Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Ιωάννης Μεταξάς. Ο ηγήτορας της προσπάθειας ενός Έθνους  να παραμείνει ελεύθερο.

Ιωάννης Μεταξάς. Ο ηγήτορας της προσπάθειας ενός Έθνους να παραμείνει ελεύθερο.

«Ηγούμαι, προηγούμαι, προπορεύομαι, είμαι αρχηγός, οδηγώ, διευθύνω και κυβερνώ».

Οι ηγέτες προπορεύονται και οδηγούν. Οι αγαθοί οδηγούν τους λαούς που τους ακολουθούν σε επιτυχίες, σε νίκες, ακόμα και σε θριάμβους. Οι κακοί, σε αποτυχίες και καταστροφές. Οι περισσότεροι ηγέτες έχουν μεικτό “μητρώο”, που περιλαμβάνει μεγάλες και μικρές στιγμές. Η αναζήτηση της σειράς αυτής των Ελλήνων ηγετών περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλο το φάσμα της ιστορίας των Ελλήνων, από την αρχαία έως τη νεότερη εποχή. Η νέα Ελλάδα έχει ασφαλώς τη μερίδα του λέοντος, ίσως γιατί παραδόξως είναι η λιγότερο γνωστή.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, στρατιωτικός και πολιτικός ο οποίος κυριάρχησε στην πολιτική ζωή επί τρεις δεκαετίες κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, ως ιστορική προσωπικότητα ανήκει σε αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις που είτε προτιμάμε να τις αγνοούμε είτε τις τακτοποιούμε στη σκέψη μας βάσει των επιταγών της ιδεολογικής μόδας. Αυτο είναι άδικο και όχι βεβαίως για τον Μεταξά ή, μάλλον, για τη μνήμη του, αλλά για εμάς τους ίδιους και την προσπάθειά μας να καταλάβουμε την πορεία της χώρας μας στον 20ό αιώνα.

Σε αυτήν την πορεία, η οποία σχηματικά ορίζεται από τα δύο κορυφαία γεγονότα του αιώνα, τον Εθνικό Διχασμό και την Κατοχή, η επιρροή του Ιωάννη Μεταξά δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί. Ακόμη και η ιδεολογία του Μεταξά και του καθεστώτος του μας είναι, ως έναν βαθμό, γνώριμη και οικεία, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούμε. Η πεποίθηση, φέρ’ ειπείν, περί ανωτερότητος του ελληνικού πολιτισμού, βαθιά ριζωμένη σε πολλούς σημερινούς Έλληνες, είναι σαφώς μεταξικής προέλευσης. Εντούτοις, η κρατούσα αντίληψη θέλει τον Μεταξά «φασίστα».

Ο Ιωάννης Μεταξάς.

 

Ήταν οπωσδήποτε αντικοινοβουλευτικός ο Μεταξάς, μολονότι με την ψήφο της Βουλής απέσπασε τις ειδικές εξουσίες που του επέτρεψαν λίγο αργότερα να επιβάλει, με την επίνευση του Βασιλέως Γεωργίου Β΄, τη δικτατορία του. Το καθεστώς του κατέστειλε πλήρως την ελευθερία του Τύπου και κάθε κομματική δραστηριότητα, εδίωξε, φυλάκισε και εξόρισε τους αντιπάλους του. Είχε, δε, σαφέστατα, ως έναν βαθμό, τις δομές του ολοκληρωτικού καθεστώτος που επιδιώκει να ελέγξει όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής.

Ήταν, επίσης, σφοδρά αντικομμουνιστής, το καθεστώς του διέλυσε, κυριολεκτικώς, το ΚΚΕ. Ο Μεταξάς ήταν δικτάτωρ και αν κάτι δεν μπορούμε οι Έλληνες μέχρι σήμερα να του συγχωρήσουμε ήταν ότι κατέστειλε αυτό που ένας Βρετανός πρεσβευτής χαρακτήρισε «βασιλέα των σπορ στην Ελλάδα», την πολιτική. Πάντως, φασίστας, με την έννοια που έχει ο όρος στην Ιστορία και στην Πολιτική Επιστήμη, δεν ήταν. «Φασίστας» με την έννοια του καφενείου είναι άλλη υπόθεση και δεν θα μας απασχολήσει εδώ.

Η στρατιωτική του διαδρομή ξεκινά το 1885, όταν γράφτηκε στη Σχολή Ευελπίδων απ’ όπου αποφοίτησε το 1890. Συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως κατώτερος αξιωματικός στο Επιτελείο του διαδόχου και αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου, με τον οποίον συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία αυτή θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και στα πιστεύω του Μεταξά και θα σφραγίσει την ιστορία των δύο ανδρών αλλά και του τόπου.

Με τη βοήθεια του διαδόχου σπουδάζει στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου και επηρεάζεται βαθύτατα από τις ιδέες και την «ανωτερότητα» του πρωσικού μιλιταρισμού. Όταν αποφοιτά, επιστρέφει στην Ελλάδα και τοποθετείται στο νεοσυσταθέν Γενικό Επιτελείο Στρατού.

Άριστος αξιωματικός, με έξοχη κατάρτιση και δημιουργικό νου, διορίζεται από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο υπασπιστής του και στρατιωτικός του σύμβουλος και παίζει ενεργό ρόλο στους Βαλκανικούς πολέμους. Φανατικός βασιλικός και αμείλικτος πολέμιος της εξωτερικής πολιτικής του Βενιζέλου, αντιτίθεται στο σχέδιο εμπλοκής της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και εμμένει στην πολιτική ουδετερότητας, την οποία υπηρετεί με πάθος και με κάθε μέσο επηρεάζοντας καθοριστικά τον Κωνσταντίνο. Την ίδια ώρα θαυμάζει τους Γερμανούς απεριόριστα και πιστεύει απόλυτα στην υπεροχή και το αήττητο της Γερμανίας, ενώ δηλώνει αντίθετος στη Μικρασιατική Εκστρατεία, την οποία θεωρεί «άσκοπη περιπέτεια».

Ο στρατηγός της 8ης τουρκικής στρατιάς Χασάν Ταχσίν πασάς υπογράφει το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό. Στον πίνακα απεικονίζονται από τα αριστερά προς τα δεξιά ο γιος του Ταχσίν πασάς Κενάν Μεσαρέ, ο Δραγομάνος (μεταφραστής), ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης. Καθιστός στο γραφείο ειναι ο Ταχσίν πασάς. Ζωγραφικός πίνακας του Κενάν Μεσαρέ.

 

Το 1917, μετά από απαίτηση των Συμμάχων, ακολουθεί τον Κωνσταντίνο στην εξορία, όπου και καταδικάζεται ερήμην σε θάνατο. Η λήξη του πολέμου και η ήττα της Γερμανίας έχουν καταλυτική επίδραση πάνω του, καθώς διαψεύδουν τα πιστεύω του και δικαιώνουν την πολιτική του Βενιζέλου. Επιστρέφει το 1920, ιδρύει το κόμμα των Ελευθεροφρόνων και για τα επόμενα δεκαπέντε περίπου χρόνια, μέσα από αμφιταλαντεύσεις, δισταγμούς, ανασφάλειες και με μόνιμο σχεδόν το αίσθημα της υπονόμευσης και της αδικίας εις βάρος του, θα παίξει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας.

Παρόλο που δεν πιστεύει στον κοινοβουλευτισμό, αποφασίζει να πολιτευτεί «εντός του δημοκρατικού πολιτικού πλαισίου» και να συμμετάσχει στην οικουμενική κυβέρνηση, ακολουθώντας τον δρόμο μιας ρεαλιστικής πολιτικής, αποκομίζοντας «εφόδια» που θα τον οδηγήσουν μετά από δέκα χρόνια στην ανάληψη της πρωθυπουργίας της χώρας και λίγους μήνες μετά στην επιβολή της «Τετάρτης Αυγούστου».

Το 1940, μετά από τέσσερα χρόνια σκληρής διακυβέρνησης της χώρας με όλες τις «δανεισμένες» πρακτικές των φασιστικών κρατών, αλλά και με ένα αξιόλογο μεταρρυθμιστικό έργο, ο δικτάτορας Μεταξάς θα βρεθεί στο δίλημμα να πολεμήσει για την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας ή να ενδώσει σ’ έναν εχθρό που τότε φάνταζε αήττητος. Στο δίλημμα αυτό ο Ιωάννης Μεταξάς, που επί τέσσερα χρόνια προετοίμαζε την άμυνα της χώρας, δηλώνει έτοιμος να πολεμήσει «υπέρ βωμών και εστιών», έχοντας μαζί του όλο τον ελληνικό λαό. Το «έπος του ’40» θα γίνει η λαμπρή πραγματικότητα των Ελλήνων.

Ο Μεταξάς του 1915, που πίστευε με πάθος στο αήττητο της Γερμανίας, στις 30 Οκτωβρίου 1940 δήλωνε με βεβαιότητα στους Έλληνες δημοσιογράφους, «Οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορούν να νικήσουν». Ο Μεταξάς που το 1915 πρωταγωνιστούσε στον ολέθριο Εθνικό Διχασμό που χώρισε την Ελλάδα στη μέση, στις 28 Οκτωβρίου του 1940 ένωσε όλους τους Έλληνες και ακύρωσε όλα τα χρόνια της μεγάλης διχόνοιας, αναγνωρίζοντας στο τέλος της ζωής του το μεγάλο μερίδιο ευθύνης που του αναλογούσε.

Ο Μεταξάς που το 1916 είχε υπογράψει την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Γερμανούς (ουσιαστικά στους Βουλγάρους), το 1940 φρόντισε ώστε το Ρούπελ και άλλα 20 οχυρά να αποτελέσουν το μεγαλύτερο αμυντικό έργο της Ελλάδας και ένα από τα μεγαλύτερα (αν όχι το μεγαλύτερο) της Ευρώπης. Ο Μεταξάς του Ελληνοαλβανικού πολέμου είχε, χωρίς αμφιβολία, διανύσει πολύ δρόμο από τον Μεταξά του Εθνικού Διχασμού, των Επιστράτων, του κινήματος Λεοναρδοπούλου-Γαργαλίδη, ακόμα και από τον Μεταξά της «Τετάρτης Αυγούστου».

Η ιστορική έρευνα οφείλει να καταγράψει χωρίς αγκυλώσεις την πορεία και την προσωπικότητα του ανθρώπου που για μισό σχεδόν αιώνα διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στο στρατιωτικό και πολιτικό γίγνεσθαι αυτής της χώρας. Το όνομά του επρόκειτο να ταυτιστεί στο τέλος της ζωής του και με τις λαμπρότερες και πλουσιότερες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, στη γραφή των οποίων έπαιξε καθοριστικό ρόλο.

Ο Ιωάννης Μεταξάς και στα δεξιά του ο Εμανουέλε Γκράτσι.

 

Στις τρεις παρά δέκα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, ένα αυτοκίνητο της Ιταλικής Πρεσβείας, με τον αριθμό Δ.Σ. 75, έφτασε έξω από την κατοικία του πρωθυπουργού, «μια μικροαστική εξοχική βιλίτσα» στην Κηφισιά. Το αυτοκίνητο που ανήκε στον στρατιωτικό ακόλουθο της Ιταλικής Πρεσβείας, Μοντίνι, και που επελέγη σκοπίμως αντί του επίσημου αυτοκινήτου του πρεσβευτή, για να μην προκαλέσει υποψίες, μετέφερε τον Ιταλό πρεσβευτή Γκράτσι.

Μαζί του ήταν και ο διερμηνέας του, Ντε Σάντο. Ο αρχιφύλακας Τραυλός, που εξέλαβε λάθος το πράσινο χρώμα στο σημαιάκι για μπλε, χτυπά επίμονα το κουδούνι της πρωθυπουργικής οικίας και ξυπνά τον Μεταξά, ο οποίος ενημερώνεται ότι τον ζητά ο πρεσβευτής της Γαλλίας. Ο Μεταξάς, έκπληκτος και φορώντας «μία σκούρα μάλλινη ρόμπα, από τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο βαμβακερό νυχτικό», κατεβαίνει από την πίσω σκάλα και ανοίγει την πόρτα. Βλέποντας τον Γκράτσι τέτοια ώρα δεν έχει καμία αμφιβολία για τον σκοπό της επίσκεψης. Ψύχραιμος τον οδηγεί στο μικρό «σαλονάκι».

Ο Ιταλός πρεσβευτής παραδίδει στον πρωθυπουργό έναν μεγάλο φάκελο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ανοίγει τον φάκελο και αρχίζει να διαβάζει το περιεχόμενό του. Είναι το ιταλικό τελεσίγραφο. Η ώρα ήταν τρεις το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940. Η επιλογή της ώρας της επίδοσης του τελεσίγραφου με τρίωρη προθεσμία, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, βρισκόταν στα χέρια του Γκράτσι ώρες πριν, δεν ήταν τυχαία.

Απέβλεπε στην πρόκληση σύγχυσης και πανικού στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία, μη έχοντας χρόνο να αντιδράσει και να κινητοποιήσει τα στρατεύματά της στέλνοντάς τα στην πρώτη γραμμή, θα ενέδιδε στις θρασύτατες ιταλικές απαιτήσεις. Το τελεσίγραφο του Μουσολίνι γεμάτο ανυπόστατους ισχυρισμούς ζητούσε από την Ελλάδα να αναγνωρίσει στην Ιταλία «το δικαίωμα να καταλάβει διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων ορισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους». Ο Μεταξάς ανέγνωσε την ιταλική Νότα που αξίωνε θρασύτατα από μια ουδέτερη χώρα να παραδώσει «αμαχητί» και χωρίς διαπραγματεύσεις πάτρια εδάφη.

«Η ευθύνη διά την κατάστασιν ταύτην επιπίπτει πρωτίστως επί της Αγγλίας και επί της προθέσεως της όπως περιπλέκη πάντοτε άλλας χώρας εις τον πόλεμον. όθεν η Ιταλική κυβέρνησης κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, ως εγγύησιν διά την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν διά την ασφάλειαν της Ιταλίας, το δικαίωμα να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων, διά την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν κυβέρνησιν όπως δώσει αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς τας αναγκαίας διαταγάς ίνα η κατοχή αύτη δυνηθή να πραγματοποιηθεί κατ’ ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήσει αντίστασιν, η αντίστασις αύτη θα καμφθεί διά των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας αι οποίαι ήθελον προκύψει εκ τούτου».

Το τελεσίγραφο είχε προετοιμαστεί από τον Τσιάνο και είχε εγκριθεί από τον Μουσολίνι, χωρίς να λάβουν γνώση οι αρχηγοί των επιτελείων, Μπαντόλιο, Καβανιάρι και Πρίκολο, ούτε βεβαίως και ο Χίτλερ. Ο δραματικός διάλογος που ακολούθησε μεταξύ του Έλληνα πρωθυπουργού και του Γκράτσι έδειξε ότι το τελεσίγραφο ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας. Ο Μεταξάς, χωρίς να αιφνιδιαστεί και κοιτάζοντας στα μάτια τον Γκράτσι, απέρριψε χωρίς δισταγμό την ιταμότατη ιταλική αξίωση, με την ιστορική φράση στα γαλλικά, «Alors. C’est la guerre», δηλαδή, «Πολύ καλά, λοιπόν. Έχομεν πόλεμον». Από την ώρα εκείνη η φράση αυτή έγινε το ΟΧΙ των Ελλήνων και η χώρα βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση.

Ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι.

 

Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών. Ο Γεώργιος Σεφέρης θα γράψει έναν χρόνο αργότερα, «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου».

Αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο, θα επαναλαμβανόταν ο Εθνικός Διχασμός του 1916, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί στον πόλεμο αποδυναμωμένη και με τις δυνάμεις της διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία, το Αιγαίο και την Θράκη. Ήταν λοιπόν κατά την άποψή του η ύστατη λύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Πατρίδας του. Επιπλέον πίστευε στην σίγουρη νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων και ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε “Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση, είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών”.

Ο Ιωάννης Μεταξάς αρρώστησε από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος, η οποία κατέληξε σε παραμυγδαλικό απόστημα με τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκές και πέθανε στις 29 Ιανουαρίου του 1941 στις 6:00 π.μ. Το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν της 29ης Ιανουαρίου 1941 ανέφερε τα εξής :«Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως ενεφάνισε προ δέκα ημερών, ήτοι το προπαρελθόν Σάββατον, φλεγμονήν του φάρυγγος, ήτις κατέληξεν εις απόστημα παραμυγδαλικόν. Παρά την έγκαιρον διάνοιξίν του, ως και την μετεγχειρητικήν κατάλληλον θεραπείαν, παρουσίασεν εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς, ως γαστρορραγίαν και ουρίαν, και απέθανεν σήμερον, 6 π.μ.».

Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του ίσως και να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. Αυτή η άποψη δεν επιβεβαιώνεται όμως από τα γραφόμενα του ημερολογίου του, όπου ο Μεταξάς γράφει ότι “καλύτερα να πεθάνουμε όλοι παρά να υποταχθούμε στον Χίτλερ” και απέρριπτε προτροπές του Έλληνα πρέσβη στη Γερμανία Ραγκαβή για μεσολάβηση του Χίτλερ. Σύμφωνα με τον Υπουργό Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο θάνατος του Μεταξά προήλθε από ιατρικά λάθη, “Εάν ο Μεταξάς είχε νοσηλευθεί και στην τρίτη θέση ενός δημοσίου νοσοκομείου, θα είχε σωθεί”.

Ο αντικαταστάτης του Ιωάννη Μεταξά στην πρωθυπουργία, Αλέξανδρος Κορυζής.

 

Επίσης, ο Σπύρος Παξινός Διευθυντής της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών, το 1942 κατά τη διάρκεια δεξίωσης της Αγγλικής πρεσβείας στο Κάιρο, εκμυστηρεύτηκε σε Άγγλο διπλωμάτη την επιθυμία του να γράψει ένα βιβλίο που θα απεκάλυπτε τα πάντα γύρω από τον θάνατο του Ι. Μεταξά και το οποίο θα εξέδιδε μετά τον πόλεμο. Την επόμενη μέρα τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και μεταφέρθηκε στις Συριακές φυλακές στο Άκρον, ως πράκτορας των Γερμανών. Με το τέλος του πολέμου μεταφέρθηκε σε φυλακές στην Ινδία και το 1958 δολοφονήθηκε στο Πακιστάν, χωρίς να διαλευκανθεί το έγκλημα.

Έτσι τελείωσε η ζωή ενός ανθρώπου που επηρέασε τα κοινά της χώρας μας για πάνω από 40 χρόνια και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι μια από τις ποιο εξέχουσες αν και μερικές φορές αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στην νεότερη Ελληνικής ιστορίας. Αν και  σίγουρα οι  πρακτικές του δεν ήταν  δημοκρατικές εκείνη την ημέρα της 28ης Οκτωβρίου έκανε το καθήκον του ως Έλλην, δεν πρόδωσε την πατρίδα και δεν ατίμασε το όνομα των προγόνων του. Ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς, ήταν αυτός που δεν λύγισε όταν ήρθε η ώρα της κρίσης και άνοιξαν οι πόρτες  του  φρενοκομείου.

Ζήτω η Ελλάς !!!

Ζήτω το Έθνος !!!

Ζήτω η 28η Οκτώβριου 1940 !!!

Πηγές:

  • Μαρίνα Πετράκη, «Ο Ιωάννης πίσω από τον Μεταξά».
  • Ιωάννης Π. Μεταξάς, “Βιογραφία”.
  • Χατζηιωσήφ, Χρήστος. «Το «όχι» του Μεταξά: βραχυπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι παράγοντες μιας απόφασης».
  • Μαυρογορδάτος Γιώργος, “Μεταξύ δύο πολέμων”.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.