Νεότεροι Χρόνοι (1453-1860 μ.Χ)
Η πιο ματωμένη μέρα των  Ναπολεοντίων Πολέμων. Η Μάχη του Μποροντίνο.

Η πιο ματωμένη μέρα των Ναπολεοντίων Πολέμων. Η Μάχη του Μποροντίνο.

Η Γαλλική εισβολή και ο Πατριωτικός πόλεμος.

Η γαλλική Μεγάλη Στρατιά ξεκίνησε την εισβολή στη Ρωσία στις 16 Ιουνίου 1812. Σε απάντηση, ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ κήρυξε τον περίφημο Πατριωτικό Πόλεμο και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τους Γάλλους. Σύμφωνα με το σχέδιο του Γερμανού αντιστρατήγου Καρλ φον Πφούελ, που υπηρετούσε πλέον ως σύμβουλος στο Ρωσικό Γενικό Επιτελείο, το μεγαλύτερο τμήμα των ρωσικών στρατευμάτων υπό τις διαταγές του κόμη Μιχαήλ ντε Τόλλυ θα αντιμετώπιζε τη Μεγάλη Στρατιά στην περιοχή της Βίλνας, ενώ τα εναπομείναντα στρατεύματα υπό τον πρίγκιπα Πιοτρ Μπαγκρατιόν θα εξαπέλυαν επίθεση στο γαλλικό νότιο πλευρό και νώτα.

Παρ’ όλα αυτά, το σχέδιο του φον Πφούελ σύντομα αποδείχθηκε θανάσιμο λάθος, καθώς η τεράστια Μεγάλη Στρατιά ήταν περισσότερο από αρκετή για να διαχωρίσει και συντρίψει και τις δύο ρωσικές στρατιές ταυτόχρονα. Επιπλέον, η συμμετοχή στην όλη κατάσταση του τσάρου Αλέξανδρου Α΄ ως αρχιστρατήγου προκάλεσε μεγαλύτερο χάος στον Ρωσικό Στρατό. Οι ρωσικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί κατά μήκος των ρωσοπολωνικών συνόρων υποχρεώθηκαν τελικώς να οπισθοχωρήσουν ενώπιον της γοργής προέλασης των Γάλλων.

Εικόνα: O Nαπολέων με το επιτελείο του στα υψώματα νοτιοδυτικά του χωριού Μποροντίνο, ατενίζοντας την ομώνυμη πεδιάδα προς τη ρωσική αμυντική παράταξη. Στο βάθος πίσω από τους επιτελείς βρίσκεται παραταγμένη η περίφημη Αυτοκρατορική Φρουρά.

Ο Ναπολέων προωθήθηκε από το Βίτεμπσκ, ελπίζοντας να προλάβει και εμπλέξει σε μάχη τον Ρωσικό Στρατό σε ανοιχτό έδαφος, προκειμένου να τον εξολοθρεύσει ολοκληρωτικώς. Ο Γαλλικός Στρατός δεν είχε όμως σωστή διάταξη για παρατεταμένη εκστρατεία στην ξηρά. Το πλησιέστερο σημείο ανεφοδιασμού του ήταν 925 χλμ. δυτικότερα στο Κόβνο, η πόλη ανήκε τότε στο Δουκάτο της Βαρσοβίας, σημερινό Κάουνας της Λιθουανίας.

Η κεντρική γαλλική δύναμη υπό την άμεση ηγεσία του ίδιου του Ναπολέοντα είχε διασχίσει τον ποταμό Νιέμεν με 286.000 άνδρες, αλλά τη στιγμή της μάχης η δύναμη αυτή είχε μειωθεί κατά πολύ, κυρίως λόγω ασιτίας, ασθενειών και εξάντλησης από τις ατελείωτες πορείες, αριθμώντας πια 161.475 άνδρες.

Παρ’ όλα αυτά, ο Ναπολέων, επιδιώκοντας μια αποφασιστική μάχη με τον συνεχώς υποχωρούντα Ρωσικό Στρατό, προκειμένου να ολοκληρώσει σύντομα την εκστρατεία, εξαναγκάζοντας τους Ρώσους σε συντριπτική ήττα και συνθηκολόγηση, προχωρούσε βαθύτερα στην αχανή ρωσική ενδοχώρα, επεκτείνοντας έτσι ακόμα περισσότερο τις γραμμές εφοδιασμού του.

Οι διαμάχες μεταξύ των υφισταμένων του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ επανειλημμένα απέτρεψαν τον Ρώσο διοικητή από το να αποφασίσει να συνάψει μάχη με τους προελαύνοντες Γάλλους. Οι άλλοι στρατηγοί και η ρωσσική Αυλή θεωρούσαν τη συνεχή υποχώρηση του Μιχαήλ ντε Τόλλυ απροθυμία για μάχη. Ως αποτέλεσμα, του αφαιρέθηκε η ηγεσία του στρατού και αντικαταστάθηκε από τον γηραιό πρίγκιπα Μιχαήλ Κουτούζοφ στις 19 Αυγούστου 1812.

Παρ’ όλο που ο 67χρονος στρατηγός Κουτούζοφ δεν θεωρούταν από τους συγχρόνους του ισάξιος του Ναπολέοντος, είχε αναγνωρισμένη ικανότητα στο αμυντικό είδος πολέμου. Προτιμήθηκε δε επειδή ήταν Ρώσος, ως εκ τούτου οι υφιστάμενοι αξιωματικοί θα αποδέχονταν ευκολότερα τον νέο αρχηγό, αυξάνοντας έτσι τη συνοχή του στρατού.

Μετά την ανάληψη της ηγεσίας του στρατού, ο Κουτούζοφ οργάνωσε μια ισχυρή δύναμη οπισθοφυλακής υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κονοβνίτσιν και διέταξε τον στρατό να ετοιμαστεί για μάχη. Αντιλαμβανόταν ότι η απόφαση του ντε Τόλλυ να υποχωρήσει ήταν σωστή, αλλά ότι οι Ρώσσοι στρατιώτες και οι κρατικοί παράγοντες δεν μπορούσαν να ανεχθούν περαιτέρω υποχώρηση.

Εικόνα: Γαλλικό πεζικό το 1812.

Ήταν απαραίτητη η διεξαγωγή μιας σημαντικής μάχης ώστε να διατηρηθεί το ηθικό τους. Ο νέος διοικητής, μην καταφέρνοντας να οργανώσει μια αμυντική θέση, ίσως και ηθελημένα για να αποφύγει ακόμη να δώσει μάχη χωρίς αντιδράσεις από τους στρατιώτες και τους υπόλοιπους αξιωματούχους.

Διέταξε νέα υποχώρηση στο Γκζατσκ, στις 30 Αυγούστου, και συγκεκριμένα λίγο ανατολικότερα αυτού, στο χωριό Μποροντίνο, μόλις 125 χλμ. από τη Μόσχα, όταν και η αναλογία των γαλλικών προς τις ρωσικές δυνάμεις είχε μειωθεί από το 3:1 στο 5:4. Η ώρα για μια μεγάλη μάχη είχε φτάσει.

Η μάχη του Σεβαρντινό.

Η αρχική ρωσική διάταξη, που εκτεινόταν νότια της νέας οδού του Σμολένσκ, είχε ως βάση στήριξης του αριστερού της πλευρού ένα πενταγωνικό χωμάτινο οχυρό κοντά στο χωριό Σεβαρντινό. Οι Ρώσοι στρατηγοί σύντομα αντιλήφθηκαν ότι το αριστερό τους πλευρό ήταν πολύ εκτεθειμένο και τρωτό. Έτσι, η ρωσική γραμμή άμυνας μετακινήθηκε πίσω από αυτή την τοποθεσία, αλλά το οχυρό παρέμεινε επανδρωμένο, καθότι ο Κουτούζοφ ήθελε, όπως ο ίδιος δήλωσε, να καθυστερήσει την προώθηση των γαλλικών δυνάμεων.

Ο επιτελάρχης της 1ης Ρωσικής Στρατιάς, Αλεξέι Γερμόλοφ, ανέφερε στα απομνημονεύματά του ότι το αριστερό πλευρό των Ρώσων άλλαζε θέση, όταν ο Γαλλικός Στρατός έφτασε συντομότερα από ό,τι αναμενόταν στην περιοχή. Ως εκ τούτου, η μάχη του Σεβαρντινό εξελίχθηκε σε προσπάθεια καθυστέρησης των Γάλλων μέχρι να αναπτυχθεί στη νέα του γραμμή άμυνας το ρωσικό αριστερό πλευρό. Η κατασκευή του οχυρού πάντως και ο σκοπός του αποτελεί ακόμη και σήμερα αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των ιστορικών.

Η μάχη ουσιαστικά ξεκίνησε στις 5 Σεπτεμβρίου 1812, όταν οι προωθημένες δυνάμεις του στρατάρχη Ζοακίμ Μυρά ήρθαν σε επαφή με τη ρωσική οπισθοφυλακή του στρατηγού Κονοβνίτσιν, οπότε και ακολούθησε μαζική σύγκρουση ιππικού, με τους Ρώσους τελικώς να υποχωρούν στο παρακείμενο μοναστήρι Κολορζκόι όταν το πλευρό τους απειλήθηκε.

Η μάχη επαναλήφθηκε την επόμενη μέρα, με τον Κονοβνίτσιν να υποχωρεί και πάλι, όταν το 4ο Σώμα Στρατού του στρατηγού Ευγένιου ντε Μπωαρναί, θετού γιου του Ναπολέοντα, έφτασε στο σημείο, απειλώντας το πλευρό των Ρώσων. Οι τελευταίοι αποσύρθηκαν στο οχυρό Σεβαρντινό, όπου ξεκίνησε μάχη σώμα με σώμα.

Εικόνα: Μετα την μάχη ο Ναπολέων θα πει κατά λέξη  πως, “Οι Ρώσοι δεν έχουν καλούς Στρατηγούς, μόνο τον Μπαγκρατιόν”.

Παράλληλα, το πεζικό του Πολωνού πρίγκιπα Γιούζεφ Πονιατόφσκι επιτέθηκε στην τοποθεσία από τα νότια. Η σύγκρουση ήταν πολύ σκληρή, καθώς οι Ρώσοι αρνούνταν να υποχωρήσουν, μέχρι που ο Κουτούζοφ προσωπικώς τούς διέταξε να το κάνουν. Οι Γάλλοι κατέλαβαν το οχυρό με κόστος 4.000-5.000 ανδρών, ενώ οι Ρώσοι είχαν 6.000 απώλειες. Το μικρό οχυρό καταστράφηκε και καλύφθηκε από τα σώματα των νεκρών στρατιωτών αμφοτέρων των αντιπάλων.

Η μάχη του Μποροντίνο.

Οι ρωσικές δυνάμεις που συμμετείχαν στη μάχη του Μποροντίνο περιελάμβαναν 180 τάγματα πεζικού, 164 ίλες ιππικού, 20 συντάγματα Κοζάκων και 55 πυροβολαρχίες (σύνολο 637 πυροβόλων). Συνολικά, οι Ρώσοι παρέταξαν 155.200 άνδρες. Επιπλέον, υπήρχαν ακόμη 10.000 Κοζάκοι ιππείς, καθώς και 33.000 πολιτοφύλακες στην περιοχή, που δεν πήραν όμως μέρος στη μάχη.

Από την αλλλη πλευρα, οι γαλλικές δυνάμεις περιελάμβαναν 214 τάγματα πεζικού, 317 ίλες ιππικού και 587 πυροβόλα, αριθμώντας συνολικά 128.000 άνδρες. Παρ’ όλα αυτά, η Γαλλική Αυτοκρατορική Φρουρά, που αποτελούταν από 30 τάγματα πεζικού, 27 ίλες ιππικού και 109 πυροβόλα, αριθμώντας συνολικά 18.500 άνδρες, δεν έλαβε μέρος στη μάχη. Σημειωτέον ότι κάθε ρωσική μονάδα είχε περισσότερους στρατιώτες από την αντίστοιχη γαλλική, εξ ου και, αν και παρέταξαν λιγότερα τάγματα και ίλες, οι Ρώσοι ήταν περισσότεροι αριθμητικώς στο Μποροντίνο από τους Γάλλους.

Η ρωσική διάταξη στο Μποροντίνο αποτελείτο από σειρά ασύνδετων μεταξύ τους χωμάτινων οχυρώσεων που σχημάτιζαν νοητό τόξο και εκτείνονταν από τον ποταμό Μόσχοβα στα δεξιά, συνεχίζοντας κατά μήκος του παραποτάμου του, Καλατσά, του οποίου οι απότομες όχθες συνέβαλλαν στην άμυνα, έως το χωριό Ουτίτσα στα αριστερά.

Τα πυκνά δάση που παρεμβάλλονταν κατά μήκος της αριστερής ρωσικής πτέρυγας και κέντρου δυσκόλευαν την ανάπτυξη, τον έλεγχο και τον συντονισμό των γαλλικών δυνάμεων, βοηθώντας έτσι τους αμυνόμενους Ρώσους. Το ρωσικό κέντρο υπερασπίζονταν οι άνδρες του Οχυρού Ραγέφσκι, ενός χωμάτινου οχυρώματος για μαζική άμυνα, ανοικτού στην πίσω πλευρά του, με 19 πυροβόλα των 12 λιβρών που έριχναν οβίδες βάρους 5,44 κιλών περίπου, τα οποία είχαν καθαρό πεδίο βολής έως τις όχθες του Καλατσά.

Εικόνα: Σύγκρουση Γάλλων (αριστερά) και Ρώσων (δεξιά) στο οχυρό Σεβαρντινό.

Ο Πρώσος στρατιωτικός Καρλ φον Κλάουζεβιτς, συγγραφέας του περίφημου έργου Περί Πολέμου, υπηρετών τότε ως σύμβουλος στο ρωσικό γενικό επιτελείο, παραπονέθηκε επίσης για τη λανθασμένη τοποθέτηση των δυνάμεων του φον Τολ, η οποία είχε τέτοιο βάθος και περιοριζόταν σε τόσο στενό χώρο, που προκαλούσε αχρείαστες απώλειες από το εχθρικό πυροβολικό. Ως αποτέλεσμα, η ρωσική διάταξη είχε μόλις περίπου 8 χλμ. μέτωπο, με περίπου 80.000 στρατιώτες της 1ης Στρατιάς στα δεξιά και 34.000 της 2ης Στρατιάς στα αριστερά.

Τα βέλη του Μπαγκρατιόν.

Η πρώτη περιοχή επιχειρήσεων ήταν στα λεγόμενα «Βέλη του Μπαγκρατιόν». Στο γαλλικό στρατόπεδο, παρά την πρόταση του στρατάρχη Νταβού να διενεργήσουν ελιγμό για να υπερφαλαγγίσσουν το αδύναμο αριστερό ρωσικό πλευρό, ο Ναπολέων διέταξε αντίθετα το 1ο Σώμα του στρατάρχη να κινηθεί ευθεία μπροστά στο κέντρο της ρωσικής άμυνας, ενώ ο προταθείς ελιγμός ανατέθηκε στο αδύναμο 5ο Σώμα του πρίγκιπα Πονιατόφσκι.

Η αρχική γαλλική επίθεση σκόπευε στην κατάληψη τριών ρωσικών αμυντικών θέσεων που ήταν συλλογικά γνωστές ως Βέλη του Μπαγκρατιόν, οι οποίες αποτελούνταν από συνολικά τέσσερεις χωμάτινες οχυρώσεις, έκαστη σε σχήμα αιχμής βέλους, ευρισκόμενες σε τοξοειδή διάταξη προς τα αριστερά, σχηματίζοντας μια υπερυψωμένη εδαφική έξαρση μπροστά από τον ποταμό Καλατσά.

Η μάχη ξεκίνησε στις 6 το πρωί με τον βομβαρδισμό του ρωσικού κέντρου από τα 102 πυροβόλα της γαλλικής «Γκραν Μπατερί». Ο στρατάρχης Νταβού έστειλε τη μεραρχία του στρατηγού Κομπάν εναντίον του πιο νότια ευρισκόμενου βέλους, με τη μεραρχία του στρατηγού Ντεσσαί στα αριστερά της. Όταν οι δυνάμεις του Κομπάν εξήλθαν του δάσους στην αντίπερα όχθη του Καλατσά, χτυπήθηκαν από μαζικά πυρά του ρωσικού πυροβολικού. Τόσο ο Κομπάν όσο και ο Ντεσσαί τραυματίστηκαν, αλλά οι Γάλλοι συνέχισαν την επίθεσή τους.

Ο σωματάρχης Νταβού, βλέποντας τη σύγχυση που επικρατούσε, ηγήθηκε προσωπικώς του 57ου Συντάγματος της Γραμμής, με την επωνυμία Le Terrible, μέχρι που το άλογό του χτυπήθηκε από πυρά, με αποτέλεσμα να πέσει τόσο απότομα και βίαια στο έδαφος που ο στρατηγός Σορμπιέ τον ανέφερε ως νεκρό. Ο στρατηγός όμως Ραπ που κατέφθασε να τον αντικαταστήσει, βρήκε παραδόξως τον Νταβού ζωντανό και μάλιστα να οδηγεί το 57ο Σύνταγμα.

Εικόνα: To βαρύ ιππικό του ντε Νανσουτύ (στο βάθος) επιτίθεται διερχόμενο τον χείμαρρο Σεμιένοφκα στα τετράγωνα των Ρώσων Αυτοκρατορικών Φρουρών στα αριστερά του χωριού Σεμιανόφσκαγια προς υποστήριξη της επίθεσης του Νέυ, δεχόμενο και εχθρικά πλευρικά πυρά από τους Ρώσους που βρίσκονται στην άκρη του χωριού.

Στις 7:30 π.μ. ο Νταβού είχε κερδίσει τον έλεγχο των τριών βελών. Ο πρίγκιπας Μπαγκρατιόν ηγήθηκε αντεπίθεσης απωθώντας τους Γάλλους από τα βέλη, στην οποία απάντησαν οι Γάλλοι με την επίθεση των πεζικών δυνάμεων του 24ου Συντάγματος Πεζικού του στρατηγού Νέυ, ανακτώντας τις οχυρωμένες αυτές θέσεις.

Παρ’ ότι ο Μπαγκρατιόν δεν συμπαθούσε τον ντε Τόλλυ, στράφηκε σε αυτόν για βοήθεια, αγνοώντας εντελώς τον Κουτούζοφ. Ο ντε Τόλλυ αντέδρασε αμέσως, στέλνοντας 3 συντάγματα της Αυτοκρατορικής Φρουράς, 8 τάγματα γρεναδιέρων και 24 κανόνια των 12 λιβρών, κινούμενα στον πιο γρήγορο ρυθμό τους για να ενισχύσουν την τοποθεσία Σεμιανόφσκαγια. Στις 9 το πρωί ο συνταγματάρχης φον Τολ και ο Κουτούζοφ μετακίνησαν εμπρός τις μονάδες της Εφεδρικής Αυτοκρατορικής Φρουράς.

Κατά τη διάρκεια της συγκεχυμένης σύγκρουσης, οι γαλλικές και ρωσικές μονάδες κινήθηκαν εμπρός μέσα σε ένα αδιαπέραστο σύννεφο καπνού και αμφότερες συνετρίβησαν από τα πυρά του πυροβολικού και των μουσκέτων, τα οποία ήταν φοβερά ακόμη και για τις προδιαγραφές της ναπολεόντειας δράσης. Το πεζικό, όπως και το ιππικό, είχαν δυσκολία να ελιχθούν μέσα στον σωρό των πτωμάτων και τις μάζες των πληγωμένων.

Οι Γάλλοι πραγματοποίησαν επτά επιθέσεις εναντίον των βελών και κάθε φορά απωθούντο μετά από σκληρή μάχη σώμα με σώμα. Ο Μπαγκρατιόν ηγήθηκε προσωπικά σε κάποιες περιπτώσεις των ρωσικών αντεπιθέσεων και, σε μια τελευταία προσπάθεια να απωθήσει οριστικά τους Γάλλους, χτυπήθηκε, περίπου στις 11 π.μ., στο πόδι από θραύσματα οβίδας. Αν και πληγωμένος, επέμεινε να παραμείνει στο πεδίο της μάχης για να δει την αποφασιστική επίθεση του ιππικού του στρατηγού Ντούκα.

Η αντίδραση αυτή των Ρώσων οδήγησε τον Μυρά στην αναζήτηση βοήθειας από το συμμαχικό πεζικό της Βυρτεμβέργης. Οι ενισχύσεις δε του ντε Τόλλυ που εστάλησαν στη μάχη κομματιάστηκαν στην κυριολεξία από το γαλλικό πυροβολικό, επιτρέποντας στη γαλλική μεραρχία του στρατηγού Φριάν να πάρει τον πλήρη έλεγχο των βελών στις 11.30 π.μ.

Το μακελειό στο Οχυρό Ραγέφσκι.

Ο πρίγκιπας Ευγένιος ντε Μπωαρναί προχώρησε με το σώμα στρατού του εναντίον του Μποροντίνο και διενεργώντας σαρωτική επίθεση το κατέλαβε από τους Ρώσους Κυνηγούς της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Παρ’ όλα αυτά, οι προελαύνουσες φάλαγγες γρήγορα απώλεσαν τη συνοχή τους, καθώς λίγο μετά την εκκαθάριση του χωριού Μποροντίνο από τους εχθρούς και την περαιτέρω προέλασή τους, ήρθαν αντιμέτωπες με ξεκούραστες φάλαγγες εφόδου των Ρώσων και υποχώρησαν πίσω στο χωριό. Ο γενναίος στρατηγός Ντελζόν τοποθετήθηκε στο Μποροντίνο αναλαμβάνοντας την υπεράσπισή του από την προσπάθεια ανακατάληψής του από τους Ρώσους.

Εικόνα: Γάλλοι Θωρακοφόροι ιππείς και γρεναδιέροι πεζικάριοι στο “Οχυρό Ραγέφσκι” πανηγυρίζουν εν μέσω σωρού πτωμάτων συμπολεμιστών και αντιπάλων τη νίκη και το τέλος της μάχης.

Η γαλλική μεραρχία του στρατηγού Μοράν πέρασε τότε στη βόρεια όχθη του χειμάρρου Σεμιένοφκα, ενώ τα υπολείμματα των δυνάμεων του Ευγένιου ντε Μπωαρναί διέσχισαν τρεις γέφυρες του Καλατσά, λαμβάνοντας θέση στη νότια πλευρά του ποταμού, την ίδια πλευρά όπου βρίσκονταν και οι Ρώσοι. Στη συνέχεια ο ντε Μπωαρναί ανέπτυξε το μεγαλύτερο τμήμα του πυροβολικού του και άρχισε να πιέζει τους Ρώσους πίσω προς το Οχυρό Ραγέφσκι.

Το Οχυρό Ραγέφσκι άλλαξε έτσι χέρια και πέρασε στους Γάλλους, ενώ ο ντε Τόλλυ αναγκάστηκε προσωπικώς να ηγηθεί της αναδιοργάνωσης του ατάκτως υποχωρούντος συντάγματος του συνταγματάρχη Πασκέβιτς, που τραυματίστηκε, το οποίο κρατούσε έως τότε πεισματική αντίσταση στις γαλλικές επιθέσεις, υφιστάμενο τρομακτικές απώλειες.

Ο Κουτούζοφ διέταξε τον στρατηγό Γερμόλοφ να αναλάβει δράση. Ο στρατηγός μετακίνησε τρεις πυροβολαρχίες έφιππου πυροβολικού, οι οποίες άρχισαν να κανονιοβολούν εντατικά το ανοιχτό στην πίσω πλευρά του Οχυρό Ραγέφσκι, ενώ το 3ο Τάγμα του Συντάγματος της Ουφά και δύο συντάγματα Κυνηγών που έριξε στο πεδίο της σκληρής σύγκρουσης ο ντε Τόλλυ επέδραμαν με ξιφολόγχη για να εξουδετερώσουν την ταξιαρχία του στρατηγού Μποναμί. Η σφοδρή επίθεση των ρωσικών ενισχύσεων ανακατέλαβε τελικώς το οχυρό.

Το πυροβολικό του Ευγένιου ντε Μπωαρναί συνέχισε να σφυροκοπεί τις ρωσικές φάλαγγες ενισχύσεων, ενώ οι στρατάρχες Νέυ και Νταβού έστησαν ένα δίκτυο διασταυρούμενων πυρών με πυροβολικό που ήταν τοποθετημένο στα υψώματα του χωριού Σεμιανόφσκαγια. Στις 14.00 ο Ναπολέων ανανέωσε την επίθεση στο “Οχυρό Ραγέφσκι”, με τη μαζική μετωπική επίθεση από τις μεραρχίες πεζικού των στρατηγών Μπρουσσιέ, Μοράν και Ζεράρ.

Στη ρωσική πλευρά, η 24η Μεραρχία Πεζικού του στρατηγού Λιχατσιόφ εισήλθε στη μάχη. Οι Ρώσοι πολέμησαν γενναία, αλλά τα γαλλικά στρατεύματα πλησίασαν πολύ κοντά για να μπορούν να συνεχίσουν να βάλλουν εναντίον τους τα ρωσικά κανόνια, και οι Ρώσοι πυροβολητές αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν οτιδήποτε εναντίον των εχθρών. Ο στρατηγός Zαν-Γκαμπριέλ ντε Κωλαινκούρ διέταξε τους Θωρακοφόρους ιππείς του στρατηγού Βατιέ να ηγηθούν της επίθεσης.

Εικόνα: Το πεζικό του στρατάρχη Νέυ απωθεί από τα “Βέλη του Μπαγκρατιόν” τους Ρώσους γρεναδιέρους και πυροβολικό.

Η τελική πτώση του “Οχυρού Ραγέφσκι”, λόγω της χρονικής στιγμής που επήλθε, δεν είχε πλέον πολύ μεγάλη σημασία. Τα ρωσικά στρατεύματα επιτυχώς μετακινήθηκαν στα μετόπισθεν χωρίς να καταστραφούν, παρ’ ότι υπέστησαν βαριές απώλειες. Έτσι, παρ’ όλο που οι Ρώσοι απώλεσαν κάποιες περιοχές του πεδίου της μάχης, η συνολική αμυντική τους διάταξη δεν κατέρρευσε. Στη γαλλική πλευρά, η κατάληψη του οχυρού επέφερε μεγάλες απώλειες και μετά από το γεγονός αυτό ο ίδιος ο Ναπολέων διέταξε τα στρατεύματά του να υποχωρήσουν στην αρχική γραμμή του μετώπου. Οι Ρώσοι ακολούθως προχώρησαν μπροστά και ανακατέλαβαν τις προηγούμενες θέσεις.

Μέχρι τελικής πτώσεως.

Κοντά στις 15.00, μετά από ώρες αντίστασης, ο Ρωσικός Στρατός βρισκόταν σε τρομερά δυσχερή κατάσταση, αλλά οι γαλλικές δυνάμεις ήταν εξουθενωμένες και δεν είχαν ούτε την αναγκαία αντοχή ούτε και την απαραίτητη θέληση να διεξαγάγουν άλλη μία επίθεση. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ο επιτελάρχης του Μυρά κάλπασε ευθύς στο αρχηγείο του Ναπολέοντα τού είπε ότι η ρωσική γραμμή του μετώπου είχε διαρραγεί και ότι είχε έρθει η ώρα για την Αυτοκρατορική Φρουρά να εμπλακεί στη μάχη.

Δεδομένης της αγριότητας της ρωσικής άμυνας, καθένας ήξερε ότι μια τέτοια κίνηση θα κόστιζε τη ζωή χιλιάδων Αυτοκρατορικών Φρουρών, αλλά θεωρείτο ότι η παρουσία της περίφημης αυτής μονάδας θα ενίσχυε το ηθικό ολόκληρου του στρατού για μια τελική αποφασιστική προώθηση. Καθώς το γενικό επιτελείο συζητούσε το θέμα, ο στρατηγός Ραπ, από τους βασικούς υπασπιστές του Ναπολέοντα, μεταφέρθηκε από το πεδίο της μάχης τραυματισμένος.

Ο στρατηγός Ραπ αμέσως σύστησε στον αυτοκράτορα την ανάγκη εμπλοκής της Φρουράς, στην οποία σύσταση ο Ναπολέων λέγεται πως ανταπάντησε, «Αναμφίβολα όχι δεν επιθυμώ να τη δω να διαλύεται. Είμαι βέβαιος ότι θα κερδίσουμε τη μάχη χωρίς την παρέμβασή της».

Αποφασισμένος να μην εμπλέξει αυτή την πολύτιμη τελική εφεδρεία τόσο μακριά από τη Γαλλία, ο Ναπολέων απέρριψε άλλο ένα παρόμοιο αίτημα, αυτή τη φορά από τον στρατάρχη Νέυ. Αντιθέτως, ο Ναπολέων κάλεσε τον διοικητή της Νέας Αυτοκρατορικής Φρουράς, στρατάρχη Μορτιέ, και τον διέταξε να φρουρεί το πεδίο της μάχης χωρίς να κινηθεί μπροστά ή πίσω, ενώ την ίδια ώρα εξαπέλυε μπαράζ πυροβολικού με τα 400 κανόνια του.

Εικόνα: Ο Ναπολέων δεν ήταν διατιθέμενος να θυσιάσει την “Παλαιά Φρουρά” σε αυτό το σφαγείο.

Ο Ναπολέων κινήθηκε μπροστά για να εκτιμήσει την κατάσταση από τις πρώην ρωσικές πρώτες γραμμές λίγο μετά την τελική κατάληψη των οχυρών από τους Γάλλους. Οι Ρώσοι είχαν αναγκαστεί να υποχωρήσουν στην επόμενη πλησιέστερη λοφοσειρά σε κατάσταση σύγχυσης και αταξίας.

Παρ’ όλα αυτά, η αταξία αυτή δεν φαινόταν από απόσταση από τον καπνό της μάχης, αλλά και τη σκόνη που προκαλούσε κατά την κίνησή του ο υποχωρών στρατός. Ο Κουτούζοφ διέταξε την Αυτοκρατορική Φρουρά να κρατήσει τη γραμμή, πράγμα που έκανε. Όλο το διαθέσιμο πυροβολικό των Γάλλων δεν ήταν αρκετό για να τη μετακινήσει από τις θέσεις που είχε καταλάβει.

Αν και τα συνεκτικά τετράγωνα των Ρώσων Φρουρών αποτελούσαν ιδανικούς στόχους για το γαλλικό πυροβολικό, η Ρωσική Αυτοκρατορική Φρουρά έμεινε ακίνητη στη θέση της για δύο ώρες, από τις 4-6 μ.μ., υφιστάμενη έτσι τεράστιες απώλειες. Ο Ναπολέων μπορούσε να δει μόνο μάζες ρωσικών στρατευμάτων σε απόσταση, με αποτέλεσμα να μην αποπειραθεί να κάνει κάτι δραστικό, παρά μόνο να αρκεστεί στην κατοχή του πεδίου της μάχης.

Οι εκατέρωθεν απώλειες.

Οι απώλειες της μάχης ήταν φοβερές. Ο ανθός της γαλλικής και ρωσικής νεολαίας χάθηκε στη μάχη αυτή. Σύμφωνα με τον Γάλλο επιθεωρητή του Γενικού Επιτελείου, Ντενί, η Μεγάλη Στρατιά έχασε περίπου 28.000 στρατιώτες, εκ των οποίων 269 αξιωματικοί) αναφέρθηκαν.

Σύμφωνα όμως με τον Γάλλο ιστορικό Αριστίντ Μαρτινιέν, τουλάχιστον 460 Γάλλοι αξιωματικοί, γνωστοί ονομαστικά, σκοτώθηκαν στη μάχη. Συνολικά, η Μεγάλη Στρατιά είχε 1.928 αξιωματικούς νεκρούς και τραυματίες, με 49 στρατηγούς μεταξύ αυτών. Η λίστα των σκοτωμένων περιελάμβανε τους υποστράτηγους Ζαν-Γκαμπριέλ ντε Κωλαινκούρ, Λουί-Πιερ ντε Μονμπρύν, Ζαν-Βικτόρ Ταρρώ, Κλωντ-Αντουάν Κομπέρ, Φρανσουά Νταμά, Ζαν ντε Σαιντ-Ωμπέν, Ζαν-Πιερ Λαναμπέρ, Σαρλ-Στανισλάς Μαριόν, Λουί ντε Πλωζόν και Ζαν-Λουί Ρομέφ.

Η αιμορραγία που υπέστησαν στο Μποροντίνο ισοδυναμούσε με θανατική ποινή για τους Γάλλους, καθώς οι δυνάμεις τους δεν διέθεταν αρκετή τροφή για τους υγιείς άνδρες και ακόμα λιγότερη για τους αρρώστους. Ως συνέπεια, ίσοι αριθμοί τραυματισμένων στρατιωτών με τους σκοτωμένους στη μάχη πέθαναν από ασιτία, από τα τραύματά τους ή χάθηκαν λόγω της γενικότερης αμέλειας και αβλεψίας. Χρησιμοποιώντας την ίδια υπολογιστική μέθοδο για τους δύο αντιπάλους, προκύπτει ότι οι γαλλικές απώλειες αριθμούσαν 34.000-35.000 άνδρες.

Εικόνα: Η επίλεκτη Ρωσική Αυτοκρατορική Φρουρά επιτίθεται στο Μποροντίνο.

Περίπου 52.000 Ρώσοι στρατιώτες αναφέρθηκαν ως νεκροί, μεταξύ αυτών και 1.000 αιχμάλωτοι. Περίπου 8.000 άνδρες αποκόπηκαν από τις μονάδες τους, αυξάνοντας τις συνολικές ρωσικές απώλειες σε 60.000 άνδρες, από τους οποίους επέστρεψε ένας αριθμός τις επόμενες λίγες μέρες,

Σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν 22 Ρώσοι στρατηγοί, μεταξύ αυτών ο πρίγκιπας Πιοτρ Μπαγκρατιόν, που πέθανε από τα τραύματά του στις 24 Σεπτεμβρίου. Ο ιστορικός Γκουίν Ντάιερ συνέκρινε τη σφαγή στο Μποροντίνο με «συντριβή ενός γεμάτου με επιβάτες Boeing 747, χωρίς επιζώντες, κάθε πέντε λεπτά επί οκτώ ώρες».

Αν συμπτυχθεί σε μία μέρα, ήταν η πιο πολύνεκρη μάχη των Ναπολεόντειων Πολέμων με απώλειες μεταξύ 65.000 – 70.000 ανδρών. Στην ιστορική καταγραφή της μάχης, οι αριθμοί των απωλειών μειώθηκαν σκοπίμως από τους στρατηγούς και πολιτικούς των δύο πλευρών, ώστε να μειωθεί ο αντίκτυπος που θα υπήρχε στην κοινή γνώμη τόσο μετά τη μάχη όσο και εκατό και πλέον χρόνια αργότερα, στη σοβιετική περίοδο και την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, για πολιτικούς λόγους.

Πηγές:

  • David G. Chandler, «The Campaigns of Napoleon».
  • Philip Haythornthwaite, «Borodino 1812: Napoleon’s great gamble».
  • F.G. Hourtoulle, «Borodino: The Moskova. The Battle for the Redoubts».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.