Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Μάχη των Πλαταιών. Ο Ελληνικός “οδοστρωτήρας” αφανίζει τους Πέρσες.

Μάχη των Πλαταιών. Ο Ελληνικός “οδοστρωτήρας” αφανίζει τους Πέρσες.

Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. και τη νίκη των Ελλήνων, η συμμετοχή του περσικού ναυτικού στις επιχειρήσεις στην Ελλάδα, ουσιαστικά σταματά. Όταν αποχώρησαν τα φοινικικά καράβια, ο στόλος των Περσών αριθμούσε γύρω στα 300 πλοία. Αφού διαχείμασε στην Κύμη, την άνοιξη αγκυροβόλησε στη Σάμο για να επιτηρεί την Ιωνία, που θεωρούνταν “ύποπτη” για επανάσταση.

Ο γαμπρός του Ξέρξη, Μαρδόνιος, που είχε μείνει με πολύ ισχυρές δυνάμεις στη Θεσσαλία, επιχείρησε να υποτάξει την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τα όπλα αλλά και άκρως δελεαστικές προτάσεις. Μετά τη διακοπή των επιχειρήσεων στη διάρκεια του χειμώνα του 479 π.Χ., έγινε ορατή η αντίθεση ανάμεσα στους Σπαρτιάτες, που δεν βρίσκονταν κάτω από άμεση περσική απειλή και τις πόλεις της Στερεάς Ελλάδας, που πίεζαν για ανάληψη άμεσης στρατιωτικής δράσης.

Εικόνα: Χάρτης με της Περσικές εκστρατείες στην Ελλάδα.

Οι Αθηναίοι έστειλαν στη Σπάρτη αντιπροσωπεία, υπό την ηγεσία του Θεμιστοκλή, για να πείσουν τους Λακεδαίμονες να αναλάβουν αμέσως δράση. Η προσπάθεια αυτή δεν είχε αίσια έκβαση. Το ίδιο χρονικό διάστημα όμως, στη Σπάρτη υπήρξαν αλλαγές στη στρατιωτική ηγεσία. Ο Κλεόμβροτος, αντιβασιλέας και επίτροπος του ανήλικου βασιλιά Πλείσταρχου, γιου του Λεωνίδα, που ήταν αρχιστράτηγος των Πελοποννησίων στον Ισθμό της Κορίνθου, πέθανε. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Παυσανίας, που όρισε υπαρχηγό του, τον Ευρυάνακτα, εξάδελφό του, που ήταν γιος του άλλου αδελφού του Λεωνίδα, του Δωριέα.

Οι δελεαστικές προτάσεις του Μαρδονίου.

Ο Μαρδόνιος, γνωρίζοντας τις αντιθέσεις στα εσωτερικά των Ελλήνων, επιχείρησε να προσεταιριστεί τους Αθηναίους με πολύ σημαντικά ανταλλάγματα. Έστειλε λοιπόν προς αυτούς τον υποτελή και σύμμαχό του βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο που μετέφερε τις εξής ελκυστικές προτάσεις:

  1. Θα δινόταν αμνηστία στους Αθηναίους για όσα δεινά είχαν προκαλέσει στους Πέρσες στο παρελθόν.
  2. Οι Πέρσες θα εγγυούνταν την εσωτερικής αυτονομίας της κυβέρνησης των Αθηνών.
  3. Η Αθήνα θα κατοχυρώνονταν ως «ντε φάκτο» ηγεμονεύουσα πόλη της Ελλάδας με δυνατότητα να επεκτείνει “εν λευκώ” τα σύνορά της.
  4. Το κόστος της πλήρη αποκατάσταση των ναών και των τειχών της πόλης που είχαν καταστραφεί από τον Ξέρξη θα το κάλυπταν οι Πέρσες.
  5. Ενώ τέλος η Αθήνα θα λάμβανε μεγάλη ετήσια οικονομική βοήθεια από τους Πέρσες.

Ως αντάλλαγμα, οι Αθηναίοι θα πολεμούσαν στο πλευρό των Περσών. Κυρίως, εναντίον των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι, σκόπιμα, καθυστέρησαν να δώσουν απάντηση. Με κάποιον τρόπο, τα νέα έφτασαν και στη Σπάρτη. Οι Λακεδαιμόνιοι  εμφανώς θορυβημένοι έστειλαν στην Αθήνα αγγελιοφόρους.

Εικόνα: Μονομαχία Πέρση πεζικάριου και Έλληνα οπλίτη.

Οι Αθηναίοι, που είχαν πετύχει το σκοπό τους, να εμπλακούν για τα καλά οι Σπαρτιάτες στη διαφαινόμενη σύγκρουση με τους Πέρσες, φρόντισαν να μιλήσουν στην Εκκλησία του Δήμου, στην ίδια συνέλευση, ο Αλέξανδρος μετέφερε τις προτάσεις του Μαρδόνιου και έπειτα, οι Σπαρτιάτες αγγελιοφόροι ανακοίνωσαν το μήνυμα της πόλεως τους.

Μόλις άκουσαν και τις δύο πλευρές, οι Αθηναίοι έδωσαν περήφανες απαντήσεις. Στον Αλέξανδρο είπαν, «Γνωρίζουμε ότι οι Πέρσες έχουν στρατεύματα πολλαπλάσια από τα δικά μας. Αλλά επειδή αγαπούμε υπερβολικά την ελευθερία, θα την υπερασπισθούμε όσο μπορούμε. Να διαβιβάσεις λοιπόν στον Μαρδόνιο ότι οι Αθηναίοι λένε πως όσο ο Ήλιος ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που ακολουθεί και τώρα, ποτέ δεν θα κλείσουμε συμμαχία με τον Ξέρξη».

Οι Σπαρτιάτες αγγελιοφόροι, έχοντας καταλάβει πριν καν μιλήσουν, ότι οι Αθηναίοι θα απέρριπταν τις περσικές προτάσεις, δείγμα οξυδέρκειας και διορατικότητας, αρκέστηκαν να κατηγορήσουν τον Αλέξανδρο ως τύραννο, καθώς συνεργεί σε έργα τυράννου και να προειδοποιήσουν τους Αθηναίους ότι δεν πρέπει να πιστέψουν τα λόγια του Μαρδόνιου καθώς γνωρίζουν ότι για τους βαρβάρους δεν έχει καμία αξία ούτε η εμπιστοσύνη ούτε η αλήθεια.

Η απάντηση των Αθηναίων και προς αυτούς, ήταν μνημειώδεις, «Δεν υπάρχει στη Γη πουθενά τόσο χρυσάφι, ούτε χώρα τόσο ανώτερη στην ομορφιά και στον πλούτο, ώστε να δεχθούμε και να θελήσουμε μηδίζοντας, να υποδουλώσουμε την Ελλάδα». Οι απαντήσεις αυτές, που περιέχονται στο έργο του Ηρόδοτου, είναι ενδεικτικές για το πνεύμα και το φρόνημα των Αθηναίων σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας.

Εικόνα: Ο Παυσανίας ήταν Σπαρτιάτης στρατηγός, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο αρχηγός του συνασπισμένου ελληνικού στρατού στη μάχη των Πλαταιών.

Το μόνο που ζήτησαν οι Αθηναίοι από τους Σπαρτιάτες είναι να στείλουν το ταχύτερο στρατό στη Βοιωτία ώστε να ενωθεί με τον Αθηναϊκό να πολεμήσει τους Πέρσες πριν αυτοί εισβάλουν ξανά στην Αττική. Οι Σπαρτιάτες όμως αθέτησαν το λόγο τους μη στέλνοντας στρατό στη Βοιωτία παρά μένοντας στη πατρίδα τους καθώς γιόρταζαν τα Υακίνθια.

Η δεύτερη καταστροφή των Αθηνών και τα γεγονότα πριν την μάχη.

Πρέπει να ήταν προχωρημένη άνοιξη όταν ο Αλέξανδρος μετέφερε στον Μαρδόνιο την αρνητική απάντηση των Αθηναίων. Τότε, ο τελευταίος προχώρησε στην επιδίωξη μιας καθοριστικής στρατιωτικής αναμέτρησης, ξεκινοντας από την Θεσσαλία και μέσο της Βοιωτίας βάδισε κατά της Αττικής.

Βέβαια όπως προ είπαμε οι Σπαρτιάτες δεν τίμησαν τον λόγο τους και αποτέλεσμα αυτού ήταν ο Μαρδόνιος να περάσει από τη Θεσσαλία στην Αττική ανεμπόδιστος έχοντας μαζί του ως συμμάχους όλα τα «έθνη» της ανατολικής Ελλάδας αναγκάζοντας τους Αθηναίους για δεύτερη φορά μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν τόσο πολυάριθμο στρατό να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να μεταβούν στη Σαλαμίνα.

Αρχές Ιουνίου, ο Μαρδόνιος έφτασε στην Αθήνα. Πριν όμως κάνει οτιδήποτε, θέλησε να επαναλάβει τις προτάσεις του προς τους Αθηναίους. Απεσταλμένος του αυτή τη φορά, στην αθηναϊκή Βουλή στη Σαλαμίνα ήταν ένας Έλληνας του Πόντου, ο Μουρυχίδης. Η νέα απιστία των Σπαρτιατών είχε οξύνει τα πνεύματα παρ’ όλα αυτά όταν ανακοινώθηκαν οι προτάσεις στη βουλή, όλοι οι βουλευτές εκτός από έναν ονόματι Λυκίδη, απέκρουσαν τις προτάσεις των Περσών.

Εικόνα:  Τα “χίλια έθνη” της Περσικής Αυτοκρατορίας όπως εμφανίζονται στον τάφο του Ξέρξη στην Naqsh-e Rostam.

Όταν οι άλλοι βουλευτές  άκουσαν τον Λυκίδη να προτείνει την αποδοχή των Περσικών προτάσεων, του επιτέθηκαν με μανία και άρχισαν να χειροδικούν εναντίον του. Το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο έξω από τη Βουλή, άρπαξε τον Λυκίδη και τον λιντσάρισε. Αμέσως μετα ένα πλήθος γυναικών, αλαλάζοντας, κατευθύνθηκαν στο κατάλυμα του Λυκίδη και λιθοβόλησαν τη σύζυγο και τα παιδιά του. Στον Μουρυχίδη, επιτράπηκε να φύγει. Αυτός με την σειρά του συνέταξε μια αναφορά προς τον Μαρδόνιο, με όλα όσα είχαν συμβεί.

Το ίδιο χρονικό διάστημα, νέα αθηναϊκή αντιπροσωπεία, υπό τον Αριστείδη και μαζί με τους Μεγαρείς και τους Πλαταιείς, κατευθύνθηκε στη Σπάρτη, διαμαρτυρόμενοι για τη νέα αυτή αθέτηση του λογού τους και να απαιτήσουν την άμεση αποστολή στρατού αν όχι στη Βοιωτία που είχε καταληφθεί από τον εχθρό, τουλάχιστον στο Θριάσιο πεδίο. Οι Σπαρτιάτες από την πλευρά τους, επανέλαβαν την πρόφαση της γιορτής των Υακινθίων και ανέβαλαν για δέκα μέρες την απάντησή τους. Είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την οχύρωση του Ισθμού και αισθάνονταν ασφαλείς.

Έτσι αφού οι πρέσβεις των Αθηναίων δυσανασχέτησαν τους είπαν ότι αν την επομένη δεν λάβουν απάντηση θα συμμαχήσουν με τους Πέρσες. Οι έφοροι φοβούμενοι αυτή την κατάληξη και αφού έλαβαν σοβαρά υπόψιν την παρέμβαση του Τεγεάτη Χίλεου, που ήταν ιδιαίτερα σεβαστός στη Σπάρτη, και τόνισε ότι αν οι Αθηναίοι δεχτούν τις περσικές προτάσεις, η Σπάρτη θα κινδυνεύσει άμεσα, διέταξαν τον Παυσανία να περάσει τον Ισθμό και να ενωθεί με τους υπόλοιπους Έλληνες. Έκπληκτη η αθηναϊκή αντιπροσωπεία, άκουσε τη δέκατη μέρα, ότι τα στρατεύματα της Σπάρτης, 5.000 άνδρες και 35.000 είλωτες, βρίσκονταν ήδη στο Ορέστειον της Αρκαδίας.

Εικόνα: Ο Αριστείδης ανέλαβε να δώσει την απάντηση των Αθηναίων προς τον απεσταλμένο του Πέρση στρατηγού Μαρδόνιου, βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο Α’, ο οποίος με δελεαστικούς όρους πρότεινε την προσχώρηση της Αθήνας στο πλευρό των Περσών.

Ο Μαρδόνιος όταν ειδοποιήθηκε από τους Αργείους για τις κινήσεις του Πελοποννησιακού στρατού, αφού κατέστρεψε εντελώς την Αθήνα, εγκατέλειψε την Αττική και συμπτύχθηκε στη Θήβα, οι ηγέτες της οποίας είχαν μηδίσει. Φτάνοντας εκεί στρατοπέδευσε στην πεδιάδα μπροστά από την τειχισμένη πόλη των Θηβαίων συμμάχων του ώστε να καλύψει τα νώτα του και να μπορέσει να αγωνιστεί σε ανοικτό χώρο.

Ύστερα, έστειλε το ιππικό του και τμήμα του στρατού του εναντίον 1.000 Σπαρτιατών που βρίσκονταν στα Μέγαρα. Όταν όμως έμαθε ότι ο υπόλοιπος σπαρτιατικός στρατός βρισκόταν στον Ισθμό, κατευθύνθηκε προς τη Βοιωτία από τη Δεκέλεια και αφού λεηλάτησε την περιοχή του Τατοΐου υποχώρησαν ταχύτατα στα περίχωρα της Θήβας. Βασικός του στόχος ήταν να προσελκύσει τα ελληνικά στρατεύματα να κατεβούν στη βοιωτική πεδιάδα.

Ο Πελοποννησιακός στρατός άργησε να φτάσει στην Ελευσίνα διότι οι Λακεδαιμόνιοι αναγκάστηκαν να περιμένουν τους άλλους Πελοποννήσιους. Τελικά προσήλθαν 1.500 Τεγεάτες, 5.000 Κορίνθιοι, 300 Ποτιδαιάτες, 600 Ορχομένιοι Αρκάδες, 3.000 Σικυώνιοι, 800 Επιδαύριοι, 1.000 Τροιζήνιοι, 200 Λεπρεάτες, 400 Μυκηναίοι και Τιρύνθιοι, 1.000 Φλιάσιοι, 300 Ερμιονείς, 600 Ερετριείς και Στυρείς, 400 Χαλκιδείς, 500 Αμβρακιώτες, 800 Λευκάδιοι, 200 Παλλείς απο την Κεφαλληνία και 500 Αιγινίτες. Όταν ο στρατός έφτασε στα Μέγαρα ενώθηκε με 8.000 Αθηναίους και 600 Πλαταιείς με αρχηγό τον Αριστείδη.

Από την Ελευσίνα ο Παυσανίας περνώντας στη Βοιωτία είδε τον περσικό στρατό να έχει παραταχθεί στον Ασωπό ποταμό και μη τολμώντας να κατέβει στην πεδιάδα ώστε να αντιπαρατεθεί με τους 300.000 άνδρες του περσικού στρατού, προτίμησε να στρατοπεδεύσει στους πρόποδες του βουνού. Φαίνεται ότι τελικά οι Έλληνες παρατάχθηκαν στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, απέναντι από τους Πέρσες, κοντά στο σημερινό Κριεκούκι. Στις δυνάμεις αυτές αν προστεθούν και οι 5.000 Σπαρτιάτες που ακολουθούνταν από 35.000 είλωτες και 1.800 Θεσπιείς, ο Ελληνικός στρατός αριθμούσε 110.000 άνδρες.

Εικόνα: Αεροφωτογραφία του πεδίου μάχης των Πλαταιών όπου διαφαίνονται ο ποταμός Ασωπός (στο επάνω μερος της φωτογραφίας) και οι Πλαταιές (στα δεξιά της φωτογραφίας).

Οι πρώτες αψιμαχίες.

Ο Μαρδόνιος θέλησε, όπως είπαμε, να παρασύρει τους Έλληνες στην πεδιάδα ανάμεσα στον Ασωπό ποταμό και τη Θήβα, για να εκμεταλλευτεί το πανίσχυρο ιππικό του. Ομωως οι Έλληνες στρατοπέδευσαν νότια του Ασωπού, στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, όπως είπαμε και αυτό του χαλούσε τα σχέδια. Καθώς δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να κάνουν αυτό που περίμενε ο Μαρδόνιος, αυτός έστειλε εναντίον τους όλο το ιππικό του, υπό την αρχηγία ενός από τους καλύτερους Πέρσες αξιωματικούς, του Μασίστιου.

Οι Μεγαρείς, που κατείχαν την πιο ευάλωτη θέση από τα ελληνικά στρατεύματα, δέχτηκαν μεγάλη πίεση και ζήτησαν εσπευσμένα βοήθεια από τον Παυσανία, ο οποίος κάλεσε εθελοντές. Παρουσιάστηκαν μόνο 300 επίλεκτοι Αθηναίοι οπλίτες και τοξότες με αρχηγό τον Ολυμπιόδωρο. Ο Μασίστιος κάλπασε εναντίον τους, επικεφαλής της ίλης τους. Αποτελούσε όμως έτσι εύκολο στόχο για τους δεινούς Αθηναίους τοξότες.

Ένα από τα βέλη που έριξαν χτύπησε το άλογό του, που σηκώθηκε στα πίσω πόδια του και τον έριξε κάτω. Γύρω από τον Μασίστιο δόθηκε ολόκληρη μάχη, καθώς το ντυμένο με μέταλλο σώμα του έδειχνε άτρωτο. Ωστόσο, ένας οπλίτης τον χτύπησε με την αιχμή του ακοντίου του στο μάτι, σκοτώνοντάς τον ακαριαία.

Οι Πέρσες, μαινόμενοι, προσπάθησαν να πάρουν το άψυχο σώμα του Μασίστιου. Τότε έφθασαν οι Σπαρτιάτες υπό τον Παυσανία και τους υποχρέωσαν σε άτακτη φυγή… Ο θρήνος για τον θάνατο του Μασίστιου στο περσικό στρατόπεδο ήταν μεγάλος. Μετά την πρώτη αυτή επιτυχία, ο Παυσανίας αποφάσισε να φέρει τον στρατό πιο κοντά στις Πλαταιές.

Εικόνα: Οι αρχικές θέσεις των αντιπάλων στη μάχη των Πλαταιών.

Έτσι, οι Σπαρτιάτες παρατάχθηκαν στο δεξιό μέρος, κοντά στην κρήνη Γαργαφία, σ’ έναν απρόσιτο στο εχθρικό ιππικό λόφο, οι Αθηναίοι στο αριστερό μέρος, επίσης σε λόφο, τον Πύργο, ενώ το κέντρο των ελληνικών στρατευμάτων έμεινε εντελώς απροφύλαχτο στην πεδιάδα. Όταν οι Πέρσες διαπίστωσαν τη μετακίνηση των Ελλήνων, μετακινήθηκαν κι αυτοί προς τα δυτικά, στη βόρεια όχθη του Ασωπού, παράλληλα με τον ποταμό.

Κατά τον Ηρόδοτο, οι στρατοί παρέμειναν αδρανείς για οχτώ ημέρες, καθώς οι μάντεις, ο Τισαμενός των Ελλήνων και ο Ηγισίστρατος ο Ηλείος, που βρισκόταν στο περσικό στρατόπεδο, ανέφεραν ότι οι οιωνοί και για τους δύο αντιπάλους ήταν καλοί για την άμυνα, όχι όμως και για επίθεση μετά από διάβαση του Ασωπού. Έτσι ο Παυσανίας και ο Μαρδόνιος προτίμησαν να παραμείνουν αδρανείς.

Μόνο την όγδοη μέρα ο Θηβαίος ηγέτης Τιμηγενίδης συμβούλευσε τον Μαρδόνιο να αποκλείσει τη διάβαση του Κιθαιρώνα, απ’ όπου καθημερινά οι Έλληνες προμηθεύονταν νερό και τρόφιμα. Ο επικεφαλής των Περσών έστειλε το ιππικό του στη διάβαση και εξόντωσε μια εφοδιοπομπή 500 ζώων, ενώ με συνεχείς επιδρομές εναντίον των ελληνικών θέσεων εμπόδιζε την προμήθεια νερού από τον Ασωπό.

Την ενδέκατη μέρα, κατά τον Ηρόδοτο πάντα, έγινε περσικό πολεμικό συμβούλιο, όπου ο Μαρδόνιος και ο ικανός στρατηγός Αρτάβαζος διαφώνησαν για το τι πρέπει να κάνουν. Ο Αρτάβαζος, όπως και οι Θηβαίοι, πρότειναν ο περσικός στρατός να κατευθυνθεί στη Θήβα, όπου υπήρχαν άφθονα τρόφιμα και θα μπορούσε εύκολα να αμυνθεί. Αντίθετα, ο Μαρδόνιος πιστεύοντας στη μεγάλη υπεροχή του στρατού του, υποστήριζε την άμεση επίθεση, κάτι που τελικά έγινε.

Εικόνα: Ο θάνατος του Μεσίστιου.

Η παρέμβαση του Αλεξάνδρου της Μακεδονίας λίγο πριν την μάχη.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος, στον οποίο είχαμε αναφερθεί και παραπάνω, προσέγγισε μυστικά το ελληνικό στρατόπεδο και απευθύνθηκε στον Παυσανία και τον Αριστείδη ενημερώνοντάς τους ότι ο Μαρδόνιος ετοιμαζόταν να επιτεθεί τα ξημερώματα, γιατί φοβόταν ότι οι Έλληνες θα συγκέντρωναν μεγαλύτερες δυνάμεις.

«Είμαι κι εγώ Έλληνας από παλαιά γενιά και δεν θα ήθελα να βλέπω την Ελλάδα δούλη και όχι ελεύθερη». Η ρητή αυτή αναφορά του Ηρόδοτου στο ότι ο Αλέξανδρος ήταν και αισθανόταν Έλληνας αποτελεί πολυσήμαντη ιστορική πληροφορία.

Χωρίς νερό και τρόφιμα η κατάσταση στο ελληνικό στρατόπεδο έμοιαζε πάρα πολύ δύσκολη. Ένα πολεμικό συμβούλιο που έγινε αποφάσισε την οπισθοχώρηση προς τις Πλαταιές. Η θέση που διάλεξαν ονομαζόταν Νήσος, γιατί βρισκόταν ανάμεσα σε δύο παραποτάμους της Ωερόης, παραπόταμου του Ασωπού.

Σύμφωνα με όλους τους ιστορικούς, η «κατάληψη» των νέων θέσεων δεν έγινε συντεταγμένα. Υπήρξε μεγάλη σύγχυση για το ποιος θα πάει πού. Ο Ηρόδοτος αναφέρει χαρακτηριστικά, ο Θουκυδίδης απορρίπτει ωστόσο αυτή την εκδοχή,  ότι ο Αμομφάρετος, ανώτερος Σπαρτιάτης διοικητής του Πιτανάτη λόχου, δεν δεχόταν να υποχωρήσει με τους άντρες του, γιατί θεωρούσε ατιμωτική πράξη κάτι τέτοιο. Τελικά, πείστηκε από τον Παυσανία και τον Ευρυάνακτα να υποχωρήσει. Ενδεχομένως η καθυστέρηση του Αμομφάρετου να αποτέλεσε μέρος ευρύτερης στρατηγικής κίνησης.

Η έναρξη της γενικευμένης σύγκρουσης.

Η μάχη των Πλαταιών έγινε πιθανότατα στις 27 Αυγούστου του 479 π.Χ. Ο Μαρδόνιος διέταξε το ιππικό του να περάσει ξανά τον Ασωπό ποταμό. Οι ιππείς του τον ενημέρωσαν για την υποχώρηση των Ελλήνων και τη διαίρεση των στρατευμάτων τους σε τρία τμήματα. Αποφάσισε να χωρίσει κι αυτός τον στρατό του σε τρία μέρη.

Τρεις μάχες ουσιαστικά, η μία ανεξάρτητα από την άλλη, αποτελούν τη μάχη των Πλαταιών, στην οποία κρίθηκε οριστικά η τύχη της αρχαίας Ελλάδας, ίσως και του αρχαίου κόσμου. Από τις τρεις επιμέρους συγκρούσεις σπουδαιότερη και καθοριστικότερη ήταν αυτή μεταξύ Σπαρτιατών και Περσών.

Εικόνα: Ο τρι-μέτωπος αγώνας στην μάχη των Πλαταιών.

Μετά την αρχική επίθεση των Περσών, οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Ζήτησαν τη βοήθεια των Αθηναίων, οι οποίοι όμως δεν μπόρεσαν να τους συνδράμουν, γιατί δέχτηκαν επίθεση από τους Θηβαίους. Τελικά οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να υποχωρήσουν σε έδαφος προφυλαγμένο από τις επιθέσεις του ιππικού.

Οι Πέρσες επιχείρησαν ασύντακτη έφοδο εναντίον τους. Όταν πλησίασαν τους Σπαρτιάτες κοντά στο ιερό της Δήμητρας, στερέωσαν τις ασπίδες τους στο έδαφος και δημιουργώντας ένα προστατευτικό τείχος με τις ασπίδες τους άρχισαν να ρίχνουν βέλη προς τους Έλληνες. Οι Σπαρτιάτες και οι Τεγεάτες, που βρίσκονταν μαζί τους, καλύπτονταν με τις ασπίδες τους.

Λίγο αργότερα, ο Παυσανίας έδωσε διαταγή εξόρμησης. Πρώτοι οι Τεγεάτες ρίχτηκαν στη μάχη που ήταν σκληρή. Όταν όμως ο Σπαρτιάτης Αρίμνηστος σκότωσε τον Μαρδόνιο, που μαχόταν περιστοιχιζόμενος από 1.000 εκλεκτούς πολεμιστές του, οι Πέρσες πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή.

Ο Αιγινήτης Λάμπωνας, βλέποντας τον Μαρδόνιο να πέφτει νεκρός και ενθυμούμενος ότι ο Ξέρξης αποκεφάλισε το πτώμα του βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα μετά τη μάχη των Θερμοπυλών, είπε στον Παυσανία, «Ιδού η ευκαιρία να εκδικηθείς για τον αποκεφαλισμό του Λεωνίδα». Εννοώντας να αποκεφαλίσει το πτώμα του Μαρδόνιου. Ο Παυσανίας απάντησε, «Λάμπωνα αυτές τις πράξεις τις κάνουν οι βάρβαροι και όχι οι Έλληνες».

Από την άλλη πλευρά οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν τους Θηβαίους και άλλους μηδίζοντες. Μόνο οι Θηβαίοι τόλμησαν να πολεμήσουν, αλλά έπαθαν πανωλεθρία, έχοντας 300 νεκρούς, και αποσύρθηκαν βιαστικά προς την πόλη τους. Οι Θεσπιείς και οι Πλαταιείς άρχισαν να τους καταδιώκουν, τους νίκησαν για δεύτερη φορά και τους υποχρέωσαν να κλειστούν στη Θήβα.

Οι Έλληνες που βρίσκονταν στο κέντρο της παράταξης, φαίνεται ότι δεν πήραν ενεργό μέρος στη μάχη, καθώς οι Πέρσες που βρίσκονταν απέναντί τους, μετά τον θάνατο του Μαρδόνιου, εγκατέλειψαν τον αγώνα. Ο Αρτάβαζος, που μάλλον παρέμεινε απλός θεατής, έδωσε εντολή για οπισθοχώρηση προς τη Φωκίδα. Μόνο το θηβαϊκό ιππικό, με επικεφαλής τον ίππαρχο Ασωπόδωρο, σκότωσε περίπου 600, Έλληνες.

Εικόνα: Ο Παυσανίας πληροφορείτε από τον Αλέξανδρο της Μακεδονίας τα σχέδια των Περσών.

Οι Πέρσες, μετά την ήττα στο πεδίο της μάχης, υποχώρησαν προς τη Θεσσαλία με επικεφαλής τον Αρτάβαζο, όπως είπαμε, ενώ ένα μεγάλο μέρος τους κατέφυγε σ’ ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο που είχε φτιάξει ο Μαρδόνιος στη θέση Σκώλος. Οι Σπαρτιάτες που τους καταδίωξαν ως εκεί δεν μπόρεσαν να τους καταβάλουν αμέσως, γιατί οι Πέρσες τους απέκρουσαν εύκολα απ’ τα τείχη και τους πύργους. Έτσι ζήτησαν την ενίσχυση των Αθηναίων. Οι Αθηναίοι που έσπευσαν να τους βοηθήσουν ως ειδικοί στις τειχομαχίες μαζι με τους Τεγεάτες, που πρόσφεραν πολλά στη μάχη των Πλαταιών. Ο αγώνας υπήρξε σκληρός και παρατεταμένος.

Τέλος, οι Αθηναίοι με την ανδρεία και την επιμονή τους ανέβηκαν στο τείχος και γκρέμισαν ένα τμήμα του. Από το ρήγμα εισόρμησαν οι Έλληνες, πρώτοι οι Τεγεάτες. Ακολούθησε γενική σφαγή των Περσών, που δεν πρόβαλαν καμία αντίσταση. Δεν είναι δυνατόν από την διήγηση του Ηροδότου να καθορίσουμε με βεβαιότητα την διάρκεια της πολιορκίας του περσικού στρατοπέδου. Το πιθανότερο είναι ότι η επιχείρηση τελείωσε την ίδια μέρα που έγινε η μάχη. Οι Πέρσες, άνω των 100.000, που είχαν κλειστεί στο Περσικό στρατόπεδο θανατώθηκαν μέχρις ενός.

Οι απώλειες των εμπλεκομένων.

Επί δέκα περίπου ημέρες οι Έλληνες έθαβαν τους νεκρούς τους. Κατά τον Ηρόδοτο, στη μάχη έπεσαν 91 Σπαρτιάτες οπλίτες, 52 Αθηναίοι και 16 Τεγεάτες. Πρέπει ασφαλώς να προστεθούν και οι 600 του κέντρου της ελληνικής παρατάξεως. Αλλά ο Πλούταρχος υπολογίζει τους νεκρούς των Ελλήνων συνολικά σε 1360.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι από τους 300.000 Πέρσες γλίτωσαν μόνο οι 40.000 του Αρτάβαζου και 3.000 ακόμα, που κατόρθωσαν να διαφύγουν από την σφαγή του στρατοπέδου. Από την άλλη πλευρά ο Έφορος γράφει ότι οι Έλληνες σκότωσαν περισσότερους από 100.000 Πέρσες, μειώνοντας  σημαντικά τον αριθμό των νεκρών Περσών.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση της μάχης των Πλαταιών.

Στην αρχή του δρόμου των Πλαταιών προς τα Μέγαρα, οι ελληνικές πόλεις, ανήγειραν τάφους για τους ηρωικούς νεκρούς τους. Ο Ηρόδοτος δίνει αρκετές λεπτομέρειες, οι Σπαρτιάτες έθαψαν σε τρεις τάφους τους νεκρούς τους, πιθανότατα σε έναν τους Σπαρτιάτες, σε έναν δεύτερο τους περιοίκους και σε έναν τρίτο τους είλωτες. Οι άλλες πόλεις έθαψαν η καθεμία τους νεκρούς της σε ξεχωριστούς τάφους.

Ο Ηρόδοτος προσθέτει ότι οι άλλοι Έλληνες που δεν πολέμησαν στις Πλαταιές ανύψωσαν τύμβους που δεν περιείχαν νεκρούς, για να πλαστογραφήσουν την ιστορία, αφού οι μελλοντικές γενιές των Ελλήνων θα έβλεπαν σε αυτούς τους τύμβους αποδείξεις συμμετοχής στην μάχη. Προσπαθεί να το αποδείξει με την πληροφορία που άκουσε ότι ο τύμβος των Αιγινητών υψώθηκε 10 χρόνια μετά την μάχη.

Τα λάφυρα και οι συνέπειες της μάχης.

Από τα λάφυρα της μάχης, οι Έλληνες πρόσφεραν το 1/10 στους Θεούς. Στον Απόλλωνα των Δελφών αφιέρωσαν έναν χρυσό τρίποδα που τοποθετημένο στην κορυφή χάλκινου κίονα που παριστάνει τρία φίδια που συμπλέκονται μεταξύ τους, τον «Τρικάρηνο Όφι». Πάνω στους έλικες των φιδιών χάραξαν τα ονόματα των πόλεων που πολέμησαν στις Πλαταιές.

Στον Δία της Ολυμπίας και στον Ποσειδώνα του Ισθμού αφιέρωσαν οι Έλληνες κολοσσιαία ορειχάλκινα αγάλματα. Η Σπάρτη και ο Παυσανίας δέχτηκαν τα βραβεία της ανδρείας. Αξιωματικοί και οπλίτες μοιράστηκαν τα υπόλοιπα λάφυρα, χρυσό, αργυρό, πολύτιμα υφάσματα και δούλους.

Οι Έλληνες ίδρυσαν επίσης στο πεδίο της μάχης βωμό του Ελευθερίου Διός, επάνω στον οποίο χάραξαν το επίγραμμα του Σιμωνίδη, «τονδε που Έλληνες νίκας κράτει έργω Άρηος Πέρσας εξελάσαντες ελευθέρα Ελλάδι κοινόν ιδρύσαντο Διός βωμόν ελευθερίου». Οι Πλαταιείς, που η χώρα τους ανακηρύχθηκε ιερή, απαραβίαστη και ουδέτερη, ανέλαβαν να εορτάζουν κάθε 4 χρόνια τα Ελευθέρια προς τιμήν των νεκρών που τάφηκαν στην γη τους.

Εικόνα: Η Στήλη των Όφεων βρίσκετε σήμερα στην Κωνσταντινούπολη.

Την 11η ημέρα μετά την μάχη ο ελληνικός στρατός παρουσιάστηκε εμπρός στα τείχη της Θήβας και απαίτησε την παράδοση των Θηβαίων αρχηγών που οδήγησαν την πόλη στην περσική συμμαχία. Εκτελούσαν έτσι τον όρκο που είχαν δώσει στον Ισθμό, όταν έκλεισαν την συνθήκη της Πανελλήνιας συμμαχίας.

Μετά από πολιορκία 20 ημερών η πόλη δέχτηκε να παραδώσει τους αρχηγούς του μηδισμού. Ο Ατταγίνος κατόρθωσε να δραπετεύσει. Ο Τιμαγενίδας και οι άλλοι που παραδόθηκαν από τους Θηβαίους στον Παυσανία μεταφέρθηκαν στον Ισθμό και θανατώθηκαν. Αλλά η μεγαλύτερη τιμωρία της Θήβας ήταν η διάλυση της βοιωτικής Συμπολιτείας, στην οποία η πόλη αυτή είχε την πρώτη θέση. Η διάλυση της Συμπολιτείας ωφέλησε ιδιαίτερα την Αθήνα, η οποία μπορούσε πια ευκολότερα να ασκεί την πολιτική της επιρροή στην Βοιωτία.

Στις Πλαταιές απέτυχε και η τελευταία προσπάθεια των Περσών να κατακτήσουν την Ελλάδα. Τα ελληνικά όπλα εξασφάλισαν την ελευθερία. Έκτοτε δεν ακολούθησε καμία νέα περσική στρατιωτική επιχείρηση κατά της Ελλάδος. Οι Πέρσες περιορίστηκαν να αναμειγνύονται παρασκηνιακά στα ελληνικά πράγματα, δωροδοκώντας τις ελληνικές πόλεις με χρυσό, για να πετύχουν την βαθμιαία αποδυνάμωσή τους.

Πηγές:

  • Ηρόδοτος, «Ιστορίαι».
  • Κτησίας, «Περσικά».
  • Tom Holland, «Persian Fire».
  • Peter Green, «The Greco-Persian Wars».
  • Διόδωρος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη».
  • Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι», Αριστείδης.
  • Lazenby, «The Defence of Greece 490–479 BC».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.