Ελληνιστική Περίοδος (323-146 π.Χ.)
Πυθέας ο Μασσαλιώτης. Ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του.

Πυθέας ο Μασσαλιώτης. Ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του.

Στην ζωή των πόλεων, όπως και σ’ αυτή των Εθνών, ορισμένες πράξεις γοήτρου είναι απαραίτητες για την καλή τους φήμη ή και για την εμπορική τους εξάπλωση. Κατά το τελευταίο τρίτο του 4ου αιώνα π.Χ, η Μασσαλία ήταν μία ελεύθερη πόλη η οποια άκμαζε. Δεν ήταν πλέον αποικία των Φωκαέων εδώ και δυο αιώνες και το πρότυπο αριστοκρατικό της πολίτευμα αναφέρεται σαν υπόδειγμα στα συγγράμματα του Αριστοτέλη.

Εκείνο τον καιρό ο  Ελληνικός κόσμος ζούσε της κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενώ οι Συρακούσες, η μεγάλη «πεντάπολις» των 500.000 ψυχών, η οποια έχει «καταλάβει» ηγεμονικό ρόλο στην Σικελία, ξανάρχιζε τον αγώνα της εναντίον της Καρχηδόνος, του μεγάλου αντιπάλου των Ελληνικών αποικιών στη Μεγάλη Ελλάδα

Εικόνα: Οι σφαίρες επιρροής όπως είχαν διαμορφωθεί στην Μεσόγειο κατά τον 4ου αιώνα π.Χ.

Η Μασσαλία είναι ήδη από εκείνον τον καιρό, κέντρο της εξαγωγής κασσιτέρου και κεχριμπαριού προς την Ελλάδα, καθώς και κρασιού, κεραμικών και αντικειμένων τέχνης προς της χώρες των Κελτών. Οι αντιπρόσωποι της διατρέχουν την Γαλατία όχι μόνον για εμπορικούς σκοπούς. Φέρνουν στις χώρες που επισκέπτονται τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνικήν γραφή και τέχνη, όπως δείχνουν οι αρχαιολογικές ανασκαφές στις γαλλικές πόλεις Λεζού και Μπανασσάκ και η ανακάλυψη ενός πολυτίμου κρατήρα ελληνικής τέχνης στην Βουργουνδία.

Ελληνικά έγραφαν τους λογαριασμούς τους οι αγγειοπλάστες της περιοχής της σημερινής Λοζέρ στην Γαλλία κι ο Γερμανός πολέμαρχος Αριοβίστος στα Ελληνικά συνέτασσε τις επιστολές του προς τον Καίσαρα προς μεγάλη έκπληξη αυτού, που δεν ήξερε ότι οι Μασσαλιώτες oι απόγονοι των Φωκαέων είχαν διαδώσει την γλώσσα του Όμηρου στις εσχατιές του κόσμου.

Οι σχέσεις των Ελλήνων και βαρβάρων.

Η διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού πραγματοποιείται αργά αλλά σταθερά στην Ευρώπη από τον δρόμο που ανοίγει ο Ροδανός ποταμός αφ’ ενός στις εκβολές του οποίου χτίσθηκε η Μασσαλία, κι από την κοιλάδα του Δούναβι αφ’ έτερου. Οι ίδιοι εμπορικοί αντιπρόσωποι στον γυρισμό τους φέρουν νέα από τις χώρες του κασσιτέρου και του κεχριμπαριού.

Φαίνεται ότι ο 4ος αιώνας ήταν μια εποχή ακμής για το θαλάσσιο εμπόριο της Μασσαλίας που δεν της αρκούσαν οι δρόμοι του Ροδανού ποταμού ή η ναυσιπλοΐα κατά μήκος των ακτών της. Χρειαζόταν νέες διεξόδους προς βορρά και προς νότον. Κάπου εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης. Ο Πυθέας αποτελεί μια από τις πλέον άγνωστες, αλλά παράλληλα και σημαντικές προσωπικότητες του αρχαίου κόσμου. Δικαιολογημένα δε κατέχει τον τίτλο του εξερευνητή, εφόσον πρώτος έπλευσε στις άγνωστες βόρειες θάλασσες.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Πυθέας γεννήθηκε στην Μασσαλίας στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ. Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικές με την οικογένεια του και τη ζωή του γενικότερα, όμως φημολογείτο ότι ήταν ο ίδιος γιός ναυτικού. Ο Στράβων, μεταφέροντας αποσπάσματα από το έργο του Πυθέα, «Περί του Ωκεανού», αναφέρει ότι ο Πυθέας, πριν επιχειρήσει το εξερευνητικό του ταξίδι στον Βορρά, είχε ταξιδεύσει σε ολόκληρη την Μεσόγειο και στον Εύξεινο Πόντο.

Εικόνα: Τετροβολός της Μασσαλίας, (200 – 150 π.χ), στην μια πλευρά φέρει την ένδειξη «MAΣΣAΛIΗTΩΝ».

Ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της εύρεσης νέων εμπορικών δρόμων το ναυτικό της Μασσαλίας θα κατορθώσει να σπάσει τον αποκλεισμό των Ηρακλείων Στηλών, τό σημερινό Γιβραλτάρ, που ως τότε ήταν κάτω από την άγρυπνη φρούρηση των Καρχηδονίων. Όταν πλέον το πέρασμα θα είναι ανοιχτό, η Μασσαλία θα στείλει δυο αποστολές στον ανοιχτό ωκεανό, τον Πυθέα προς βορρά, στις Ευρωπαϊκές ακτές, και τον Ευθυμένη προς νότον, στις αφρικανικές ακτές.

Από τους συγχρόνους των μεγάλων εκείνων θαλασσοπόρων, μαθαίνουμε πως οι «τιμούχοι» (οι άρχοντες που κυβερνούσαν την Μασσαλία) κατηγόρησαν τον Ευθυμένη, κατά την επιστροφή του στην Μασσαλία, ότι δεν έφερε αρκετό χρυσάφι και ελεφαντόδοντο κι ότι δεν άνοιξε αγορές στα νέα μέρει που επισκέφθηκε. Ο Ευθυμένης επισκευθηκε το Μαρόκο, την Ακτή του Χρυσού και την Σενεγάλη.

Η αποστολή του Πυθέα στον Βορρά.

Από την άλλη πλευρά η αποστολή του Πυθέα προς βοράν, είχε μια τελείως διαφορετική τύχη. Ταξιδεύοντας βόρεια κατά μήκος των δυτικών ακτών της Ισπανίας και της Γαλλίας τα πληρώματα του Πυθέα αποβιβάσθηκαν στη Βρετάνη. Από εκεί διέσχισε την Αγγλική Μάγχη σε ένα σημείο που ονόμασε Βελέριον, το οποίο οι σύγχρονοι μελετητές πιστεύουν ότι είναι η Κορνουάλη.

Εκεί αντίκρισε για πρώτη φορά τους Βρετανούς κατοίκους να εξορύσσουν κασσίτερο, το οποιο στην συνεχεια θα περναγε στους εμπορους της Γαλατία και κατόπιν θα κατεληγε στη Μεσόγειο. Ο Πλίνιος, παραθέτοντας τον Τίμαιο γράφει, «υπάρχει ένα νησί που λέγεται Μίκτις, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση πλεύσης έξι ημερών μέσω της Βρετανίας και στο οποίο υπάρχει κασσίτερος. Οι Βρετανοί διασχίζουν το νησί με βάρκες ραμμένες με δορές». Η ακριβής τοποθεσία αυτού του νησιού είναι άγνωστη, αλλά εκτιμάται ότι πρόκειται για το νησί Όρος του Αγίου Μιχαήλ στην Κορνουάλη, την χερσόνησο του Όρους Μπάτεν στο Ντέβον ή την Νήσο του Γουάιτ.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης αποκάλεσε το νησί της Βρετανίας «Πρετανία» και τους κατοίκους του «Πρετάνι». Οι μελετητές πιστεύουν ότι και οι δύο λέξεις, οι οποίες πιθανότατα δανείστηκαν από τον Πυθέα, προέρχονται από την κοινή Πρωτο-Κελτική συνομοταξία της Κελτικής γλώσσας την οποία υιοθετεί ο Στράβων στις περισσότερες αναφορές του στο νησί.

Εικόνα: H πεντηκόντορος ήταν τύπος αρχαίας ελληνικής γαλέρας, που χρησιμοποιήθηκε, τουλάχιστον, από την αρχαϊκή εποχή, αλλά μάλλον παρόμοια πλοία υπήρξαν και προγενέστερα, αν ληφθούν υπόψη οι σχετικές αναφορές στα ομηρικά έπη.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης, με βάση τα όσα ανέφερε ο Πυθέα, περιγράφει το νησί της Βρετανίας ως «πυκνοκατοικημένο και το κλίμα του εξαιρετικά ψυχρό». Περιγράφει τους Πρετάνι ως έναν λαό που κυβερνάται από «πολλούς βασιλείς και αριστοκράτες». Σημειώνει ότι ζούσαν σε κατοικίες κατασκευασμένες από καλάμια ή ξύλο και ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες.

Αφού μελέτησε τους κατοίκους της Κορνουάλης και της νοτιοδυτικής Βρετανίας, ο Πυθέας πιθανότατα προχώρησε βόρεια κατά μήκος της ακτής της Ουαλίας. Είναι πιθανό να κατέπλευσε στη Νήσο του Μαν πριν την πλεύση στη δυτική ακτή της Σκωτίας και τη διέλευση μεταξύ των Εσωτερικών και Εξωτερικών Εβρίδων. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, έκανε αρκετές εξερευνήσεις και ο Στράβων αποδίδει στον Πυθέα την δήλωση ότι «διέσχισε όλη την Βρετανία με τα πόδια» προσθέτοντας χαρακτηριστικά ότι αυτό το κατόρθωμα είναι προφανώς παράλογο.

Ο Πυθέας εκτέλεσε επίσης μια σειρά από γεωγραφικές μετρήσεις χρησιμοποιώντας τον «γνώμονα» ένα από τα αρχαιότερα και απλούστερα επιστημονικά αστρονομικά όργανα που χρησιμοποιείτο για τη χάραξη της μεσημβρινής γραμμής, την εύρεση της χρονικής στιγμής που ο ήλιος μεσουρανεί, την εύρεση των ισημεριών και των ηλιοστασίων, την εύρεση της διάρκειας των εποχών και ως δείκτης των ηλιακών ρολογιών.

Ο Πλίνιος αναφέρει ότι βόρεια της νήσου Βρετανίας βρίσκονται τα νησιά Ορκάδες, τα οποία οι περισσότεροι επιστήμονες θεωρούν ότι είναι τα σημερινά νησιά Orkney, αν και ο αριθμός που παραθέτει ο Πλίνιος δεν συμφωνεί με τον πραγματικό αριθμό. Από εκεί κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι ο Πυθέας ξεκίνησε το πιο τολμηρό σκέλος του ταξιδιού του, αφήνοντας πίσω τη Βρετανία και πλέοντας προς την Βόρεια Θάλασσα.

Η ανακάλυψη της Θούλης και ο Αρκτικός ωκεανός.

Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Πυθέας ταξίδεψε έξι ημέρες πριν συναντήσει την Θούλη, την οποία ορισμένοι ιστορικοί αναγνωρίζουν ως την Ισλανδία. Το αν ο Πυθέας αποβιβάσθηκε στην Ισλανδία είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο και προβληματίζει τους ιστορικούς επί δεκαετίες. Ορισμένοι αποδέχονται ότι η Θούλη ήταν η Ισλανδία, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι πρόκειται για την Νορβηγία.

Εικόνα: Η Θούλη ως «Tile» στην χάρτα στην «Carta Marina» το 1539 από τον Olaus Magnus.

Ο Καναδός εξερευνητής Vilhjalmur Stefansson, ο οποίος εξερεύνησε εκτεταμένα την Αρκτική, υποστήριξε στο βιβλίο του «Ultima Thule» ότι η πιθανότητα να έφτασε ο Πυθέας στην Ισλανδία ήταν αρκετά μεγάλη. Εκεί ο Πυθέας υπήρξε μάρτυρας ενός φαινομένου πρωτόγνωρου στους κατοίκους της Μεσογείου, όπως η μεγάλη διάρκεια της ημέρας που βίωναν οι ταξιδιώτες σε μεγάλα γεωγραφικά πλάτη τους καλοκαιρινούς μήνες.

Ο Πλίνιος παρατηρεί, «Τέλος, όσοι αναφέρονται στην Θούλη όπου όπως έχω πει, δεν υπάρχουν νύχτες κατά τη διάρκεια του ηλιοστασίου, όταν ο ήλιος περνάει από τον τροπικό του Καρκίνου και επίσης δεν υπάρχουν ημέρες κατά τη διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου. Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτό διαρκεί για έξι μήνες». Μετά από μια μέρα πλεύσης βόρεια της Θούλης ο Πυθέας συνάντησε την «Παγωμένη Θάλασσα», έναν όρο που σύμφωνα με τους μελετητές περιγράφει τον παγωμένο Αρκτικό Ωκεανό. Σε αυτό το σημείο, είναι πολύ πιθανό η βαριά ομίχλη, το δριμύ ψύχος και τα παγωμένα ρεύματα να απέτρεψαν οποιαδήποτε περαιτέρω βόρεια διαδρομή.

Παρ’ όλα αυτά, αναφερόμενος σε αυτό το μέρος το χαρακτήρισε ως ένα από τα πιο αινιγματικά περάσματα του ωκεανού. Ο Στράβων αποδίδει στον Πυθέα την δήλωση ότι αυτό ήταν ένα μέρος, «Όπου ούτε γη, ούτε νερό, ούτε αέρας υπάρχουν ξεχωριστά, αλλά ένας συνδυασμός όλων αυτών, που μοιάζει με ένα θαλάσσιο πνεύμονα στον οποίο η γη, η θάλασσα και όλα τα στοιχεία της φύσης σχηματίζουν ένα ενιαίο σύνολο».

Το ταξίδι της επιστροφής.

Λόγο τον αδιάβατων δυσκολιών που συνάντησε στον Αρκτικό ωκεανό, ο Πυθέα πήρε την βαριά απόφαση της επιστροφής. Στο ταξίδι του γυρισμού από την Θούλη, ο Πυθέας πιθανόν ταξίδευσε στην ανατολική ακτή της Βρετανίας, που διαβρέχει την χερσόνησο Κέντις, την οποία ονόμασε «Κάντιον», επιτυγχάνοντας έτσι τον διάπλου του νησιού. Αλλά αντί να στραφεί δυτικά και να κατευθυνθεί προς την πατρίδα του, υπάρχουν ενδείξεις ότι στράφηκε ανατολικά, ταξιδεύοντας κατά μήκος των βόρειων ακτών της Ευρώπης. Ο Πλίνιος δε υποστηρίζει ότι συνάντησε έναν Γερμανικό λαό, τους Γούτωνες, τους μετέπειτα Γότθους, που κατοικούσαν στις ακτές ενός μεγάλου δέλτα.

Εικόνα: Τα ταξίδια του Πυθέα κατά την σημερινή επιστημονική κοινότητα.

Επίσης αποβιβάσθηκε σε ένα νησί, πιθανώς την Ελιγολάνδη, γνωστό για τα μεγάλα κοιτάσματα ήλεκτρου. Στην πραγματικότητα, το ταξίδι σε αυτό το τμήμα της Ευρώπης πιθανόν προκάλεσε η επιθυμία να ανακαλυφθεί η πηγή του ήλεκτρου, η οποία ασκούσε σημαντική έλξη για τους Έλληνες. Κάποιοι υποστήριξαν ότι από εκεί ο Πυθέας προωθήθηκε στη Βαλτική Θάλασσα και πιθανόν ταξίδεψε ανατολικά ως τον ποταμό Βιστούλα στη σημερινή Πολωνία πριν ξεκινήσει το μακρύ ταξίδι επιστροφής.

Η σύγχρονη οπτική για τα ταξίδια του Πυθέα.

Ο Πλίνιος σε λιγότερο από μισό αιώνα μετά τον επίσημο γεωγράφο, θα στηριχθή στον Πυθέα και θα τον αναφέρει με αντικειμενικότητα. Μίλα για την φρίκη της νύχτας που κρατά έξη μήνες και που όπως λέει την αναφέρει ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης όταν βρισκόταν στη νήσο Θούλη.

Το 1587 ο διάσημος ελληνιστής Καφωμπόν από την Γενεύη ταύτισε την αρχαία Θούλη με την Ισλανδία και εξέφρασε την απορία του για την προκατάληψή του Στράβωνος εναντίον του Πυθέα. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Πυθέας μεταχειριζόμενος τους δυτικό-ανατολικούς ανέμους που θα μεταχειρισθούν αργότερα οι Βίκιγκς να εστράφη από την Θούλη προς την Νορβηγία και εν συνεχεία να περιέπλευσε την Βαλτικήν για να επισκεφθεί την χώρα του κεχριμπαριού και ν’ ακολουθήσει τον παλαιό δρόμο των Μιλησίων κάνοντας τον «γύρο του ωκεανού».

Έφθασε έως τον Βιστούλα αλλά και πάλι ο Στράβων αναφέρει το γεγονός με πολλά ειρωνικά σχόλια. Θα πρέπει να εξάρει κανείς το πλατύ πνεύμα των αρχόντων της Μασσαλίας που «χρηματοδότησαν ένα τόσο πολυδάπανο σχέδιο εξερευνήσεως και ερευνών που ανέλαβε ένας τολμηρός συμπατριώτης τους. Από την άλλη πλευρά θα πρέπει κανείς να ελεεινολογήση την απογοήτευσι που εξέφρασαν όταν ο Πυθέας δεν μπόρεσε μ’ ένα σκάφος τόσο βαρύ σαν την πεντηκόντορο να περάσει από τον Βιστούλα στη λεκάνη του Δνείστερου ποταμού και να επιστρέψη από την Μαύρη θάλασσα όπως έκαναν παλαιότερα οι Σκύθες σύμμαχοι των Μιλησίων. Εκείνοι είχαν ελαφρά πλοία τα οποία όπως φαίνεται μετέφεραν από τα στενά των Καρπαθίων».

Σήμερα όσο οι ανθρώπινες γνώσεις προχωρούν τόσο το ταξίδι του Πυθέα παίρνει μεγαλύτερη σημασία και αξία. Το μόνο λάθος του ήταν ότι είχε ένα πνεύμα πολύ πιο προχωρημένο από την εποχή του. Οι χώρες που επισκεφθεί ήταν άγνωστες προηγουμένως και έμειναν άγνωστες δύο αιώνες μετά γιατί κανείς δεν τόλμησε να επαναλάβει το εγχείρημα.

Πολύ αργότερα ο Γκασέντι το 1688 και ο Μπουγκαινβιλ το 1753 αποκατέστησαν τον Πυθέα περιγράφοντας τον σαν «σπουδαίο αστρονόμο και μαθηματικό, ακριβή γεωγράφο, τολμηρό θαλασσοπόρο που προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στη χώρα του, ανοίγοντας νέους δρόμους στο εμπόριο και που συνέτεινε ώστε να τελειοποιηθούν οι γνώσεις περί της υδρογείου σφαίρας».

Εικόνα: Τα ταξίδια του Πυθέα σύμφωνα με εναλλακτικές πηγές.

Τέλος, η πιο πρόσφατη τιμή που έγινε στον Πυθέα είναι εκ μέρους του Ουΐνστον Τσώρτσιλ που γράφει στο βιβλίο του, «Ιστορία μιας χώρας», «Είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξερευνητάς που γνώρισε η ιστορία» και προσθέτει ότι τον θεώρησαν μυθομανή οι άνθρωποι του 3ου αιώνος π.Χ. γιατί η ιδέα που είχαν σχηματίσει για τις υπερβόρειες χώρες ήταν τελείως λανθασμένη. «Εκεί, στις βόρειες άκρες του κόσμου όλα τους φαίνονταν τερατώδη και περίεργα».

Η κληρονομιά του Πυθέα.

Ο Πυθέας προφανώς έγραψε το «Περί του Ωκεανού» κάποια στιγμή αφού επέστρεψε στη Μασσαλία, κάτι που πιθανότατα δεν θα γίνει ποτέ γνωστό με ακρίβεια. Εκτιμάτε ότι πρέπει να έχει γραφεί την περίοδο πριν από το 320 π.Χ., επειδή λίγο μετά αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον κλασικό συγγραφέα Δικαίαρχο τον Μεσσήνιο, μαθητή του Αριστοτέλη.

Αργότερα κυκλοφόρησε ευρέως και προφανώς μελετήθηκε και αμφισβητήθηκε για τουλάχιστον δύο αιώνες. Για πολύ καιρό, μέχρι τα γραπτά του Τάκιτου και του Ιούλιου Καίσαρα, το έργο του ήταν πιθανόν η μόνη πηγή πληροφοριών για τη Βρετανία και τα βόρεια γεωγραφικά πλάτη και σίγουρα υπήρχαν αντίγραφα στις μεγάλες βιβλιοθήκες της Περγάμου και της Αλεξάνδρειας.

Όσο για τον Πυθέα, οι ιστορικοί δεν γνωρίζουν τίποτα για τον ίδιο. Εκτός από ένα πολύ σύντομο απόσπασμα στα γραπτά του Πολύβιου, ο οποίος τον αποκαλεί υποτιμητικά ως «ιδιώτη πολίτη» και «φτωχό», οι σύγχρονοι ιστορικοί δεν έχουν κάτι συγκεκριμένο για την προσωπικότητά του, ή ακόμα και τα κίνητρα του ταξιδιού του. Τέτοιες περιγραφές, υπάρχουν μόνο από τα διάσπαρτα αποσπάσματα των κειμένων του ή από αυτά που έχουν γράψει άλλοι γι’ αυτόν.

Σήμερα, ελάχιστοι ιστορικοί και λόγιοι αμφισβητούν την αυθεντικότητα του ταξιδιού του. Αν και η αντιπαράθεση συνεχίζει να περιστρέφεται στους τόπους που επισκέφθηκε πραγματικά και άλλες λεπτομέρειες του ταξιδιού, το γεγονός ότι πραγματοποίησε ένα τέτοιο ταξίδι σπάνια αμφισβητείται.

Αν το ταξίδι είχε αρχικά σχεδιαστεί ως οικονομικό εγχείρημα, κάτι που έχουν υποδείξει ορισμένοι, σύντομα έγινε ταξίδι εξερεύνησης με την πραγματική έννοια της λέξης, μια προσπάθεια να κατανοήσουμε και να αποκτήσουμε γνώση για τον κόσμο μέσω της άμεσης παρατήρησης. Με τον τρόπο αυτό, ο Πυθέας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην απομυθοποίηση αυτών των περίεργων βόρειων εδαφών που υπήρχαν στη φαντασία των Ελλήνων. Εξάλλου έδωσε στον σύγχρονο κόσμο μια άποψη, αν και αποσπασματική ενός κόσμου που έχει πλέον χαθεί.

Πηγές:

  • Duane W. Roller, «Through the Pillars of Herakles: Greco-Roman Exploration of the Atlantic».
  • Philip G. Kaplan, «The Encyclopedia of Ancient History», «Pytheas of Massalia».
  • Vilhjalmur Stefansson, «Ultima Thule and further mysteries of the Arctic».
  • Barry Cunliffe, «Πυθέας: Ο  Έλληνας Εξερευνητής και Θαλασσοπόρος».
  • Χρήστος Λαζός, «Το ταξίδι του Πυθέα στην άγνωστη Θουλή».
  • Richard F. Burton, «Ultima Thule or a Summer in Iceland».
  • Christina Roseman, «Pytheas of Massalia».
  • Θανάσης Ι. Μαργαρίτης, «Πυθέας».

2 thoughts on “Πυθέας ο Μασσαλιώτης. Ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.