Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Χρυσόστομος Σμύρνης. Ο άνθρωπος που μαρτύρησε μαζί με την Ιωνία.

Χρυσόστομος Σμύρνης. Ο άνθρωπος που μαρτύρησε μαζί με την Ιωνία.

Τον Αύγουστος του 1922, οι χριστιανοί της Μικράς Ασίας κατευθύνονται αλλόφρονες και πανικόβλητοι προς τη Σμύρνη, το κέντρο του μικρασιατικού ελληνισμού. Η αποχώρηση των δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού από τα μικρασιατικά εδάφη έχει αφήσει ελεύθερο το πεδίο δράσεως στους τσέτες, στους ζεϊμπέκους και στους ατάκτους του Κεμάλ, που προελαύνουν λεηλατώντας, βιάζοντας, καίγοντας και δολοφονώντας, ενω στην ίδια τη Σμύρνη, σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από την προκυμαία, βρίσκονται αγκυροβολημένα τα επιβλητικά θωρηκτά και καταδρομικά των Συμμαχικών δυνάμεων.

Η Σμύρνη βυθισμένη στο χάος.

Στις 19 Αυγούστου 1922 ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ένας φωτισμένος ιεράρχης, απευθύνει τα τελευταία λόγια του προς τους Σμυρνιούς, στον κατάμεστο ναό της Αγίας Φωτεινής: «Αδελφοί μου, η ώρα είναι δεινή, αλλά και ο Θεός είναι μεγάλος. Έχετε πίστιν εις Αυτόν. Δοκιμαζόμεθα, αλλά ας μην ολιγοπιστώμεν».

Εικόνα: Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Φωτεινής το 1919.

Στις 25 Αυγούστου η στρατιωτική εκκένωση έχει ολοκληρωθεί και οι πρόσφυγες καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπάθειες να επιβιβαστούν σε πλοία. Ο Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος και διοικητής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, που έχει δηλώσει πριν από τρεις μόλις ημέρες σε εφημερίδα της Σμύρνης ότι οι Τούρκοι δε θα μπορέσουν να εισέλθουν στην πρωτεύουσα της Ιωνίας ούτε ύστερα από δέκα μήνες, μεταφέρει το αρχηγείο του σε πλοίο.

Την ίδια ημέρα ο Χρυσόστομος, που συνεχίζει τις άοκνες προσπάθειές του για τη διάσωση του μικρασιατικού ελληνισμού, επισκέπτεται τον αμερικανό πρεσβευτή Χόρτον και συντάσσει την τελευταία επιστολή του, που έχει ως αποδέκτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όπου του λέγει, «Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το Ελληνικόν Κράτος, αλλά και σύμπαν το Ελληνικόν Έθνος καταβαίνει πλέον εις τον Άδην, από του οποίου καμία πλέον δύναμις δεν θα δυνηθή να το αναβιβάση και το σώση».

Στις 26 Αυγούστου, τελευταία ημέρα της ελληνικής ζωής της Σμύρνης, όλες οι λεωφόροι, οι δρόμοι και τα σοκάκια της πόλης κατακλύζονται από χιλιάδες ελληνορθόδοξους πρόσφυγες, που καταφθάνουν με κάθε συγκοινωνιακό μέσο και με όσα πράγματα μπορούν να κουβαλήσουν μαζί τους, ξεκληρισμένοι και ξεριζωμένοι από τις εστίες τους.

Οι περισσότερες πρεσβείες κλείνουν, ενώ κλειστό είναι και το ελληνικό προξενείο. Γύρω στις 6 το απόγευμα, κι ενώ χιλιάδες πρόσφυγες περιφέρονται στην προκυμαία, τα ελληνικά πολεμικά σκάφη, με αναπεπταμένη τη σημαία, στρέφουν την πλώρη τους προς την έξοδο του κόλπου. Λίγο αργότερα το μόνο που διακρίνεται είναι ο καπνός τους, που βυθίζει την πόλη στο πένθος και στο σπαραγμό.

Εικόνα: Το μαρτύριο του Χρυσοστόμου Σμύρνης από τον αγιογράφο Αντώνιο Φίκο.

Στις 7 ο διαβόητος Αριστείδης Στεργιάδης, ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης, εγκαταλείπει την πόλη, καθώς μεταφέρεται από μια αγγλική ατμάκατο στη ναυαρχίδα των βρετανικών ναυτικών δυνάμεων που ναυλοχούσαν εκεί, στο θωρηκτό «Σιδηρούς Δουξ».

Στις 27 Αυγούστου, ημέρα Σάββατο, αρχίζουν οι επιθέσεις των Τούρκων εναντίον μεμονωμένων ατόμων, ενώ εισέρχεται στην πόλη ένα έφιππο απόσπασμα, οι πρώτοι τσέτες. Το βράδυ φθάνει στην πόλη και αναλαμβάνει τη διοίκησή της ο Νουρεντίν πασάς, ορκισμένος εχθρός του Χρυσοστόμου και απηνής διώκτης του ελληνισμού.

Ο “ποιμένας” που δεν εγκατέλειψε το “ποίμνιο” του.

Ο Χρυσόστομος, μολονότι έχει όλες αυτές τις ημέρες τη δυνατότητα ασφαλούς διαφυγής από την πόλη με τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων, αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Ενώ ο Τουρκικός Στρατός ήλεγχε πλήρως την Σμύρνη, ένας Ιταλός καθολικός ιερέας ενημέρωσε τους Γάλλους σχετικά με τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε ο Χρυσόστομος. Πολύ σύντομα μια γαλλική περίπολος, αποτελούμενη από 20 ναύτες, κατέφθασε στην Μητρόπολη, την Αγία Φωτεινή, με σκοπό να φυγαδεύσει τον Χρυσόστομο.

Οι Γάλλοι ζήτησαν από τον Μητροπολίτη να τους ακολουθήσει, είτε στο προξενείο τους, είτε στην καθολική εκκλησία της Sacre Coeur (Καρδιά του Ιησού). Εκείνος όμως αρνήθηκε τονίζοντάς τους ότι το καθήκον του υπαγόρευε να παραμείνει με το ποίμνιό του, «ως καλός ποιμένας», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε.

Λίγο αργότερα, κατά τις 19.30, κατέφθασε ένας Τούρκος αξιωματικός, ο οποίος συνοδευόταν από δύο στρατιώτες. Οδήγησαν τον Χρυσόστομο στην πλατεία Διοικητηρίου, μαζί με δύο από τα πλέον εξέχοντα πρόσωπα της Σμύρνης, τον δημογέροντα Γεώργιο Κλιμάνογλου και τον νομικό Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου, εκδότη της γαλλόφωνης εφημερίδας «La Reforme». Η γαλλική περίπολος ακολούθησε τον μητροπολίτη, ο οποίος βρισκόταν ήδη ενώπιον του Νουρεντίν πασά. Ο τελευταίος έδωσε εντολή να εκτελεστούν οι δύο δημογέροντες.

Εικόνα: “Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος εκρεουργήθη”, γράφει στις 2 Σεπτεμβρίου 1922 η εφημερίδα ¨Ελεύθερον Βήμα”.

Το μαρτύριο του Χρυσόστομου.

Έπειτα από λίγο απευθύνθηκε στον Χρυσόστομο λέγοντάς του, «Εμείς, θα τα βρούμε μαζί» και συνέχισε, εξυβρίζοντάς τον χυδαία και κατηγορώντας τον για την φιλελληνική του στάση και τις ενέργειές του εναντίον του Τουρκικού έθνους. Κατόπιν του ανακοίνωσε ότι το “Επαναστατικό Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας”, στην Άγκυρα, είχε ήδη αποφασίσει την καταδίκη του σε θάνατο

Ο Τούρκος αξιωματούχος κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι του κτηρίου, από όπου αντίκρισε στην πλατεία Διοικητηρίου, τη θέα μαινόμενου πλήθους Τούρκων, στους οποίους απηύθυνε τα παρακάτω λόγια, “Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώσετε, αν σας έκανε κακό, να του κάνετε και σεις κακό!”.

Σύμφωνα με τον Νουρεντίν, ο Χρυσόστομος είχε προδώσει ως τούρκος υπήκοος την πατρίδα του, κι έπρεπε να δικαστεί για τις ενέργειές του εναντίον του τουρκικού έθνους. Αυτός, σαν άλλος Πόντιος Πιλάτος, προτίμησε να αφήσει τον εξαγριωμένο και φανατισμένο τουρκικό όχλο να τον δικάσει, σαν ένα νέο Χριστό, χωρίς αγκάθινο στεφάνι, αλλά με το στεφάνι του εθνομάρτυρα.

Ο Χρυσόστομος παραδόθηκε στον όχλος. Τον άρπαξαν χωρίς χρονοτριβή και τον οδήγησε λίγο πιο πέρα, μπροστά στο μπαρμπέρικο του Ismail ενός Ιταλού προστατευόμενου, εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μια άσπρη μπλούζα που πήραν από τον κουρέα. Άρχισαν αμέσως να τον χτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και με ξύλα, και να τον φτύνουν στο πρόσωπο, του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα, του ξερίζωσαν τη γενειάδα, του έβγαλαν τα μάτια, του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά.

Σύμφωνα με μια εκδοχή, ένας Τούρκος πυροβόλησε τον μητροπολίτη δύο φορές στο κεφάλι, δίνοντας τέλος στο μαρτύριό του. Ο Ρενέ Πυώ στο βιβλίο του “Ο Θάνατος της Σμύρνης”, αναφέρει μια σειρά από αυτόπτες μάρτυρες που είδαν με τα μάτια τους αυτό αλλά και όλα τα υπόλοιπα εγκλήματα.

Εικόνα: Ο άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης.

“Γυναίκες ατιμάζονταν μπροστά στα μάτια των γονιών και των συζύγων τους. Ένας Έλληνας είδε τη σφαγή τού πατέρα του και τον βιασμό της κόρης του. Ένας Λεβαντίνος που είδε παρόμοια σκηνή αυτοκτόνησε. Και ακόμη, ντοπαρισμένοι Τούρκοι στρατιώτες αρπάζουν από τις αγκαλιές μητέρων τα παιδιά τους, τα ξεκοιλιάζουν και τα πετάνε μισοπεθαμένα στα πόδια τους”.

Τραγικό υπήρξε και το τέλος των δυο δημογερόντων που τον συνόδευαν. Ο Γεώργιος Κλιμάνογλου απαγχονίσθηκε, ενώ ο Νικόλαος Τσουρούκτσογλου, αφού τον έδεσαν από τα πόδια σε ένα αυτοκίνητο, τον περιέφεραν στο κέντρο της Σμύρνης, ενώ το κεφάλι του συρόταν στα λιθόστρωτα καλντερίμια.

Πηγές:

  • Σαράντος Καργάκος, “Ο Εθνομάρτυς Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης”.
  • Ισπόγλου Αλέξανδρος, “Ο Χρυσόστομος Σμύρνης: Μια αντιστασιακή προσωπικότητα”.
  • Giles Milton,”Paradise Lost: Smyrna 1922″.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.