Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Νικόλαος Πλαστήρας. Ο «Καρά-Πιπέρ» της Μικρασίας.

Νικόλαος Πλαστήρας. Ο «Καρά-Πιπέρ» της Μικρασίας.

Ο Νικόλαος Πλαστήρας γεννιέται στις 4 Νοεμβρίου 1883 στο Βούνεσι, σημερινό Μορφοβούνι της Καρδίτσας ως γιος ενός ράφτη και της υφάντρας συζύγου του. Ο πόλεμος ήταν για το νεαρό αγόρι καθημερινότητα ήδη από τα παιδικά του χρόνια, όταν η οικογένεια αναγκάστηκε να καταφύγει στα βουνά στις περιπέτειες του 1897. Παρά τις πολλές διακοπές και τα απρόοπτα, ο Πλαστήρας ολοκληρώνει το σχολείο στην Καρδίτσα και κατατάσσεται εθελοντικά στο στράτευμα το 1903.

Το 1907 θα πάρει μέρος ως νεαρός δεκανέας στον Μακεδονικό Αγώνα και θα εμπλακεί από την πρώτη στιγμή στην πολιτική, μέσω του «Συνδέσμου Υπαξιωματικών» που προσπαθούσε να εξυγιάνει τον Στρατό. Το 1909 θα πάρει μέρος στο «Κίνημα στο Γουδί» που θα φέρει στην εξουσία τον Βενιζέλο και λίγο αργότερα το 1912, θα αποφοιτήσει από τη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας ως ανθυπολοχαγός.

Εικόνα: Ο Πλαστήρας σε φωτογραφία του 1924.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Εθνικός Διχασμός.

Με τον βαθμό αυτό θα πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, υπηρετεί ως υπασπιστής τάγματος στο 5ο Σύνταγμα πεζικού με έδρα τη Λάρισα, και επειδή αυτό ανήκε στη Στρατιά της Θεσσαλίας, ήταν από τις πρώτες που πολέμησαν και έτσι διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και του Λαχανά, και ιδιαίτερα στην τελευταία στην οποία ονομάστηκε από τους συμπολεμιστές του Μαύρος Καβαλάρης,

Λόγω των «εξαίρετων πράξεών» του θα προαχθεί σε υπολοχαγό και κατόπιν σε λοχαγό. Το 1914 πήρε μέρος στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα. Από τη Χίο όπου βρισκόταν φεύγει για την Αθήνα και συναντά τον Στέφανο Σαράφη. Μαζί συνεννοούνται για να δράσουν υπέρ της κίνησης του Ζωγράφου. Ο Πλαστήρας μεταβαίνει στα Τρίκαλα με σκοπό την οργάνωση στρατιωτικής αποστολής στη Βόρειο Ήπειρο. Όμως του ανακοινώνεται η επικείμενη σύλληψή του λόγω ακριβώς του σχεδίου που οργάνωνε. Η συμπαράσταση πολλών συναδέλφων αλλά κυρίως η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας ακύρωσε τα σχέδιά του. Επιστρέφει στη Χίο και ολοκληρώνει το σχεδιασμό άμυνας του νησιού.

Στην περίοδο του Διχασμού, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τάχθηκε με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης  και συμμετείχε σ’ αυτό. Συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1916 κι ενώ βρισκόταν με άδεια στην Αθήνα, ήλθε σε επαφή μαζί με άλλους αξιωματικούς με τον Βενιζέλο, για να τον συμβουλευθούν αν θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους για να ενωθούν με τον Γαλλικό Στρατό στη Θεσσαλονίκη.

Αυτός τους ζήτησε να μην εγκαταλείψουν τις θέσεις τους στο στράτευμα προκειμένου να μην απογυμνωθεί από αντιμοναρχικούς αξιωματικούς, αλλά να στρατολογούν κι άλλους αξιωματικούς και να είναι σε ετοιμότητα. Όταν υπηρετούσε τότε ως λοχαγός στη Λευκάδα μαζί με 11 άλλους αξιωματικούς της μονάδας του εγκατάλειψε τη θέση του και κινήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασε στις 17 Σεπτεμβρίου 1916.

Πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο, όπου τραυματίστηκε και προάχθηκε σε ταγματάρχη. Επίσης, ορίστηκε Στρατιωτικός Διοικητής στη Χίο. Στη μάχη του Σκρα διακρίθηκε ως διοικητής τάγματος και προήχθη «επ’ ανδραγαθία» σε αντισυνταγματάρχη.

Εικόνα: Ο Πλαστήρας έφιππος στο Μικρασιατικό Μέτωπο.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία.

Το 1919 με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων συμμετείχε, ως επικεφαλής του, στην εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία, κατά των Μπολσεβίκων. Το εγχείρημα αποτυγχάνει και ο διοικητής καταφεύγει με τη δύναμή του στη Ρουμανία και από εκεί στέλνεται ως συνταγματάρχης πια στο Μικρασιατικό Μέτωπο και ειδικότερα στη Σμύρνη.

Ως επικεφαλής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων έχει ως περιοχή ευθύνης του την περιοχή Μαγνησίας. Μεταξύ άλλων προέβαινε σε εκκαθαρίσεις περιοχών από τους Τούρκους τσέτες και στην προάσπιση των ελληνικών πληθυσμών, ενώ ίδρυσε και ένα ορφανοτροφείο με σκοπό την φροντίδα των ορφανών Ελληνόπουλων. Τον Ιούνιο του 1920, προέλασε καταλαμβάνοντας το Αξάρι.

Παρά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, ο Πλαστήρας παρέμεινε σταθερά στο πλευρό του και ρίχνεται με τα μούτρα στον πόλεμο. Διακρίνεται και πάλι και τώρα γίνεται φόβητρο για τους Τούρκους, που τον ονομάζουν «Καρά-Πιπέρ» (μαύρο πιπέρι) και το σύνταγμά του «Σεϊτάν Ασκέρ» (στρατός του διαβόλου). Στρατιώτης μεταξύ ίσων, ο συνταγματάρχης φυλά σκοπιές το βράδυ για να ξεκουράζονται οι άντρες του και μετρά νέες δόξες, ιδιαίτερα κατά την τουρκική αντεπίθεση στο Σαγγάριο.

Την 18η Αυγούστου, κατά την υποχώρηση προς Μπανάζ, τουρκικό σύνταγμα τον αιφνιδίασε. Οι εύζωνοι, με σύγχυση και αταξία, ετράπησαν σε φυγή προς βορρά με μεγάλες απώλειες και ανασυντάχθηκαν πέντε χιλιόμετρα μακριά. Η 13η Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού που συμπορευόταν με το 5/42, εγκαταλείφθηκε μόνη χωρίς προστασία και έχασε τρία από τα πυροβόλα της. Για μη συμμόρφωση σε διαταγές τον Αύγουστο του 1922 προτάθηκε η παραπομπή του σε στρατοδικείο διότι, σύμφωνα με την ανακριτική επιτροπή, “προέκυψαν σοβαρά στοιχεία, επί τη βάσει των οποίων δέον να στηριχθή κατηγορία προς ποινική δίωξίν του”.

Παρά την ήττα των ελληνικών δυνάμεων, το δικό του σύνταγμα μετρά μικρές απώλειες και υποχωρεί από τις θέσεις του πάντα συντεταγμένα, μαζεύοντας στρατιώτες από διαλυμένες μονάδες αλλά και χιλιάδες πρόσφυγες που έπαιρναν τον δρόμο του ξεριζωμού. Η μεγάλη αγάπη που θα του είχε έκτοτε ο μικρασιατικός ελληνισμός έλκει από δω ακριβώς την καταγωγή του. Η δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία ενίσχυσε τη φήμη του αγέρωχου συνταγματάρχη, ο οποίος κατέφτασε στον Τσεσμέ και μετά στη Χίο, σώζοντας χιλιάδες πρόσφυγες που τον ακολουθούσαν.

Εικόνα: Ο Στυλιανός Γονατάς και ο Νικόλαος Πλαστήρας.

Η Μικρασιατική Καταστροφή θα φέρει όπως ξέρουμε την εξέγερση του στρατού στη Χίο και τη Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο του 1922 και τη δημιουργία της λεγόμενης «Επαναστατικής Επιτροπής», υπό τους Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά. Η τριανδρία αξιώνει την παράδοση της εξουσίας και αποκτά τον έλεγχο της κατάστασης, αν και το έργο της μόνο εύκολο δεν είναι. Το στρατοδικείο του Πλαστήρα δεν έγινε όπως ειναι ευκόολος αντιληπτό.

Πρέπει να διαπραγματευτεί τους όρους της ήττας στην επικείμενη Διάσκεψη της Λωζάνης και να απαντήσει στο πιεστικό πρόβλημα της στέγασης των εκατοντάδων χιλιάδων Μικρασιατών, την ίδια ώρα που οφείλει να κατευνάσει το τραυματισμένο λαϊκό αίσθημα. Οι πρωταίτιοι της Εθνικής Συμφοράς προσάγονται στη «Δίκη των Έξι» και εκτελούνται στο Γουδί, σε μια αμφιλεγόμενη προσωπική απόφαση του Πλαστήρα, και ο Βενιζέλος καλείται εσπευσμένα από την εξορία, πάλι από τον ίδιο τον Πλαστήρα, ώστε να διαπραγματευτεί με την Τουρκία το 1923.

Ο Πλαστήρας εμφορούνταν βεβαίως από σφοδρά δημοκρατικά αισθήματα και πίστευε πάντα ότι η θέση των στρατιωτικών ήταν στους στρατώνες και όχι στα πολιτικά αξιώματα, γι’ αυτό και οδήγησε τη χώρα σε εκλογές τον Δεκέμβριο του 1923. Όχι βέβαια προτού τακτοποιήσει το αγροτικό ζήτημα, μοιράζοντας τα τσιφλίκια στους ακτήμονες, και βρει τρόπο να περιθάλψει τους εκτοπισμένους έλληνες πρόσφυγες. Ο ίδιος παραιτήθηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα και αποστρατεύτηκε ως «άξιος της πατρίδος» με τον τιμητικό βαθμό του αντιστράτηγου. Η νέα Βουλή οδήγησε την Ελλάδα στη Β’ Ελληνική Δημοκρατία.

Ο Μεσοπόλεμος και η Εξορία.

Ως πολίτης πια, ο Πλαστήρας δεν απασχόλησε την πολιτική ζωή του τόπου μεταξύ 1924-1933, εξαιρουμένης της απόπειρας ανατροπής του πρωθυπουργού Πάγκαλου το 1925, που θα καταλήξει στη σύλληψή του. Τώρα ζούσε στην Ιταλία και την Ευρώπη και δεν θα απασχολήσει τα κοινά μέχρι το 1933, όταν προσπάθησε εκ νέου να ανατρέψει την εκλεγμένη κυβέρνηση του Τσαλδάρη με το «Κίνημα Υπέρ του Βενιζέλου», αν και απέτυχε παταγωδώς.

Για να αποφύγει τη σύλληψη, μετακομίζει στη Γαλλία, όπου και καταδικάζεται τελικά σε θάνατο για την εμπλοκή του στο επόμενο φιλοβενιζελικό κίνημα του Μαρτίου του 1935, αν και έλαβε τελικά χάρη λίγο αργότερα από τον βασιλιά Γεώργιο Β’. Τα δυο στρατιωτικά κινήματα που επεδίωξε έχουν αποδοθεί από πολλούς στον θαυμασμό του προς τον Μπενίτο Μουσολίνι πράγμα το οποίο δεν ισχύει καθώς ο Νικόλαος Πλαστήρας ουδέποτε υπήρξε οπαδός του φασισμού πράγμα που αποδεικνύεται με την αντιδικτατορική του δράση εναντίον του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.

Ο δικτάτορας Μεταξάς δεν τον θέλει με τίποτα στην Ελλάδα και ο Πλαστήρας πρωτοστατεί στη δημιουργία αντιδικτατορικής κίνησης στο εξωτερικό, καθώς λειτουργεί ως πρόεδρος της Αντιδικτατορικής Επιτροπής. Τώρα προσπαθεί, αν και μάταια, να πείσει τη γαλλική κυβέρνηση να αναλάβει ενεργό ρόλο για την κατάλυση του στρατιωτικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Ο Πλαστήρας θα περάσει τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου εκτός Ελλάδας.

Εικόνα: Ο Πλαστήρας (δεξιά) μαζί με τον Γονατά (κέντρο) και τον Παπανδρέου (πίσω αριστερά) σε επίσκεψη στη Μουσουνίτσα το φθινόπωρο του 1922.

Ο Εμφύλιος και η ανάμειξη του στην Μετεμφυλιακή πολιτική σκηνή.

Μετά την Απελευθέρωση και τα αιματοβαμμένα «Δεκεμβριανά» του 1944, καλείται εκ νέου πίσω για να αναλάβει την κυβέρνηση ως πρόσωπο κοινής αποδοχής και διορίζεται τελικά πρωθυπουργός τον Ιανουάριο του 1945, δημιουργώντας μάλιστα μια πολυσυλλεκτική κυβέρνηση με όλες τις δυνάμεις του φάσματος, πλην των κομμουνιστών. Ως εγγυητής της σταθερότητας, προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να αποτρέψει τον Εμφύλιο Πόλεμο, έχει όμως να παλέψει τους Άγγλους που δεν τον θέλουν με τίποτα. Επί πρωθυπουργίας υπογράφεται ωστόσο η Συμφωνία της Βάρκιζας τον Φεβρουάριος του 1945.

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, σε συζήτηση που διεξήχθη μεταξύ των Σιάντου, Γεωργίου Παπανδρέου, Καφαντάρη, του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και του ίδιου, είχε έντονη λογομαχία με το Σιάντο. Ο Πλαστήρας αμφισβήτησε ανοικτά την προσφορά των ανταρτών του ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση και στην απελευθέρωση κάνοντας λόγο για «ξεπάστρεμα όλων των δεξιών» και «κάψιμο χωριών». Ο Σιάντος εξανέστη φωνάζοντας «Δεν σας επιτρέπω να υβρίζετε τους ηρωικούς μας αντάρτες!», με τον Πλαστήρα να του ανταπαντάει, «Κάθισε κάτω, ζαγάρι!».

Τώρα είναι εκτός πολιτικής σκηνής, αν και καταφέρεται τόσο κατά της Αριστεράς όσο και κατά της Δεξιάς για τον αδελφοκτόνο πόλεμο και είναι μάλιστα ο πρώτος πολιτικός που δεν μασάει τα λόγια του και μιλά ανοιχτά για «Εμφύλιο Πόλεμο» και εθνικό σπαραγμό.

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, ιδρύει τον Ιανουάριο του 1950 το δικό του κεντρώο κόμμα, την ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέντρου), και συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό του Απριλίου. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνησή του θα έχει ζωή μόλις τέσσερις μήνες, ως τον Αύγουστο του 1950, θα προλάβει να πάρει πολλά μέτρα που έψαχναν να αμβλύνουν το τεταμένο μετεμφυλιακό κλίμα, περιορίζοντας τις διώξεις των αριστερών.

Πρωταγωνιστής πια της πολιτικής ζωής, σχηματίζει εκ νέου κυβέρνηση συνασπισμού τον Νοέμβριο του 1951, που θα παραμείνει στη ζωή για έναν χρόνο, μέχρι τον Οκτώβριο του 1952, μια περίοδο που οι ιστορικοί θα χαρακτηρίσουν ως «Κεντρώο Διάλειμμα».

Eπί των κυβερνήσεών του η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και στο κοινωνικό πεδίο επιδίωξε να εφαρμόσει μια πραγματικά πρωτοπόρα και επαναστατική κοινωνική πολιτική. Ο «Μαύρος Καβαλάρης» έκανε πολλά για να επουλώσει τις μετεμφυλιακές πληγές, αν και πέρασαν στα «ψιλά» της Ιστορίας. Παρά τη θέλησή του μάλιστα και τη διακηρυγμένη αντίθεσή του, επί πρωθυπουργίας του εκτελέστηκε το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Νίκος Μπελογιάννης.

Εικόνα: Ο Νικόλαος Πλαστήρας ως Πρόεδρος της Κυβέρνησης μαζί με τον τότε αντιπρόεδρο Γεώργιο Παπανδρέου στο Γουδί το 1950.

Ήδη βαριά άρρωστος, ο Πλαστήρας κατέρρευσε όταν έμαθε την είδηση και καταρρακώθηκε ακόμα περισσότερο από το σύνθημα της Αριστεράς «τι Παπάγος, τι Πλαστήρας», παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε απευθύνει έκκληση στο ΚΚΕ για συστράτευση. Ο ίδιος έχασε τις εκλογές του Ιουλίου του 1952, και πάλι με παρέμβαση εξωθεσμικών παραγόντων και ξένων δυνάμεων, από τον Παπάγο και το κόμμα του διασπάστηκε.

Ο τελευταίος χρόνος της ζωής του.

Καταβεβλημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, ο Πλαστήρας δεν εκλέγεται καν βουλευτής. Είναι το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας, ενώ ακολουθεί κατά πόδας και το τέλος της ζωής του. Πάμφτωχος και παραγνωρισμένος, διαμένει σε ένα μικρό διαμερισματάκι στο Μετς και δεν θέλει ούτε τηλέφωνο ανάγκης, «Η Ελλάδα πεινάει κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;», έλεγε στις εκκλήσεις των δικών του.

Στην ευρύτερη οικογένειά του είχε απαγορεύσει μάλιστα να χρησιμοποιούν το επίθετο Πλαστήρας για να μην τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης. Όταν ο άνεργος αδερφός του βρήκε τελικά δουλειά ως «Πλαστήρας», ο στρατηγός το έμαθε και αφού τον επέπληξε, του απαγόρευσε να αποδεχθεί τη θέση λέγοντάς του, «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου».

Ο πρωθυπουργός Πλαστήρας δεν απέκτησε ποτέ δικό του σπίτι, μιας και όταν οι καλοί του φίλοι κανόνισαν κάποτε ένα στεγαστικό δάνειο, εκείνος τους αντιγύρισε, «Με τι μούτρα ρε θα βγω στο δρόμο αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Κατάκοιτος πια από την κακή κατάσταση της υγείας του, δέχθηκε λίγο πριν πεθάνει στο φτωχό διαμερισματάκι του κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο την επίσκεψη της βασίλισσας Φρειδερίκης, η οποία τον ρώτησε γιατί κοιμόταν σε ράντζο και όχι σε κανονικό κρεβάτι. Εκεινος απαντησε πως, «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ».

Όταν έκλεισε τα μάτια του στις 26 Ιουλίου 1953 χτυπημένος από νέο βαρύτατο έμφραγμα, δεν άφησε πίσω του ακίνητα ή τραπεζικές καταθέσεις. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του ήταν 216 δρχ., ένα χαρτονόμισμα των 10 δολαρίων και μια λακωνική προφορική διαθήκη που έγραφε, «Όλα για την Ελλάδα!». Στα ατομικά του είδη βρέθηκε επίσης ένα χρεωστικό του Στρατού για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής και 8 δραχμές, με τη σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού ώστε να μην χρωστά στην πατρίδα.

Όσο για το νεκρικό του κοστούμι, του το αγόρασαν οι φίλοι του, αφού ο μισθός του πήγαινε πάντα σε άπορους και ορφανά. Στην κηδεία του παραβρέθηκε ο βασιλιάς, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος αλλά και άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή.

Πηγές:

  • Αντώνης Μακρυδημήτρης, “Οι υπουργοί των εξωτερικών της Ελλάδας 1829-2000”.
  • Γιώργος Αναστασιάδης, “Ο Πλαστήρας και οι συμπληγάδες του 1950”.
  • Σέφης Αναστασάκος, “Ο Πλαστήρας και η εποχή του”.
  • Xαρίλαος Νικολάου, “Μικρασιατική Καταστροφή”.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.