωρίς να μπορούν να επιβάλουν τη δική τους. Κανένα Ελληνικό κράτος δεν ήταν πια αρκετά ισχυρό, ώστε να επιβάλει την Ηγεμονία του, και η Ελλάδα έμεινε χωρίς Ηγεμόνα. Η ισχύς που είχε αποκτήσει η κλασσική Ελλάδα με τις νίκες της κατά τους Περσικούς πολέμους είχε εξαντληθεί προ πολλού και ένας από τους σημαντικότερους λόγους ήταν ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

Ένδειξη της γενικότερης κατάπτωσης είναι πως η Ηγεμονία της Ελλάδος περιήλθε στη Θήβα, ένα από τα μεγαλύτερα μεν κράτη της Ελλάδας, κατά πολύ δε υποδεέστερο από πάσης απόψεως της Αθήνας και της Σπάρτης. Οι Θηβαίοι μάλιστα αφαίρεσαν την Ηγεμονία από τα χέρια των στρατοκρατών Σπαρτιατών, τους οποίους συνέτριψαν στην ίδια την Πελοπόννησο.

Η μεγαλύτερη καταστροφή συνέβη το 360 π.Χ. όταν ο Περδίκκας Γ’ (365 – 359 π. Χ.), αδερφός του Φιλίππου, ηττήθηκε από τους Ιλλυριούς του Βάρδυλι. Ο ίδιος, μαζί με 4000 στρατιώτες, έπεσε στο πεδίο της μάχης. Το μέγεθος της καταστροφής για τους Μακεδόνες ήταν πρωτόγνωρο. Η πειθαρχία κατέρρευσε, και το φρόνημα του λαού καταρρακώθηκε. Η Μακεδονία βρέθηκε στα πρόθυρα της διάλυσης με τους Ιλλυριούς να ανασυντάσσονται για την τελειωτική εισβολή από τα βορειοδυτικά, τους Παίονες να κάνουν επιδρομές από τα βόρεια, τους Θράκες από τα βορειοανατολικά να θέλουν να ενθρονίσουν τον Παυσανία και τους Αθηναίους να έχουν στείλει στα νότια παράλια ισχυρή ναυτική δύναμη και 3.000 οπλίτες υπό τον Μαντία, για να ενθρονίσουν τον Αργαίο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Φίλιππος ανέλαβε το θρόνο της Μακεδονίας.

Το 359 π.Χ. καθώς η Μακεδονία βρισκόταν στα πρόθυρα του διαμελισμού, ο Φίλιππος έφτασε εκεί, για να διαδεχθεί το νεκρό αδελφό του. Σε αλλεπάλληλες συνελεύσεις, με πολλές παροχές και περισσότερες υποσχέσεις κατόρθωσε να πείσει την Εκκλησία των Μακεδόνων να προτιμήσει ως βασιλιά εκείνον έναντι των άλλων ανταπαιτητών του θρόνου και εν συνεχεία προχώρησε σε αναδιοργάνωση του στρατού.

Προσάρμοσε το στράτευμα στα πρότυπα των νοτίων Ελληνικών στρατών, έκανε αλλαγές στον τρόπο αμοιβής και στον εξοπλισμό των στρατιωτών, μετατρέποντας τους κατά παράδοση ψιλούς Μακεδόνες σε οπλίτες οργανωμένους σε φάλαγγα, που ονομάσθηκε Μακεδονική. Πέρα από την πρακτική αξία τους, αυτές οι αλλαγές είχαν και ψυχολογική χρησιμότητα, αφού το στράτευμα του Περδίκκα, που συνετρίβη από τους Ιλλυριούς, είχε διαφορετική οργάνωση και οπλισμό από εκείνο του Φιλίππου, το οποίο μπορούσε συνεπώς να ελπίζει σε καλύτερα αποτελέσματα.

Ο Μακεδονικός στρατός άρχισε αμέσως να εκπαιδεύεται εντατικά στα νέα δεδομένα και ο Φίλιππος με τους αναγκαίους διπλωματικούς συμβιβασμούς φρόντισε να εξασφαλίσει το χρόνο, που απαιτούσε η εκπαίδευση του στρατού. Στράφηκε αμέσως προς τους Αθηναίους και τους πρότεινε να αποσύρει τη Μακεδονική φρουρά από την Αμφίπολη, την οποία ούτε οι Πέρσες δεν τους είχαν αποσπάσει, και σε αντάλλαγμα ζήτησε να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς τον Αργαίο.

Η πρόταση έγινε αποδεκτή, ο Μαντίας παρέμεινε αδρανής στη Μεθώνη και άφησε τον Αργαίο να επιχειρήσει μόνος του, για να βρει τελικά το θάνατο. Η σύγκρουση με τους υποστηρικτές του Αργαίου ήταν η πρώτη της Μακεδονικής φάλαγγας και έληξε με τη νίκη, που είχαν ανάγκη η φάλαγγα, ο Φίλιππος και η Μακεδονία. Εν συνεχεία με δωροδοκίες και υποσχέσεις έπεισε, τα μεν Παιονικά έθνη, που λυμαίνονταν τα βόρεια εδάφη, να συνάψουν μαζί του ειρήνη τον δε Θράκα βασιλιά, που υποστήριζε τον Παυσανία, να τον εγκαταλείψει.

Το 358 π.Χ. έστειλε πρέσβεις στην Αθήνα, που επικαλούμενοι την παράδοση της Αμφίπολης έπεισαν τους Αθηναίους ότι ο Φίλιππος πρώτα θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Αθήνας και μετά της Μακεδονίας. Έτσι η Εκκλησία των Αθηναίων δέχθηκε τη σύναψη ειρήνης και ο Φίλιππος απαλλάχθηκε από τον Αθηναϊκό κίνδυνο.

Μόλις πέθανε ο Παίονας βασιλιάς Άγης, ο Φίλιππος επωφελούμενος του μεταβατικού σταδίου παραβίασε την πρόσφατη συνθήκη ειρήνης, επιτέθηκε στους Παίονες και τους υπέταξε. Μοναδική εξωτερική απειλή απέμεναν πλέον οι Ιλλυριοί, που κατείχαν πολλές Μακεδονικές πόλεις. Ο Φίλιππος, είχε αποκαταστήσει το ηθικό του στρατεύματός του και απαίτησε όλες τις Μακεδονικές πόλεις, που κατείχε ο Ιλλυριός βασιλιάς Βάρδυλις, ο οποίος με τη σειρά του είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και περιφρονητικά αντιπρότεινε ειρήνη με αμετάβλητο το status quo.

Η Μακεδονική Φάλαγγα άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων σε συνδιασμό με τις διπλωματικές κινήσεις του Φιλίππου.

 

Οι Ιλλυριοί παρέταξαν 10.000 επίλεκτους πεζούς και 500 ιππείς εναντίον των 10.000 πεζών και 600 Μακεδόνων ιππέων. Η μάχη ήταν μακρά, αμφίρροπη και έληξε με νίκη των Μακεδόνων, ενώ οι Ιλλυριοί είχαν πάνω από 7.000 νεκρούς, τους περισσότερους κατά την καταδίωξη, που ακολούθησε την τροπή τους σε φυγή. Με αυτήν τη μάχη ο Φίλιππος πέτυχε όχι μόνο απελευθέρωση όλων των κατεχομένων μακεδονικών εδαφών, αλλά και την υποταγή των Ιλλυριών, που ζούσαν ως τη λίμνη Λυχνίτιδα (Οχρίδα) καθώς και την εξύψωση κατά πολύ του γοήτρου τόσο του δικού του όσο και του στρατού του.

Τα ανακτηθέντα εδάφη ανήκαν στα κρατίδια της Λυγκηστίδας, της Ορεστίδας και της Πελαγονίας, τα οποία έχασαν το παλαιό καθεστώς του «συμμάχου και υπηκόου» κι έτσι η Άνω Μακεδονία ενσωματώθηκε πλήρως στο βασίλειο της Μακεδονίας. Επίσης αυτονόητο είναι ότι οι τοπικοί βασιλικοί Οίκοι και ειδικά εκείνος των Λυγκηστών, που υποβιβάσθηκαν σε απλές αριστοκρατικές οικογένειες, δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι.

Αφού εξασφάλισε τα βόρεια σύνορα από τους βαρβάρους, το 357 π.Χ. ήρθε η σειρά της στρατηγικής σημασίας και εχθρικά διακείμενης Αμφίπολης να υποταχθεί ξανά στη Μακεδονία. Με την κατάληψή της ο Φίλιππος παραβίασε τη συνθήκη ειρήνης με τους Αθηναίους και προκάλεσε την οργή τους, αλλά ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη στρατηγική θέση του. Στη συνέχεια οχύρωσε την Πύδνα και στον μακρόχρονο ανταγωνισμό του προς τους Αθηναίους για τον προσεταιρισμό της Ολύνθου, κέρδισε τη συμμαχία των Ολυνθίων, καταλαμβάνοντας για λογαριασμό τους την Ποτίδαια.

Εξανδραπόδισε τους κατοίκους της και παρέδωσε στους Ολυνθίους την πόλη και όλη την επικράτειά της. Στην Αθηναϊκή φρουρά της Ποτίδαιας έδειξε φιλάνθρωπη συμπεριφορά στέλνοντάς τους πίσω στην Αθήνα, αν και αυτό δεν αρκούσε για να κατευνάσει την οργή των Αθηναίων. Ο Φίλιππος είχε σταθεροποιήσει πια το κράτος του, είχε ανακαταλάβει όλα τα Μακεδονικά εδάφη, είχε αποκτήσει τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Μακεδονίας και τώρα αντιστρατευόταν τα συμφέροντα της Αθήνας στην ευρύτερη περιοχή.

Ο έλεγχος της Μακεδονίας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τους Αθηναίους προκειμένου να διεκδικήσουν ξανά την Ηγεμονία της Ελλάδος, αλλά η δράση του Φιλίππου έδιωχνε το όραμα της Ηγεμονίας μακριά από την Αθήνα. Παράλληλα οι Αθηναίοι διεξήγαν τον λεγόμενο Συμμαχικό πόλεμο εναντίον μερικών πρώην συμμάχων τους και ήδη είχαν περάσει δύο χρόνια χωρίς να καταφέρουν να τους υποτάξουν ξανά. Αφενός η αδυναμία τους να συνετίσουν μερικούς πρώην συμμάχους και αφετέρου η πιθανότητα να διεκδικήσει την Ηγεμονία ο Φίλιππος, ήταν πολύ εξοργιστικές καταστάσεις για τους Αθηναίους  αλλά η αρχή είχε ήδη γίνει.

Μετά ήρθε η σειρά των Κρηνίδων, της αποικίας που είχαν ιδρύσει οι Θάσιοι ένα χρόνο νωρίτερα στο Παγγαίο, του οποίου τα χρυσωρυχεία και αργυρωρυχεία εκμεταλλεύονταν παλαιότερα οι Πίερες, οι Οδόμαντοι και κυρίως οι Σάτρες. Ο Φίλιππος τις κατέλαβε, αύξησε τον πληθυσμό τους με εποίκους και βελτίωσε τα πρωτόγονα μέσα εξόρυξης στα χρυσωρυχεία, τα οποία έφτασαν να αποδίδουν ετησίως χρυσό και ασήμι αξίας άνω των 1.000 ταλάντων.

Οι Φιλίππειοι στατήρες με καθαρότητα 99,7%, που έκοψε στη συνέχεια ο Φίλιππος, εκτόπισαν από την Ελλάδα τους καθαρότητας 98% Δαρεικούς στατήρες και του έδωσαν τη δυνατότητα αφενός να συντηρεί μεγάλο μισθοφορικό στράτευμα και αφετέρου να εξαγοράζει πολλούς Έλληνες πολιτικούς, ενώ είναι ενδιαφέρον ότι μετονόμασε τις Κρηνίδες σε Φιλίππους.

Μακεδονικός Φιλίππειος στατήρας της εποχής του Αλεξάνδρου. Το πλέον διάσημο νόμισμα που έκοψε ο Φίλιππος Β’ με ταχεία διάδοση στη Μεσόγειο και την δυτική Ευρώπη.

 

Πριν απ’ αυτόν, τουλάχιστον ο Κύρος ο Μέγας είχε δώσει το όνομά του σε μία πόλη της Σογδιανής, αλλά ο Φίλιππος Β΄ ήταν ο πρώτος βασιλιάς που το έκανε στην Ευρώπη και το παράδειγμά του επρόκειτο να ακολουθήσει ο γιος του καθώς και πάρα πολλοί άλλοι μονάρχες μέχρι το πρόσφατο παρελθόν.

Οι σατράπες, Αρτάβαζος στη Μ. Ασία και Ορόντης στη Μ. Ανατολή, άρχισαν έναν μακρό αποσχιστικό αγώνα κατά του Μεγάλου Βασιλέως. Στη Θεσσαλία ένας ακόμη τύραννος των Φερρών ονόματι Ιάσων δολοφονήθηκε από τη σύζυγο και τους αδελφούς της, οι οποίοι επέβαλαν χειρότερη τυραννία από εκείνη του προκατόχου τους και επέκτειναν την κυριαρχία τους σε πολλές Θεσσαλικές πόλεις. Η παλιά ηγεμονική οικογένεια των Αλευάδων μη μπορώντας να αντιδράσει ζήτησε τη συνδρομή του Φιλίππου και οι εξελίξεις, που δρομολογήθηκαν εκεί ευνόησαν τα σχέδια του Μακεδόνα βασιλιά να καταλάβει τη χηρεύουσα θέση του Ηγεμόνα της Ελλάδος και εν συνεχεία να επιτεθεί κατά της Περσίας.

Μερικοί από τους πρώην συμμάχους των Αθηναίων με σημαντικότερους τους Χίους, τους Κώους, τους Ρόδιους και τους Βυζαντίους είχαν επαναστατήσει και επί τέσσερα χρόνια διεξήγαν πολεμικές επιχειρήσεις κατά των συμμάχων, που εξακολουθούσαν να ελέγχουν οι Αθηναίοι. Το 355 π.Χ. λεηλάτησαν την Ίμβρο, τη Λήμνο και τη Σάμο και οι Αθηναίοι αποφάσισαν να πολιορκήσουν το Βυζάντιο.

Ο ναύαρχός τους Χάρης για να μειώσει τις πολεμικές δαπάνες, έθεσε τις δυνάμεις του στην υπηρεσία του Αρτάβαζου, που σε αντάλλαγμα ανέλαβε το κόστος του εφοδιασμού. Αλλά η ικανοποίηση των Αθηναίων από την περιστολή των δαπανών δεν κράτησε πολύ, διότι ο Μέγας Βασιλεύς τους διέταξε να διακόψουν τη βοήθεια προς τον αποστάτη Αρτάβαζο, άλλως θα συμμαχούσε με τους επαναστατημένους πρώην συμμάχους τους.

Οι Αθηναίοι δεν ήταν πια θαλασσοκράτορες στο Αιγαίο και υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον Αρτάβαζο και να τερματίσουν τον Συμμαχικό πόλεμο. Στο μεταξύ, βλέποντας τη δύναμη του Φιλίππου να αυξάνει και έχοντας διαπιστώσει ότι μόνος του ο καθένας δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, Ιλλυριοί, Παίονες και Θράκες συμμάχησαν. Όμως ο Φίλιππος αντιλήφθηκε τις κινήσεις τους, τους επιτέθηκε αιφνιδιαστικά πριν ολοκληρώσουν τη μεγάλης έκτασης προπαρασκευή τους και τους υποχρέωσε να υποταχθούν εκ νέου.

Το 354 π.Χ. οι Φωκείς κατέλαβαν το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και πυροδότησαν έναν εννεαετή Ιερό Πόλεμο, τον τρίτο κατά σειρά στην αρχαία Ελλάδα. Οι Αμφικτίονες αποφάσισαν να κηρύξουν πόλεμο στους ιερόσυλους Φωκείς και με τις Αμφικτιονικές αποφάσεις συντάχθηκαν οι Βοιωτοί και οι Θεσσαλοί, που είχαν παλιά έχθρα με τους Φωκείς, καθώς και οι Περραιβοί, οι Μάγνητες και τα άλλα μικρότερα έθνη της Πυλαίας Αμφικτιονίας, τα οποία ως συνήθως μη έχοντας άλλες δυνατότητες προσέβλεπαν στην εφαρμογή του δικαίου.

Στις αποφάσεις της αρμόδιας Αμφικτιονίας αντιτάχθηκαν κυρίως οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες, που δεν ήθελαν οι ενέργειές τους να υπόκεινται στη δικαιοδοσία των μικρών κρατών, πολύ δε περισσότερο όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Σπαρτιάτες βαρύνονταν με κατηγορίες ανάλογες των Φωκέων. Οι Θηβαίοι, αν και στον Ιερό πόλεμο δεν είχαν σοβαρές επιτυχίες και παρά το ότι ήταν ευεργέτες του Μεγάλου Βασιλέως, έστειλαν τον Παμμένη με 5.000 στρατιώτες σε ενίσχυση του γενναιόδωρου Αρτάβαζου.

Το επόμενο έτος  ο Αρτάβαζος μη εμπιστευόμενος τους Θηβαίους έδιωξε τα στρατεύματά τους, για να διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο τον αποσχιστικό του αγώνα και να ζητήσει καταφύγιο στην Αυλή της Μακεδονίας. Αντίθετα προς τη Μ. Ασία η Φοινίκη, η Κιλικία και η Κύπρος εξακολουθούσαν τον αποσχιστικό τους αγώνα. Το 352 π.Χ. ο Φίλιππος κατέλαβε την προσκείμενη στους Αθηναίους Μεθώνη, τη λεηλάτησε και την ισοπέδωσε. Κατά την πολιορκία έχασε το ένα μάτι από εχθρικό τόξευμα και αυτό θεωρήθηκε ως τιμωρία του από τον Άμμωνα. Από εκείνη τη στιγμή ο Δημοσθένης άρχισε τη σφοδρή αντιμακεδονική πολεμική με τον πρώτο Φιλιππικό λόγο.

Ο ρήτορας Δημοσθένης ήταν ίσως ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας.

 

Με τη σταθεροποίηση του κράτους της Μακεδονίας και την επιβολή του ελέγχου της στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Θράκης, η Αθήνα είχε πολλούς και σημαντικούς λόγους να ανησυχεί. Ο Φίλιππος θα μπορούσε πλέον να επιβάλει την τιμή στην ξυλεία για ναυπήγηση τριήρων, ενώ μέχρι τότε την επέβαλλαν οι Αθηναίοι στους προηγούμενους υποχείριούς τους Μακεδόνες βασιλιάδες, ή θα μπορούσε να απαγορεύσει την εξαγωγή ξυλείας και να ναυπηγήσει ο ίδιος Μακεδονικό στόλο, ανταγωνιστικό του Αθηναϊκού, ή ακόμα χειρότερα θα μπορούσε να αρνηθεί την πώληση ναυπηγικής ξυλείας στους Αθηναίους και να πουλήσει σε κάποιους εχθρούς τους. Εν ολίγοις θα μπορούσε να επηρεάσει τα εξοπλιστικά προγράμματα του μεγαλύτερου και ικανότερου πολεμικού στόλου της Ελλάδας, του στόλου ενός από τους διεκδικητές της Ηγεμονίας.

Παράλληλα, τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου του έδιναν τη δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλου στρατεύματος και εξαγοράς πολιτικών άλλων κρατών. Επιπλέον ο Φίλιππος αποκτούσε έλεγχο στις εξαγωγές σιτηρών από τη Μακεδονία προς στην Αττική. Αυτό δεν ήταν τόσο σημαντικό, αφού τα σιτηρά της Μακεδονίας μπορούσαν να καλύψουν μικρό μόνο μέρος των αναγκών της Αττικής, όμως οι Αθηναίοι δεν ξεχνούσαν το λιμό, που χτύπησε την Αττική, όταν οι Σπαρτιάτες έκλεισαν τον Ελλήσποντο και εμπόδισαν την ροή σιτηρών από τη Σκυθία (Ουκρανία) στην Αττική.

Οι Αθηναίοι ως Ηγεμόνες της Ελλάδος επέβαλλαν αυθαίρετα φόρους στους συμμάχους τους και με τα έσοδα αυτά χρηματοδοτούσαν την πολεμική τους μηχανή αλλά και τα δημόσια έργα τους. Χάνοντας αυτά τα έσοδα και τον έλεγχο των στρατηγικών αποθεμάτων, αντιμετώπιζαν το φάσμα της κατάρρευσης πρώτα της στρατιωτικής τους ισχύος και μετά της οικονομίας τους. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο κουτσός ερωτύλος, που τώρα πια ήταν και μονόφθαλμος, κατάφερε μέσα σε πέντε χρόνια να συγκολλήσει τη σχεδόν διαμελισμένη Μακεδονία, να τη βγάλει από το περιθώριο του Ελληνικού κόσμου και να την καταστήσει διεκδικητή της Ηγεμονίας της Ελλάδος.

Ο Δημοσθένης ασφαλώς γνώριζε ότι η Αθήνα ήταν ανίκανη να επιβάλει την Ηγεμονία της, αλλά ο πατριωτισμός του δεν ανεχόταν να βλέπει τα ζωτικής σημασίας στρατηγικά αποθέματα να περνούν στον έλεγχο ενός βασιλιά της περιφέρειας με μόνο αιτιολογικό, ότι βρίσκονταν στην επικράτειά του. Αυτό που ο Δημοσθένης επεδίωξε για τη Μακεδονία, ήταν αυτό που συμβαίνει και σήμερα στις χώρες, που έχουν πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας για τη Δύση, αλλά οι ηγεσίες τους δεν ελέγχονται από τη Δύση.

Οι κυβερνήσεις τους αποκαλούνται βάρβαρες, σκοταδιστικές, ανελεύθερες, επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη και οι πολιτισμένες χώρες, κατά σύμπτωση αυτές που χρειάζονται τις επίμαχες πρώτες ύλες, αναλαμβάνουν αλτρουιστικά να σώσουν τον κόσμο από τις κακές αυτές κυβερνήσεις. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μεμφθούμε τον Δημοσθένη για την αντιμακεδονική τακτική και επιχειρηματολογία του με το σκεπτικό ότι κι εκείνος προωθούσε την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αθήνας, που δύο φορές στο παρελθόν είχε επιτύχει την Ηγεμονία της Ελλάδος.

Επίσης ούτε η παροχή ανταλλαγμάτων στην περσική βοήθεια για να κατακτήσουν την Ηγεμονία ήταν έξω από τον αρχαίο Ελληνικό ορισμό του πατριωτισμού. Το μεμπτό του Δημοσθένη είναι η ανικανότητά του να αντιληφθεί τις αδυναμίες της Αθήνας του 4ου π.Χ. αιώνα, μια ανικανότητα που πλήρωσαν πολύ ακριβά οι Αθηναίοι και ακόμη ακριβότερα οι Θηβαίοι.

Χάρτης του Κοινού των Χαλκιδέων.

 

Την ίδια χρονιά το 352 π.Χ. ο Οδρύσης βασιλιάς Κερσοβλέπτης για να ανακόψει την επέκταση του Φιλίππου, παρέδωσε στους Αθηναίους τις πόλεις της Χερρονήσου εκτός από την Καρδία και οι Αθηναίοι έσπευσαν να εγκαταστήσουν κληρούχους, κάνοντας απόλυτα σαφές ότι ο αγώνας τους κατά του Φιλίππου είχε ως αποκλειστικό στόχο να κατακτήσουν την Ηγεμονία της Ελλάδος.

Εν συνεχεία ο Φίλιππος αποδέχθηκε την πρόσκληση των Θεσσαλών και εισέβαλε στη Θεσσαλία, για να εκδιώξει μαζί με τα Θεσσαλικά στρατεύματα τον τύραννο των Φερρών Λυκόφρονα, ο οποίος έσπευσε να καλέσει σε βοήθεια τους Φωκείς. Μετά από μία αρχική ήττα τα συμμαχικά στρατεύματα των Μακεδόνων και των Θεσσαλών νίκησαν σε δύο μάχες και σκοτώθηκε ο στρατηγός των Φωκέων Ονόμαρχος και περί τους 6.000 άνδρες. Μεσούντος του Ιερού Πολέμου και δεδομένου του χαρακτηρισμού των Φωκέων από την Αμφικτιονία ως ιεροσύλων, στους υπόλοιπους 3.000 Φωκείς επεβλήθη η προβλεπόμενη ποινή και ο Φίλιππος τους έπνιξε στον Παγασητικό κόλπο.

Μετά τη νίκη επί του Ονόμαρχου ο Φίλιππος κατέλυσε την τυραννία στις Φερρές και το 351 π.Χ. στράφηκε προς τη Βοιωτία, όπου είχαν εισβάλει οι Φωκείς. Όμως οι σύμμαχοι των Φωκέων, οι Αθηναίοι, είχαν καταλάβει τα στενά των Θερμοπυλών και τον εμπόδισαν να κινηθεί νοτιότερα. Στην Πελοπόννησο οι επίσης σύμμαχοι των Φωκέων, οι Σπαρτιάτες, είχαν εμπλακεί σε πόλεμο με άλλους Πελοποννήσιους για λόγους άσχετους προς τον Ιερό Πόλεμο και δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι Θηβαίοι αν και στη Μ. Ασία είχαν πετύχει σημαντικές νίκες επί των σατραπικών στρατευμάτων, στην Ελλάδα αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τους Φωκείς κατά τον Ιερό Πόλεμο.

Έτσι το 350 π.Χ. υποχρεώθηκαν να ζητήσουν οικονομική βοήθεια από τον Μεγάλο Βασιλέα, που δεν αρνήθηκε να δωρίσει 300 τάλαντα στους επιλήψιμης συμπεριφοράς ευεργέτες του Αχαιμενιδικού θρόνου. Αργότερα τον ίδιο χρόνο ο Αρταξέρξης έκανε μία αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης της Αιγύπτου.

Το 349 π.Χ. ο Φίλιππος επιτέθηκε κατά των Χαλκιδικών πόλεων της Θράκης, κυρίευσε με προδοσία τη Μηκύβερνα, την Τορώνη και πολιόρκησε την Όλυνθο, ενώ ο Δημοσθένης εξαπέλυε εναντίον του τους Ολυνθιακούς λόγους. Την ίδια χρονιά το αντιμακεδονικό μένος του Δημοσθένη έφτασε στο σημείο να αποκαλεί την Πέλλα «χωρίον άδοξον και μικρόν», ενώ κατά τον αδιαμφισβήτητου κύρους και αξιοπιστίας Ξενοφώντα ήδη σαράντα χρόνια νωρίτερα ήταν «η μεγίστη των εν Μακεδονία πόλεων».

Η σημαντικότερη πόλη των επί Θράκης Χαλκιδέων αντιστάθηκε και του προξένησε μεγάλες απώλειες, ώσπου ο Φίλιππος εξαγόρασε δύο προεστούς, που του την παρέδωσαν. Άλλωστε συνήθιζε να καυχάται ότι μεγάλωσε τη Μακεδονία περισσότερο με το χρυσάφι και λιγότερο με τα όπλα. Η Όλυνθος λεηλατήθηκε και οι Ολύνθιοι εξανδραποδίσθηκαν, η δε πώληση των λαφύρων και των ανδραπόδων του προσπόρισε τέτοια κέρδη, ώστε να χρηματοδοτήσει με άνεση τη συνέχεια των πολεμικών του επιχειρήσεων και να τρομοκρατεί τους απείθαρχους.

Μετά την άλωση της Ολύνθου ο μεν Φίλιππος πραγματοποίησε στη Μακεδονία επινίκια Ολύμπια, μεγαλοπρεπείς θυσίες στους θεούς, μεγάλες γιορτές με πολλούς προσκεκλημένους και λαμπρούς αγώνες, οι δε Αθηναίοι με τις προτροπές του Δημοσθένη άρχισαν να δραστηριοποιούνται εναντίον του. Ωστόσο δεν προχώρησαν σε άμεσες εχθροπραξίες, αλλά προσπαθούσαν να πείσουν άλλους να  του αντισταθούν. Ενω το 348 π.Χ. ο Φίλιππος πολιόρκησε τα Στάγειρα, η οχυρή πόλη έπεσε μετά από πολιορκία και ισοπεδώθηκε με αποτέλεσμα να τρομοκρατηθούν οι γύρω μικρότερες πόλεις και να δηλώσουν υποταγή.

Τα ερείπια της Ολύνθου.

 

Το 346 π.Χ. οι Θηβαίοι εξαντλημένοι από τις απώλειες σε προσωπικό και εξουθενωμένοι οικονομικά από τον Ιερό πόλεμο ζήτησαν τη συνδρομή του Φιλίππου. Εκείνος όμως ήθελε να συντρίψει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες τους και γι’ αυτό τους έστειλε δυνάμεις επαρκείς για να φανεί ότι τους βοηθά, αλλά ανεπαρκείς για να τους συνδράμει αποτελεσματικά. Επίσης συνήψε με τους Αθηναίους τη Φιλοκράτειο ειρήνη, από την οποία φρόντισε να εξαιρεθεί ο Θράκας σύμμαχος των Αθηναίων Κερσοβλέπτης, για να τον υποτάξει λίγο αργότερα.

Ο Ισοκράτης έσπευσε να δημοσιεύσει τον Φίλιππο, μια επιστολή με την οποία καλούσε τον Μακεδόνα βασιλιά να συνεχίσει τις κατακτήσεις του ηγούμενος της πολυπόθητης εκστρατείας εναντίον του βαρβάρου Βασιλιά της Ασίας. Το 345 π.Χ. ο Ιερός πόλεμος είχε εξαντλήσει τους δύο κύριους αντιπάλους, που ζήτησαν ενισχύσεις οι μεν Φωκείς από τους Σπαρτιάτες, οι δε Βοιωτοί από τους Μακεδόνες.

Ενώ ο Φίλιππος επικεφαλής των Μακεδόνων και των Θεσσαλών διέσχιζε τη Λοκρίδα, ο στρατηγός των Φωκέων αντιλήφθηκε την επερχόμενη ήττα και ζήτησε συνθηκολόγηση. Μετά την παράδοσή τους συγκλήθηκε το Αμφικτιονικό Συνέδριο, που είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά των ιερόσυλων εννέα χρόνια νωρίτερα, και όπως ήταν αναμενόμενο επέβαλε βαρύτατες ποινές στους Φωκείς. Όπως ήταν επίσης αναμενόμενο, δεν ασχολήθηκε καθόλου με τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες, που ήταν θερμότατοι σύμμαχοι των Φωκέων και μοιράστηκαν μαζί τους τα αξίας μεγαλύτερης των 10.000 ταλάντων συληθέντα αναθήματα στο ιερό των Δελφών.

Αντίθετα, από τους επίσης συμμάχους των ιερόσυλων Φωκέων αλλά μικρότερης πολιτικής βαρύτητας, τους Κορινθίους, αφαίρεσε την τιμή να συνδιοργανώνουν με τους Θεσσαλούς και τους Βοιωτούς την εορτή των Πυθίων και την ανέθεσε εφεξής στους Μακεδόνες. Επίσης αφαίρεσε από τους Φωκείς τις δύο ψήφους, που διέθεταν στο Συνέδριο της Πυλαίας Αμφικτιονίας, και τις έδωσε στους Μακεδόνες. Ο Φίλιππος, αφού επέβλεψε με τα στρατεύματά του την υλοποίηση των Αμφικτιονικών αποφάσεων, επέστρεψε στη Μακεδονία.

Στην Ασία ο Αρταξέρξης Γ΄ νίκησε τον Ορόντη και υπέταξε ξανά τη Φοινίκη και την Κιλικία μετά από εξέγερση 12 ετών, ενώ η Κύπρος εξακολουθούσε να αρνείται την υποταγή. Αφού είχε συντρίψει την αποστασία των σατραπών, το 344 π.Χ. ο Αρταξέρξης Γ΄ αποφάσισε να υποτάξει την Αίγυπτο, που διένυε την έβδομη δεκαετία ανεξαρτησίας. Επειδή ήδη είχε κάνει μία αποτυχημένη προσπάθεια, αυτή τη φορά έστειλε πρέσβεις στα μεγαλύτερα κράτη της Ελλάδας με το αίτημα να πολεμήσουν τους Αιγυπτίους στο πλευρό των Περσών. Στρατό όμως έστειλαν μόνο οι παραδοσιακά φιλοπέρσες, Αργείοι και Θηβαίοι, ενώ οι υπόλοιποι έστειλαν μόνο τη φιλία τους. Τον επόμενο χρόνο, το 343 π.Χ, ο Ώχος κατέλαβε την Αίγυπτο, γκρέμισε τα τείχη των πόλεων και λεηλάτησε τους ναούς.

Ο Μέντωρ ο Ρόδιος είχε προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον Αρταξέρξη στην κατάκτηση της Φοινίκης και της Αιγύπτου και κατάφερε να πείσει τον Αρταξέρξη να συγχωρέσει τον αδελφό του, τον Μέμνονα καθώς και τον Αρτάβαζο, που μετά την αποτυχία της ανταρσίας τους είχαν καταφύγει στην Αυλή του Φιλίππου.

Το 342 π.Χ. ο Φίλιππος επιτέθηκε κατά των Οδρυσών του Κερσοβλέπτη, τους κατέστησε υποτελείς του και αναμόρφωσε αρκετές πόλεις, σε μία δε έδωσε το όνομά του, Φιλιππούπολη, το Πλόβντιβ της σημερινής Βουλγαρίας. Σημειώνουμε εδώ ότι δύο χρόνια αργότερα τα παράδειγμά του επρόκειτο να ακολουθήσει και ο Αλέξανδρος, που ονόμασε Αλεξανδρόπολη μία πόλη των Μαιδών.

Ο Πνυταγόρας, ο τελευταίος από τους Έλληνες βασιλιάδες της Κύπρου, που εξακολουθούσε να αντιστέκεται στον Ώχο, σύντομα υποχρεώθηκε κι αυτός να υποταχθεί. Οι Πέρσες είχαν ανακτήσει ισχύ, πλούτο και κύρος και ο Φίλιππος έκρινε ότι δεν έπρεπε να τραβήξει την προσοχή τους, γι’ αυτό υπέγραψε συνθήκη ειρήνης μαζί τους.

Ανάγλυφη αναπαράσταση του Αρταξέρξης Γ΄ της Περσίας, στα τείχη των ανακτόρων της Περσέπολης.

 

Το 341 π.Χ. πέθανε ο βασιλιάς των Μολοσσών, Αρύμβας, αφήνοντας διάδοχο τον Αιακίδη, γιο του και μετέπειτα πατέρα του βασιλιά Πύρρου. Ο Φίλιππος όμως κατάφερε να ενθρονισθεί αντί γι’ αυτόν ο Αλέξανδρος, ο αδελφός της Ολυμπιάδας, επεκτείνοντας έτσι τη Μακεδονική επιρροή και στην Ήπειρο. Το 340 π.Χ. ο Φίλιππος άρχισε να πολιορκεί την Πέρινθο, μία ισχυρή και πλούσια Ελληνική πόλη της Θράκης.

Ο Δημοσθένης προέτρεψε τότε τους Αθηναίους να αποβάλουν τις «ανόητες προκαταλήψεις» τους κατά του Πέρση βασιλιά και να πάψουν να τον θεωρούν βάρβαρο και κοινού εχθρού όλων των Ελλήνων. Τελικά έπεισε την Εκκλησία του Δήμου να στείλει στον Ώχο (Αρταξέρξη Γ΄) πρεσβεία, ζητώντας του να ακυρώσει το σύμφωνο φιλίας με τον Φίλιππο και να κηρύξει πόλεμο εναντίον του. Επειδή ο ίδιος ο Αρταξέρξης ήταν απασχολημένος με την καταστολή μιας εξέγερσης των Καδουσίων έστειλε τον Αρσίτη να βοηθήσει τους Περινθίους. Εκτός από τους Πέρσες βοήθεια στους Περινθίους προσέφεραν και οι γείτονές τους Βυζάντιοι με αποτέλεσμα ο Φίλιππος να αντιμετωπίσει σφοδρή αντίσταση.

Τότε επιτέθηκε στο Βυζάντιο, σε βοήθεια του οποίου έσπευσαν οι πρώην σύμμαχοί του στο Συμμαχικό πόλεμο, οι Χίοι, οι Κώοι και οι Ρόδιοι. Λόγω της έντονης πολεμικής δραστηριότητας στην Προποντίδα, οι Αθηναίοι ανησύχησαν για τον εφοδιασμό της πόλης τους με σιτηρά από τη Σκυθία και έστειλαν στόλο για την προστασία των νηοπομπών τους.

Μόλις οι Μακεδόνες κατέσχεσαν τα φορτία των σιτηρών, οι Αθηναίοι κατήγγειλαν τη Φιλοκράτειο ειρήνη και άρχισαν τις εχθροπραξίες. Την ίδια χρονιά ο Πιξώδαρος ανέτρεψε την αδελφή του Άδα και σφετερίσθηκε τον υποτελή στους Πέρσες θρόνο της Καρίας. Μετά από τα γεγονότα στην Πέρινθο και στο Βυζάντιο οι Αθηναίοι βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Μακεδόνες και αποτελούσαν το μοναδικό εμπόδιο στο δρόμο του Φιλίππου προς την Ηγεμονία της Ελλάδος.

Τον Αύγουστο του 338 π.Χ. ο Φίλιππος αποφάσισε να απομακρύνει κι αυτό το εμπόδιο και άρχισε την προέλαση προς Νότου. Οι Αθηναίοι που το πληροφορήθηκαν όταν βρισκόταν στην Ελάτεια, σε απόσταση μόλις δύο ημερών από την Αθήνα, τρομοκρατήθηκαν και όλη τη νύχτα οι σαλπιγκτές σήμαιναν συναγερμό. Τα καθέκαστα έγιναν γνωστά σε όλους τους πολίτες, που μαζεύτηκαν στην Εκκλησία του Δήμου από πολύ νωρίς, όμως από την αγωνία και το φόβο κανείς δεν έπαιρνε το λόγο.

Το πλήθος έστρεψε το βλέμμα του στο Δημοσθένη, ο οποίος πρότεινε να συμμαχήσουν αστραπιαία με τους Βοιωτούς, πριν εκείνοι αναλάβουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των Μακεδόνων λόγω της μεταξύ τους συνθήκης φιλίας και συμμαχίας. Το εγχείρημα φαινόταν ακατόρθωτο, δεδομένης της παμπάλαιας έχθρας των Αθηναίων με τους Θηβαίους. Οι Αθηναίοι ανέκαθεν υποστήριζαν Βοιωτικές πόλεις, που αντιτίθεντο στα σχέδια των Θηβαίων για Ηγεμονία στη Βοιωτία, οι Θηβαίοι διεκδικούσαν από τους Αθηναίους εδάφη στη μεθόριο Αττικής και Βοιωτίας και οι Αθηναίοι πάντοτε έτρεμαν το ιππικό των Θηβαίων, που ήταν περισσότερο και ικανότερο από το Αθηναϊκό.

Εν ολίγοις, Αθηναίοι και Θηβαίοι βρίσκονται πάντοτε σε αντίπαλα στρατόπεδα, ακόμη και κατά την εισβολή των Περσών, ωστόσο αυτή τη φορά οι Αθηναίοι δεν είχαν άλλη λύση από το να ζητήσουν τη βοήθεια των Θηβαίων. Πράγματι οι Αθηναίοι έστειλαν το Δημοσθένη στη Θήβα, που κατάφερε να εξασφαλίσει τη συμμαχία των Βοιωτών και αμέσως μετά έστειλαν το σύνολο του εθνικού τους στρατού στη Χαιρώνεια και οι Βοιωτοί στρατοπέδευσαν μαζί τους περιμένοντας τον Φίλιππο.

Εκείνος έστειλε πρέσβεις στο Κοινό των Βοιωτών για να θυμίσουν τη μεταξύ τους συμμαχία, όμως ο δεινότερος ρήτοράς του, ο Πείθων, δεν μπόρεσε να ανταγωνισθεί τον Δημοσθένη και να τους μεταπείσει. Έτσι την 24η Αυγούστου του 338 π.Χ. έγινε η μάχη της Χαιρώνειας. Ο Φίλιππος υπερτερούσε τόσο αριθμητικά όσο και σε στρατιωτική ικανότητα, αφού ούτε οι Θηβαίοι ούτε οι Αθηναίοι διέθεταν πια στρατηγούς εφάμιλλους των παλαιοτέρων. Παρά ταύτα η μάχη ήταν σκληρή, μακρά, αμφίρροπη, αλλά τελικά νικηφόρα για τους Μακεδόνες.

Ο Λέων της Χαιρώνειας ειναι το επιτύμβιο μνημείο στήθηκε προς τιμήν των Θηβαίων ιερολοχιτών που έπεσαν στη Μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ., στην οποία αναδείχθηκαν νικητές οι Μακεδόνες. Όταν μετά τη νίκη του ο Φίλιππος Β’ επέτρεψε την ταφή των νεκρών, ο Λέων της Χαιρώνειας στήθηκε για να σημαδεύσει το σημείο ταφής τους.

 

Οι Αθηναίοι είχαν πάνω από 1.000 νεκρούς και 2.000 αιχμαλώτους, ενώ ανάλογες ήταν και οι απώλειες των Θηβαίων. Στη μάχη της Χαιρώνειας παραδίδεται ότι πρώτος ο ηλικίας 18 ετών Αλέξανδρος επικεφαλής του εταιρικού ιππικού διέσπασε τις γραμμές του Ιερού Λόχου των Θηβαίων. Παραδίδεται επίσης ότι κατά τον κῶμο μετά το επινίκιο δείπνο ο Φίλιππος περιφερόταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους και τους χλεύαζε για την αποτυχία τους.

Τότε ο Δημάδης του είπε «Βασιλιά, η τύχη σου επιφύλαξε ρόλο Αγαμέμνονα κι εσύ δεν ντρέπεσαι να φέρεσαι σαν Θερσίτης;». Ο Φίλιππος συγκλονίσθηκε από τα λόγια του Αθηναίου ρήτορα, διέκοψε τον κῶμο και τον απελευθέρωσε. Ο Δημάδης στη συνέχεια έπεισε το Φίλιππο να συνάψει ειρήνη με τους Αθηναίους και τους Θηβαίους και να εγκαταστήσει μακεδονική φρουρά μόνο στη Θήβα. Είναι αδύνατο να διαπιστώσουμε αν αυτά είναι πραγματικά γεγονότα ή αν κατασκευάσθηκαν αργότερα για να διανθίσουν τα πραγματικά γεγονότα. Ειδικά η αποδιδόμενη στον Δημάδη παρομοίωση του Φιλίππου με τον Αγαμέμνονα είναι σαφέστατη αναφορά στις προσδοκίες, που είχε δημιουργήσει η Μακεδονία ως Ηγεμών της Ελλάδος.

Το όραμα, που προέβαλλαν οι ρήτορες Ισοκράτης και Γοργίας, προέβλεπε μία πανελλήνια εκστρατεία κατά της Ασίας για εκδίκηση. Στον Τρωικό Πόλεμο υποτίθεται ότι οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τρώες για την προσβολή από την αρπαγή της Ελένης. Σ’ αυτόν τον επερχόμενο πόλεμο υποτίθεται ότι οι Έλληνες θα έπαιρναν εκδίκηση από τους Πέρσες για τις καταστροφές των ναών κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο στη μάχη της Χαιρώνειας ο Δημοσθένης «αποδείχθηκε ότι δεν έκανε τίποτα καλό ή σύμφωνο με όσα έλεγε, αλλά το ‘βαλε στα πόδια, εγκαταλείποντας τον συνασπισμό.

Τράπηκε σε φυγή κατά τον πιο αισχρό τρόπο και ρίχνοντας τα όπλα του, χωρίς να ντραπεί ούτε το επίσημον της ασπίδας του, που με χρυσά γράμματα έγραφε Καλή Τύχη». Ο Δημοσθένης πράγματι δεν ήταν άμεμπτος και ο Πλούταρχος μάλλον δικαιολογημένα περιγράφει με τα μελανώτερα χρώματα τον βίο και την πολιτεία του αντιμακεδόνα πολιτικού, αλλά αν πράγματι υπήρξε ρίψασπις στη μάχη της Χαιρώνειας.

Τότε προκύπτει το ερώτημα γιατί οι Αθηναίοι του ανέθεσαν την τιμή να εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο για τους νεκρούς της ίδιας μάχης. Ίσως την αλήθεια για το Δημοσθένη να τη συνοψίζει ο Πολύβιος, που λέει ότι ο Δημοσθένης μετρούσε τα πάντα σύμφωνα με τα συμφέροντα της Αθήνας και θεωρούσε όλους τους Έλληνες υποχρεωμένους να προσβλέπουν στην πατρίδα του, άλλως ήταν προδότες της Ελλάδας και ανάξιοι να θεωρούνται Έλληνες.

Είδαμε ότι τον 4ο π.Χ. αιώνα υπήρχαν ήδη Κοινά, όπου τα επιμέρους κράτη-μέλη είχαν παραιτηθεί από την ανεξαρτησία τους στην εξωτερική πολιτική, ενώ η ιδέα της ένωσης όλων των ελληνικών κρατών και Κοινών είχε διατυπωθεί πριν ένα περίπου αιώνα από τους ρήτορες, Γοργία και Ισοκράτη. Ο Ισοκράτης στον «Πανηγυρικό» του συμβούλευε τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν τους βαρβάρους, στον «προς Φίλιππο» λόγο του προέτρεπε το Μακεδόνα βασιλιά, να ηγηθεί των Ελλήνων κατά των βαρβάρων και ο Γοργίας στον «Ολυμπικό» του λόγο προέτρεπε τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν κατά των βαρβάρων.

Αλλά τα ισχυρότερα Ελληνικά κράτη ήταν αδύνατον να εγκαταλείψουν τη διεκδίκηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος και να αρκεσθούν στη συνδιαχείριση της Ελλάδας. Κατά τον Γ΄ Ιερό Πόλεμο η Αθήνα και η Σπάρτη περιφρόνησαν τις αποφάσεις του Αμφικτιονικού Συνεδρίου για την προστασία ενός από τα σημαντικότερα ιερά όλου του Ελληνικού κόσμου και δεν δίστασαν να διαρπάσουν τα ιερά αναθήματα από το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις τους κατά των υποστηρικτών της Αμφικτιονίας.

Αυτά μας δίνουν μία πολύ καλή ιδέα για το πώς ιεραρχούσαν τα δικά τους συμφέροντα οι ηγεμονικές δυνάμεις. Επιπλέον υπήρχε και η αντίληψη, την οποία ευθέως διατύπωσαν οι Αργείοι στους Σπαρτιάτες κατά την Περσική εισβολή, ότι προτιμούσαν να υποταχθούν σε βάρβαρους παρά σ’ εκείνους. Αυτή ήταν και η νοοτροπία του Δημοσθένη, όποιος Έλληνας δεν αποδεχόταν την Αθήνα ως Ηγεμόνα της Ελλάδος ήταν εχθρός της Ελλάδας και δεχόταν τη σφοδρή πολεμική του «πατριώτη» ρήτορα, ο οποίος φυσικά δεν δίσταζε να έλθει σε συναλλαγή και να προσφέρει όλα τα αναγκαία ανταλλάγματα στον Πέρση βασιλιά, προκειμένου εκείνος να χρηματοδοτήσει τα ηγεμονικά όνειρα της Αθήνας.

Ο Φίλιππος μετά τη νίκη του, ενώ θα μπορούσε να ισοπεδώσει την Αθήνα ,δεν το έκανε σεβόμενος την συμβολή των Αθηναίων στον αρχαίο πολιτισμό, αλλά και στην καθοριστική συμβολή τους στους νικηφόρους Περσικούς πολέμους. Στη συμμαχία των πόλεων-κρατών που πολέμησαν εναντίων των Μακεδόνων στη Χαιρώνεια, δεν είχε πάρει μέρος η Σπάρτη. Μετά τη νίκη του, ο Φίλιππος ήθελε να κατακτήσει και την Σπάρτη και ζήτησε την παράδοσή της με το ακόλουθο τελεσίγραφο.

Νόμισμα της εποχής του Διονύσιος των Συρακουσών.

 

«Αν εισβάλω στη Λακωνία, θα ισοπεδώσω τη Σπάρτη». Η απάντηση των Σπαρτιατών στην απειλή του Φιλίππου ήταν, «Εάν». Ήταν γνωστό, ότι ο άγραφος νόμος δεν επέτρεπε στους Σπαρτιάτες να παραδώσουν την πόλη τους. Ο Φίλιππος τελικά δεν εισέβαλε στη Σπάρτη, επειδή εκτός από σπουδαίος στρατιωτικός, υπήρξε και σπουδαίος πολιτικός. Γνώριζε ότι ακόμη και αν καταλάμβανε τη Σπάρτη, οι απώλειες που θα είχε θα ήταν τεράστιες, δυσανάλογες με το όποιο όφελος για τους Μακεδόνες.

Αγνοώντας τη Σπάρτη, ο Φίλιππος συγκάλεσε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο, όπου ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ηγηθεί μιας εκστρατείας όλων των Ελλήνων εναντίον των Περσών, προκειμένου να τους τιμωρήσει για τις εκστρατείες τους εναντίον των Ελλήνων. Οι ρήτορες είχαν ήδη διαμορφώσει τη σχετική «πολιτική πλατφόρμα», αλλά προαπαιτούμενο για την πανελλήνια επίθεση κατά της Περσίας ήταν να βρεθεί ένας αρκετά φιλόδοξος Ηγεμών της Ελλάδος. Γι’ αυτό ο Ισοκράτης προέτρεψε διαδοχικά τους Αθηναίους, τον Διονύσιο των Συρακουσών, τον Ιάσονα των Φερρών και τέλος το Φίλιππο της Μακεδονίας να ηγηθούν της ένωσης όλων των Ελλήνων.

Πράγματι, τόσο ο Φίλιππος όσο και ο Αλέξανδρος παρουσίαζαν την επίθεσή τους κατά της Περσίας ως ένα ακόμη κεφάλαιο των Ελληνοπερσικών πολέμων και συγκεκριμένα ως συνέχιση των Ελληνικών αντεπιθέσεων. Αυτήν την επίφαση αντεπίθεσης τη βρίσκουμε σε αρκετά σημεία, με σημαντικότερο όλων την απόφαση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων να κηρύξει τον πόλεμο κατά των Περσών, για να εκδικηθεί τις αδικοπραγίες, που είχαν προκαλέσει κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα.

Ο Φίλιππος επέλεξε την Κόρινθο ως τόπο συγκρότησής του, διότι το φθινόπωρο του 481 π.Χ. και την άνοιξη του 480 π.Χ. είχαν συγκεντρωθεί στον Ισθμό της Κορίνθου οι πρέσβεις των ανυπότακτων Ελληνικών κρατών, για να συζητήσουν περί την αντίσταση κατά της εισβολής των Περσών.

Στις αρχές του 337 π.χ με πρόσκληση του Φιλίππου γίνεται σύγκληση συνεδρίου των ελληνικών πόλεων στην Κόρινθο οπου οι Σπαρτιάτες απουσίαζαν. Σκοπός του Φιλίππου ηταν η ένωση όλων των Ελλήνων κάτω από την ηγεσία του εναντίον των Περσών. Το συνέδριο διοικούταν από τον Ηγεμόνα. Διατάγματα του συνεδρίου εκδιδόταν στην Κόρινθο, Αθήνα, Δελφούς, Ολυμπία και Πύδνα. Το συνέδριο διατηρούσε ένα στρατό που επιστρατεύονταν από τα κράτη-μέλη κατ’ αναλογία του μεγέθους τους, ενώ ο Φίλιππος καθιέρωσε φρουρά στην Κόρινθο, τη Θήβα, την Πύδνα και την Αμβρακία.

Η συνεδρίαση «διαρκεί όσες ημέρες διατάξουν οι πρόεδροι του συνεδρίου», «πραγματοποιείται αν προσέλθουν περισσότεροι από τους μισούς συνέδρους, αν όμως προσέλθουν λιγότεροι, η συνεδρίαση δεν πραγματοποιείται». Όσον αφορούσε στην υπόλοιπη λειτουργία του συνεδρίου ως «πρόεδροι ορίζονται πέντε από τους συνέδρους, οι οποίοι εκλέγονται με κλήρωση στην περίοδο της ειρήνης, εκλέγεται δε ένας, όχι περισσότεροι, από κάθε πόλη ή κράτος».

Σε αντίθεση με την μέχρι τότε εφαρμοζόμενη αρχή του ισοψήφου (όλα τα κράτη είχαν τον ίδιο αριθμό συνέδρων και ψήφων) στα κατά τόπους Κοινά και στις Αμφικτιονίες, το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων έδινε σε κάθε πόλη ή κράτος συνέδρους (και συνεπώς ψήφους) ανάλογους με τον πληθυσμό τους. Ωστόσο οι Μακεδόνες δεν αντιπροσωπεύονταν με αριθμό ανάλογο του πληθυσμού τους, αλλά από τον βασιλικό επίτροπο «αυτόν, που ο βασιλιάς άφησε πίσω του υπεύθυνο για την κοινή στρατιωτική φρουρά».

Προβλεπόταν ακόμη ότι «όσα αποφάσισαν οι σύνεδροι είναι έγκυρα και δεσμευτικά (για τα κράτη – μέλη)», ενώ υπήρχε και μία εξαιρετικά σημαντική πρόνοια, ότι οι σύνεδροι είχαν ασυλία στην πατρίδα τους, προφανώς για να μην καταδικασθούν σε θάνατο, εξορία ή χρηματική ποινή, αν λάμβαναν κάποια απόφαση αντίθετη προς τα στενά συμφέροντα της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στο Συνέδριο της Κορίνθου ήρθαν αντιπρόσωποι από ολο τον Ελλαδικό χώρο εκτός από την Σπάρτη και τις πόλης – κράτη της Κρήτης.

 

Πέρα από άλλες οικονομικές υποχρεώσεις κάθε πόλη κράτος έπρεπε να στείλει και στρατεύματα, όποτε αποφασιζόταν «και αν κάποια πόλη δεν αποστείλει την δύναμη την συντεταγμένη όταν παραγγελθεί, επιβαρύνεται επιπλέον για κάθε ιππέα με μισή μνα, για κάθε οπλίτη με 20 δραχμές, για κάθε ψιλό με 10 δραχμές, για κάθε μέρα καθυστέρησης μέχρι να τελειώσει η εκστρατεία για όλους τους άλλους Έλληνες».

Στο κείμενο του 302 π.Χ. γίνεται επίσης πολύς λόγος για τη φροντίδα να «διατηρηθεί καθαρή η θάλασσα» από τους πειρατές, διάταξη που φαίνεται ότι υπήρχε και στο κείμενο, που ίσχυε επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφού όπως λέει ο Κούρτιος ο Αλέξανδρος, όταν είχε καταλάβει πια την Αίγυπτο, αποφάσισε να απαλλάξει τις θάλασσες από τους πειρατές. Νωρίτερα δεν υπήρχε καμία απολύτως ασφάλεια στις θάλασσες και στην πειρατεία επεδίδοντο, τόσο οι απλοί εγκληματίες όσο και οι λαμπρές δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Υπάρχει και ειδική διάταξη για την υποχρέωση των υπολοίπων Ελλήνων να προστατεύουν τη Μακεδονική βασιλεία, όχι όμως και το αντίστροφο. Το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων υποχρέωνε με τις διατάξεις του τα κράτη–μέλη να πειθαρχούν σε συγκεκριμένους κανόνες, καταργούσε τις αυθαίρετες εχθροπραξίες μεταξύ τους και αποτελούσε τη σωτηρία των μικρότερων Ελληνικών κρατών, που ήταν πάντοτε τα θύματα των στρατηγικών αποφάσεων των μεγαλυτέρων. Για τα μεγάλα κράτη, που είχαν συνηθίσει να επιβάλλουν στα μικρότερα οτιδήποτε αποφάσιζαν, αποτελούσε κάτι πολύ περισσότερο από φραγμό στην ασύδοτη και αδίστακτη συμπεριφορά τους.

Με τον καταστατικό χάρτη της Μακεδονικής Ηγεμονίας ο Φίλιππος έθεσε υπό τον αποτελεσματικό έλεγχό του τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ελληνικού κόσμου. Οι Έλληνες στρατιωτικοί ήδη από την εισβολή του Ξέρξη στην Ελλάδα αντιμετώπιζαν τις πολλαπλάσιες δυνάμεις των Μεγάλων Βασιλέων επί ίσοις όροις και τις νικούσαν. Με την πάροδο των ετών οι αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις των δύο πλευρών είχαν εμπεδώσει και τη σχετική νοοτροπία, όπου οι μεν Έλληνες πολεμιστές αψηφούσαν τους Πέρσες, οι δε Πέρσες κλονίζονταν στη θέα των Ελλήνων οπλιτών.

Τόσο ο Ιάσων των Φερρών όσο και ο Φίλιππος της Μακεδονίας είχαν κατανοήσει ότι εκτός από τις παραπάνω ελάχιστες απαιτήσεις, για την επιτυχία μιας εισβολής στην επικράτεια των Αχαιμενιδών χρειαζόταν η σύμπραξη όλων των Ελληνικών κρατών, η οποία μπορούσε να εξασφαλισθεί μόνο με την επιβολή Ηγεμονίας στην Ελλάδα. Όσο για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας, δυσκολία υπήρχε μόνο στην εκκίνηση, διότι εν συνεχεία οι πόροι του ίδιου του περσικού κράτους αφενός θα συντηρούσαν τη στρατιά και αφετέρου θα χρησίμευαν στη δωροδοκία των Περσών αξιωματούχων προκειμένου να εγκαταλείψουν το Μεγάλο Βασιλέα και να αυτομολήσουν στην Ελληνική πλευρά.

Μετά την κατάκτηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος και τη συγκρότηση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων το μόνο που χρειαζόταν ο Φίλιππος ήταν η κατάλληλη στρατηγική ευκαιρία και μία διπλωματική πρόφαση, για να εισβάλει στην Ασία. Τον Νοέμβριο του 338 π.Χ. ο ευνούχος Βαγώας δολοφόνησε τον Ώχο και ανέβασε στο θρόνο τον Αρσή, προσφέροντας στην Αίγυπτο την ευκαιρία να επαναστατήσει ξανά, γεγονός που με τη σειρά του παρέσχε στο Φίλιππο τη δυνατότητα να δρομολογήσει τα σχέδιά του.

Η στιγμή ήταν η καταλληλότερη για τον Φίλιππο να τους ανοίξει και δεύτερο μέτωπο. Παράλληλα δεν ήθελε να φαίνεται ότι εκείνος καταπάτησε το σύμφωνο ειρήνης, που ο ίδιος είχε ζητήσει να υπογράψει με τον Μεγάλο Βασιλέα το 342 π.Χ., κι έτσι εκμεταλλευόμενος την προγενέστερη παρασπονδία των Περσών ζήτησε αποζημίωση από τον Αρσή για την επέμβαση του προκατόχου του στην Πέρινθο. Φυσικά ο Μέγας Βασιλεύς την αρνήθηκε και έδωσε στον Φίλιππο την επιζητούμενη διπλωματική πρόφαση για την κήρυξη του πολέμου.

Το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων συγκλήθηκε ξανά στην Κόρινθο και πείσθηκε να κηρύξει τον πόλεμο κατά των Περσών, για να εκδικηθεί τις ανομίες που είχαν διαπράξει σε βάρος των ναών, και ανακήρυξε τον Μακεδόνα βασιλιά στρατηγό Αυτοκράτορα. Αφού όρισε πόσο στρατό έπρεπε να συνεισφέρει κάθε πόλη, ο Φίλιππος επέστρεψε στη Μακεδονία. Αμέσως μόλις ο Φίλιππος κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Περσίας, η Περσική διπλωματία αποφάσισε να τον βγάλει από τη μέση, όπως είχε κάνει και παλαιοτέρα (370 π.Χ.) με τον Ιάσονα των Φερρών, και βρήκε το τέλειο εκτελεστικό όργανο στο πρόσωπο του οργισμένου σωματοφύλακα Παυσανία.

Στις αρχές του 336 π.Χ. ο Φίλιππος προχώρησε σε έναν ακόμη γάμο και σε ηλικία 47 ετών παντρεύτηκε την κατά πολύ νεώτερή του Κλεοπάτρα, που ανάλογα με την αρχαία πηγή ήταν αδελφή, θεία ή ανιψιά του Άτταλου. Στη διάρκεια του γαμήλιου δείπνου έγινε μία παρεξήγηση και η μεν Ολυμπιάς υποχρεώθηκε να ζητήσει καταφύγιο στους Μολοσσούς, ο δε Αλέξανδρος στους Ιλλυριούς.

Λίγο αργότερα ο Φίλιππος αποβίβασε στην Ασία δύναμη 10.000 ανδρών υπό τους στρατηγούς Παρμενίωνα και Άτταλο. Στην Κύζικο τους επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, το ίδιο και στην Έφεσο, την οποία διοικούσε ο Ηρόπυθος και στην αγορά της στήθηκε άγαλμα του Φιλίππου.

Τον Ιούνιο ο ευνούχος Βαγώας δυσαρεστημένος από τις υπηρεσίες του Μεγάλου Βασιλέως δολοφόνησε τον Αρσή και όλα τα παιδιά του. Ο πλησιέστερος Αχαιμενίδης είχε μακρινή μόνο συγγένεια με τον οικογενειακό κλάδο των προκατόχων του και η κατάσταση στον Οίκο των Αχαιμενιδών δεν προμήνυε πολλά καλά για την Περσία. Ο Πιξώδαρος της Καρίας ήταν πλέον απόλυτα βέβαιος για την επιτυχία του Ελληνικού εγχειρήματος και έσπευσε να επωφεληθεί προτείνοντας στο Φίλιππο συμμαχία και γάμο της κόρης του Άδας με το γιο του, Αρριδαίο.

Ο Αλέξανδρος ανησυχώντας για τα δικαιώματά του στο θρόνο έστειλε στον Πιξώδαρο μήνυμα να προτιμήσει για γαμπρό εκείνον, που ήταν γνήσιος γιος του Φιλίππου αντί του Αρριδαίου, που ήταν νόθος και όχι υγιής ψυχικά. Η αναβαθμισμένη αντιπρόταση κολάκευσε τον Πιξώδαρο, αλλά εξαγρίωσε τον Φίλιππο, που εξόρισε τους κακούς συμβούλους του Αλεξάνδρου. Κάποια στιγμή επισκέφθηκε τον Φίλιππο ο Δημάρατος ο Κορίνθιος και στην ερώτηση του Φιλίππου αν οι Έλληνες έχουν ομονοήσει, με το θάρρος του παλιού και πιστού φίλου απάντησε, «Φίλιππε, είσαι σε θέση να φροντίζεις για την Ελλάδα εσύ, που έχεις προκαλέσει τόσα κακά στο σπίτι σου;».

Η δολοφονία του Φιλίππου από τον Παυσανία.

 

Ο Φίλιππος συνειδητοποιώντας την κατάσταση τον έστειλε να φέρει πίσω στην Αυλή τον Αλέξανδρο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η συμφιλίωση πατέρα και γιου τοποθετείται στην περίοδο, που έλειπε στην Ασία ο Άτταλος, το σοβαρότερο εμπόδιο του Αλεξάνδρου στο δρόμο της διαδοχής, κάτι που ο Αλέξανδρος επρόκειτο να αξιολογήσει ανάλογα, μόλις ερχόταν η κατάλληλη στιγμή. Στο μέτωπο της Μ. Ασίας πέθανε ο Μέντωρ ο Ρόδιος και ο Μέμνων ανέλαβε τα αξιώματα και παντρεύτηκε τη χήρα του αδελφού του. Αμέσως ανέλαβε δράση κατά των Μακεδόνων και πολύ σύντομα απέδειξε την αξία του.

Προσέβαλε απροετοίμαστους τους Παρμενίωνα και Άτταλο και με στρατήγημα τους προξένησε απώλειες, συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους και απώθησε τους υπόλοιπους στη Μαγνησία. Με τη συνεργασία της φιλοπερσικής παράταξης των ολιγαρχικών κατέλαβε την Έφεσο και για τιμωρία, ο ναός της Αρτέμιδος λεηλατήθηκε, το άγαλμα του Φιλίππου γκρεμίστηκε και ο τάφος του Ηρόπυθου, που στο μεταξύ είχε πεθάνει, βεβηλώθηκε. Ο Μέμνων υποχρέωσε ακόμη τον Παρμενίωνα να λύσει την πολιορκία της Πιτάνης και να περιοριστεί στο Γρύνειο.

Μετά προέλασε βόρεια και με πολλαπλάσιες δυνάμεις νίκησε στην Τρωάδα τον Κάλα και τον ανάγκασε να υποχωρήσει στο Ροίτειο, αλλά απέτυχε να ανακαταλάβει την Κύζικο. Το φθινόπωρο του 336 π.Χ., λίγους μήνες πριν περάσει κι ο ίδιος στην Ασία επικεφαλής των δυνάμεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, ο Φίλιππος αποφάσισε να ενισχύσει τους δεσμούς του με το ισχυρό βασίλειο των Μολοσσών της Ηπείρου. Το 341 π.Χ. είχε εγκαταστήσει στο θρόνο τον Αλέξανδρο και τώρα, μετά το διαζύγιό του από την αδελφή του Μολοσσού βασιλιά, την Ολυμπιάδα, του προσέφερε ως σύζυγο την 19 ετών Κλεοπάτρα.

Η Αθήνα, το κορυφαίο ηγεμονικό κράτος, δεν ήξερε να παίζει το ρόλο του ηγεμονευμένου, στον οποίο περιορίσθηκε μετά την ήττα στη Χαιρώνεια. Έτσι, ο Αθηναίος κήρυκας καθώς στεφάνωνε τον Φίλιππο και χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος έκανε μία υπερβολικά στομφώδη δήλωση πίστης και ανακοίνωσε ότι όποιος τυχόν τον επιβουλευόταν, δεν θα εύρισκε άσυλο στην Αθήνα. Μόλις λίγες ημέρες αργότερα οι Αθηναίοι θα έσπευδαν να αναιρέσουν αυτήν την περιττή δήλωση, τραυματίζοντας με την ανακολουθία τους το γόητρο της πόλης τους, ένα γόητρο που είχαν δημιουργήσει οι πρόγονοί τους και εκείνοι αποδείχθηκαν ανίκανοι να προστατέψουν.

Την επομένη του λαμπρού βασιλικού συμποσίου και πριν ακόμη ξημερώσει, οι προσκεκλημένοι άρχισαν να συρρέουν στο θέατρο των Αιγών, όπου θα λάμβαναν χώρα σπουδαίοι μουσικοί αγώνες. Με την ανατολή του ηλίου άρχισε να παρελαύνει μία πομπή μεγαλοπρεπών κατασκευών, που τελείωνε με περίτεχνα και πλούσια διακοσμημένα είδωλα των δώδεκα θεών του Ολύμπου. Τότε οι θεατές πρόσεξαν ότι ακριβώς πίσω από τα είδωλα των θεών ακολουθούσε ένα δέκατο τρίτο θεοπρεπές είδωλο του Φιλίππου.

Ο βασιλιάς της Μακεδονίας δεν θεωρούσε τον εαυτό του απλώς Ηγεμόνα της Ελλάδος και στρατηγό Αυτοκράτορα της πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών, αλλά δήλωνε απερίφραστα ότι ήταν σύνθρονος των θεών. Δεν χωράει λοιπόν αμφιβολία ότι αργότερα ο Αλέξανδρος εφάρμοσε κατά γράμμα τα σχέδια και χρησιμοποίησε αποτελεσματικά την υποδομή, που κληρονόμησε από τον Φίλιππο.

Δικαίως ο Διόδωρος πιστεύει ότι ο Φίλιππος ενώ «παρέλαβε τη μοναρχία με τις λιγότερες προϋποθέσεις, δημιούργησε τη σημαντικότερη Ελληνική μοναρχία» κι ο ίδιος ο Φίλιππος ασφαλώς πίστευε ότι μπροστά του είχε ακόμη περισσότερη εξουσία, ακόμη περισσότερη δόξα και ότι δεν είχε ανάγκη από δορυφόρους, διότι «τον προστάτευε η αγάπη των Ελλήνων». Γι’ αυτό έκανε θριαμβευτική είσοδο στο θέατρο φορώντας λευκό ιμάτιο με τους δορυφόρους να ακολουθούν σε απόσταση. Ενώ το πλήθος τον επευφημούσε και τον μακάριζε, διέταξε να τον πλησιάσουν οι εταίροι και τότε ο Παυσανίας βρήκε την ευκαιρία να πάρει εκδίκηση.

Όρμησε στον αφύλαχτο Φίλιππο και τον σκότωσε με μία «κελτική μάχαιρα». Οι άλλοι σωματοφύλακες του Φιλίππου και ανάμεσά τους οι Λεοννάτος, Περδίκκας και Άτταλος, καταδίωξαν το δολοφόνο, ώσπου μπλέχτηκε το σανδάλι του σε ένα κλήμα και οι περί τον Περδίκκα πρόλαβαν και τον έσφαξαν. Όπως ήταν αναμενόμενο, από πολύ νωρίς αναπτύχθηκε έντονη φιλολογία περί των πιθανών συνωμοτών στη δολοφονία του Φιλίππου. Από μία σειρά αναφορών στις αρχαίες πηγές, τις οποίες θα δούμε στη συνέχεια, φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος του Φιλίππου.

Έτσι λοιπόν άδοξα τελείωσε η ζωή του Στρατηγού Αυτοκράτορα Φιλίππου του Β΄ Βασιλέα των Μακεδόνων. Όμως το όνειρο και οι πόθοι δεν τελείωσαν τόσο εύκολα. Σύντομα ένας άλλος Μακεδόνας Βασιλειάς θα κάνει το όνειρο πραγματικότητα και δίκαια η Ιστορία θα τον ονομάσει Μέγα.

Πηγές:

  • Πλουτάρχου, “Βίοι Παράλληλοι”, Αλέξανδρος  –  Ιούλιος Καίσαρ.
  • Worthington Ian, “Φίλιππος Β ο Μακεδών”.
  • Εγκυκλοπαίδεια Britannica, “Φίλιππος Β¨.
  • Χρυσούλα Σαατσόγλου – Παλιαδέλη, “Βεργίνα. Ο τάφος του Φιλίππου”.\
  • Διόδωρος Σικελιώτης, “Ιστορική Βιβλιοθήκη”.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.