Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Τα Δεκεμβριανά ΄44. Από την μάχη των Αθηνών στην Συμφωνία της Βάρκιζας.

Τα Δεκεμβριανά ΄44. Από την μάχη των Αθηνών στην Συμφωνία της Βάρκιζας.

Οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής άρχισαν την αποχώρησή τους από την Ελλάδα ήδη απ’ την 1ης Σεπτέμβριου, αργής γενομένης από τα νησιά του Αιγαίου, την Πελοπόννησο και το Ιόνιο. Στην Αττική, οι Γερμανοί αποχώρησαν από τις αρχές του Οκτώβρη και τελικά από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1944. Ενώ όμως ο λαός των Αθηνών ξεχυνόταν στους δρόμους της πρωτεύουσας πανηγυρίζοντας το τέλος της κατοχής, σε πολιτικό επίπεδο ξεκινούσε μία δύσκολη προσπάθεια ανασυγκρότησης.

Η νόμιμη κυβέρνηση, που υφίσταντο από το Κάιρο, υπό την ηγεσία του Γ. Παπανδρέου προσπαθούσε να θέσει τις κατάλληλες συνθήκες για την συνεργασία της με το ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, μέλη των οποίων συμμετείχαν και στην ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), γνωστή και ως Κυβέρνηση του βουνού. Ως εκ τούτου, ο πρωθυπουργός προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης με άτομα που εκπροσωπούσαν όλους τους τότε πολιτικούς χώρους, άρα και την αριστερά.

Εικόνα: Η επιστροφή ή μη του Βασιλιά Γεωργίου Β΄ ήταν ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που οδήγησαν στις εμφύλιες συγκρούσεις.

Τα αίτια της σύγκρουσης.

Ένα από τα σημαντικά θέματα που είχε να διευθετήσει η κυβέρνηση Παπανδρέου ήταν αυτό της αναδιοργάνωσης και συγκρότησης Εθνικού Στρατού. Βάση της Συμφωνίας της Καζέρτας, τον Σεπτέμβριος 1944, όλες οι αντιστασιακές ομάδες όφειλαν να υπαχθούν στις διαταγές του Βρετανού στρατηγού Ρ. Σκόμπι. Παράλληλα, επιδιώκεται η δημιουργία Εθνικού Στρατού, με πυρήνα την 3η Ορεινή Ταξιαρχία και τον Ιερό Λόχο και στη συνέχεια την ενίσχυσή του με προσωπικό από τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ.

Ο ΕΑΜ, ωστόσο, φοβούμενος την ισχύ των σωμάτων αυτών, πρότεινε την ταυτόχρονη διάλυση του ΕΛΑΣ και της Ταξιαρχίας ή ως εναλλακτική επιλογή επιδίωκε την εκπροσώπηση του ΕΛΑΣ στη συνολική δύναμη του στρατού με το 50%. Η κυβέρνηση, στα πλαίσια της εθνικής ενότητας που επιδίωκε, συμφώνησε στις προτάσεις αυτές στις 27 Νοεμβρίου 1944.

Ωστόσο, μία μέρα μετά, στις 28 Νοεμβρίου, ο ΕΑΜ, δια του εκπροσώπου του Ι. Ζεύγου, ζητούσε νέο όρο με την ταυτόχρονη διάλυση των αντάρτικων ομάδων, της Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν έγινε δεκτό από την κυβέρνηση, θεωρώντας ότι είχε υποχωρήσει ήδη σε πολλά ζητήματα.

Η αφορμή  για την έναρξη του κακού.

Το ΕΑΜ στις 2 Δεκεμβρίου διοργανώνει συλλαλητήριο για την επόμενη ημέρα στην πλατεία Συντάγματος και κηρύττει γενική απεργία για τις 4 του ίδιου μήνα. Η κυβέρνηση, αρχικά, έδωσε την άδεια για την πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου. Ωστόσο, όταν έγιναν γνωστές οι αποφάσεις της Κ.Ε του ΕΑΜ για την αναδιοργάνωση και ενεργοποίηση του ΕΛΑΣ, η κυβέρνηση φοβούμενη την εκδήλωση τυχόν στασιαστικού κινήματος οδηγήθηκε στην ανάκληση της άδειας και υπέγραψε το διάταγμα για τη διάλυση των ανταρτικών οργανώσεων.

Το πρωί της 3ης Δεκέμβρη ένας μεγάλος όγκος διαδηλωτών συγκεντρωνόταν σιγά σιγά στην πλατεία Συντάγματος. Οι αστυνομικές δυνάμεις είχαν αναπτυχθεί πέριξ της πλατείας, προστατεύοντας το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, διότι εκεί διέμεναν κυβερνητικά μέλη και ξένες αντιπροσωπείες, και άλλα δημόσια νευραλγικά κτήρια.

Εικόνα: Το συλλαλητήριο βάφτηκε στο αίμα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 30 άτομα και να τραυματισθούν 148.

Οι πρώτες συμπλοκές έγιναν στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας, Βασιλίσσης Αμαλίας και Πανεπιστημίου, πυροδοτώντας στη συνέχεια νέες συγκρούσεις με την χρήση ακόμα και όπλων και από τις δύο πλευρές. Το αποτέλεσμα ήταν να γενικευτούν οι συμπλοκές στο κέντρο της Αθήνας, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και τον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου.

Οι συγκρούσεις έληξαν με την παρέμβαση Βρετανών αλεξιπτωτιστών που απομάκρυνε το πλήθος. Από τα επεισόδια υπήρξαν δεκάδες νεκροί (κυρίως διαδηλωτές) και εκατοντάδες τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Οι ασκοί του Αιόλου είχαν μόλις ανοίξει.

Την ημέρα του συλλαλητηρίου μέλη του ΕΑΜ προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου με την χρήση μιας χειροβομβίδας. Ωστόσο απέτυχαν λόγω της αντίδρασης δυο χωροφυλάκων που φρουρούσαν το σπίτι και με την συνδρομή τριών αξιωματικών του ναυτικού που βρισκόντουσαν στο σπίτι του πρωθυπουργού.

Η έναρξη της μάχης των Αθηνών.

Ήδη από τις πρωινές ώρες της 4ης Δεκεμβρίου, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο για την κατάληψη της πρωτεύουσας με την εξουδετέρωση των τμημάτων Χωροφυλακής σε περιοχές με έντονη την παρουσία των ανταρτών. Τις πρώτες μέρες των συγκρούσεων, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν απέναντι τους κυρίως μονάδες της Χωροφυλακής, της Ορεινής Ταξιαρχίας, τμήματα της Σχολής Ευελπίδων και της παραστρατιωτικής οργάνωσης Χ, κυρίως στην περιοχή του Θησείου και του Μακρυγιάννη.

Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει με το μέρος του ΕΛΑΣ, που έλεγχε σχεδόν όλη την Αθήνα, εκτός από το κέντρο της πρωτεύουσας. Οι δυνάμεις του ανέρχονταν σε περίπου 20.000 άνδρες, 10.000 μάχιμους και άλλους τόσους εφεδρικούς. Η κυβέρνηση Παπανδρέου μπορούσε να υπολογίζει σε περίπου 10.000 μάχιμους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι άνδρες της εμπειροπόλεμης 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, που είχε έλθει με δάφνες από το Ρίμινι με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο  και φυσικά στη βρετανική δύναμη υπό τον υποστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι, που ήταν και η καλύτερα εξοπλισμένη απ’ όλους τους εμπλεκόμενους και αριθμούσε γύρω στους 5.000 άνδρες.

Εικόνα: Βρετανοί στρατιώτες στο Σύνταγμα, κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Η λήψη στην συμβολή της οδού Πανεπιστημίου με την οδό Κριεζώτου. Στη θέση του κτιρίου που απεικονίζεται από πίσω σήμερα βρίσκονται τα πρώην γραφεία της ATEbank.

Έτσι, τις πρώτες μέρες, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατείχαν τις επιθετικές πρωτοβουλίες κερδίζοντας σταδιακά έδαφος έναντι των κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων. Από τις 6 και 7 Δεκεμβρίου, ωστόσο, οι Βρετανοί ενισχύονται με εναέρια μέσα και πυροβολικό και οργανώνονται αρτιότερα σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Η κατάσταση αλλάζει.

Η Ελλάδα είχε κερδηθεί με σκληρά παζάρια από τον Στάλιν στην περίφημη «Συμφωνία των Ποσοστών», που υπογράφτηκε στη Μόσχα στις 9 Οκτωβρίου, τρεις μέρες πριν από την αναχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα. Από την πλευρά του, ο σοβιετικός ηγέτης τήρησε το λόγο του, αποφεύγοντας να κατηγορήσει τον Τσόρτσιλ για ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας, όπως έκαναν οι Αμερικανοί, αλλά δεν αποθάρρυνε την ηγεσία του ΚΚΕ, που δεν γνώριζε το «παζάρι της Μόσχας» και πίστευε αβάσιμα σε “συντροφική βοήθεια”.

Έτσι, από τις 9 Δεκεμβρίου και μετά, η κατάσταση του μετώπου στην Αθήνα και τις γύρω συνοικίες αλλάζει ριζικά. Οι κυβερνητικοί μαζί με τις δυνάμεις των Βρετανών αναχαιτίζουν τα σώματα του ΕΛΑΣ και τους οδηγούν σε σταδιακή οπισθοχώρηση στις παρυφές της Αττικής έως τα τέλη του μήνα.

Στο διάστημα αυτό, ο ΕΛΑΣ εξαπέλυε αντεπιθέσεις οι οποίες, ωστόσο, αναχαιτίζονταν από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο Τσόρτσιλ πίστευε ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν μπορούσε να λυθεί με στρατιωτικά μέσα, αλλά μόνο με πολιτικά. Γι’ αυτό, ανήμερα των Χριστουγέννων, ήλθε στην Αθήνα.

Σε αλλεπάλληλες συσκέψεις στο Υπουργείο Εξωτερικών, στις οποίες συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΕΑΜ, αποφασίστηκε να ζητηθεί από τον εξόριστο Βασιλιά Γεώργιο Β’ να ορίσει Αντιβασιλέα και συγκεκριμένα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό. Ήταν μία ευφυής κίνηση του Άγγλου πολιτικού για να κρατήσει ενωμένες τις αστικές δυνάμεις, με τη γεφύρωση του χάσματος φιλομοναρχικών και βενιζελογενών δημοκρατικών.

Εικόνα: Ο Τσώρτσιλ αποβιβάζεται από το καταδρομικό Άγιαξ. Στο βάθος η ακτή της Αττικής.

Οι δυνάμεις της RAF (124 στελέχη, 594 πιλότοι και προσωπικό εδάφους) είχαν το αρχηγείο δυνάμεων τους σε τρία ξενοδοχεία της Κηφισιάς. Τη νύχτα της 17ης προς 18η Δεκεμβρίου, δυνάμεις 1.000 μαχητών του ΕΛΑΣ πραγματοποίησαν επιτυχημένη επιχείρηση καταλαμβάνοντας τα ξενοδοχεία της Κηφισιάς Σεσίλ, Απέργη και Πεντελικόν, στα οποία διέμενε το προσωπικό της RAF. Εναντίον της επιχείρησης του ΕΛΑΣ έδρασαν αεροσκάφη της RAF που πετούσαν πολύ χαμηλά.

Ήταν η μοναδική περίπτωση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που αρχηγείο της RAF παραδόθηκε στον εχθρό. Από τις βρετανικές δυνάμεις, σκοτώθηκαν 11, αιχμαλωτίστηκαν 585 και 133 διέφυγαν. Όλες αυτές τις μέρες των μαχών η Βρετανική Αεροπορία προσέβαλε, με ρουκέτες και πολυβόλα, θέσεις του ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα.

Στις 30 Δεκεμβρίου, ο βασιλιάς ενέδωσε στις αφόρητες πιέσεις των Βρετανών και ανακοίνωσε το διορισμό του Δαμασκηνού ως Αντιβασιλέα και την πρόθεσή του να επιστρέψει στην Ελλάδα, μόνο αν το θελήσει ο λαός. Ο Γεώργιος Παπανδρέου παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και στις 3 Ιανουαρίου 1945 τον διαδέχθηκε ο Νικόλαος Πλαστήρας.

Στις 5 Ιανουαρίου 1945 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα, υπό την πίεση των υπέρτερων κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων. Η Αθήνα για 33 ημέρες βρισκόταν στο επίκεντρο μιας καταστροφικής αδελφοκτόνας σύγκρουσης χωρίς κανέναν στην ουσία νικητή.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Ύστερα από την τροπή που πήραν οι επιχειρήσεις στην Αθήνα, το απόγευμα της 7ης Ιανουαρίου, παρουσιάστηκε στο αρχηγείο του Βρετανού στρατηγού Σκόμπι εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ, ο οποίος επέδωσε στο βρετανικό αρχηγείο ένα σημείωμα υπογεγραμμένο από τον Ι. Ζεύγο, που τονιζόταν, ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ ζητούσε την κατάπαυση των εχθροπραξιών και τη συνάντηση των δύο πλευρών για τη διευθέτηση των λεπτομερειών.

Εικόνα: Βρετανικό άρμα στους δρόμους της Αθήνας στη συμβολή των οδών Πετμεζά και Δημητρακοπούλου, την περίοδο των Δεκεμβριανών.

Στις 11 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η ανακωχή από τον στρατηγό Σκόμπι ως διοικητή των κυβερνητικών δυνάμεων και οι Ζεύγος, Παρτσαλίδης, Μακρίδης και Αθηνέλλης από την Κ.Ε του ΕΛΑΣ. Σύμφωνα με τους όρους της, όλοι οι αιχμάλωτοι στρατιωτικοί θα απελευθερώνονταν από τη πλευρά του ΕΛΑΣ, ενώ οι δυνάμεις του όφειλαν να υποχωρήσουν στη γραμμή Ιτέας–Άμφισσας-Λαμίας-Φαρσάλων.

Επιπλέον, οι δυνάμεις των ανταρτών υποχρεούνταν να εκκενώσουν τις πόλεις της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας. Ωστόσο, η επίλυση των πολιτικών ζητημάτων δεν επήλθε μέσω της ανακωχής. Λίγες εβδομάδες αργότερα, εκπρόσωποι των δύο πλευρών συναντήθηκαν στην εξοχική κατοικία του πολιτικού Π. Κανελλόπουλου στις 2 Φεβρουαρίου του 1945.

Την κυβερνητική πλευρά εκπροσώπησαν ο υπ. Εξωτερικών Ι. Σοφιανόπουλος, ο υπ. Εσωτερικών Π. Ράλλης και ο υπ. Γεωργίας Ι. Μακρόπουλος. Από την πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παραβρέθηκαν ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Γ. Σάντος, ο Δ. Παρτσαλίδης γραμματέας της Κ.Ε του ΕΑΜ και ο Η. Τσιριμώκος. Επίσης, συμμετείχαν από στρατιωτικής πλευράς ο συνταγματάρχης Π. Κατσώτας και ο συνταγματάρχης Σ. Σαράφης.

Οι αποφάσεις της λεγόμενης Συμφωνία της Βάρκιζας περιλαμβάνονται σε ένα κείμενο που διαρθρωνόταν σε 9 άρθρα. Η συμφωνία προέβλεπε:

  1. Την αποκατάσταση των ατομικών ελευθεριών σύμφωνα με το Σύνταγμα.
  2. Την ελεύθερη εκδήλωση των πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων.
  3. Την ελευθερία του Τύπου.
  4. Έπαυε η ισχύς του στρατιωτικού νόμου που είχε επιβληθεί.
  5. Αμνηστία για τα πολιτικά αδικήματα, με εξαίρεση τα εγκλήματα κοινού ποινικού δικαίου.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας της Βάρκιζας, υπογράφτηκε ξεχωριστά συμφωνία μεταξύ των στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων, η οποία ρύθμιζε τα θέματα που σχετίζονταν με τη διαδικασία αποστράτευσης, αφοπλισμού και διάλυσης των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη συμφωνία δεν αναφερόταν ο πλήρης αφοπλισμός των δυνάμεων, αλλά η παράδοση συγκεκριμένου αριθμού όπλων ανά κατηγορία.

Ο αστικός πολιτικός κόσμος της εποχής κατηγόρησε την ηγεσία του ΕΑΜ και το ΚΚΕ για υπαναχώρηση όσον αφορά τον αφοπλισμό των ανταρτικών ομάδων και για προσχηματική αρχική συμφωνία, την οποία αρκετοί τότε απέδωσαν στο ότι αναμένονταν στην Ελλάδα πολύ περισσότερες συμμαχικές, Βρετανικές, δυνάμεις από αυτές που τελικά ήρθαν.

Εικόνα: Παραδοθείς οπλισμός του ΕΛΑΣ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Το ΕΑΜ κατηγόρησε τους αντιπάλους του για επέμβαση ξένων δυνάμεων στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Μεγάλο μέρος της Αθήνας είχε μετατραπεί σε ερείπια και πολλοί άμαχοι έχασαν τη ζωή τους από τις μάχες που διεξάγονταν στους δρόμους της Αθήνας άλλα και από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Άγγλων.

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών μέλη της οργάνωσης ΟΠΛΑ, δολοφόνησαν έναν αριθμό αντιφρονούντων, υποστηρικτών του αστικού καθεστώτος, αλλά και αμφισβητιών της επίσημης κομματικής γραμμής του ΚΚΕ, μεταξύ των οποίων και γύρω στους 50 τροτσκιστές οι οποίοι χαρακτήριζαν τα Δεκεμβριανά ως «σταλινικό πραξικόπημα».

Στην περιοχή των διυλιστηρίων της ΟΥΛΕΝ έλαβαν χώρα εκτελέσεις και φριχτά βασανιστήρια. Ανάμεσα στα θύματα της ΟΠΛΑ ήταν η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, ο πρύτανης του ΕΜΠ Ιωάννης Θεοφανόπουλος, ο Σπύρος Τρικούπης, ο Στέλιος Κορυζής (αδερφός του πρώην πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή), ο Ναύαρχος Αντώνης Κριεζής, εγγονός του Υδραίου αγωνιστή Αντώνη Κριεζή, ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Έθνος Θωμάς Μαλαβέτας, η αθλήτρια Φαίνη Ξύδη.

Πηγές:

  • Περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία», “Οι Μεγάλες Μάχες, Η Μάχη των Αθηνών 1944”, Εκδόσεις Περισκόπιο.
  • Ε-Ιστορικά, “Από τα Δεκεμβριανά στον Εμφύλιο”.
  • Πλακούδας Σπυρίδων, “Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος (1946-1949)”.
  • Σπύρος Γασπαρινάτος, “Απελευθέρωση, Δεκεμβριανά, Βάρκιζα”, εκδ. Ι. Σιδέρη.
  • Βασίλης Κ. Γούναρης, “Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων : Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στη Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου”, εκδ. Επίκεντρο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.