Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Η “προδοσία” της νήσου Σάσωνος. Η “ξεχασμένη” νύμφη των Επτανήσων.

Η “προδοσία” της νήσου Σάσωνος. Η “ξεχασμένη” νύμφη των Επτανήσων.

 Ιστορικά στοιχεία για την νήσο Σάσωνα.

Η νήσος Σάσων είναι γνωστή ήδη από την αρχαιότητα. Το 215 π.Χ, ο Πολύβιος την αναφέρει σε ένα «επεισόδιο» του πολέμου ανάμεσα στον Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας και τους Ρωμαίους. Ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς γράφει, «Κατά ταύτα έστι τα Κεραύνια Όρη εν τη Ηπείρω και νήσος παρά ταύτα έστι μικρά, η όνομα Σάσων». Ο Στράβωνας την αναφέρει πρώτος και ως Σασώ, ενώ ο Κλαύδιος Πτολεμαίος αναφέρει πως, «Νήσοι δε παράκεινται τη Μακεδονία, εν μεν τω Ιονίω πελάγει Σασώ νήσος».

Στα βυζαντινά χρόνια, ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρεται στο «Απειρονήσιον», το οποίο ο Πουκεβίλ ταυτίζει με τη Σάσων. Σαφής αναφορά από βυζαντινούς συγγραφείς γίνεται μόνο από τον Ιωάννη Ευγενικό το 1439, «κατ’ αυτόν τον Ανδρίαν κόλπον εγγύς μικρόν κατωτέρω της νήσου Σαζαίνης νυν καλουμένης».

Το 1297, η Σάσων καταλήφθηκε από τους Ανδεγαύδους της Νάπολης. Το 1303 μνημονεύεται στα βενετικά αρχεία. Σε έγγραφο της Ραγούζας, δηλαδή του σημερινού Ντουμπρόβνικ, του 1324, γίνεται λόγος για αποστολή 2 πλοίων στα παράλια της Αλβανίας προκειμένου να καταδιώξουν ένα πειρατικό πλοιάριο κι εκεί γίνεται μνεία της Σάσωνος.

Το 1344 η Σάσων αναφέρεται ξανά σε βενετικά έγγραφα, ενώ το 1372 δίνεται διαταγή στον Βενετό αρχιπλοίαρχο της Αδριατικής να πείσει τους «μεταχθέντες», όπως αναφέρει, από την Αυλώνα στη Σάσωνα, να εγκατασταθούν στη Μεθώνη και την Κορώνη, αν όμως δεν δεχθούν κάτι τέτοιο, να τους επιτρέψει να παραμείνουν στη Σάσωνα, απαλλάσσοντάς τους από κάθε φόρο για 4 χρόνια, αρκεί να ορκιστούν πίστη στη Βενετία.

Στα τέλη του 14ου αιώνα, φαίνεται ότι η Σάσων βρισκόταν στην κατοχή του Αλβανού φυλάρχου Μπάλσα Β’ και αργότερα της χήρας του, κόμισσας Μουζάκη, η οποία αναγνώρισε τη Βενετσιάνικη επικυριαρχία στο νησί. Το 1417, οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τον κόλπο της Αυλώνας, ενώ το 1571 η Σάσων αποτελεί το ορμητήριο του οθωμανικού στόλου κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Το 1696 έχει περάσει, όμως, πάλι στους Ενετούς, όπως φαίνεται στα έργα του μεγάλου Βενετσιάνου γεωγράφου Coronelli. Φαίνεται, λοιπόν, ότι μεσολάβησε οθωμανική κυριαρχία στη Σάσωνα, χωρίς να γνωρίζουμε ακριβείς ημερομηνίες, η οποία στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στα νησιά της Βενετίας.

Εικόνας: Βενέτικός χάρτης όπου εμφανίζεται η νήσος Σάσων με το όνομα «Saseno».

Ανήκει η νήσος Σάσων στα Ιόνια νησιά ;

Ένα φλέγον ερώτημα είναι αν η Σάσων ανήκει στα Επτάνησα ή όχι. Πολύτιμες πληροφορίες μας δίνει και γι’ αυτό το θέμα ο Κερκυραίος ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Λάμπρος, πρωθυπουργός το 1916, που πέθανε εξόριστος στη Σκόπελο το 1919. Τα στοιχεία υπάρχουν στο περιοδικό «Νέος Ελληνομνήμων», που έγραφε και εξέδιδε ο Λάμπρος.

Έτσι λοιπόν στη συνθήκη του Καμποφόρμιο το 1797, όταν δηλαδή οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τα Ιόνια νησιά αναφέρετε για πρώτη φορά στην σύγχρονη  εποχή η νήσος Σάσων. Αναλυτικότερα, με το πέμπτο άρθρο της Συνθήκης του Καμποφόρμιο η Γαλλία αποκτά «απάσας τας κτήσεις τας πρότερον βενετικάς εν Αλβανία τας κειμένας νοτιότερον του κόλπου του Δρίνου».

Αργότερα το 1800, με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, οι Ρώσοι και Τούρκοι διώχνουν τους Γάλλους από τα Ιόνια Νησιά και συγκροτείται η αυτόνομη Επτάνησος Πολιτεία. Εκεί γίνεται λόγος για όλα τα νησιά, κατοικημένα και μη, που βρίσκονται απέναντι από τα παράλια της Πελοποννήσου και της Αλβανίας. Αλλά παραδείγματα είναι η Συνθήκη της Αμιένης το 1802, Συνθήκη του Παρισιού το 1815 καθώς και έγγραφο της «Υψηλής Πύλης», συντεταγμένο στις 12/4/1819, με το οποίο αναγνωρίζεται η επί των Ιονίων Νήσων προστασία της Αγγλίας και παραχωρείται στην οθωμανική αυτοκρατορία η Πάργα.

Σε καμία Συνθήκη δεν αναφέρεται ονομαστικά η Σάσων, όπως και τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου, εκτός από τα μεγάλα σε έκταση όπως η Κέρκυρα, η Ζάκυνθο, η Κεφαλλονιά και τα λοιπά. Αυτές οι μικρές νήσοι χαρακτηρίζονται ως «εξαρτήματα των νήσων», και φυσικά γίνεται σαφές πως και αυτά ακολουθούν την ίδια τύχη με τα «μεγαλύτερα αδέρφια» τους. Κομβικής σημασίας είναι η φράση «νοτιότερον του ποταμού Δρίνου», της Συνθήκης του Καμποφόρμιο, που αναφέραμε και παραπάνω, Αν ΔΕΝ περιλαμβανόταν η Σάσων στα «εξαρτήματα» της Επτανήσου, θα γινόταν μνεία του Κόλπου της Αυλώνας και όχι των «προς νότον εκβολών του Δρίνου».

Στον Νέο Άτλαντα, που είχε συνταχθεί από τον συνταγματάρχη Boryde Saint-Vincent, η Σάσων συμπεριλαμβάνεται στα Ιόνια νησιά. Έγγραφο της 22ας Ιανουαρίου 1804, που συνέταξε η επιτροπή που είχε οριστεί για τη σύνταξη νομοσχεδίων και το έστειλε στη Γερουσία της Επτανησιακής Πολιτείας, αναγράφονται τα εξής, «Ανήκουν και είναι ηθικά και πολιτικά ενσωματωμένα στο νησί της Κέρκυρας τα μικρά νησιά, κατοικημένα και ακατοίκητα, των Οθωνών, της Ερείκουσας, της Σάσωνος, του Μαθρακίου, των Συβότων και όλα τα άλλα που βρίσκονται στο εσωτερικό και το εξωτερικό του καναλιού, μέχρι το ακρωτήριο Formaggio».

Γίνεται, λοιπόν, σαφής αναφορά στη Σάσωνα, στους Οθωνούς, Μαθράκι, Eρείκουσα και Σύβοτα, ως «εξαρτημάτων» της Κέρκυρας. Αυτός ήταν ο όρος που αναγραφόταν στις Συνθήκες της εποχής. Το ίδιο κείμενο χρησιμοποιούσαν και οι Άγγλοι για να αποδείξουν ότι η Σάσων ανήκε στα Ιόνια νησιά.

Εικόνα: Απεικόνιση της τοποθεσίας της νήσου σε σχέση με το στενό του Οτράντο και της Αυλώνας.

Σχετικό είναι το έγγραφο που απέστειλε ο Άγγλος αρμοστής των Επτανήσων Francis Adam, προς τον υπουργό των αποικιών,George Murray στις 4/12/1829, «Το τελευταίον τούτο έγγραφον αποδεικνύει διά σαφεστάτου τρόπου ότι άπασαι αι νήσοι από της Σάσωνος προς βορράν της Κερκύρας μέχρι της Ελαφονήσου προς ανατολάς των Κυθήρων, αποτελούσι μέρος αναπόσπαστον της Ηνωμένης Πολιτείας των Ιονίων Νήσων».

Μάλιστα, όταν οι Τούρκοι το 1859 κατέλαβαν προσωρινά τη Σάσωνα, αποβιβάζοντας στρατιωτικό απόσπασμα, οι Άγγλοι τους εκδίωξαν ανυψώνοντας και πάλι τη σημαία της Ιονίου Πολιτείας. Τέλος, σε έγγραφο του Άγγλου αρμοστή H. G. Howard προς τον κόμη Grey το 1849), αναφέρεται ότι, «στα Ιόνια νησιά, εκτός από τα 7 μεγάλα, ανήκουν και όλα τα άλλα νησιά, μεγάλα και μικρά, κατοικημένα και ακατοίκητα, κατά μήκος των ακτών του Μοριά και της Αλβανίας, που ανήκαν προηγουμένως στην Βενετία».

Οι Ιόνιες νήσοι στις αγκάλες της μητέρας Ελλάδας.

Στις 21 Μαΐου του 1864, ο τελευταίος Άγγλος αρμοστής Έρικ Στορκς, παρέδωσε τα Επτάνησα στον απεσταλμένο της ελληνικής κυβέρνησης, Θρασύβουλο Ζαΐμη. Είχαν προηγηθεί, το ψήφισμα της Ενώσεως των Επτανήσων με την Ελλάδα, που διατύπωσε στη Βουλή της Επτανήσου ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και διαβάστηκε στην πανηγυρική συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 1863 της ΙΓ’ Βουλής και η Συνθήκη παραχωρήσεως της «Ηνωμένης Πολιτείας των Ιονίων Νήσων» στο ελληνικό κράτος, που υπογράφτηκε στο Λονδίνο. Βασικός διαπραγματευτής της Συνθήκης, από ελληνικής πλευράς, ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης.

Με το ψήφισμα της Ιονίου Βουλής, «Αι νήσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Λευκάς, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί και τα εξαρτήματα αυτών ενούνται αναποσπάστως μετά του βασιλείου της Ελλάδος», ενώ με τη Συνθήκη του Λονδίνου γίνεται σαφές ότι τα νησιά που παραχωρούνται στην Ελλάδα είναι όσα ορίζονται από τη Συνθήκη του Παρισιού το 1815.

Καθώς, λοιπόν, δεν γίνεται ονομαστική αναφορά όχι μόνο στη Σάσωνα, αλλά σε κανένα άλλο νησί του Ιονίου, εκτός από τα 7 «μεγάλα», θεωρούμε ότι με βάση και τα όσα προαναφέραμε, η Σάσων ως «εξάρτημα» της Κέρκυρας, ανήκει στα «Διαπόντια Νησιά», για τους μη γνωστες τα «Διαπόντια Νησιά» ειναι οι Οθωνοί, το Μαθράκι και η Ερείκουσα, που είναι τα τρία πιο μεγάλα και τα μικρότερα Διάκοπο, Διάπλο, Τραχειά, Καράβι, Καστρινό, Λειψλω, Όστρακο, Πλάκα, Πλατειά και φυσικά  η βαρβαροκρατούμενη Σάσων.

Όμως όπως γράφει στον «Νέο Ελληνομνήμονα» του 1914 ο Σπυρίδων Λάμπρος, «Η δ’ Ελλάς, παραλαβούσα τας Ιονίους Νήσους, εξ ακατανοήτου μυωπίας και αβλεψίας δεν συμπεριέλαβε και την Σάσωνα» .Φαίνεται ότι απόλυτη ελληνική κυριαρχία στο νησί δεν ασκήθηκε από το 1864 ως το 1912. Θεωρήθηκε ότι βρίσκεται μακριά, ότι είναι άγονη και ορεινή.

Εικόνα: Ναυτικός χάρτης όπου εμφανίζεται η νήσος Σάσων.

Η δεύτερη ενσωμάτωση στην Ελλάδα και η «προδοσία» της Σάσων.

Στις 8 Νοεμβρίου 1912 η χώρα μας, στα πλαίσια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, κατέλαβε ή μάλλον, καλύτερα, άσκησε την κυριαρχία της στη Σάσων. Άγημα του πλοίου «Πηνειός», με επικεφαλής τον αντιπλοίαρχο Κωνσταντίνο Γεωργαντά, αποβιβάστηκε στη Σάσων και ύψωσε την ελληνική σημαία.

Είναι γνωστές οι «διεργασίες» για το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα και οι διαρκείς διαπραγματεύσεις μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21/2/1913. Είναι επίσης γνωστό ότι Ιταλία, πρωτίστως, και Αυστρία, δευτερευόντως, αγωνίστηκαν λυσσαλέα για να μη δοθεί στην Ελλάδα η Βόρειος Ήπειρος, ενώ με δική τους πρωτοβουλία ιδρύθηκε από το πουθενά το αλβανικό κράτος.

Σαν να μην έφτανε αυτό, απαιτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1914 και 11 Μαρτίου 1914, η παραχώρηση της Σάσων στην Αλβανία. Αυτό έγινε από όλες τις, λεγόμενες, Μεγάλες Δυνάμεις, καθώς το νησί «επιδικάστηκε», στην Αλβανία. Η ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε τελικά το παράλογο αυτό αίτημα. Γιατί όμως; Άγνωστο. Η χώρα προερχόταν από 2 νικηφόρους,  Βαλκανικούς πολέμους. Δεν είχε ηττηθεί, όπως έγινε 8 χρόνια αργότερα στη Μικρά Ασία.

Μηπως δόθηκαν υποσχέσεις στον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ότι θα υπάρχουν εδαφικά ανταλλάγματα στη Βόρεια Ήπειρο; Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Τα ελληνοαλβανικά σύνορα είχαν σχεδόν οριστικοποιηθεί με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στις 17/12/1913.  Υπήρχαν φόβοι ότι η Ιταλία θα κηρύξει πόλεμο εναντίον της χώρας μας; Ίσως. Ήταν η πρώτη φορά που, μετά το «μαύρο 1897», παραχωρήσαμε εθνικό έδαφος και μάλιστα αυτή τη φορά χωρίς πόλεμο.

Έτσι, η κυβέρνηση Βενιζέλου έφερε στις 5 Μαΐου 1914 νομοσχέδιο με δύο άρθρα, σύμφωνα με τα οποία, « Eπιτρέπεται εις την Κυβέρνησιν η εις την αλβανικήν επικράτειαν παραχώρησις της νησίδος Σάσωνος, ανηκούσης του Ελληνικού Βασιλείου, δυνάμει του 2ου άρθρου της περί παραχωρήσεως των Ιονίων νήσων Συνθήκης του Λονδίνου της 17/29 Μαρτίου 1864».

Ο κοινοβουλευτικός «διάλογος» για την παραχώρηση της νήσου Σάσων και η εγκατάλειψη της.

Από την εξαγγελία παραχωρήσεως της νήσου, βλέπουμε ότι η ελληνική κυβέρνηση αναγνώριζε ότι η Σάσων ανήκε στη χώρα μας από το 1864. Ο βουλευτής Δ. Ράλλης εξαπέλυσε σφοδρότατη επίθεση στον Ελευθέριο Βενιζέλο προσωπικά και στην κυβέρνηση για την όλη στάση της στο βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Ανέφερε ότι αν η Ιταλία κήρυττε πόλεμο ενάντια στη χώρα μας, θα υπήρχαν αλυσιδωτές αντιδράσεις και ότι στην Αλβανία επικρατούσε εκείνη την εποχή το απόλυτο χάος.

Ο Υπουργός Εξωτερικών Γ. Στρέιτ πρόβαλε το απαράδεκτο επιχείρημα ότι όντως η Σάσων έχει στρατηγική σημασία για όποιον κατέχει την Αυλώνα. Διαφορετικά, η κατοχή της αποτελεί, άκουσων άκουσων, μάλλον μειονέκτημα. Επίθεση δέχτηκε η κυβέρνηση και από τους Ν. Στράτο, Γ. Θεοτόκη, Δ. Γούναρη και Κ. Κουμουνδούρο, κάποιοι από τους οποίους εκτελέστηκαν στο Γουδή το 1922.

Εικόνα: Η γεωμορφολογία του ακριτικού νησιού με τη σύγχρονη ονομασία του στα αλβανικά «Σαζαν».

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε κάποιες ανεπαρκείς εξηγήσεις. Είπε χαρακτηριστικά ότι «η Σάσων ουδέποτε υπήρξε ελληνική». Μα την ίδια ώρα, στο νομοσχέδιο γινόταν λόγος για νησί που ανήκε στην Ελλάδα από το 1864. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα δύο; Σίγουρα, ο μεγάλος εθνάρχης, στο βορειοηπειρωτικό ζήτημα θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ καλύτερους χειρισμούς.

Έτσι λοιπόν, στις 2 Ιουλίου 1915, αποχώρησαν από τη Σάσων 25 Έλληνες στρατιώτες που είχαν επικεφαλής επιλοχία και 8 ναύτες με επικεφαλής υποκελευστή, χωρίς να την παραδώσουν σε εκπρόσωπο των Αλβανών. Στο νησί παρέμειναν 15 οικογένειες βλαχόφωνων Ελλήνων βοσκών, οι οποίοι κλαίγοντας, κατά την αποχώρηση των στρατιωτών μας, φιλούσαν την ελληνική σημαία και εκλιπαρούσαν τους στρατιώτες μας να μην τους εγκαταλείψουν. «Οι δυστυχείς αυτοί ομόφυλοί μας, στις 16 Ιουλίου 1914 δολοφονήθηκαν άγρια από άτακτα αλβανικά στίφη, που αποβιβάστηκαν για να εγκαθιδρύσουν στο νησί την «αλβανική διοίκηση».

Ο επίλογος ενός δράματος.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1919, η Αλβανία παραχώρησε τη Σάσωνα στην Ιταλία, η οποία εγκατέστησε εκεί ναυτική βάση το 1939. Η αλβανική κυριαρχία στη Σάσωνα αποκαταστάθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1947 και από το 1951 ως το 1961 αποτελούσε προκεχωρημένη ναυτική βάση τής τέως ΕΣΣΔ στη Μεσόγειο, μετά από συμφωνία της κυβέρνησης Χότζα με τους Σοβιετικούς. Από το 1998, η Ιταλία φέρεται να έχει αποκτήσει δικαιώματα χρήσης στη Σάσωνα, με καταβολή υψηλού χρηματικού ποσού στην Αλβανία, ενώ το νησί αποτελεί τόπο εκπαίδευσης ανδρών των ειδικών δυνάμεων της Μ. Βρετανίας και άλλων χωρών του ΝΑΤΟ.

Νομίζουμε ότι είναι ατράνταχτα πλέον τα στοιχεία που μαρτυρούν ότι η Σάσων παραχωρήθηκε στην Ελλάδα το 1864, ΚΑΚΙΣΤΑ δόθηκε στην Αλβανία, και μάλιστα με ειδικό νόμο που ψήφισε η Βουλή το 1914. Ανεξάρτητα από το τι έγινε ή θα γινόταν με την Αυλώνα, η Σάσων ΕΠΡΕΠΕ να παραμείνει στην Ελλάδα. Μάλλον μόνο οι Έλληνες αγνοούσαμε και αγνοούμε ακόμα τη μεγάλη στρατηγική της σημασία, πιθανότατα και την ίδια την ύπαρξή της.

Πηγές:

  • Πολύβιος, «Ἰστορίαι».
  • Στράβων, «Γεωγραφικά».
  • Σπυρίδων Π. Λάμπρος, «Ἡ νῆσος Σάσων», Νέος Ἑλληνομνήμων.
  • Στυλιανός Πολίτης, «Σάσων: Το Γιβραλτάρ της Αδριατικής», εκδ. Ελεύθερη Ζώνη.
  • Β. Γεωργίου, Βόρειος Ήπειρος, Η συνεχιζόμενη εθνική τραγωδία, εκδ.. Ε. Ρήγα.
  • eu, «Νήσος Σάσων, από τους Βενετούς στους Ιταλούς».

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.