Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Μια αναμέτρηση που άλλαξε τον κόσμο.

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Μια αναμέτρηση που άλλαξε τον κόσμο.

Μετά τις Θερμοπύλες και την συντριπτική, αλλά ένδοξη, ήττα των Ελλήνων, ο Ξέρξης αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την επιτυχία του όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κατεβαίνει προς την Αττική, δρομαίος όντας καταστρέφει την πόλη της Άβας και την Ελάτεια, θυμωμένος για την αντίσταση λυσσαλέα αντίσταση που βρήκε στις Θερμοπύλες.

Στα όρια της Αττικής φτάνει με το στρατό του δυνατότερο παρά ποτέ, χάρις στους στρατιώτες που μαζεύει στο δρόμο του και κυρίως χάρις στο βοιωτικό ιππικό. Την ιδιά ώρα ο ενωμένος ελληνικός στόλος καταφέρνει να περάσει τα στενά του Ευρίπου και επιστρέφει από το Αρτεμίσιο.

Εικόνα: Μια προτομή του Θεμιστοκλή, αντίγραφο της Ρωμαϊκής εποχής στο «Σοβαρό στιλ», βασισμένο σε ελληνικό πρωτότυπο, βρίσκετε στο Μουσείο Αρχαιολογικού Ostiense, στην Ostia κοντά Ρώμη. Το χαμένο πρωτότυπο αυτής της προτομής, που χρονολογείται γύρω στο 470 π.Χ., έχει περιγραφεί ως «το πρώτο αληθινό πορτρέτο ενός μεμονωμένου Ευρωπαίου».

Οι Σπαρτιάτες χωρίς να δώσουν άλλη μάχη κάπου στην Κωπαΐδα όπως έλπιζαν οι Αθηναίοι, τράβηξαν για τον Ισθμό, αφήνοντας ακάλυπτη την ελεύθερη ακόμα Αττική. Έπρεπε επομένως να αναθεωρηθεί το στρατηγικό σχέδιο των συμμάχων και να βρεθούν δύο νέα καίρια σημεία για να στηριχθεί η υπεράσπιση της Νοτιάς Ελλάδας που αντιστεκόταν ακόμα και ήλπιζε.

Στην ξηρά, προς μεγάλη απογοήτευση των Αθηναίων, διαλέχθηκε το στρατηγικό πέρασμα του Ισθμού της Κορίνθου, μιας και έλεγχε την είσοδο της Πελοποννήσου. Αυτή τους η απόφαση άφηνε παντελώς ακάλυπτη την Αττική και εγκατέλειπε την πόλη των Αθηνών, έρμαιο της εκδικητικής μανίας των Περσών. Από την άλλη πλευράς, η εκλογή ενός κατάλληλου σημείου για την άμυνα στην θάλασσα, ήταν μια πολύ πιο ιδιαίτερη και περίπλοκη κατάσταση.

Η εκκένωση των Αθηνών.

Κορυφαία προσωπικότητα, για την πόλη των Αθηνών, σε αυτή την κατακλυσμιαία κατάσταση ήταν ο Θεμιστοκλής, γιος του Νεοκλής από την οικογένεια των Λυκομηδών, που είχε πάρει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών πως, «ο Ζευς θα δώσει ένα ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο, αυτό το τείχος θα σώσει εσένα και τα παιδιά σου».

Όταν ο χρησμός ανακοινώθηκε στους κατοίκους, προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση, για το εάν η ορθή ερμηνεία θα έπρεπε να είναι κυριολεκτική ή μεταφορική. Ο Θεμιστοκλής υποστήριζε ότι τα σωτήρια ξύλινα τείχη θα ήταν ο στόλος τους. Προκειμένου να ενισχύσει τα επιχειρήματά του, παρουσίασε, με τη σύμφωνη γνώμη των ιερέων της πόλης, στον αθηναϊκό λαό αδιάψευστα, όπως ισχυριζόταν, θεϊκά σημεία.

Εικόνα: Γραφιστική απεικόνιση Ελληνικής τριήρους.

Βεβαίωνε πως ο «οικουρός όφις» της θεάς Αθηνάς, ο προστάτης της πόλης, είχε αφήσει ανέγγιχτες τις προσφορές στο ναό και είχε εγκαταλείψει την πόλη, δείχνοντας στους Αθηναίους το δρόμο προς τη θάλασσα. Επισης ο Θεμιστοκλής διαβεβαίωνε τους συμπολίτες του πως, «οι βάρβαροι κατεβαίνουν από τον βορρά σαν τα σύννεφα μιας χειμωνιάτικης καταιγίδας» και πως ήταν απαραίτητο να εγκαταλείψουν την πόλη τους άμεσα για να έχουν έστω και μια ελπίδα να συνεχίσουν να μάχονται για αυτήν.

Οι Αθηναίοι πείστηκαν και έλαβαν την μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψουν τα πατρώα εδάφη τους. Μια πράξη η οποια τους πλήγωνε πολύ, μιας και η αγάπη των Αθηναίων για  την πόλη τους ήταν ξακουστή. Σχημάτισαν λοιπόν μια μεγαλειώδεις πομπή και βάδισαν προς το Φάληρο για να επιβιβαστούν στα πλοία.

Στο δρόμο για το Φάληρο και καθώς οι πομπή βάδιζε, οι καταρρακωμένοι Αθηναίοι, έγιναν μάρτυρες ενός καταπληκτικού θεάματος. Δυο πετεινοί μάχονταν στο πλάι του δρόμου, αρειμανίως, ο ένας εναντίων του άλλου, τότε ο Θεμιστοκλής αναφωνεί, «Βλέπετε αυτά τα ευγενή ζώα με τι σθένος αγωνίζονται και δεν έχουν ούτε πατρίδα, ούτε οικογένεια ούτε και πλούτη να υπερασπίσουν». Αμέσως το πλήθος ξέσπασε σε αλαλαγμούς και το ηθικό τους ανυψώθηκε.

Όταν έφτασαν στο Φάληρο αντιμετώπισαν το εξής πρόβλημα. Οι τριήρεις ήταν υπερφορτωμένες μιας και οι Αθηναίοι είχαν πάρει μαζί τους τα ζώα τους, τα οποια και υπεραγαπούσαν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην επιτραπεί να φορτώσουν στης τριήρεις τα οικόσιτα ζώα τους και να τα αφήσουν πίσω.

Εικόνα: Το Διάταγμα του Θεμιστοκλή, σύμφωνα με το οποίο η Αθήνα θα έπρεπε να εκκενωθεί. Το έκθεμα βρίσκετε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Δραματικές στιγμές εκτυλίχθηκαν. Πολλοί σκότωναν τους αγαπημένους τους ίππους, τα κοπάδια τους και τους σκύλους τους για να μην αφήσουν τίποτα για τους Πέρσες, ενώ κάποιοι άλλοι δεν είχαν την δύναμη  να κάνουν κακό στους σκύλους τους και στα κοπάδια τους, τα άφηναν ελεύθερα.  Μόλις όμως οι τριήρης απέπλεαν αυτά έπεφταν στην θάλασσα και να πνίγονταν, προσπαθώντας να ακολουθήσουν τους κύριους τους.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκύλου του Ξανθίππου, πατέρα του Περικλέους, που έπεσε στην θάλασσα πάρα της φωνές και της προσταγές του κυρίου του και ακολούθησε την τριήρη του έως και την Σαλαμίνα. Εκεί μόλις βγήκε στην στεριά και έλαβε το «στοργικό χάδι» από, τον καλύτερο του φίλο, τον κύριο του έπεσε άψυχος στα χωματα της ηρωικής Σαλαμίνας, τιμώντας έναν «όρκο αιώνιας φιλίας». Οι Αθηναίοι που συγκλονίστηκαν από αυτό το περιστατικό, έθαψαν με τιμές το προσφιλές τετράποδο στον λόφο που έως και σήμερα ονομάζεται «Κυνόσουρα» στην Σαλαμινα, δηλαδή «ο τάφος του σκύλου».

Οι άμαχοι Αθηναίοι κατέφυγαν στην Τροιζήνα, στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα, όπου οι κάτοικοι δέχθηκαν με καλοσύνη τους κατατρεγμένους, Συνέλληνες, πρόσφυγες. Στην Αθήνα έμειναν μόνο 500 γηραιοί και ασθενείς Αθηναίοι πολίτες, που εγκρίναν ανάξιο να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να γίνουν βάρος στους συμπολίτες τους. Κλείστηκαν λοιπόν  στην Ακρόπολη εναποθέτοντας την πίστη και της ελπίδες τους στην «Παλλάδα Αθηνά» την προστάτιδα της πολυαγαπημένης τους πόλης, περιμένοντας καρτερικά τους, ήδη ξακουστούς για την ασέβεια τους, βαρβάρους.

Η καταστροφή των Αθηνών.

Όταν οι Πέρσες έφτασαν στην Αθήνα, αντίκρισαν μια πόλη έρημη και επιδόθηκαν σε λεηλασίες και καταστροφές. Προσπάθησαν αρχικά να κάψουν με φλεγόμενα βέλη του ξύλινο τείχος της Ακρόπολης. Τελικά όμως, αναρριχήθηκαν στο ιερό της Αγλαύρου και αφού σκότωσαν τους υπερασπιστές του, πυρπόλησαν τα οικοδομήματα της Ακρόπολης, όπως τον ημιτελή ναό της Αθηνάς.

Εικόνα: Τα στενά της Σαλαμίνας, έργο χαρακτικής του 1785.

Έκαψαν ακόμα και την «ιερά ελαία» , το δέντρο που σύμφωνα με την παράδοση πρόσφερε η Αθηνά στους κατοίκους της πόλης, κατά τη φιλονικία τους για το ποιος θα γινόταν πολιούχος της. Αναγνωρίζοντας την ασέβειά του ο Ξέρξης, έστειλε μερικούς Αθηναίους την επόμενη μέρα για να προσφέρουν θυσίες. Κι αυτοί, είδαν «να έχει ξεπεταχτεί ένας βλαστός από τον καμένο κορμό αυτής της ιεράς ελαίας».

Όταν αργότερα oι Πέρσες έφυγαν ηττημένοι, οι Αθηναίοι περισυνέλεξαν όλα τα σπασμένα αγάλματα. Και ενώ θα περίμενε κανείς ότι θα τα απομάκρυναν από τον βράχο ως απορρίμματα ή ως οικοδομικό υλικό (όπως θα γινόταν σήμερα), οι Αθηναίοι τα πήραν έτσι όπως ήταν σπασμένα, άνοιξαν ένα μεγάλο λάκκο πάνω στην Ακρόπολη και τα έθαψαν, όπως ακριβώς είχαν θάψει και τα αγαπημένα τους πρόσωπα που χάθηκαν στον πόλεμο.

Βλέπετε, όλα αυτά τα αγάλματα δεν ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία και στολίδια, αλλά οντότητες που καθόριζαν την ίδια την ζωή τους. Άλλωστε, ανήκαν στην Θεά της σοφίας, προστάτιδα των Αθηνών, και δεν ήταν δυνατόν να τα πάνε αλλού. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι με τα ερείπια του κατεστραμμένου ναού κτίσανε ένα τείχος στην πλευρά του ιερού βράχου που βλέπει προς βορράν, δηλαδή προς την αγορά. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, δεν θα ήταν δυνατόν από κανέναν Αθηναίο να παραβλέψει την καταστροφή.

Εικόνα: Ο βασιλιάς της Λυκίας, Κυβέρνης, έδωσε 50 πλοία στο στόλο των Αχαιμενίδων.

Το τέχνασμα του Θεμιστοκλή.

Σχεδόν με την είσοδο των Περσών στην Αθήνα, αγκυροβόλησε στον όρμο του Φαλήρου και ο Περσικός στόλος, έχοντας παραπλεύσει την Εύβοια και το Σούνιο. Το στρατηγείο του Ξέρξη στήθηκε στο Φάληρο, ενω ταυτοχρονα αρχίσαν οι συσκέψεις των ναυάρχων του. Όλοι συμφωνούσαν να γίνει αμέσως η επίθεση γιατί πλησιάζει το φθινόπωρο και μόνο η Αρτεμισία , η βασίλισσα των Δωριέων της Ασίας, ζητησε να αναβάλουν της επιχειρησεις τους. Οι Πέρσες σκόπευαν να κατακτήσουν τη Σαλαμίνα, ώστε να αποκτήσουν άμεση πρόσβαση στον Ισθμό και κατά συνέπεια στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Τη στρατηγική θέση της Σαλαμίνας γνώριζε φυσικά ο Θεμιστοκλής. Το πολεμικό συμβούλιο των Ελλήνων, που έγινε στη Σαλαμίνα, υπήρξε θυελλώδες. Ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης και ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος πρότειναν να δοθεί η ναυμαχία στον Ισθμό της Κορίνθου, με κυριότερο επιχείρημα ότι σε περίπτωση αποτυχίας θα μπορούσαν να καταφύγουν στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και να συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα.

Από την άλλη πλευρά ο Αθηναίος Θεμιστοκλής επέμενε να γίνει η ναυμαχία στη Σαλαμίνα, ενώ μαζί του συντάχθηκαν οι Μεγαρείς και οι Αιγινήτες. Πίστευε ότι εάν οι μικρές ελληνικές δυνάμεις αγωνίζονταν σε ανοιχτή θάλασσα με τον τεράστιο σε όγκο περσικό στόλο δεν είχαν καμία ελπίδα νίκης, ενώ αντίθετα ήταν ιδανικό μέρος για τη ναυμαχία το στενό της Σαλαμίνας, όπου τα πολυάριθμα περσικά πλοία δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν.

Εικόνα: Χάρτης με της Περσικές εκστρατείες στην Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια του συμβουλίου, η ένταση ξεπέρασε τα όρια και μεταξύ των αρχηγών των Ελλήνων ανταλλάχθηκαν βαριές κουβέντες. Η αντιπαράθεση των Ελλήνων στρατηγών έχει μείνει στην ιστορία από την περίφημη φράση που είπε ο Θεμιστοκλής στον Ευριβιάδη. Αυτό επειδή, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Ευρυβιάδης απείλησε να τον χτυπήσει με τη μαγκούρα του όταν αντιμίλησε στον Αδείμαντο. Η ψύχραιμη απάντηση του Θεμιστοκλή καταλάγιασε τον θυμό του Σπαρτιάτη και έγραψε ιστορία, «πάταξον μεν, άκουσον δε».

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος ειρωνευόμενος τον Θεμιστοκλή τον αποκάλεσε «άπατρι», επειδή ο Ξέρξης είχε κάψει την Αθήνα. Ο Θεμιστοκλής όμως δεν ήταν εύκολος αντίπαλος και ετοιμόλογος όπως ήταν, του απάντησε ότι «εστίν ημίν πατρίς αι διακόσιαι νήες πεπληρωμέναι», ότι δηλαδή οι Αθηναίοι έχουν πατρίδα τους τις 200 τριήρεις, από τα 366, του ενωμένου Ελληνικού στόλου.

Οι τριήρεις ήταν το πιο σύγχρονο ναυτικό όπλο της εποχής και  κατ’ αναλογία με τα σημερινά μια τριήρης εκείνη την εποχή ισοδυναμούσε με ένα Dassault Rafale, αν μου επιτρέπετε την συσχέτιση. Μάλιστα, είπε στον Σπαρτιάτη ότι αν δεν συμφωνήσουν, τότε οι Αθηναίοι θα φύγουν με τα πλοία τους για να ιδρύσουν μια νέα πόλη στην Κάτω Ιταλία. Ο Σπαρτιάτης στρατηγός  υποχώρησε.

Ο Ευρυβιάδης μπορεί να ήταν τυπικά ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, αλλά ο Θεμιστοκλής ήταν ο ιθύνων νους της επιχείρησης. Για να επιταχύνει τη ναυμαχία μεταχειρίσθηκε το εξής τέχνασμα. Έστειλε κρυφά στους Πέρσες τον παιδαγωγό του Σίκινο να τους πει ότι δήθεν οι Έλληνες ετοιμάζονται να φύγουν από τη Σαλαμίνα κι αν θέλουν να τους νικήσουν να τρέξουν να τους προλάβουν. Ό Ξέρξης έπεσε στην παγίδα και διέταξε να κυκλώσουν τον ελληνικό στόλο και να αποκλείσουν τη δίοδο υποχώρησής του προς τον Ισθμό της Κορίνθου.

Εικόνα: Η τιτάνιά σύγκρουση στη Σαλαμίνας, έργο του Wilhelm von Kaulbach.

Τα γεγονότα πριν την μάχη και οι παρατάξεις των εμπλεκομένων.

Κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή, ο πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή κι εξόριστος στην Αίγινα Αριστείδης πέρασε τις γραμμές των Περσών με κίνδυνο τής ζωής του κι έφθασε στο πλοίο του Θεμιστοκλή. Αφού του αποκάλυψε τις κινήσεις του περσικού στόλου, του ανακοίνωσε ότι τώρα που ή πατρίδα τους βρίσκεται σε κίνδυνο ξεχνάει κάθε έχθρα που είχε μαζί του και δέχεται να πολεμήσει ως απλός στρατιώτης κάτω από τις διαταγές του.

Τη νύχτα ο περσικός στόλος απέπλευσε και κατέλαβε την Ψυττάλεια, ένα νησάκι απέναντι από τη Σαλαμίνα, ώστε σε περίπτωση ναυμαχίας, να προστατεύσει τους Μήδους ναυαγούς και να εξοντώσει τους αντιπάλους. Οι Πέρσες, οι οποίοι σύμφωνα με τον Αισχύλο εισήλθαν στα στενά πριν δουν τον ελληνικό στόλο, είχαν ακούσει το πολεμικό τραγούδι των Ελλήνων, τον παιάνα, ξαφνικά με την ανατολή του ηλίου να αντηχεί από όλα τα ελληνικά πλοία και πανικοβλήθηκαν, «Ω, παίδες Ελλήνων ίτε, Ελευθερούτε πατρίδ’ ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νύν υπέρ παντών αγών».

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο ελληνικός στόλος υπολογίζεται σε 356 τριήρεις. Οι Αθηναίοι είχαν 200 πλοια, οι Κορίνθιοι, οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς με 90 πλοια, οι Λακεδαιμόνιοι, οι Σικυώνοι και οι Επιδαύριοι με 31 πλοια, οι Αμβρακιώτες, οι Ερετριείς, οι Τροιζήνιοι, οι Νάξιοι, οι Ερμίονες, οι Λευκάδιοι, οι Κείοι, οι Στυρείς, οι Κυθνίοι και οι Κροτωνιάτες 35 πλοία.

Απέναντί τους, οι Πέρσες παρέταξαν 670 πλοία, από τα 1.207 που είχαν στην αρχή της εκστρατείας κατά της Ελλάδας, καθώς είχαν υποστεί απώλειες. Ο Ξέρξης, βέβαιος για τη νίκη του, καθόταν σε χρυσό θρόνο πάνω στο όρος Αιγάλεω, για να απολαύσει το πολεμικό θέαμα.

Εικόνα: Οι παρατάξεις τον εμπλεκομένων κατά την μάχη της Σαλαμίνας.

Στη δεξιά πλευρά ο Ευρυβιάδης ήταν επικεφαλής των πλοίων της Σπάρτης, της Κορίνθου, της Αίγινας και των Μεγάρων. Οι τριήρεις των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων κάλυπταν το μέσον, ενώ στην αριστερή πλευρά έπλευσαν οι 200 αθηναϊκές τριήρεις υπό την αρχηγία του Θεμιστοκλή. Η πλεύση τους όμως ήταν αργή προκειμένου να μη βρεθούν στα ανοιχτά και πέσουν επάνω στους Πέρσες σε πλατιά θαλάσσια περιοχή, που θα τους επέτρεπε να χρησιμοποιήσουν όλα τους τα πλοία.

Έτσι, το σύνολο του ελληνικού στόλου αναπτύχθηκε σε μήκος τριών χιλιομέτρων κατά μήκος των οποίων υπήρχε το στήριγμα των Αθηναίων οπλιτών από την Κυνόσουρα, στα δεξιά, μέχρι το νησάκι του Αγίου Γεωργίου στα αριστερά. Η κάλυψη από τη στεριά απέτρεπε και τον κίνδυνο κυκλώσεως.

Η έκρηξη της ναυμαχίας της Σαλαμίνας.

Στην αρχή της μάχης οι Κορίνθιοι ύψωσαν τα πανιά τους και υποχώρησαν στα βόρεια για να ελέγξουν αν υπήρχε εκεί ο αιγυπτιακός στόλος. Η υποχώρηση των Κορινθίων οδήγησε τους Πέρσες σε επίθεση. Εκείνη τη στιγμή, φαίνεται ότι οι Πέρσες αποδιοργανώθηκαν, ενώ ήταν φανερό ότι οι Έλληνες ήταν έτοιμοι για επίθεση. Αλλά, αντί να επιτεθούν, οι Έλληνες υποχώρησαν, δόθηκε δηλαδή το παράγγελμα «πρύμνην ἀνακρούεσθε», δηλαδή να κωπηλατήσουν προς τα πίσω.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, αυτό έγινε για να παραταχθούν σε καλύτερη θέση και για να κερδίσουν χρόνο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Έλληνες, καθώς υποχωρούσαν, άκουσαν μια φωνή από τον Περσικό στόλο, που τους ακολουθούσε κατά πόδας, και έλεγε, «ὦ δαιμόνιοι, μέχρις ότου ἔτι πρύμνην ἀνακρούεσθε». Τότε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης έδωσε το σήμα για επίθεση. Στην αρχή, ένα ελληνικό πλοίο με τριήραρχος τον Αμεινία από την Παλλήνη, με ένα απλό χτύπημα, διέλυσε το πιο κοντινό περσικό πλοίο και κατακρεούργησε το πλήρωμα του. Τότε, τα ελληνικά πλοία επιτέθηκαν. Το σύνθημα είχε δοθεί οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί.

Εικόνα: Η Ναυμαχία στη Σαλαμίνα, έργο του Γερμανού ζωγράφου, Βίλχελμ φον Κάουλμπαχ.

Πρώτοι όρμησαν οι Έλληνες, ψάλλοντάς τον παιάνα. Άρχισε, τότε, ένας αγώνας άγριος, σκληρός και φοβερός. Τα πολεμικά τραγούδια των Ελλήνων, οι σάλπιγγες, οι πολεμικές κραυγές, οι κρότοι από τα τρομερά έμβολα, οι φωτιές που πετούσαν οι Έλληνες στα περσικά καράβια, οι καπνοί, αλλά προπάντων η ναυτική τέχνη, η παλικαριά και η γενναιότητα των Αθηναίων και των Αιγινητών κατατρόμαξαν τους Πέρσες και τους συμμάχους τους Φοίνικες.

Στην αρχή της ναυμαχίας η σύγκρουση ήταν αδυσώπητη και στη δεξιά πλευρά, οι Ίωνες δυσκόλευαν τους Σπαρτιάτες και τους Αιγινήτες, ενώ οι Σάμιοι κυρίευσαν ελληνικές τριήρεις. Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ των Ελλήνων όταν οι Αθηναίοι ξεδίπλωσαν τις ναυτικές τους αρετές απέναντι στους Φοίνικες, οι οποίοι ναυμαχούσαν κυρίως με τους 30 τοξότες που διέθεταν σε κάθε πλοίο και έριχναν βέλη στα εχθρικά πληρώματα.

Όμως μέχρι το μεσημέρι, η νίκη άρχισε να γέρνει προς τη μεριά των Ελλήνων. Ο Αριαβίγνης, αδερφός του Ξέρξη, σκοτώθηκε στην αρχή της μάχης, μιας και έπειτα από έναν εμβολισμό έπεσε  στην θάλασσα και «ο βάρβαρος δεν ήξερε να κολυμπά». Στο κέντρο, οι Έλληνες κατάφεραν να χωρίσουν τον περσικό στόλο στα δύο.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει εκείνη τη στιγμή, την ιστορία της Αρτεμισίας. Το πλοίο της είχε βρεθεί κυνηγημένο από τον Αμεινία. Τότε, για να ξεφύγει, εμβόλισε το πλοίο του Δαμασιθύμου, βασιλιά των Καλυνδέων, αυτό έπεισε τους Αθηναίους ότι το πλοίο της Αρτεμισίας ήταν φιλικό. Ο Ξέρξης, ο οποίος παρακολουθούσε τη ναυμαχία από το Αιγάλεω Όρος, ρώτησε να μάθει ποιος είχε βυθίσει το πλοίο, το οποίο θεώρησε ελληνικό. Κάποιος του απάντησε πως αυτή που το βύθισε ήταν η Αρτεμισία. Τότε ο Ξέρξης είπε «οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασί μοι γυναῖκες, αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες».

Εικόνα: Ο θρίαμβος του Θεμιστοκλή, μετά την νίκη στη Σαλαμίνα.

Σε λίγη ώρα η δεξιά πτέρυγα των Περσών άρχισε να υποχωρεί παρασύροντας το σύνολο της γραμμής, καθώς οι Αθηναίοι άρχισαν να βάλλουν προς το κέντρο και στη συνέχεια προς τα αριστερά. Ακολούθησε αναταραχή και πολλά περσικά πλοία συγκρούστηκαν μεταξύ τους και βυθίστηκαν, ενώ άλλα τράπηκαν σε φυγή και καταδιώχθηκαν από τους Έλληνες.

Ταυτόχρονα, ο Αριστείδης αποβιβάστηκε στην Ψυττάλεια με Αθηναίους οπλίτες και εξόντωσε την περσική φρουρά. Ο Περσικός στόλος συνεθλίβη κυριολεκτικά στο στενό μεταξύ Κυνοσούρας και Κερατσινίου. Οι  Πέρσες έχασαν 200 πλοία, ενώ  100 πλοία αιχμαλωτίστηκαν, από την άλλη πλευρά οι Έλληνες 40, αλλά ο αριθμός των νεκρών Περσών είναι πολύ μεγάλος, καθώς όσοι έπεφταν στη θάλασσα δεν ήξεραν να κολυμπούν και πνίγονταν. Ενώ όλη η νότια ακτογραμμή της Αττικής είχε γεμίσει επιπλέοντα πτώματα.

Οι συνέπειες της Περσικής πανωλεθρίας.

Ο Ξέρξης, ντροπιασμένος από την ήττα, έβλεπε από την καλύτερη δυνατή θέση τη καταστροφική εξέλιξη της μάχης. Η ήττα στη ναυμαχία της Σαλαμίνας προκάλεσε πανικό στο περσικό στρατόπεδο και παρά το γεγονός ότι στόλος τους παρέμενε μεγαλύτερος από τον ελληνικό, ο Ξέρξης έδωσε αμέσως διαταγή να αποπλεύσουν φοβούμενος μήπως οι Έλληνες πλεύσουν στον Ελλήσποντο και καταστρέψουν τις γέφυρες που είχε κατασκευάσει για να έχει πρόσβαση στην Ευρώπη.

Oι ιστορικοί εκτιμούν ότι σε περίπτωση ήττας των Ελλήνων, οι ορδές της ανατολής θα ξεχύνονταν στην Πελοπόννησο και θα έσβηναν την Ελλάδα από τον χάρτη, πιθανότατα και από την ιστορία. Όμως, ο Θεμιστοκλής είχε υπολογίσει δύο καθοριστικές λεπτομέρειες. Η πρώτη ήταν το βαρύ σκαρί των φοινικικών πλοίων και η δεύτερη, ο άνεμος που έπνεε τέτοια εποχή στη θαλάσσια περιοχή της Σαλαμίνας.

Εικόνα: Το μνημείο της ναυμαχίας της Σαλαμίνας στη Κυνόσουρα.

Τα φοινικικά πλοία πάλευαν με τα κύματα με συνέπεια να αστοχούν οι τοξότες τους. Ταυτόχρονα, οι ελληνικές τριήρεις που έπλεαν με ευελιξία στον αφρό τα εμβόλιζαν, είτε στα πλευρά και τα βύθιζαν είτε στις σειρές από τα κουπιά και τα ακινητοποιούσαν. Όταν οι Αθηναίοι δε, πηδούσαν στα εχθρικά πλοία, εξόντωναν τους Πέρσες και άφηναν απλώς τα εχθρικά πλοία να βουλιάξουν.

Η περίλαμπρη νίκη των Ελλήνων οφείλεται εν πολλοίς στο στρατηγικό δαιμόνιο του Θεμιστοκλή και στην ανώτερη ναυτική τέχνη των Ελλήνων. Στον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές. Όταν κάποτε προσήλθε στους Ολυμπιακούς Αγώνες ως θεατής, όλοι οι παρευρισκόμενοι τον αποθέωσαν ως σωτήρα της Ελλάδας.

Πολλοί νομίζουν πως στο Στενό της Σαλαμίνας διεξήχθη ένας αγώνας ανάμεσα στον απανταχού Ελληνισμό και στην Περσική Αυτοκρατορία, ανάμεσα σε πλοία και σε άνδρες. Όμως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Εκείνη  την πανευτυχή ημέρα για την φυλή το φως αντιμετώπισε το σκοτάδι, το ελεύθερο πνεύμα την ανατολική δεσποτεία αλλά και η ύπαρξη την ανυπαρξία.

Διότι μην αμφιβάλετε πως μια πιθανή ήττα των Ελληνικών όπλων θα σηματοδοτούσε το τέλος κάθε ελευθερίας, κάθε ανεξαρτησίας αλλά και κάθε έννοιας προόδου από τα πατρώα εκείνα εδάφη των Σαλαμινομάχων. Ότι και να πω εγώ για τους Σαλαμινομάχους δεν θα είναι αρκετό. Νομίζω πως μόνο μια έκφραση του Θουκυδίδη μπορεί να τους περιγράψει, «Και παρά δύναμιν τολμηταί και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες». Η πατρίδα θα τους ευγνωμονεί για πάντα.

Πηγές:

  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Δημήτριος Ν. Γκαρουφάλης, «Η ναυμαχία της Σαλαμίνας, η σύγκρουση που άλλαξε τον ροή της ιστορίας».
  • Barry Strauss, «The Battle of Salamis: The Naval Encounter That Saved Greece and Western Civilization».
  • Peter Green, «The Year of Salamis: 480–479 B.C.».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», Θεμιστοκλής.
  • Διόδωρος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη».
  • Tom Holland, «Persian Fire».
  • Ηρόδοτος, «Ιστορίαι».

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.