Ελληνική Επανάσταση
Η μεγάλη πολιορκία του Μεσολογγίου και η ηρωική Έξοδος.

Η μεγάλη πολιορκία του Μεσολογγίου και η ηρωική Έξοδος.

Τα προεόρτια της πολιορκίας.

Το Μεσολόγγι κήρυξε την επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821 με τον οπλαρχηγό Δημήτριο Μακρή. Το 1822, μετά την ήττα των Ελλήνων στη μάχη του Πέτα τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι και πολιόρκησαν την πόλη. Η Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου διήρκεσε δύο μήνες και έληξε με αποτυχία των τουρκικών δυνάμεων να κυριεύσουν την πόλη.

Στα μέσα του 1823 οι τουρκικές δυνάμεις σχεδίασαν νέα εκστρατεία που περιλάμβανε πολιορκία και κατάληψη του Μεσολογγίου. Μετά από σκληρές μάχες που δόθηκαν στην περιοχή της Ευρυτανίας τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι. Οι αρχές και οι κάτοικοι της πόλης προετοιμάστηκαν για πολιορκία όμως τα τουρκικά στρατεύματα προτίμησαν να πολιορκήσουν το Αιτωλικό. Το γεγονός αυτό αναφέρεται συχνά ως Πολιορκία του Αιτωλικού ή Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Μετά την αποτυχία του Ομέρ Βρυώνη να καταλάβει το Μεσολόγγι στα 1822, και του Μουσταφά πασά το 1823, ο Σουλτάνος επέλεξε τον ικανότερο στρατηγό του Ρεσίτ Πασά στον οποίο και παραχώρησε πλήρεις εξουσίες διορίζοντάς τον, παράλληλα, αρχιστράτηγο και στρατιωτικό διοικητή ολόκληρης της Στερεάς.

Ο Κιουταχής, όπως επίσης ονομαζόταν λόγω της καταγωγής του απ’ την Κιουτάχεια της Μ. Ασίας στρατοπέδευσε το Μάρτιο του 1825 έξω απ’ τα Ιωάννινα και άρχισε αθρόα στρατολογία μεταξύ των Οθωμανικών πληθυσμών, ενώ, με τη βοήθεια του εξωμότη Γ. Βαρνακιώτη καλούσε τους χριστιανούς σε υποταγή, με την υπόσχεση της έγγραφης αμνηστίας, κατ’ εντολή του Σουλτάνου.

Η έναρξη της τρίτης πολιορκίας του Μεσολογγίου.

Μπροστά στη μεγάλη απειλή που συνιστούσε η παρουσία του Κιουταχή, ο οποίος έπειτα από συνολική προετοιμασία τρεισήμισι μηνών στις 15 Απριλίου 1825 έφτασε μπροστά στο Μεσολόγγι επικεφαλής 30.000 Τούρκων, η ελληνική επιτροπή της δυτικής Ελλάδας εξέδωσε ανακοίνωση καλώντας τους κατοίκους των επαρχιών Αιτωλίας και Ακαρνανίας σε συστράτευση.

Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της πόλης βρίσκονταν περίπου 4.000 άνδρες, από τους οποίους οι χίλιοι ήταν σε προχωρημένης ηλικίας, και 12.000 γυναικόπαιδα. Οι λεπτομέρειες αυτής της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου έγιναν γνωστές από τις ειδήσεις της εφημερίδας του Μάγερ που εκδίδονταν εκείνη την περίοδο. Στην εφημερίδα εκείνη δημοσιεύθηκε η ελληνική προκήρυξη, με ημερομηνία 7 Μαρτίου 1825, εκτός του Μάγερ, έφερε την υπογραφή του Κ. Πεταλά.

Εικόνα: Οι μάχες που ακολούθησαν την έναρξη της πολιορκίας ήταν το λιγότερο Ομηρικές.

Παράλληλα, ο στρατηγός Ανδρέας Ίσκος διατασσόταν να αναλάβει την υπεράσπιση του Μακρυνόρους, ενώ την 1η Απριλίου το Εκτελεστικό Σώμα που έδρευε στο Ναύπλιο ζήτησε από τους προεστούς της Ύδρας τον απόπλου μιας πολεμικής μοίρας για την προστασία από θαλάσσης. Αρχηγός των όπλων του Μεσολογγίου διορίσθηκε ο Νικόλαος Στουρνάρης.

Λίγο πριν ξεκινήσει τον βομβαρδισμό της πόλης ο Κιουταχής πρότεινε με διαπραγματεύσεις την παράδοσή της. Αφού όμως οι τουρκικές προτάσεις απορρίφθηκαν, το Μεσολόγγι αποκλείστηκε δια θαλάσσης από τον στόλο του Μεχμέτ Χιουρέφ πασά και του Γιουσούφ πασά που κατόρθωσε να προσπελάσει και τη λιμνοθάλασσα.

Οι πολιορκητές άρχισαν τις εφόδους, αλλά οι πολιουρκούμενοι αμύνονταν με επιτυχία επιδιορθώνοντας τους προμαχώνες και διενεργώντας αλεπάλληλες εξόδους. Στις 3 Ιουλίου η δύναμη του στόλου αυξήθηκε με την άφιξη 40 ελληνικών πλοίων, τα οποία τελούσαν υπό την αρχηγία των Μιαούλη και Σαχτούρη. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διακόπηκε ο ναυτικός αποκλεισμός, ο ελληνικός στόλος ασχολήθηκε με την καταδίωξη του τουρκικού στόλου μέχρι τη Μάνη, η πόλη ανεφοδιάστηκε με τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό, ενώ το ηθικό των πολιορκημένων ανέκαμψε.

Στο μεταξύ εισήλθαν στην πόλη στις 7 Αυγούστου ενισχύσεις Σουλιωτών και του Κίτσου Τζαβέλα, πλαισιώνοντας την αποδεκατισμένη φρουρά. Στο τουρκικό στρατόπεδο, μολονότι και εκεί οι απώλειες ήταν σημαντικές, ο Κιουταχής αποφάσισε τη συνέχιση της πολιορκίας.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε, όταν στα τέλη του 1825 κατέφθασε στο εχθρικό στρατόπεδο ο Ιμπραήμ με αξιόλογες στρατιωτικές δυνάμεις, πάνω από 15.000 Αιγυπτίους. Ο Μεχμέτ Χιουρέφ επανέλαβε τον αποκλεισμό, αλλά ο Μιαούλης κατάφερε να ανεφοδιάσει το Μεσολόγγι με όπλα και τρόφιμα. Η πίεση έγινε αφόρητη, μετά την αποχώρηση του ελληνικού στόλου και τον συστηματικό κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου από το πυροβολικό του Ιμπραήμ, έπεφταν 2.000 βόμβες το εικοσιτετράωρο.

Στις 15 Φεβρουαρίου οι πολιορκητές διενήργησαν δύο εφόδους, οι οποίες, αν και κατέληξαν σε αποτυχία, προκάλεσαν σοβαρές απώλειες και στις δύο πλευρές. Οι Τούρκοι κυρίευσαν το Βασιλάδι, οι κάτοικοι του οποίου κατέφυγαν στο Μεσολόγγι, επιτείνοντας με τη μετακίνησή τους το επισιτιστικό πρόβλημα της πόλης. Έπειτα από μερικές ανεπιτυχείς επιχειρήσεις των Οθωμανών εναντίον της Κλείσοβας, ο Ιμπραήμ επεδίωξε να εξαντλήσει τους πολιορκημένους με αποκοπή όλων των οδών επικοινωνίας και εφοδιασμού.

Η πτώση του Αιτωλικού.

Μετά την άλωση της νησίδας του Βασιλαδίου, ο Ιμπραήμ στράφηκε εναντίον ενός από τα τελευταία οχυρά ερείσματα που ενίσχυαν την άμυνα του Μεσολογγίου με στόχο την κατάληψή του. Αυτό ήταν το «Ανατολικό» (σήμερα Αιτωλικό) το οποίο προάσπιζε μια ολιγομελής ομάδα Ελλήνων μαχητών, 200 άνδρες υπό το Γρ. Λιακατά, με μόλις ένα κανόνι, επί της νησίδας Ντολμά.

Εικόνα: Η πτώση του Αιτωλικού σηματοδότησε την αρχή του τέλους για το πολιορκούμενο Μεσολόγγι.

Οι Αιγύπτιοι, αφού προηγήθηκε σφοδρός βομβαρδισμός της νήσου από τη γειτονική Φοινικιά, εξαπέλυσαν στις 28 Φεβρουαρίου μια μεγάλη επίθεση με δύναμη 2.000 λογχοφόρων, υπό την εποπτεία Γάλλων μισθοφόρων αξιωματικών, η οποία και λύγισε την αντίσταση των υπερασπιστών παρότι υπέστη αρκετές απώλειες, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν ο Αλβανός οπλαρχηγός Σέρβανης. Από τους Έλληνες, όλοι έπεσαν μαχόμενοι.

Μια προσπάθεια του Κίτσου Τζαβέλα να βοηθήσει τους επί του Ντολμά βρισκόμενους συμπολεμιστές του, με επιθετική έξοδο που ενήργησε από το Μεσολόγγι επικεφαλής 500 ανδρών, δεν ευοδώθηκε, αφού οι συντριπτικά υπέρτεροι αντίπαλοι που βρίσκονταν επι της απέναντι παραθαλάσσιας περιοχής τους υποχρέωσαν να υποχωρήσουν. Μετά την πτώση του Ντολμά, ο Αιγύπτιος αρχιστράτηγος συγκέντρωσε ολόκληρη τη δύναμη πυρός που διέθετε από ξηρά και θάλασσα, εναντίον του «Ανατολικού».

Οι κάτοικοι της πόλης, ήδη εξαντλημένοι από τον πολύμηνο αποκλεισμό που είχαν υποστεί, αλλά και απογοητευμένοι από τη μη άφιξη του ελληνικού στόλου προς ενίσχυσή τους με τρόφιμα και πολεμοφόδια, αποφάσισαν να προτείνουν ανακωχή και παράδοση υπό όρους. Ο Ιμπραήμ, με την εγγύηση και του Κιουταχή, δέχθηκε τους περισσότερους από τους όρους τους, οι οποίοι ήταν να γίνει σεβαστή η ζωή και τιμή των παραδιδομένων και να αφεθούν να αποχωρήσουν ελεύθεροι, παίρνοντας μαζί τους ένα μικρό μέρος της περιουσίας τους, 100 γρόσια ο καθένας, καθώς και μια ενδυμασία.

Ωστόσο, στους όρους μπήκε ένας περιορισμός εκ μέρους των πολιορκητών, να παραμείνει ένα άτομο της επιλογής τους στα χέρια τους κατά τη διαδικασία εκκένωσης της πόλης. Ο λόγος για αυτή την ασυνήθιστη απαίτηση ήταν ότι ο Ιμπραήμ είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη μιας ωραιότατης νεαρής Ανατολικιώτισας, την οποία απαίτησε με αυτό τον τρόπο ως προσωπική του λεία πολέμου.

Πλην της άτυχης κοπέλας που συνελήφθη και μεταφέρθηκε στη σκηνή του Ιμπραήμ, όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι επιβιβάστηκαν σε πλοία του Κιουταχή με προορισμό την Άρτα και οι Τούρκοι δεσμεύθηκαν για την εκεί και επί ενός έτους, σίτισή τους. Ικανοποιημένος για το τρόπαιό του, ο Ιμπραήμ περιποιήθηκε ιδιαιτέρως όλους τους προκρίτους, προς τους οποίους η συμπεριφορά του υπήρξε «αβρότατη».

Η πείνα σκεπάζει το Μεσολόγγι.

Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 η κατάσταση στο Μεσολόγγι επιδεινώθηκε δραματικά. Ο Μιαούλης πλέον δεν κατάφερε να λύσει και αυτή τη φορά τον αποκλεισμό του Μεσολογγίου και η φρουρά εξαναγκάστηκε να σιτίζεται με σκυλιά, γάτες και ποντίκια, προκειμένου να αποφύγει τον θάνατο από την πείνα. Ωστόσο και αυτά γρήγορα  εξαντλήθηκαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φυτρώνουν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι ασθένειες όμως εξασθένισαν τους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς της πόλης και προκαλούσαν πολλούς θανάτους.

Εικόνα: Η ηρωική έξοδος των Μεσολογγιτών το 1826 και ο θάνατος του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι συγκλόνισαν τον Ντελακρουά. «Η Ελλάδα ξεψυχώντας στα ερείπια του Μεσολογγίου» 1826, Ευγένιος Ντελακρουά, εμπνευσμένος από την τρίτη πολιορκία. Ελαιογραφία σε καμβά, Μουσείο καλών τεχνών στη Μπορντό.

Έτσι στις αρχές Απριλίου 1826, οι οπλαρχηγοί στη μυστική τους συνέλευση αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο αν τα ελληνικά πλοία που είχαν φτάσει στο Ιόνιο με επικεφαλής τον Ναύαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη δεν κατόρθωσαν να τους εφοδιάσουν. Σύμφωνα με τον Οδυσσέας Μαρούλης στην πόλη έπεσε λιμός, ‘’Πάντα τα ακάθαρτα ζώα κατηναλώθηκαν προς τροφήν. Αι ασθένιαι ως εκ τούτου επολλαπλασιάσθηκαν και η θνησιμότης κατέστη επίφοβος’’. Ενώ ο Ι. Ιωαννίδης μας παραδίδει πως οι κάτοικοι, ‘’Πεινώντες, γυμνητεύοντες, νοσούντες, χλομοί και λιπόσαρκοι εσύροντο ανά τας οδούς της χειμαζομένης πόλεως φασμάτων σκιαί’’

Ο Γιαννιώτης αγωνιστής Αρτέμιος Μίχος που νεότατος ήταν παρών στην πολιορκία του Μεσολογγίου περιγράφει ένα συγκλονιστικό γεγονός. Ειδική επιτροπή που έκανε έρευνα για τρόφιμα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα φριχτό θέαμα. Μια οικογένεια από τον Ζυγό, «είχε εις απόκρυφον τι μέρος τον μηρόν και άλλα μέλη παιδίου. Φρίξας δε διά το εύρημα ηρώτησε την οικοδέσποινα παρ’ ης επληροφορήθη ότι το παιδίον αυτό αποθανόν εκ πείνης εχρησίμευσε εις τροφήν των επιζώντων. Ήτο δε τούτο αληθές καθότι εις την ειρημένην οικίαν δεν ευρέθη κανέν άλλο τρόφιμο». Αυτό το περιστατικό όμως ίσως και άλλα ήταν μεμονωμένα και κρυφά και γίνονταν εν αγνοία της φρουράς της πόλης.

Η προετοιμασία της Εξόδου.

Μετά τις 4 Απριλίου οι πολιορκητές ζήτησαν από τους Μεσολογγίτες να παραδοθούν. Αυτοί όμως αρνήθηκαν κατηγορηματικά. Στις 9 Απριλίου 1826 συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα για να πάρουν την οριστική απόφαση οι σημαντικότεροι καπεταναίοι, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ κι ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος.

Αποφάσισαν ομόφωνα να μην κάνουν κανένα συμβιβασμό με τους εχθρούς και ότι καλύτερη λύση ήταν η έξοδος. Επίσης, αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους Τούρκους ή Χριστιανούς, γιατί είχαν αγανακτήσει από τη δραπέτευση ενός Βούλγαρου εργάτη που είχαν αιχμαλωτίσει και ενός νεαρού εκχριστιανισμένου Τούρκου. Επίσης αποφάσισαν να σκοτώσουν όλα τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια τον εχθρών.

Η πρώτη απόφαση υλοποιήθηκε. Το παράδειγμα έδωσε ο Τζαβέλας που “επρόσταξεν να φονεύσουν τον αγαπημένον του και πιστόν αράπην” συμφωνα με τον Ν. Κασομούλη. Ωστόσο, η δεύτερη απόφαση δεν υλοποιήθηκε. Κατά τη μαρτυρία του Ν. Κασομούλη που ήταν παρών, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, σηκώθηκε και σε έξαλλή κατάσταση απευθύνθηκε στους οπλαρχηγούς.

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι Αρχιερεύς, αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσατε εμένα και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων. Το αίμα των αθώων να πέσει εις τα κεφάλια σας. Εκφώνησε τούτο, εκάθισε και άρχισε να κλαίγει. Εμείναμεν έως μισή ώρα σιωπώντες». Τα λόγια και τα δάκρυα του ιεράρχη, έφεραν αποτέλεσμα και οι οπλαρχηγοί υποχώρησαν και άρχισαν να προετοιμάζονται για την έξοδο.

Πήραν λοιπόν την απόφαση, τα γυναικόπαιδα κι ο άμαχος πληθυσμός να σχηματίσουν μιαν ανεξάρτητη από τον στρατό φάλαγγα, που θα την συνόδευαν οι αρματωμένοι συγγενείς τους και διακόσιοι εκλεκτοί στρατιώτες. Ζήτησαν από τις μητέρες λίγο πριν την έξοδο, να ποτίσουν τα παιδιά τους με αφιόνι για να κοιμηθούν και να μην κλαίνε.

Εικόνα: Το βράδυ της Εξόδου, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ μαζί με τον αρχιμανδρίτη Γεράσιμο Ζαλογγίτη και λίγους ανάπηρους και τραυματίες κλείσθηκαν στον μύλο και την μπαρουταποθήκη. Κατόπιν προστέθηκαν και όσοι Έλληνες γύρισαν πίσω κατά την μάχη της Εξόδου και με την σύμφωνη γνώμη όλων, όταν οι εχθροί έφθασαν έξω, ο Ιωσήφ έβαλε φωτιά στο μπαρούτι στις 13 Απριλίου 1826.

Είχαν επίσης να σκεφτούν, τι θα κάνουν με τους τραυματίες και τους αρρώστους, που έφταναν τους 300. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα να σωθούν.  Έτσι, όταν οι εχθροί έμπαιναν στο Μεσολόγγι, θα πολεμούσαν μέχρι τέλους, προκαλώντας όσο το δυνατό μεγαλύτερες απώλειες στους αντιπάλους.

Την επόμενη μέρα, 10 Απριλίου, το μεσημέρι συγκεντρώθηκαν για τελευταία φορά, στην ντάπια του Μακρή, οι καπεταναίοι και αποφάσισαν να γίνει η έξοδος από τρία μέρη. Όσοι βρίσκονταν στην αριστερή μεριά του κάστρου θα έβγαιναν, από την ντάπια της Λουνέτας, κι όσοι βρίσκονταν στα δεξιά, από την ντάπια του Ρήγα. Οι δύο αυτές φάλαγγες, με αρχηγούς τον Δ. Μακρή και τον Νότη Μπότσαρη αντίστοιχα, θα συγκροτούνταν αποκλειστικά από αγωνιστές.

Η τρίτη φάλαγγα, με τα γυναικόπαιδα, θα έβγαινε από τις ντάπιες του Μονταλαμπέρ και του Στουρνάρη, που βρίσκονταν στο δεξί μέρος του περιτειχίσματος. Καθώς εκεί υπήρχε βάλτος και οι εχθροί δεν είχαν κάνει οχυρωματικά έργα, σκέφτηκαν ότι το πέρασμα των γυναικόπαιδων θα ήταν σχετικά πιο εύκολο.

Αποφασίστηκε να γράψουν το σχέδιο της εξόδου για το γνωρίζουν όλοι. Οι στρατιωτικοί αποφάσισαν, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ υπαγόρευσε και ο Νικόλαος Κασομούλης το έγραψε και το διέσωσε στα “Ενθυμήματά” του. Στις 4, το σχέδιο της εξόδου ήταν έτοιμο. Το πήρε ο Κασομούλης και το πήγε από ντάπια σε ντάπια.

Δυστυχώς, λίγο αργότερα οι εχθροί έμαθαν λεπτομέρειες του σχεδίου. Αυτό έγινε, καθώς δραπέτευσε από το Μεσολόγγι, ο ψυχογιός ενός από τους αξιωματικούς του Ανδρέα Ίσκου, που είχε παρευρεθεί στη συνέλευση. Ο νεαρός αυτός, ήταν Οθωμανός, που αιχμαλωτίστηκε στο Ζαπάντι το 1821 και βαφτίστηκε Χριστιανός, παίρνοντας το όνομα Ιωάννης.

Αυτός πήγε στο εχθρικό στρατόπεδο και αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες της εξόδου. Ο Κιουταχής κι ο Ιμπραήμ, είχαν πληροφορηθεί ότι προετοιμάζεται έξοδος των πολιορκημένων λίγες μέρες πριν, από έναν Βούλγαρο λιποτάκτη, χωρίς όμως άλλες λεπτομέρειες.

Η ώρα της Εξόδου έφτασε.

Όταν νύχτωσε για τα καλά, άρχισε η έξοδος των πολιορκημένων. Μερικές απ’ τις γυναίκες, φορούσαν ανδρικά ρούχα και βάσταγαν άρματα. Ανάμεσά τους, ξεχώριζε η περίφημη Πιτούλαινα, “αναστήματος υψηλού και ήθος ανδρικού”. Το φεγγάρι ήταν δέκα ημερών. Λίγο πριν την έξοδο, άρχισε να ψιλοβρέχει.

Οι πρώτοι που βγήκαν από την πόλη, πέρασαν την τάφρο με αυτοσχέδιες γέφυρες και έπεσαν μπρούμυτα ανάμεσα στην τάφρο και την πρόταφρο, αναμένοντας το χτύπημα στα νώτα των εχθρών από τα ελληνικά σώματα που βρίσκονταν στον Ζυγό. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε, είτε λόγω κακής συνεννόησης, είτε λόγω ολιγωρίας των καπεταναίων που βρίσκονταν έξω, κυρίως όμως, γιατί ο Καραϊσκάκης, ο μόνος ικανός για τέτοιες δύσκολες επιχειρήσεις, ήταν άρρωστος.

Εικόνα: Η Έξοδος του Μεσολογγίου, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Όπως γράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης, στις 2.30 είχε ολοκληρωθεί η έξοδος όλων απ’ το Μεσολόγγι. Καθώς η βοήθεια δεν ερχόταν, οι πολιορκημένοι που είχαν ξαπλώσει στην άκρη του χαντακιού, αποφάσισαν να ξεχυθούν προς τα μπρος. Όρμησε η πρώτη φάλαγγα και, όπως γράφει ο Αρτέμιος Μίχος, «με τα ξίφη εις τας χείρας επέπεσεν ως αστραπή εις τα εχθρικά κανονοστάσια και περιταφρώματα». Πολλοί εχθροί σκοτώθηκαν και άλλοι, έντρομοι, έτρεχαν προς τη θάλασσα και το στρατόπεδό τους για να σωθούν.

Το ίδιο πετυχημένη ήταν και η έξοδος της δεύτερης φάλαγγας, ωστόσο η τρίτη φάλαγγα με τα γυναικόπαιδα δεν κατόρθωσε να ακολουθήσει τις άλλες δύο. Τότε ακούστηκε μια φωνή, «Πίσω, πίσω, ωρέ παιδιά!». Ποιος φώναξε, δεν θα γίνει ποτέ γνωστό, Προδότης, Αλβανός του Κιουταχή που μιλούσε ελληνικά ή κάποιος Μεσολογγίτης που λιποψύχησε. Όπως γράφει, ο Χ. Ευαγγελάτος, «Το γεγονός πάντως, είναι ότι η ανεχαιτίσθη η ορμή της εξερχόμενης φρουράς».

Μερικοί Μεσολογγίτες, έμειναν στην μεγάλη τάφρο, του Ομέρ Βρυώνη που είχε γίνει κατά την πρώτη πολιορκία, άλλοι έπεσαν στα χέρια των εχθρών και κάποιοι υποχώρησαν προς την πόλη. Στου “Κότσικα τ’ αμπέλι”, αποκρούστηκε νέα επίθεση τακτικών και άτακτων ιππέων και πεζών Αιγυπτίων. 600 Έλληνες όμως, είχαν ήδη χάσει την ζωή τους.

Νέα δοκιμασία, περίμενε όμως τους άνδρες του πρώτου σώματος, όταν έφτασαν στον Ζυγό, όπου τους είχαν στήσει ενέδρα 3.000 Αλβανοί υπό τον ικανότατο Μουστάμπεη. Πολλοί μαχητές σκοτώθηκαν εκεί, ενώ οι Έλληνες είχαν απώλειες κι από τους κρυμμένους σε υψώματα και χαράδρες Αλβανούς.

Όσοι κατάφεραν να φτάσουν στην κορυφή του Ζυγού βρήκαν μια απρόσμενη βοήθεια. Εκατό Σουλιώτες με αρχηγούς τον Γιώργη και τον Θανάση Δράκα. Όσοι Αλβανοί επέζησαν από τις επιχειρήσεις του Μεσολογγίου, σκοτώθηκαν στη μάχη της Αράχωβας, εφτά μήνες αργότερα, όπου οι Έλληνες με επικεφαλής τον Καραϊσκάκη τους αποδεκάτισαν και με της κεφαλές τους κατασκεύασαν την  πυραμίδα της Αράχοβας.

Οι μάχες όμως, δεν έγιναν μόνο έξω απ’ το Μεσολόγγι. Μετά την κραυγή «πίσω-πίσω», πολλοί επιχείρησαν να γυρίσουν στην πόλη. Δέχθηκαν όμως τις επιθέσεις Τούρκων, Αιγύπτιων και Αλβανών. Κάποιοι, όπως ο Πετροφίλης και ο Χινόπωρος, σκότωσαν τις γυναίκες τους να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών και ύστερα, πολεμώντας γενναία, σκοτώθηκαν κι αυτοί. Πολλά γυναικόπαιδα καταφεύγουν στην μπαρουταποθήκη, όπου βρισκόταν ο Χρήστος Καψάλης.

Λίγο πριν, ο Καψάλης είχε βγει στους δρόμους της πόλης, διαλαλώντας: «Όποιοι γέροι κι άρρωστοι θένε να βρούνε γλήγορο και τιμημένο θάνατο να ‘ρθουν το βράδυ στον τζεμπιχανέ». Εννοούσε το κτίριο που χρησιμοποιούσαν ως πυριτιδαποθήκη, μιας και Τζεμπιχανέδες, ήταν τα πολεμοφόδια.

Όταν γέμισε η μπαρουταποθήκη, ο Καψάλης σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είπε, «Μνήσθητί μου Κύριε». Ταυτόχρονα έβαλε φωτιά. Το κτίριο ανατινάχθηκε. «Το αίμα τρέχει ποτάμι και τα κουφάρια εχθρών και φίλων σωριάζονται ανάκατα το ένα επάνω στο άλλο. «Γύρω από τις πιο νέες γυναίκες χτυπιούνται Τούρκοι κι Αραπάδες ποιος θα τις πρωτοπάρει. Προς ώρας οι δεύτεροι βγαίνουν νικητές σε τούτον τον αγώνα της βίας και της αρπαγής».

Εικόνα: Η ανατίναξη του Χρήστου Καψάλη, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Τα ξημερώματα της 12 Απριλίου, μοναδική εστία αντίστασης στο Μεσολόγγι, ήταν ο Ανεμόμυλος, ένα κτίσμα που βρισκόταν σ’ ένα νησί το οποίο πλέον έχει ενωθεί με τη στεριά. Οι γενναίοι αγωνιστές που βρίσκονταν κλεισμένοι σ’ αυτόν, πολεμούσαν δυο μερόνυχτα. Όταν τους τελείωσαν τα πολεμοφόδια, τα τρόφιμα και το νερό, έβαλαν φωτιά σ’ ένα βαρέλι με μπαρούτι και τινάχθηκαν στον αέρα. Το Μεσολόγγι έπεσε.

Την άλλη μέρα οι εχθροί έφερναν γαϊδούρια και μουλάρια με δυο μεγάλα καλάθια. Ένα αριστερά κι ένα δεξιά. Έκοβαν τα κεφάλια των νεκρών και τα έριχναν μέσα σ΄ αυτά. Στη συνέχεια, τα πήγαν στα στρατόπεδα όπου οι πασάδες αφού τα είδαν και χάρηκαν για την επιτυχία τους, έκοψαν από τα κεφάλια τ’ αφτιά και τα έστειλαν στον σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη. Όταν μπήκαν στο Μεσολόγγι οι πρόξενοι στην Πάτρα της Αγγλίας Φίλιπ Τζέιμ Γκριν και της Αυστρίας Μικαρέλι, στην πόλη είχαν μείνει όρθια μόνο 20 σπίτια.

Οι Τουρκαλβανοί και οι Αιγύπτιοι, είχαν ανοίξει ακόμα και τους τάφους! Ο Γκριν, είδε τα λείψανα του Γερμανού φιλέλληνα στρατηγού Νόρμαν, γνωστού από τη μάχη του Πέτα όπου τραυματίστηκε και του Μάρκου Μπότσαρη. Από το κεφάλι του δεύτερου, έβγαλε δύο δόντια και τα πήρε ενθύμιο. Ο κληρικός Μικαρέλι, έστειλε στον ιππότη Μορέτι την εξής πληροφορία, «Τα ζευγάρια τ’ αφτιά είναι για την ακρίβεια τρεις χιλιάδες εκατό».

Από τους 3.000 πολεμιστές που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνον 1.300 σώθηκαν και πήγαν στον Πλάτανο όπου είχε το στρατόπεδό του ο Καραϊσκάκης. Τουλάχιστο 1.700 σκοτώθηκαν. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και 3 παιδιά. Πολλά παιδιά, βρήκαν τραγικό θάνατο, καθώς οι μητέρες τους τα έριχναν σε πηγάδια της πόλης για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών. Οι απώλειες των εχθρών, ήταν τουλάχιστον 5.000 άνδρες.

Όπως έγραψε ο Γ. Τερτσέτης «φονεύεται τη νύχτα της αλώσεως ο διαλεκτός αθέρας της Ρούμελης, ανδρειωμένοι που η φύσις δεν θα ιδεί τους ομοίους τους». Το Μεσολόγγι, δεν έπεσε από τ’ ασκέρια και τ’ άρματα των εχθρών, αλλά από την πείνα, που ποτέ κανείς αντρειωμένος δεν κατάφερε να νικήσει.

Ο αντίκτυπος της πτώσης του Μεσολογγίου τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ήταν τεράστιος. Με αυτό ακριβώς το θέμα και την επίδραση της πτώσης της πόλης στην παγκόσμια λογοτεχνία και μερικές ακόμα λεπτομέρειες από την έξοδο, θα ασχοληθούμε σε ξεχωριστό άρθρο μας.

Πηγές:

  • Σπυρίδων Τρικούπης, «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Διονύσιος Κόκκινος, «Η Ελληνική Επανάστασις».
  • Δημήτρης Φωτιάδης, «Το Μεσολόγγι το Έπος της Μεγάλης Πολιορκίας».
  • Νικόλαος Κασομούλης, «Ενθυμήματα στρατιωτικά».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.