Σύγχρονος Κόσμος
Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος του 1905. (Μερος 1ο) Το διπλωματικό υπόβαθρο μιας καινοφανούς συγκρούσεως.

Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος του 1905. (Μερος 1ο) Το διπλωματικό υπόβαθρο μιας καινοφανούς συγκρούσεως.

Μετά την «παλινόρθωση των Μεϊτζί», το 1868, η Ιαπωνία προσπάθησε να αφομοιώσει τις δυτικές ιδέες, τις τεχνολογικές εξελίξεις και τους τρόπους του πολέμου. Έπειτα από 30 χρόνια σκληρής δουλειάς, στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ιαπωνία είχε μετατραπεί σε ένα κραταιό εκσυγχρονισμένο βιομηχανικό κράτος. Βασικός στόχος των Ιαπώνων ήταν να αναγνωριστούν ως ίσοι με τις δυνάμεις της Δύσης.

Η «παλινόρθωση των Μεϊτζί» είχε ως στόχο να εκσυγχρονίσει την Ιαπωνία και όχι να την δυτικοποιήσει. Έτσι λοιπόν η Αυτοκρατορία του Ανατέλλοντος Ηλίου μετεξελίχθηκε σε μια  ιμπεριαλιστική δύναμη, με το βλέμμα στραμμένο στην περαιτέρω επέκταση της στην αντίπερα όχθη της Ιαπωνικής θάλασσας.

Το πρώτο βήμα για την δημιουργία της Αυτοκρατορίας.

Το έτος 1873, ξέσπασε στην Ιαπωνία το λεγόμενο «Seikanron», δηλαδή η αντιπαράθεση που δίχασε την διοικητική ελίτ του κράτους ανάμεσα σε εκείνους που ήθελαν να προσαρτηθεί άμεσα η Κορεατική Χερσόνησος στα εδάφη της Αυτοκρατορίας και σε εκείνους οι οποίοι πίστευαν πως πρώτα η Ιαπωνία θα έπρεπε να εκσυγχρονιστεί πλήρως και έπειτα να προσπαθήσει να επεκταθεί περαιτέρω στην Κορέα.

Εικόνα: Το «Seikanron» ήταν μια μεγάλη πολιτική συζήτηση στην Ιαπωνία, κατά τη διάρκεια του 1873, σχετικά με το «πότε» η Αυτοκρατορία θα ήταν έτοιμη να κατακτήσει την Κορέα. Στον παραπάνω πίνακα ο Saigō Takamori, εικονίζετε να κάθεται στο κέντρο του πίνακα.

Σημαντικό είναι σε αυτό το σημείο να παρατηρήσουμε πως κανείς στην ιαπωνική ελίτ δεν δέχτηκε ποτέ την ιδέα ότι οι Κορεάτες είχαν το δικαίωμα να είναι ανεξάρτητοι, καθώς το ερώτημα ποτέ δεν ήταν το «Αν» αλλά το «Πότε» θα  έπρεπε να κατακτηθεί η Κορέα. Το σκεπτικό αυτό των Ιαπώνων στηριζόταν στον τρόπο που οι Ευρωπαίοι χρησιμοποίησαν την «καθυστέρηση» των εθνών της Αφρικής και της Ασίας ως λόγο για τον οποίο έπρεπε να τα κατακτήσουν.

Έτσι λοιπόν η «καθυστέρηση» της Κίνας και της Κορέας ήταν απόδειξη της κατωτερότητας αυτών των εθνών, επομένως δίνοντας στους Ιάπωνες το “δικαίωμα” να τους κατακτήσουν. Προς υποστήριξη αυτής της ιδεολογίας, ο Υπουργός επί των Εξωτερικών της Αυτοκρατορίας, Inouye Kaoru, σε μια ομιλία του το 1887 δήλωσε πως, «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μετασχηματίσουμε την αυτοκρατορία μας και τους λαούς ΜΑΣ, να κάνουμε την αυτοκρατορία σαν τις χώρες της Ευρώπης και τους λαούς ΜΑΣ σαν τους λαούς της Ευρώπης», δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση  πως η προσάρτηση εδαφών  δε θα γινόταν για την επέκταση της Αυτοκρατορίας αλλά για το καλό των ίδιων τον κατεκτημένων λαών.

Σημαντικό μερίδιο σε αυτή την πολιτική της Ιαπωνίας, που ως κύριο άξονα της είχε τον πολιτικό δαρβινισμό, είχε και ο απλός λαός της Αυτοκρατορίας. Όπως δήλωσε αργότερα ο Βρετανός Ιαπωνολόγος Ρίτσαρντ Στάρι, «η μεγαλύτερη εσφαλμένη αντίληψη για την Ιαπωνία στη Δύση ήταν ότι ο Ιαπωνικός λαός ήταν τα υπάκουα όργανα της ελίτ, όταν στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος της πίεσης για τους πολέμους της Ιαπωνίας από το 1894 έως το 1941 προήλθε από τους απλούς ανθρώπους, που απαιτούσε μια «σκληρή» εξωτερική πολιτική».

Εικόνα: Ο Αυτοκράτορας Meiji το έτος 1888.

Ο Α΄ Σινοϊαπωνικός πόλεμος και η διείσδυση των Ρώσων στην Κορέα.

Το 1884, η Ιαπωνία ενθάρρυνε ένα πραξικόπημα στην Κορέα, με την βοήθεια της φιλο-ιαπωνικής φατρία που εκείνη την περίοδο άκμαζε στην χώρα. Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα η συντηρητική κυβέρνηση της πρωτεύουσας να ζητήσει βοήθεια από την Κίνα, με αποτέλεσμα να υπάρξουν συγκρούσεις μεταξύ Κινέζων και Ιαπώνων στρατιωτών στη Σεούλ. Εκείνη την εποχή, το Τόκιο δεν αισθανόταν ακόμα έτοιμο να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο με την Κίνα, και η κρίση αποσοβήθηκε με τη «Σύμβαση του Τιέντσιν», η οποία άφησε την Κορέα πιο έντονα στην κινεζική σφαίρα επιρροής, αν και έδινε το δικαίωμα στους Ιάπωνες να παρεμβαίνουν στης υποθέσεις της.

Καθ ‘όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880 και στις αρχές της δεκαετίας του 1890, η κυβέρνηση στο Τόκιο επικρίθηκε τακτικά, για το ότι δεν ήταν αρκετά επιθετική απέναντι στην Κορέα, οδηγώντας τον Ιάπωνα ιστορικό Masao Maruyama να γράψει, «Ακριβώς όπως η Ιαπωνία υπέστη πίεση από τις Μεγάλες Δυνάμεις, έτσι θα ασκούσε πίεση σε ακόμη πιο αδύναμες χώρες».

Η Κινεζική βοήθεια, για την καταστολή του φιλο-ιαπωνικού πραξικοπήματος, είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση μιας φιλο-κινεζικής διοίκησης στην Κορέα, υπό τον πλήρη έλεγχο της Κίνας, με τοποτηρητή τον κινέζο Yuan Shikai. Ωστόσο στην αυλή της βασιλεύουσας κορεατικής δυναστείας, Τζοζάν, συνέχισε να είναι διχασμένη ανάμεσα σε μια ρεφορμιστική φατρία που ήταν υπέρ της Ιαπωνίας και μια πιο συντηρητική φατρία που ήταν υπέρ της Κίνας.

Εικόνα: Κινέζοι στρατηγοί στην Πιονγκγιάνγκ παραδίδονται στους Ιάπωνες, Οκτώβριος 1894.

Μια εξέγερση αγροτών υπό την ηγεσία του θρησκευτικού κινήματος Tonghak το 1892 οδήγησε σε αίτημα της κορεατικής κυβέρνησης προς την Κίνα να στείλει στρατεύματα για την καταστολή της επανάστασης και την σταθεροποίηση της χώρας. Από την άλλη πλευρά η Ιαπωνίας έδρασε μονομερώς, στέλνοντας Ιαπωνικές δύναμη στην Κορέα για να συντρίψει το κίνημα, Tonghak, και κατάφερε να εγκαταστήσει μια κυβέρνηση μαριονέτα στη Σεούλ. Η Κίνα αντιτάχθηκε σε αυτές της κινήσεις της Ιαπωνίας δίνοντας έτσι στην Αυτοκρατορία την ιδανική αφορμή για να κηρύξει τον πόλεμο στην Κίνα. Ο Α΄ Σινοϊαπωνικός πόλεμος ήταν πλέον γεγονός.

Οι εχθροπραξίες αποδείχτηκαν σύντομες, με τα ιαπωνικά στρατεύματα εδάφους να απωθούν τις κινεζικές δυνάμεις και στη να καταλαμβάνουν την χερσόνησο Liaodong Ενώ επισης το Ιαπωνικό ναυτικό κατάφερε ένα συντριπτικό πλήγμα στον κινεζικό στόλο, καταστρέφοντας τον ολοκληρωτικά στη ναυμαχία του ποταμού Yalu. Η ταχεία και συνάμα αποφασιστική προέλαση των Αυτοκρατορικών στρατευμάτων σε ξηρά και θάλασσα είχε σαν αποτέλεσμα η Κίνα να ζητήσει την κατάπαυση του πυρός. Έτσι λοιπόν με την «Συνθήκη του Shimonoseki», η Κίνα παραχώρησε τη Χερσόνησο Liaodong και το νησί της Ταϊβάν στην Ιαπωνία.

Μετά τη συνθήκη ειρήνης, η Ρωσία, η Γερμανία και η Γαλλία ανάγκασαν την Ιαπωνία να αποσυρθεί από τη χερσόνησο Liaodong, φοβούμενη μια ανεξέλεγκτη κατάρρευση του «Μεγάλου ασθενή της Άπω Ανατολής». Οι ηγέτες της Ιαπωνίας δεν ένιωθαν ότι είχαν τη δύναμη να αντισταθούν στη συνδυασμένη δύναμη των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, και έτσι συμφώνησαν στους όρους του τελεσιγράφου.

Εικόνα: Ένας αντι-ρωσικός σατιρικός χάρτης που δημιουργήθηκε από έναν Ιάπωνα φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Keio κατά τη διάρκεια του Ρωσο-Ιαπωνικού Πολέμου.

Ταυτόχρονα, οι Ιάπωνες δεν εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους να συμπεριληφθεί η Κορέα στην Ιαπωνική σφαίρα επιρροής. Στις 8 Οκτωβρίου 1895, η βασίλισσα Min της Κορέας, ηγέτης της αντι-Ιαπωνικής φατρίας δολοφονήθηκε από πράκτορες της Αυτοκρατορίας στις αίθουσες του ανακτόρου Gyeongbokgung, μια πράξη που έστρεψε την Κορεατική κοινή γνώμη εναντίον της Ιαπωνίας.

Στις αρχές του 1896, ο διάδοχος και πλέον βασιλιάς, Gojong της Κορέας κατέφυγε στη ρωσική πρεσβεία στη Σεούλ, πιστεύοντας ότι η ζωή του κινδυνεύει από πράκτορες της Ιαπωνίας. Αυτή του η πράξη, αυτομάτως έβαλαν το βασίλειο του στην Ρωσική σφαίρα επιρροής. Επακόλουθο της φυγής του βασιλιά ήταν μια λαϊκή εξέγερση που ανέτρεψε την φιλο-ιαπωνική κυβέρνηση, ενώ αρκετοί υπουργοί λιντσαρίστηκαν στους δρόμους.

Το 1897 η Κορέα ήταν μια χώρα ευρισκόμενη σε πλήρη αναβρασμό. Σε αυτό το σκηνικό η Ρωσία κατέλαβε τη χερσόνησο Λιαοντόνγκ, που προηγουμένως είχε εκκενωθεί από τους Ιάπωνες, ενώ έχτισε το φρούριο Port Arthur με σκοπό να το χρησιμοποιήσει ως βάση για τον Ρωσικό στόλο του Ειρηνικού.

Η απόκτηση του Port Arthur από τη Ρωσία ήταν κατά κύριο λόγο μια αντι-βρετανική κίνηση για την αντιμετώπιση της βρετανικής κατοχής του Wei-hai-Wei, στις νότιες ακτές της Κίτρινης Θάλασσας. Όπως όμως ήταν λογικό αυτή η κίνηση της Ρωσίας, να εισχωρήσει σε κατεκτημένα εδάφη από τους Ιάπωνες στην Κορέα και μάλιστα να χτίσει και μια ναυτική βάση σε αυτά, προκάλεσε ταραχές και έντονα αντι-ρωσικά αισθήματα στην Ιαπωνία.

Εικόνα: Χάρτης με της κινήσεις των εμπλεκομένων κατά τον Πρώτος Σινο-Ιαπωνικός πόλεμος.

Η Ρωσία προσπάθησε να εδραιώσει ακόμα περισσότερο την κυριαρχία της στη Μαντζουρία και κατά συνέπεια στην Κορέα, με την κατασκευή από Ρωσικές εταιρίες, του «Κινεζικού Ανατολικού Σιδηροδρόμου» στη Μαντζουρία το 1897. Ο κινεζικός ανατολικός σιδηρόδρομος ανήκε από κοινού από τη ρωσική και την κινεζική κυβέρνηση αλλά η διοίκηση του σιδηροδρόμου άνηκε εντελώς στην Ρωσία.

Για την φρούρηση του σιδηροδρόμου τοποθετήθηκαν ρωσικά στρατεύματα στη Μαντζουρία για να προστατεύσουν την σιδηροδρομική κυκλοφορία από ληστρικές επιθέσεις. Από το 1897 και μετά, η Μαντζουρία, ενώ ήταν ακόμη ονομαστικά τουλάχιστον μέρος της «Μεγάλης Αυτοκρατορίας Τσινγκ», ξεκίνησε να μοιάζει όλο και περισσότερο με μια Ρωσική επαρχία.

Η Εξέγερση Μπόξερ.

Με το πέρασμα των χρόνων οι σχέσεις μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και της Ιαπωνίας ολοένα και παράπαιαν. Ένα μικρό διάλειμμα σ’ αυτή την κατρακύλα ήταν ότι και οι δυο δυνάμεις συνέβαλαν με στρατεύματα στην οκταμελή διεθνή δύναμη (Συμμαχία των οκτώ εθνών) που στάλθηκε το 1900 για να καταστείλει την εξέγερση των μπόξερ και να ανακουφίσει τις διεθνείς διπλωματικές και εμπορικές αποστολές που πολιορκούνταν στην κινεζική πρωτεύουσα, το Πεκίνο.

Η Ρωσία είχε ήδη στείλει 177.000 στρατιώτες στη Μαντζουρία για την προστασία των υπό κατασκευή σιδηροδρόμων. Τα στρατεύματα της αυτοκρατορίας των Τσινγκ και οι συμμετέχοντες της εξέγερσης μπόξερ δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα ενάντια σε έναν τόσο μεγάλο στράτευμα και εκδιώχθηκαν από τη Μαντζουρία.

Μετά το τέλος της εξέγερσης, 100.000 Ρώσοι στρατιώτες τοποθετήθηκαν στη Μαντζουρία. Τα Ρωσικά στρατεύματα εγκαταστάθηκαν στο Πορτ Άρθουρ και παρά τις διαβεβαιώσεις ότι θα εγκαταλείψουν την περιοχή μετά την κρίση, το 1903 οι Ρώσοι ακόμα δεν είχαν καθιερώσει χρονοδιάγραμμα για την απόσυρση τους και στην πραγματικότητα είχαν ενισχύσει τη θέση τους στη Μαντζουρία.

Εικόνα: Στρατεύματα της «Συμμαχίας των οχτώ Εθνών» το 1900. Από αριστερά προς τα δεξιά: Βρετανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστραλία, Ινδία, Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία-Ουγγαρία, Ιταλία, Ιαπωνία.

Το πρελούδιο μιας σύγκρουσης.

Τώρα πλέον οι Ιάπωνες ήταν πραγματικά πολύ ανήσυχοι. Με πάνω από 100.000 Ρώσους στο κατώφλι τους, αν έμεναν αδρανείς για πολύ ακόμα δεν θα ήταν δυνατόν να συνεχίσουν να επεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Κορέας, πόσο μάλλον να την προσαρτήσουν.

Ο Ιάπωνας πολιτικός Itō Hirobumi άρχισε να διαπραγματεύεται με τους Ρώσους, την αποχώρηση των στρατευμάτων τους από την Μαντζουρία. Θεωρούσε την Ιαπωνία πολύ αδύναμη για να εκδιώξει στρατιωτικά τους Ρώσους, οπότε πρότεινε να δοθεί στη Ρωσία ο έλεγχος της Μαντζουρίας με αντάλλαγμα τον ιαπωνικό έλεγχο της βόρειας Κορέας.

Από τους πέντε ηλικιωμένους πολιτικούς που απάρτιζαν το υπουργικό συμβούλιο  του Αυτοκράτορα, ο Itō Hirobumi και ο Count Inoue Kaoru αντιτάχθηκαν στην ιδέα του πολέμου εναντίον της Ρωσίας για οικονομικούς λόγους, ενώ οι Katsura Tarō, Komura Jutarō και ο στρατάρχης Yamagata Aritomo ευνόησαν τον πόλεμο.

Εν τω μεταξύ, η Ιαπωνία και η Βρετανία υπέγραψαν την Αγγλο-Ιαπωνική Συμμαχία του 1902, με τους Βρετανούς να επιδιώκουν να περιορίσουν τον ναυτικό ανταγωνισμό, κρατώντας τους θαλάσσιους λιμένες του Ρωσικού Ειρηνικού υπό τον έλεγχο τους. Η συμμαχία της Ιαπωνίας με τους Βρετανούς σήμαινε, εν μέρει, ότι εάν κάποιο έθνος συμμαχήσει με τη Ρωσία κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε πολέμου εναντίον της Ιαπωνίας, τότε η Βρετανία θα εισέλθει στον πόλεμο από την πλευρά της Ιαπωνίας.

Εικόνα: Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Le Petit Parisien, στις 3 Απριλίου 1904.

Η Ρωσία δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται στη λήψη βοήθειας από τη Γερμανία ή τη Γαλλία χωρίς τον κίνδυνο βρετανικής συμμετοχής στον πόλεμο. Με μια τέτοια συμμαχία, η Ιαπωνία αισθάνθηκε ελεύθερη να ξεκινήσει εχθροπραξίες, εάν χρειαστεί. Μέχρι τις 8 Απριλίου 1903, η Ρωσία υποτίθεται ότι θα είχε αποσύρει εντελώς από τη Μαντζουρία τις δυνάμεις που είχε στείλει για να συντρίψει την εξέγερση του Μπόξερ, αλλά εκείνη η κομβική ημερομηνία πέρασε χωρίς μείωση των ρωσικών δυνάμεων στη Μαντζουρία.

Στην Ιαπωνία, οι φοιτητές των πανεπιστημίων διαδήλωσαν τόσο εναντίον της Ρωσίας όσο και εναντίον της κυβέρνησής τους, επειδή δεν έλαβε καμία ενέργεια εναντίων της Ρωσίας. Στις 28 Ιουλίου 1903, ο Kurino Shin’ichirō, πρόξενος της Ιαπωνίας στην Αγία Πετρούπολη, έλαβε εντολή να παρουσιάσει μια άποψη της χώρας του που εναντιωνόταν στα Ρωσικα σχέδια προσάρτησης της Μαντζουρία.

Στις 3 Αυγούστου 1903 λοιπόν, ο Ιάπωνας πρόξενος παρέδωσε της Ιαπωνικές προτάσεις για την διευθέτηση της κρίσης αλλά απορρίφθηκαν από το Ρωσικό Υπουργείο των Εξωτερικών. Αντίστοιχα μια Ρωσική αντιπρόταση από τον Ρώσο πρόξενο στο Τόκιο, στις 3 Οκτωβρίου 1903, κατατέθηκε στην Ιαπωνική κυβέρνηση.

Αυτές οι συνομιλίες συνεχίστηκαν μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1904 όπου η ιαπωνική κυβέρνηση είχε συνειδητοποιήσει ότι η Ρωσία δεν ενδιαφερόταν να διευθετήσει τα ζητήματα της Μαντζουρίας ή της Κορέας, ενώ ήταν ολοφάνερο πως μια σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Αντ ‘αυτού, ο στόχος της Ρωσίας ήταν να κερδίσει χρόνο, μέσω της διπλωματίας, για περαιτέρω στρατιωτική ανάπτυξη του Ρωσικού στρατού στην Μαντζουρία.

Εικόνα: Ο διαμελισμός της Κίνας από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και την Ιαπωνία, Γαλλική καρικατούρα της δεκαετίας του 1890.

Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών Ρωσίας-Ιαπωνίας, ο Ιάπωνας ιστορικός Χιρόνο Γιοσίχικο αναφέρει στα έργα του πως, «μόλις ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιαπωνίας και Ρωσίας, η Ρωσία μείωσε λίγο τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς της σχετικά με την Κορέα, κάνοντας μια σειρά παραχωρήσεων που η Ιαπωνία θεώρησε ως σοβαρούς συμβιβασμούς από τη Ρωσία. Ο πόλεμος μπορεί να μην είχε ξεσπάσει αν δεν είχαν συνδεθεί τα ζητήματα της Κορέας και της Μαντζουρίας».

Τα ζητήματα της Κορέας και της Μαντζουρίας είχαν συνδεθεί καθώς ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Katsura Tarō, είχε αποφασίσει πως εάν κηρυχθεί πόλεμος, η Ιαπωνία, ήταν πιθανότερο να έχει την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, εάν ο πόλεμος θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως ένας αγώνας για το ελεύθερο εμπόριο, ενάντια στην εξαιρετικά προστατευτική Ρωσική αυτοκρατορία, οπότε η Μαντζουρία, η οποία ήταν μεγαλύτερη αγορά από την Κορέα, ήταν πιο πιθανό να προσελκύσει αγγλοαμερικανικές συμπάθειες.

Ωστόσο, το Τόκιο δεν πίστευε και το ίδιο εξαρχής ότι η Ρωσία έκανε σοβαρές προσπάθειες για την ειρηνική επίλυση της διαφοράς. Στις 13 Ιανουαρίου 1904, η Ιαπωνία πρότεινε ένα σχέδιο με τον οποίο η Μαντζουρία θα παρέμενε εκτός της σφαίρας επιρροής της Ιαπωνίας και, αμοιβαία, η Κορέας εκτός της σφαίρας επιρροής της Ρωσίας.

Το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν έκανε καν τον κόπο να απαντήσει. Στις 6 Φεβρουαρίου ανακλήθηκε ο πρόξενος της Ιαπωνίας στην Αγία Πετρούπολη και η Ιαπωνία διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με τη Ρωσία. Μια πιθανή διπλωματική επίλυση εδαφικών ανησυχιών μεταξύ της Ιαπωνίας και της Ρωσίας απέτυχε. Έτσι λοιπόν στις 21 Δεκεμβρίου 1903, το υπουργικό συμβούλιο του Τάρο ψήφισε να πάει σε πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Εικόνα: Η 23η ταξιαρχία πυροβολικού αποστέλλεται από τη Γκάτσινα στο μέτωπο της Ιαπωνίας, στη Μαντζουρία, για να πολεμήσει τους Ιάπωνες, το χειμώνα του 1904. Κατόπιν αιτήματος του φωτογράφου Victor Bulla, οι πυροβολητές παρατάχθηκαν για μια αναμνηστική φωτογραφία.

Οι ευθύνες για το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων.

Οι ιστορικοί υποστήριξαν ότι το «ναυάγιο» των συνομιλιών προέκυψε άμεσα από τις ενέργειες του αυτοκράτορα Νικολάου Β’. Αν και ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι οι συνομιλίες δεν ευόδωσαν από την αποφασιστικότητα του Νικολάου Β΄ να χρησιμοποιήσει τον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας για να πυροδοτήσει την αναβίωση του ρωσικού πατριωτισμού, κανένα ιστορικό στοιχείο δεν υποστηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό.

Οι σύμβουλοι του Τσάρου δεν υποστήριξαν τον πόλεμο, διαβλέποντας τα πιθανά προβλήματα στη μεταφορά στρατευμάτων και προμηθειών από την Ευρωπαϊκή Ρωσία στην Ανατολή. Αυτή η στάση του Τσάρου οδήγησε σε επανειλημμένες καθυστερήσεις στις διαπραγματεύσεις με την ιαπωνική κυβέρνηση.

Η δυσκολία στις συνομιλίες με τους Ιάπωνες μπορεί να φανεί σε ένα τηλεγράφημα από τον Ιάπωνα υπουργό Εξωτερικών, Κομούρα, προς τον Ρώσο πρόξενο, στον οποίο δήλωνε πως, «η ιαπωνική κυβέρνηση ανέκαθεν κατά τη διάρκεια της προόδου των διαπραγματεύσεων έδινε άμεσες απαντήσεις σε όλες τις προτάσεις της ρωσικής κυβέρνησης. Οι διαπραγματεύσεις εκκρεμούν πλέον για τουλάχιστον τέσσερις μήνες και δεν έχουν φτάσει ακόμη σε ένα στάδιο όπου μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα το τελικό αποτέλεσμα».

Πηγές:

  • Sir Julian Corbett, «Maritime Operations In The Russo-Japanese War 1904–1905».
  • Richard A. Hough, «The Fleet That Had To Die».
  • Rotem Kowner, «The Impact of the Russo-Japanese War».
  • Irve Podalko, “Weak ally’or ‘strong enemy?’: Japan in the eyes of Russian diplomats and military agents”.
  • Ian Hill Nish, «The Origins of the Russo-Japanese War».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.