Σύγχρονος Κόσμος
Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος του 1905. (Μερος 2ο). Η σαρωτική νίκη των Ιαπώνων.

Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος του 1905. (Μερος 2ο). Η σαρωτική νίκη των Ιαπώνων.

Το Port Arthur, στα νότια της Μαντζουρίας, είχε οχυρωθεί μαζί με τον ναύσταθμο, από τον Ρωσικό αυτοκρατορικό στρατό. Αν η Ιαπωνία ήθελε να διεξάγει έναν πόλεμο στην ηπειρωτική Ασία, θα έπρεπε να ελέγξει πρώτα τη θάλασσα. Έτσι λοιπόν πρώτος στρατιωτικός στόχος της Ιαπωνίας ήταν να εξουδετερώσει τον Ρωσικό στόλο.

Η έκρηξη του Ρωσοϊαπωνικόυ Πολέμου.

Το βράδυ της 8ης Φεβρουαρίου 1904, ο ιαπωνικός στόλος, υπό τον Ναύαρχο Τογκό Χιχαχίρο, «άνοιξε» τον πόλεμο με μια αιφνιδιαστική, τορπιλική, επίθεση στα αγκυροβολημένα Ρωσικά πλοία στο Port Arthur. Από την επίθεση υπέστησαν σοβαρές ζημιές τα πλοία Tsesarevich και Retvizan, τα βαρύτερα θωρηκτά, του Ρωσικού στόλου της Άπω Ανατολής.

Εικόνα: Ιαπωνικό πεζικό κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Σεούλ το 1904.

Ακολούθησε μια σειρά αναποφάσιστων ναυτικών συγκρούσεων, στην οποία ο Ναύαρχος Τογκό δεν μπόρεσε να επιτεθεί με επιτυχία στο Ρωσικό στόλο, καθώς προστατεύονταν από τα επάκτια πυροβολεία του λιμανιού και οι Ρώσοι ήταν απρόθυμοι να φύγουν από το λιμάνι για τις ανοιχτές θάλασσες. Αν και αυτές οι πρώτες επιθέσεις στο Port Arthur, δεν είχαν ξεκάθαρο νικητή, είχαν καταστροφικές ψυχολογικές επιπτώσεις για τον Ρωσικό στρατό, όπως επισης και για την οποιαδήποτε συνέχιση του πολέμου. Οι Ιάπωνες είχαν πλέον την πρωτοβουλία των κινήσεων ενώ οι Ρώσοι παρέμεναν αγκυροβολημένοι στο ναύσταθμο τους.

Η πρώτη χερσαία μάχη.

Αυτή η παραχώρηση της πρωτοβουλίας κινήσεων στους Ιάπωνες είχε ως αποτέλεσμα, ο Ιαπωνικός στρατός να επιχειρήσει και να επιτύχει, απόβαση σημαντικών στρατιωτικών μονάδων κοντά στο Ίντσεον της Κορέα. Από το Ίντσεον οι Ιάπωνες κατέλαβαν το Χάνσεονγκ και μετά την υπόλοιπη Κορεατική χερσόνησο.

Μετά την ιαπωνική κατάκτηση του Χάνσεονγκ, ο βασιλιάς της Κορέας, Γκότζονγκ έστειλε ένα απόσπασμα 17.000 στρατιωτών, για τη στήριξη των Ρώσων στο Port Arthur. Μέχρι τα τέλη Απριλίου, ο Ιαπωνικός Αυτοκρατορικός Στρατός, υπό τον Κουρόκι Ταμέμοτο ήταν έτοιμος να διασχίσει τον ποταμό Yalu και να εισβάλει στην «κατεχόμενη», από τη Ρωσία, Μαντζουρία.

Σε αντίθεση με την Ιαπωνική στρατηγική των γρήγορων προελάσεων για τον έλεγχο της Μαντζουρίας, η Ρωσική στρατηγική επικεντρώθηκε σε μάχες καθυστερήσεων, με σκοπό να κερδίσουν χρόνο για να φτάσουν οι ενισχύσεις μέσω του Υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου, του οποίου η κατασκευή δεν είχε ακόμα τελειώσει μέχρι και εκείνη την στιγμή.

Εικόνα: Ο αποκλεισμός του Port Arthur.

Έτσι λοιπόν την 1η Μαΐου 1904, στη μάχη του ποταμού Yalu, έγινε η πρώτη μεγάλη χερσαία μάχη του πολέμου. Τα ιαπωνικά στρατεύματα προέβαλαν τις Ρωσικές θέσεις και τις εκπόρθησαν εύκολα, διασχίζοντας τον ποταμό. Η ήττα του Ρωσικού Ανατολικού Αποσπάσματος Στρατού αφαίρεσε την αντίληψη ότι οι Ιάπωνες θα ήταν ένας εύκολος αντίπαλος, ότι ο πόλεμος θα ήταν σύντομος και ότι η Ρωσία θα ήταν ο συντριπτικός νικητής.

Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά, εδώ και δεκαετίες, όπου λάμβανε χώρα μια Ασιατική νίκη επί μιας Ευρωπαϊκής δύναμης. Η νίκη αυτή τον Ιαπώνων κατέδειξε τα εσωτερικά προβλήματα της Ρωσίας ενώ ανέδειξε τις στρατιωτικές ικανότητες, της συντόμως εκβιομηχανισμένης Ιαπωνίας. Έπειτα τα ιαπωνικά στρατεύματα, προχώρησαν σε μαζικές αποβιβάσεις σε αρκετά σημεία στην ακτογραμμή της Μαντζουρίας, και σε μια σειρά συγκρούσεων, ανάγκασαν τους Ρώσους να οπισθοχωρήσουν πίσω στο Port Arthur.

Η πολιορκία του Πορτ Άρθουρ.

Οι Ιάπωνες προσπάθησαν να αρνηθούν τη χρήση του Port Arthur από τους Ρώσους. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 13ης Φεβρουαρίου, οι Ιάπωνες προσπάθησαν να μπλοκάρουν την είσοδο στο Port Arthur βυθίζοντας αρκετά ατμόπλοια, στο κανάλι βαθέων υδάτων προς το λιμάνι, αλλά βυθίστηκαν πολύ βαθιά για να είναι αποτελεσματικά.

Μια παρόμοια προσπάθεια να αποκοπεί την είσοδο του λιμανιού κατά τη διάρκεια της νύχτας της 3ης Μαΐου απέτυχε επίσης. Τον Μάρτιο, ο χαρισματικός Αντιναύαρχος Μακάροφ είχε αναλάβει τη διοίκηση της Πρώτης Ρωσικής Μοίρας του στόλου του Ειρηνικού, με την πρόθεση να διενεργήσει έξοδο, ώστε να ξεφύγει από τον αποκλεισμό.

Εικόνα: Ιαπωνική επίθεση σε Ρωσικά χαρακώματα.

Στις 12 Απριλίου 1904, δύο ρωσικά πολεμικά πλοία, η ναυαρχίδα “Petropavlovsk” και το “Pobeda”, «γλίστρησαν» από το λιμάνι αλλά χωρίς φυσικά να το γνωρίζουν η έξοδος του Port Arthur είχε ναρκοθετηθεί. Το αποτέλεσμα  ήταν συντριπτικό. Το “Petropavlovsk” βυθίστηκε σχεδόν αμέσως, ενώ το Pobeda έπρεπε να επιστρέψει στο λιμάνι για εκτεταμένες επισκευές. Ο ναύαρχος Μακάροφ, ο πιο αποτελεσματικός Ρώσος ναύαρχος πέθανε, όταν το θωρηκτό “Petropavlovsk” εξαϋλώθηκε από της Ιαπωνικές νάρκες.

Οι Ρώσοι έμαθαν γρήγορα της Ιαπωνικές τεχνικές σχετικά με την ναρκοθέτηση περασμάτων και σύντομα έθεσαν της νέες  τους γνώσεις σε λειτουργία. Στις 15 Μαΐου 1904, δύο ιαπωνικά θωρηκτά, το “Yashima” και το “Hatsuse”, παρασύρθηκαν σε ένα πρόσφατα τοποθετημένο ρωσικό ναρκοπέδιο, έξω από το Port Arthur. Το “Hatsuse” βυθίστηκε μέσα σε λίγα λεπτά, παίρνοντας μαζί του450 ναύτες , ενώ το “Yashima” βυθίστηκε ενώ ήταν πίσω στην Κορέα για επισκευές. Στις 23 Ιουνίου 1904, μια απόπειρα ξεμπλοκαρίσματος του Ρωσικού στόλου, που τώρα τελούσε υπό την ηγεσία του Ναυάρχου Vitgeft, απέτυχε.

Μέχρι το τέλος του μήνα, το ιαπωνικό πυροβολικό είχε λάβει θέσεις σε καίρια σημεία έξω από το Port Arthur, όντας σε θέση να πλήξει τον ίδιο τον ναύσταθμο. Τα ιαπωνικά στρατεύματα δοκίμασαν πολλές μετωπικές επιθέσεις στις οχυρωμένες θέσεις που προστάτευαν τον Ρωσικό ναύσταθμο, οι οποίες όμως αποκρούστηκαν με χιλιάδες νεκρούς για την πλευρά τον Ιαπώνων.

Εικόνα: Υποχώρηση Ρώσων στρατιωτών μετά τη Μάχη του Mukden.

Τελικά, όμως, με τη βοήθεια πολλών πυροβολαρχιών, Armstrong των 280 mm, οι Ιάπωνες μπόρεσαν να καταλάβουν τον βασικό προμαχώνα, πάνω στον οποίο στηριζόταν το συνολο της άμυνας της πόλης, τον Δεκέμβριο του 1904. Ελέγχοντας πλέον ένα πλεονεκτικό σημείο,  από το οποίο μπορούσαν να κατοπτεύουν ολόκληρο το Ρωσικό ναύσταθμο. Έτσι λοιπόν χρησιμοποίησαν το πυροβολικό τους εναντίων του ιδίου του Ρωσικού στόλου ο οποίος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τα «αόρατα», μιας και είχαν τοποθετηθεί σε κατάλληλα οχυρωματικά έργα, Ιαπωνικά πυροβόλα.

Η ναυμαχία της Κίτρινης Θάλασσας.

Με το θάνατο του ναύαρχου Μακάροφ κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Port Arthur τον Απρίλιο του 1904, ο Ναύαρχος Wilgelm Vitgeft διορίστηκε διοικητής του Ρωσικού στόλου του Ειρηνικού. Άμεσα διατάχθηκε από την Αγία Πετρούπολη να προσπαθήσει να σπάσει τον αποκλεισμό και να μεταφέρει την βάση του στόλου στο Βλαδιβοστόκ.

Έχωντας ως ναυαρχίδα του το θωρηκτό «Tsesarevich», ο Vitgeft προσπάθησε να οδηγήσει έξι θωρηκτά, τέσσερα καταδρομικά και 14 αντιτορπιλικά στην Κίτρινη Θάλασσα, στις 10 Αυγούστου του 1904. Στην ανοικτή θάλασσα τον περίμενε ο Ιαπωνικός στόλος του ναυάρχου Heihachirō Tōgō με 4 θωρηκτά, 10 καταδρομικά και 18 αντιτορπιλικά. Περίπου στις 12:15, της 10 Αυγούστου, οι αντίπαλοι στόλοι απέκτησαν οπτική επαφή μεταξύ τους.

Στις 13:00, ο Ιαπωνικός σχηματισμός κατάφερε να να «Διασταυρώσει το Τ» και ξεκίνησε να βάλει ένα ανελέητο μπαράζ εναντίων του αβοήθητου  Ρωσικού στόλου. Από την απόσταση των 8 ναυτιών  μιλίων, το μεγαλύτερο μέχρι τότε  βεληνεκές ναυτικού πυροβόλου, ο Ιαπωνικός στόλος «σφυρηλάτησε» τις όποιες ελπίδες είχαν ακόμα οι Ρώσοι για να σώσουν το  Port Arthur.

Εικόνα: Βομβαρδισμός κατά την πολιορκία του Port Arthur.

Για περίπου τριάντα λεπτά τα Αυτοκρατορικά θωρηκτά έβαλαν το ένα μετα το άλλο εναντίων  στης Ρωσικής παράταξης. Ο καταιγισμός πυρών, από πλευράς του Ιαπωνικού στόλου συνεχίστηκε έως ότου η απόσταση μεταξύ των δυο παρατάξεων έγεινε μικρότερη των τεσσάρων ναυτιών μιλίων, τότε άνοιξαν πυρ οι δευτερεύουσες πυροβολαρχίες των εμπλεκομένων.

Στις 18:30, ένα χτύπημα από ένα από τα θωρηκτά του Tōgō εξαΰλωσε τη γέφυρα της ναυαρχίδας του Vitgeft, σκοτώνοντας τον αμέσως. Με το “Tsesarevich” να φλέγεται και τον ναύαρχο Vitgeft νεκρό, η Ρωσική παράταξη έκανε στροφή 180 μοιρών προκειμένου να απομακρυνθεί από τον κίνδυνο. Αυτή η μανούβρα είχε σαν αποτέλεσμα να προκληθεί μεγάλη σύγχυση  μεταξύ των πλοίων του Ρωσικού στόλου.

Ωστόσο, ο Tōgō ήταν αποφασισμένος να βυθίσει τη ρωσική ναυαρχίδα, και για αυτό τον λόγο συνέχισε να την χτυπά. Η ναυαρχίδα σώθηκε μόνο με την γενναία επέμβαση του θωρηκτού “Retvizan”, αμερικανικής κατασκευής,  ο πλοίαρχος του οποίου «τράβηξε» τα πυρά του Ιαπωνικού σχηματισμού, καταφέρνοντας έτσι να σώσει την, ταλαιπωρημένη και φλεγόμενη,  Ρωσική ναυαρχίδα.

Γνωρίζοντας την επικινδυνότητα των φημολογούμενων Ρωσικών ενισχύσεων από τον στόλο της Βαλτικής, ο Tōgō επέλεξε να μην διακινδυνεύσει τα θωρηκτά του ακολουθώντας τον εχθρό του που οπισθοχωρούσε, με κατεύθυνση  προς το Port Arthur, τερματίζοντας έτσι την πρώτη ναυμαχία μεγάλου βεληνεκούς της ναυτικής ιστορίας και την πρώτη σύγχρονη σύγκρουση χαλύβδινων θωρηκτών στην ανοικτή θάλασσα.

Εικόνα: Απεικόνιση μιας ιαπωνικής επίθεσης κατά τη διάρκεια της μάχης του Mukden.

Η πτώση του Port Arthur.

Πλέον ο Ρωσικός στόλος, ήταν πλήρως εγκλωβισμένος χωρίς να είναι σε θέση ή πρόθυμος να πολεμήσει εναντίον του Ιαπωνικού στόλου. Τέσσερα Ρωσικά θωρηκτά και δύο καταδρομικά βυθίστηκαν διαδοχικά, με το πέμπτο και τελευταίο θωρηκτό να αναγκάζεται να εγκαταλειφθεί μερικές εβδομάδες αργότερα, στο λιμάνι του Port Arthur από της αδυσώπητες ομοβροντίες του Ιαπωνικού πυροβολικού. Όλα τα πλοία του Ρωσικού στόλου του Ειρηνικό, χωρίς καμία εξαίρεση, βυθίστηκαν. Αυτό είναι ίσως το μόνο παράδειγμα στη στρατιωτική ιστορία, όπου μια τέτοια καταστροφή επιτεύχθηκε από χερσαίο πυροβολικό ενάντια σε μεγάλα πολεμικά πλοία.

Εν τω μεταξύ, οι προσπάθειες ανακούφισης της πολιορκούμενης πόλης από την ξηρά απέτυχαν και μετά τη μάχη του Liaoyang στα τέλη Αυγούστου, η βόρεια ρωσική δύναμη που θα μπορούσε να ανακουφίσει το Port Arthur υποχώρησε στο Mukden. Ο στρατηγός Anatoly Stessel, διοικητής της φρουράς του Port Arthur, πίστευε ότι ο σκοπός της υπεράσπισης της πόλης χάθηκε μετά την καταστροφή του στόλου.

Ο Anatoly Stessel, επομένως, αποφάσισε να παραδοθεί στους έκπληκτους Ιάπωνες στρατηγούς στις 2 Ιανουαρίου 1905. Έλαβε την απόφασή του χωρίς να συμβουλευτεί ούτε το άλλο στρατιωτικό προσωπικό που ήταν παρόν, ούτε τον Τσάρο και τη στρατιωτική διοίκηση, που όλοι διαφωνούσαν με την απόφαση. Μετα το τέλος του  πολέμου ο Stessel, καταδικάστηκε σε θάνατο λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς και για παράβαση καθήκοντος, αργότερα όμως αμνηστεύθηκε.

Εικόνα: Μεταφορά τραυματιών Ρώσων από τον Ερυθρό Σταυρό.

Ο στόλος της Βαλτικής στην Ασία.

Όσο οι Ιάπωνες πολιορκούσαν ακόμα το Port Arthur, ο Τσάρος διέταξε την αποστολή του μεγαλύτερου μέρους του στόλου της Βαλτικής, που μετονομάστηκε σε «Δεύτερη Μοίρα Ειρηνικού», στην Άπω Ανατολή, ώστε μαζί με τα υπολείμματα της «Πρώτης Μοίρας Ειρηνικού», να νικήσει τους Ιάπωνες σε μια αποφασιστική ναυμαχία.

Το στόλο της Βαλτικής, που βρισκόταν σε κακή κατάσταση τόσο από πλευράς πλοίων, όσο και από πλευράς πληρωμάτων, θα διοικούσε ο εξαίρετος ναύαρχος Zinovy Rozhestvensky. Ο στόλος αυτός απέπλευσε στις 15 Οκτωβρίου 1904 και για να μην τελεί σε κατάσταση ομηρίας από τους Βρετανούς, εξαιτίας της χρήσης της διώρυγας του Σουέζ, αναγκάστηκε να τον μοιράσει σε δυο μέρη.

Τα παλαιότερα πλοία διήλθαν τη διώρυγα, αλλά τα πλέον σύγχρονα και αξιόπιστα έκαναν τον περίπλου της Αφρικής πριν φθάσουν στην Tsushima. Επί δρομολογίου, ο ρωσικός στόλος απέδειξε την τραγική του κατάσταση όταν σε γυμνάσια πυρών κατά ρυμουλκούμενου στόχου, κανένα πλοίο δεν μπόρεσε να τον πετύχει και μάλιστα η ναυαρχίδα του Rozhestvensky, κτύπησε το πλοίο που ρυμουλκούσε το στόχο. Την ίδια τύχη είχαν οι τορπιλικές προσβολές, ενώ από μια λάθος εκτίμηση ένα βράδυ, παραλίγο να οδηγηθεί η Ρωσία σε πόλεμο με τη Μεγάλη Βρετανία, αφού κτύπησε ένα στολίσκο βρετανικών αλιευτικών, τα οποία μπέρδεψε με Ιαπωνικά πολεμικά πλοία.

Ο Rozhestvensky κατάφερε σε κάθε περίπτωση το ακατόρθωτο, δηλαδή να πλεύσει με αυτό το ναυτικό συνονθύλευμα που του είχε διατεθεί, μέχρι την Άπω Ανατολή, με ανεφοδιασμούς σε κάρβουνα εν πλω, διανύοντας 18.000 μίλια. Πριν την τελική αναμέτρηση με τους Ιάπωνες και αφού είχε συνενώσει τα δυο τμήματα του στόλου του, υποχρεώθηκε να «ενισχυθεί» από κάποια πλοία του ναυάρχου Νεμπογκατώφ, τα οποία είχε απορρίψει πριν ξεκινήσει το ταξίδι του, γιατί ήταν τόσο παλιά και αναξιόπιστα, που μάλλον θα δυσχέραιναν τις επιχειρήσεις.

Εικόνα: Η διαδρομή του στόλου της Βαλτικής.

Η ναυμαχία της Tsushima.

Με δεδομένο ότι το Port Arthurείχε πλέον πέσει, ο ρωσικός στόλος θα κατευθυνόταν στο Βλαδιβοστόκ, μέσω των στενών της Tsushima, μια επιλογή που είχε εύκολα μαντέψει ο αντίπαλός του, ναύαρχος Togo, και ετοιμαζόταν να διεξάγει εκεί την αποφασιστική του ναυμαχία.

Έτσι στις 27 Μαΐου συναντήθηκαν οι δυο στόλοι, με την ακόλουθη σύνθεση. Ο Rozhestvensky διέθετε 8 θωρηκτά, 3 παράκτια θωρηκτά, 8 καταδρομικά και 9 αντιτορπιλικά και ο Τόγκο μόνο 4 θωρηκτά, 27 καταδρομικά, 21 αντιτορπιλικά και μεγάλο αριθμό τορπιλακάτων. Το πρωί της 27ης Μαΐου, στις 6:30, ο Τόγκο έστειλε το ακόλουθο λιτό σήμα στο Τόκιο, «Ο εχθρός εντοπίστηκε. Ο στόλος μας προχωρά για να επιτεθεί και να τον καταστρέψει».

Η ναυμαχία ξεκίνησε αρκετά αργότερα, όταν το μεσημέρι περί τις 2:45 ο Τόγκο επιτέθηκε, εφαρμόζοντας την περίφημη τακτική της  «Διασταυρώσεως του Τ», δηλαδή όταν πέρασε με όλα τα πλοία του κάθετα από το σχηματισμό μάχης των Ρώσων, αποκτώντας το πλεονέκτημα να μπορεί να βάλλει εναντίον τους με όλα τα πυροβόλα και να δέχεται πυρά μόνο από τα πρωραία πυροβόλα του Ρωσικού στόλου.

Κατά την κίνηση, το πρώτο πλοίο που κτυπήθηκε ήταν η ιαπωνική ναυαρχίδα, το θωρηκτό «Μικάσα», το οποίο όμως δεν έπαθε σοβαρή βλάβη. Οι Ιάπωνες εκτός από καλύτεροι πυροβολητές χρησιμοποιούσαν και εκρηκτικά βλήματα, σε αντίθεση με τους Ρώσους που χρησιμοποιούσαν κρουστικά.

Εικόνα: Ιαπωνική προπαγάνδα σε ξυλογραφία από που δείχνει τον Τσάρο Νικόλαο Β ‘να ξυπνά από έναν εφιάλτη των ξυλοδαρμένων και τραυματισμένων ρωσικών δυνάμεων που επιστρέφουν από τη μάχη.

Μετά τη βύθιση του «Μποροντίνο», κτυπήθηκε και η ρωσική ναυαρχίδα «Πρίγκιπας Σουβόρωφ» και ο ναύαρχος Rozhestvensky ετέθη εκτός μάχης, με το ναύαρχο Νεμπογκατώφ να τον αντικαθιστά. Πριν νυχτώσει οι Ιάπωνες με απόλυτη επιτυχία βύθισαν τα θωρηκτά «Οσλυάμπυα», «Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος Γ΄» και το «Πρίγκιπας Σουβόρωφ».

Τη νύκτα, ο Τόγκο ξεκούρασε τα θωρηκτά του και εξαπέλυσε την επίθεση 21 αντιτορπιλικών και 37 τορπιλακάτων από τις 8:00 έως τις 11:00. Όταν σε κάποια φάση φάνηκε να ξεφεύγουν οι Ρώσοι και να απομακρύνονται ανενόχλητοι, άναψαν τους προβολείς τους, θεωρώντας ότι κινδυνεύουν και εντοπίστηκαν εκ νέου. Το πρωί βρήκε βυθισμένο το θωρηκτό «Ναβαρίνο» και σε κατάσταση διάλυσης το θωρηκτό «Σισόυ Βελίκι» και τα καταδρομικά «Ναύαρχος Νακίμωφ» και «Βλαδίμηρος Μονομάχος», με ιαπωνικές απώλειες μόνο τριών τορπιλακάτων.

Το ερχόμενο πρωί εμφανίστηκαν τα ιαπωνικά θωρηκτά και καταδρομικά για να ολοκληρώσουν το έργο της καταστροφής του ρωσικού στόλου. Πέντε αντιτορπιλικά και το καταδρομικό «Σβετλάνα» βυθίστηκαν εύκολα και ο Ρώσος ναύαρχος Νεμπογκατώφ παρέδωσε τον υπόλοιπο στόλο, ήτοι 4 θωρηκτά και 1 αντιτορπιλικό.

Το παράκτιο θωρηκτό «Ναύαρχος Ουσακώφ» και το καταδρομικό «Ντιμίτρι Ντανσκόι» αρνήθηκαν να παραδοθούν και τελικά βυθίστηκαν. Το καταδρομικό «Ιζουμρούντ» προσάραξε σε μια σιβηρική ακτή, τρία καταδρομικά παραδόθηκαν στη Μανίλα των Φιλιππίνων σε Αμερικάνους και το καταδρομικό «Αλμάζ» κατάφερε να φτάσει στο Βλαδιβοστόκ, μαζί με δυο αντιτορπιλικά. Η εικόνα της απόλυτης ρωσικής καταστροφής συμπληρώνεται αν προσθέσουμε τους 4.380 νεκρούς και 5.920 αιχμαλώτους, με αντίστοιχες ιαπωνικές απώλειες 117 νεκρών και 583 τραυματιών.

Εικόνα: Η εδαφική επέκταση της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας.

Ξεκινώντας από κάποια τακτικά συμπεράσματα, η εκπαίδευση και το ηθικό ήταν βασικοί παράγοντες της ιαπωνικής επιτυχίας. Επίσης, συγκριτικό πλεονέκτημα αποτελούσε η ευελιξία των ιαπωνικών πλοίων που μπορούσαν να αναπτύξουν ταχύτητα 16 κόμβων έναντι των ρωσικών που λόγω της στριδώνας στα ύφαλα των πλοίων, μετά από το τεράστιο ταξίδι τους, περιοριζόντουσαν σε ταχύτητα μόλις 9 κόμβων. Η χρήση ανώτερης τακτικής, πυροβόλων μεγαλύτερου διαμετρήματος και εκρηκτικών βλημάτων ήταν επίσης καταλυτική.

Το τέλος τού πολέμου.

Η Ρωσική Αυτοκρατορία ήταν σίγουρα ικανή να στείλει περισσότερα στρατεύματα στην Μαντζουρία, αλλά αυτό δε θα είχε κάποιο δραστικό αποτέλεσμα, λόγω της κακής κατάστασης της οικονομίας, των «ενοχλητικών» ήττων του ρωσικού στρατού και της καταστροφής του Ρωσικού ναυτικού, όχι του στόλου του Ειρηνικού αλλά όλου του στόλου, από τους Ιάπωνες. Από την άλλη  πλευρά η σχετικά ασήμαντης σημασίας για τη Ρωσία επίμαχη γεωγραφική  έκταση έκανε τον πόλεμο εξαιρετικά αντιδημοφιλή στην κοινή γνώμη της Ρωσίας.

Λόγο του βάρους των συνεχομένων καταστροφών, ο Τσάρος Νικόλαος Β αναγκάστηκε να διαπραγματευτεί την ειρήνη, ώστε να μπορεί να επικεντρωθεί σε εσωτερικά ζητήματα, που είχαν προκύψει μετά το μακελειό της “Ματωμένης Κυριακής”, στις 9 Ιανουαρίου 1905. Οι δύο πλευρές αποδέχτηκαν την προσφορά του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Theodore Roosevelt να μεσολαβήσει.

Εικόνα: Διαπραγμάτευση της Συνθήκης του Πόρτσμουθ. Από αριστερά προς τα δεξιά: οι Ρώσοι στην άκρη του τραπεζιού είναι οι Korostovetz, Nabokov, Witte, Rosen, Plancon και οι Γιαπωνέζοι στην κοντινή πλευρά του τραπεζιού είναι οι Adachi, Ochiai, Komura, Takahira, Satō. Το μεγάλο τραπέζι συνεδριάσεων σώζεται σήμερα στο Μουσείο Meiji-mura στο Inuyama της Ιαπωνίας.

Πραγματοποιήθηκαν λοιπόν επαναλαμβανόμενες συναντήσεις στο Πόρτσμουθ, του Νιού Χάμσαϊρ, με τον Sergei Witte να ηγείται της ρωσικής αντιπροσωπείας και τον Βαρόνο Κομούρα να ηγείται της ιαπωνικής αντιπροσωπείας. Η Συνθήκη του Πόρτσμουθ υπεγράφη στις 5 Σεπτεμβρίου 1905, τον ίδιο χρόνο, ο Witte έγινε πρωθυπουργός της Ρωσίας.

Ο Roosevelt αποφάσισε να υποστηρίξει την άρνηση του Τσάρου να πληρώσει αποζημιώσεις, μια κίνηση η οποια αποδείκνυε στο Τόκιο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάτι περισσότερο από εμπορικά συμφέροντα στη Άπω Ανατολή. Από  την άλλη πλευρά, η Ρωσία αναγνώρισε την Κορέα ως μέρος της Ιαπωνικής σφαίρας επιρροής και συμφώνησε να εκκενώσει τη Μαντζουρία.

Η Ιαπωνία θα προσαρτούσε την Κορέα το 1910, με ελάχιστη διαμαρτυρία από άλλες δυνάμεις. Από το 1910 και μετά, οι Ιάπωνες, υιοθέτησαν μια στρατηγική για τη χρήση της Κορεατικής Χερσονήσου ως πύλη προς την ασιατική ήπειρο. Η Ρωσία υπέγραψε επίσης την ενοικίαση του Port Arthur από την Ιαπωνία για τα επόμενα 25 χρόνια, συμπεριλαμβανομένης και της χερσονήσου γύρω της, και παραχώρησε το νότιο μισό του νησιού Sakhalin στην Ιαπωνία.

Ο Roosevelt κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για την προσπάθειά του. Ο Τζορτζ Ε. Μόουρι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Roosevelt χειρίστηκε καλά τη διαιτησία, κάνοντας μια «εξαιρετική δουλειά εξισορρόπησης της Ρωσικής και της Ιαπωνικής δύναμης στην Ανατολή, όπου η υπεροχή μιας από των δύο δυνάμεων, αποτελούσε απειλή για την ανάπτυξη της Αμερικής στην Άπω Ανατολή.

Εικόνα: Η «Συνθήκη ειρήνης» της Ιαπωνίας με την Ρωσία.

Ο απολογισμός της συγκρούσεως.

Ο αριθμός των Ιαπωνικών στρατιωτών που σκοτώθηκαν στις μάχες ή πέθαναν από πληγές ανέρχεται σε 59.000 στρατιώτες με περίπου 27.000 επιπλέον θύματα από ασθένειες και 6.000 έως 12.000 τραυματιών. Οι εκτιμήσεις των νεκρών του Ρωσικού στρατού κυμαίνονται από 34.000 έως 53.000 άνδρες με επιπλέον 9.000 έως 19.000 θανάτους από ασθένειες και περίπου 75.000 αιχμαλώτους. Ο συνολικός αριθμός των νεκρών και για τις δύο πλευρές δηλώνεται γενικά ως περίπου 130.000 έως 170.000 θύματα. Η Κίνα υπέστη 20.000 θανάτους αμάχων και οι οικονομικές απώλειες ανήλθαν σε πάνω από 69 εκατομμύρια αργυρά νομίσματα (taels).

Κατά τη διάρκεια πολλών ναυμαχιών, αρκετές χιλιάδες στρατιώτες που μεταφέρονταν, πνίγηκαν μετά την βύθιση των πλοίων τους. Δεν υπήρχε συναίνεση μεταξύ των εμπλεκομένων για το πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν τους ναυαγούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολλά από τα πλοία να αρνούνται να περισυνελλέξουν τους ναυαγούς. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία της δεύτερης «Σύμβασης της Γενεύης» το 1906, η οποία κατοχύρωσε τα δικαιώματα των ναυαγών που ισχύουν έως και σήμερα.

Από την άλλη πλευρά, σε πολιτικό επίπεδο, καθώς η Ιαπωνία είχε κερδίσει κάθε μάχη στη στεριά και τη θάλασσα και καθώς το κόστος του πολέμου ώθησε την «Αυτοκρατορία του Ανατέλλοντος Ηλίου», στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, η μη αξίωση των Ιαπώνων για πολεμικές αποζημιώσεις εξόργισαν τον Ιαπωνικό λαό, που περίμενε πως ο πόλεμος θα τελείωνε με τη Ρωσία να παραχωρεί τη Ρωσική Άπω Ανατολή στην Ιαπωνία και να καταβάλει αποζημιώσεις.

Εικόνα: Γελοιογραφία στον βρετανικό τύπο της εποχής που απεικονίζει την απώλεια κύρους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας μετά την ήττα του έθνους. Η κλεψύδρα αντιπροσωπεύει το κύρος της Ρωσίας που τελειώνει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατηγορήθηκαν ευρέως στην Ιαπωνία για τη «Συνθήκη του Πόρτσμουθ» με τον Ρούσβελτ να φέρεται να «εξαπάτησε» την Ιαπωνία. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1905 ξέσπασαν αντι-αμερικανικές ταραχές στην Ιαπωνία οι οποίες αργότερα επεκτάθηκαν στο Τόκιο και διήρκεσαν τρεις ημέρες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να κηρύξει στρατιωτικό νόμο.

Στην Ρωσία αν και αρχικά υπήρξε δημοφιλής ο  πόλεμος με την Ιαπωνία, αυτή η λαϊκή υποστήριξη μετατράπηκε σε δυσαρέσκεια αφού υπέστη πολλές ήττες στα χέρια των ιαπωνικών δυνάμεων. Για πολλούς Ρώσους, το άμεσο σοκ της απροσδόκητης ταπείνωσης στα χέρια της Ιαπωνίας, θεωρήθηκε ως η μεταφορά των μειονεκτημάτων της αυτοκρατορίας των Ρομανώφ στο εξωτερικό.

Η δυσαρέσκεια, κατά του καθεστώτος στη Ρωσία μετά τον πόλεμο αυξήθηκε ακόμα περισσότερο, μιας και η ήττα προσέθεσε «καύσιμο» στην ήδη σιγοβράζουσα Ρωσική Επανάσταση του 1905, ένα γεγονός που ο Νικόλαος Β’ ήλπιζε να αποφύγει εξ ολοκλήρου νικώντας τους  Ιάπωνες, αυξάνοντας έτσι το κύρος του, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Δώδεκα χρόνια αργότερα, αυτή η δυσαρέσκεια θα επέφερε την έκρηξη της Ρωσικής Επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917,που θα κατέλυε την εξουσία του οίκου των Ρομανώφ.

Πηγές:

  • Sir Julian Corbett, «Maritime Operations In The Russo-Japanese War 1904–1905».
  • Richard A. Hough, «The Fleet That Had To Die».
  • Rotem Kowner, «The Impact of the Russo-Japanese War».
  • Irve Podalko, “Weak ally’or ‘strong enemy?’: Japan in the eyes of Russian diplomats and military agents”.
  • Ian Hill Nish, «The Origins of the Russo-Japanese War».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.