Μεσοβυζαντινή Περίοδος (610-1057 μ.Χ.)
Δορύστολο 971 μ.Χ. Ο Ιωάννης Τσιμισκής εξουδετερώνει την Ρωσική απειλή.

Δορύστολο 971 μ.Χ. Ο Ιωάννης Τσιμισκής εξουδετερώνει την Ρωσική απειλή.

Μέσα στην χιλιόχρονη ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του μεσαιωνικού Ελληνισμού υπήρξαν γεγονότα, πρόσωπα, πόλεμοι και μάχες οι οποίες είτε καθορίσαν το ιστορικό γίγνεσθαι του Ελληνισμού είτε επισφράγισαν την υπεροχή των Ελλήνων έναντι των άλλων λαών. Μετά την ανάληψη της εξουσίας και αφού έβαλε σε τάξη τα εσωτερικά ζητήματα του κράτους, ο Ιωάννης Τσιμισκής έστρεψε την προσοχή του στους εξωτερικούς εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Από την ανατολή ελλόχευε ο κίνδυνος των Μωαμεθανών ενώ από τον βορρά οι Ρώσοι με αρχηγό τον Σβιατοσλάβο έλεγχαν όλη  την Βουλγαρία και αποτελούσαν άμεσο κίνδυνο για την Κωνσταντινούπολη.

Έναρξη του πολέμου με τους Ρώσους.

Προτού ξεκινήσει οποιαδήποτε εχθροπραξία ο Αυτοκράτορας Ιωάννης επιχείρησε να λύσει το ζήτημα με διπλωματικές οδούς, οι οποίες, επανειλημμένα απορριφθήκαν από τον  Σβιατοσλάβο ενώ απείλησε και με πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Η αντίδραση του Αυτοκράτορα ήταν άμεση. Υπό την αρχηγία του Βάρδα Σκληρού δέκα χιλιάδες άντρες στάλθηκαν για να καταλάβουν τα σύνορα μεταξύ Βουλγαρίας και Θράκης και να στρατοπεδεύσουν εκεί όλο το χειμώνα μέχρι την άνοιξη κατά την οποία θα εκστράτευε και ο ίδιος. Όταν η στρατιά αυτή κατέλαβε τα σύνορα, οι Ρώσοι, συνεπικουρούμενοι από Ούγγρους και Βούλγαρους, μια ορδή περίπου τριάντα χιλιάδων πολεμιστών επιτέθηκαν.

Εικόνα: Η στέψη του Ιωάννη Τσιμισκή, από το χρονικό του Σκυλίτζη.

Αν και η αναλογία ήταν τρεις προς έναν ο Βάρδας Σκληρός δεν δίστασε να επιτεθεί στο στρατό του Σβιατοσλάβου κατά μέτωπο. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στην  Αρκαδιούπολη της Ανατολικής Θράκης την άνοιξη του 970. Η αυτοκρατορική  παράταξη ήταν διαιρεμένη σε τρία μέρη ενώ δύο μοίρες είχαν διαταχτεί να παραφυλάνε μέσα στα δάση στα μετόπισθεν του εχθρού. Ο ρόλος τους ήταν να επιτεθούν την κατάλληλη στιγμή όταν η μάχη θα ήταν στην κορύφωση της. Η συμπλοκή ήταν σκληρή.

Μέσα στον ορυμαγδό της μάχης και την στιγμή που η έκβαση της ήταν αμφίρροπη, δόθηκε το σήμα επίθεσης και η παγίδα ξετυλίχθηκε. Οι Ρώσοι, έχοντας ρίξει όλη τους την δύναμη στο μπροστινό μέτωπο, δέχθηκαν το χτύπημα από τα μετόπισθεν με αποτέλεσμα να ξαφνιαστούν και να αρχίσουν να υποχωρούν άτακτα. Εκμεταλλευόμενος την άτακτη φυγή ο Βάρδας Σκληρός τους κατεδίωξε και όπως αναφέρουν ιστορικές πήγες τους κατέσφαζε μέχρι να πέσει ο ήλιος.

Η εισβολή στη Βουλγαρία.

Μετά την μάχη της Αρκαδιούπολης και με το νικηφόρο επισφράγισμα της πρώτης πράξης του πολέμου ο Αυτοκράτορας Ιωάννης εντείνει της προετοιμασίες του για την εκστρατεία στην Βουλγαρία. Στις 28 Μαρτίου του 970, ο Τσιμισκής επελαύνει από  την Βασιλεύουσα  προς τις πεδιάδες της Βουλγαρίας. ενώ το Αυτοκρατορικό Ναυτικό κατευθύνετε προς τις εκβολές του Ίστρου, με σκοπό να εμποδιστεί κάθε υποχώρηση των Ρώσων.

Παράλληλα και ο ίδιος την ίδια ημέρα αναχωρεί με τον στρατό για την Ανδριανούπολη. Φθάνοντας εκεί πληροφορήθηκε ότι τα στενά του Αίμου ήταν αφύλακτα καθώς οι Ρώσοι νόμιζαν ότι οι Βυζαντινοί δεν θα εκστρατεύσουν πριν το Πάσχα. Η ιδιοφυία του Ιωάννη Τσιμισκή εκμεταλλευομένη αυτήν την πληροφορία ενέργησε ταχύτατα.

Απέσπασε δεκαπέντε χιλιάδες πεζούς και δεκατέσσερις χιλιάδες ιππικό από το κύριο σώμα και πέρασε χωρίς καμία καθυστέρηση τα στενά έτσι ώστε να επιτεθεί αιφνιδίως κατά της  Πρεσλάβας. Πράγματι, περνώντας ανεμπόδιστα τα στενά του Αίμου και με ταχύ βηματισμό έφτασε μπροστά στην πόλη στις 3 Απριλίου. Αν και η μεγαλύτερη δύναμη των Ρώσων μαζί με τον Σβιατοσλάβο βρισκόταν στο Δορύστολο την σημερινή Σιλίστρια, μια αρκετά ισχυρή φρουρά Ρώσων και Βουλγάρων ήταν έτοιμη να υπερασπιστεί την πόλη.

Εικόνα: Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία γύρω στα 960, πριν από τους πολέμους με τους Ρως.

Την ίδια ακριβώς μέρα οι Ρώσοι βγήκαν σε παράταξη έξω από το φρούριο. Όμως επειδή μάχονταν πεζοί δεν μπόρεσαν να αντέξουν την επίθεση του ιππικού και την ορμή ενός εκλεκτού τάγματος, τον «Αθάνατων», αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν μέσα στον περίβολο της πόλης αφού όμως είχαν υποστεί απώλειες περίπου 8.500 ανδρών. Την επόμενη ημέρα και αφού έφτασε και ο υπόλοιπος στρατός με τις πολιορκητικές μηχανές, ο Ιωάννης Τσιμισκής διέταξε γενική έφοδο με στόχο την άλωση της πόλης. Στο ξεκίνημα της εφόδου, τα αυτοκρατορικά στρατεύματα πλησίασαν στο τείχος και άρχισαν να πλήττουν τους Ρώσους υπερασπιστές με εκηβόλα όπλα.

Αφού μετέφερα και σκάλες για να ανέβουν στα τείχη, ένας νέος ονόματι Θεοδόσιος Μεσονύκτης σηκώνοντας την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του ανέβηκε στις επάλξεις των εχθρών, εκεί πολεμώντας με έναν γιγαντόσωμο Ρώσο καταφέρνει να του κόψει το κεφάλι. Το κομμένο μέλος από την βιαιότητα του χτυπήματος εκσφενδονίστηκε έξω από το τοίχος και κύλισε στο έδαφος. Βλέποντάς το αυτό τα αυτοκρατορικά στρατεύματα με επευφημίες και ασυγκράτητη ορμή, άρχισαν να ανεβαίνουν μαζικά το τοίχος, και ύστερα από πεισματική αντίσταση των Ρώσων κατέλαβαν τις επάλξεις και τον περίβολο της πόλης.

Εξαναγκασμένοι, λόγο της τεράστιας πίεσης που δέχονται, οι Ρως συγκεντρώθηκαν στην βασιλική αυλή μαζί με αρκετούς Βούλγαρους που πολεμούσαν πρόθυμα εναντίων των Βυζαντινών. Επειδή όμως η είσοδος σε αυτό το κτίριο δεν ήταν παρά μια στενή πύλη ο Αυτοκράτορας Ιωάννης διατάζει να του βάλουν φωτιά ώστε να αναγκάσει τους Ρώσους να βγουν έξω. Πράγματι περικυκλωμένοι από τις φλόγες οι Ρώσοι πάνω στην απελπισία τους επιχειρούν έξοδο. Αφού όμως βγήκαν στο περίβολο της πόλης περικυκλώθηκαν από τους Βυζαντινούς και έπεσαν μέχρι ενός. Έτσι μέσα σε δύο μέρες μόνο κυριεύθηκε η πόλη Πρεσλάβα.

Η πολιορκία του Δορύστολου.

Αφού ξεκούρασε τον στρατό του για μερικές μέρες, προβίβασε αυτούς που διακρίθηκαν για την ανδρεία τους και μετονόμασε την Πρεσλάβα σε Ιωαννούπολη, ο Τσιμισκής ξεκίνησε με τον στρατό του για το Δορύστολο. Κατά την πορεία του κυρίευσε αρκετές πόλεις ενώ αρκετές συντάχθηκαν αυθόρμητα μαζί του. Βλέποντάς το αυτό ο Σβιατοσλάβος κάλεσε 300 από τους πιο ονομαστούς ευγενείς της Βουλγαρίας και τους σκότωσε όλους ανελέητα ενώ συγκέντρωσε όλη την δύναμή του στο Δορύστολο η οποία έφτανε τον ικανό αριθμό των 60.000 ανδρών. Ο Αυτοκράτορας βαδίζοντας αργά και κυριεύοντας τις πόλεις την μία μετά την άλλη φτάνει στο Δορύστολο στις 23 Απριλίου.

Με την άφιξή του βρίσκει τους Ρώσους παραταγμένους μπροστά από την πόλη. Χωρίς να χάσει χρόνο παρατάσσει τον στρατό του απέναντι από τον εχθρό. Το κέντρο της παράταξης καταλάμβανε η πεζική φάλαγγα, τα άκρα οι σιδερένιοι ιππείς, ενώ πίσω από το κύριο σώμα, τοξότες και σφενδονηστές εκτόξευαν αδιάκοπα βλήματα στον εχθρό. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Οι Ρώσοι, προερχόμενοι από τον βορρά και υπερηφανευόμενοι για την σκληρότητά τους σαν πολεμιστές αγωνίστηκαν με μεγάλο σθένος και επιμονή. Ο βυζαντινός στρατός όμως διατηρώντας μια μακραίωνη γνώση στις πολεμικές επιχειρήσεις και φέροντας το Έμβλημα μιας Αυτοκρατορίας αιώνων, είχε να αντιτάξει ασυναγώνιστη πολεμική εμπειρία και ατσαλένιο ηθικό.

Εικόνα: Με κόκκινο χρώμα, η Κιεβίνη Ρωσία, στην αρχή της βασιλείας του Σβιατοσλάβου, ενώ με πορτοκαλί χρώμα επισημαίνεται η σφαίρα επιρροής τους το 972.

Στην μάχη αυτή πολλοί έπεσαν και από τις δύο πλευρές και μέχρι το σούρουπο το αποτέλεσμα αμφιταλαντεύονταν. Ώσπου ο Ιωάννης Τσιμισκής αποφασίζει να επιτεθεί ο ίδιος μαζί με ολόκληρο το ιππικό του. Οι σάλπιγγες ήχησαν το πολεμικό εμβατήριο, αντήχησε βοή από όλους και ο στρατός όλος βλέποντας τον Αυτοκράτορά του να διακινδυνεύει την ζωή του όρμισε με ακατάσχετη δύναμη κατά των Ρώσων. Οι τελευταίοι μην μπορώντας να αντέξουν αυτήν την τελική επίθεση εγκλωβίστηκαν στο τοίχος χάνοντας πολλούς άνδρες.

Με το τέλος της πρώτης μάχης οι Ρώσοι αναζητούν καταφύγιο στα τείχη της πόλης ενώ το Βυζαντινό στρατόπεδο γιορτάζει την νίκη του, δοξάζοντας τον Αυτοκράτορα Ιωάννη. Την επόμενη ημέρα ο βασιλιάς διατάζει να φτιαχτεί ένα οχυρό στρατόπεδο πάνω σε έναν λόφο που βρισκόταν μπροστά από το Δορύστολο. Ο Αυτοκράτορας είχε καταλάβει πολύ καλά πως η κατάληψη της πόλης δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση. Το Δορύστολο ήταν πιο καλά οχυρωμένο και επιπλέον κατεχόταν από χιλιάδες άντρες με αρχηγό τον Σβιατοσλάβο.

Αφού λοιπόν ο Αυτοκράτορας Ιωάννης έχτισε εκείνο το οχυρό-στρατόπεδο απέναντι από το τείχος του Δορυστόλου και με την άφιξη του στόλου που είχε αποπλεύσει από τον Κεράτιο κόλπο άρχισε συντονισμένα το έργο της άλωσης. Το οχυρωμένο στρατόπεδο χρησίμευε σαν συντονιστικό κέντρο ενώ παράλληλα σε αυτό στάθμευε ο ίδιος με την αυτοκρατορική φρουρά έτοιμος να συνδράμει τις άλλες μοίρες που στρατοπέδευαν κοντά στην πόλη.

Ανατολικά ήταν παραταγμένοι οι Μακεδόνες και οι Θράκες ενώ δυτικά οι ανατολικές δυνάμεις με αρχηγό τον Βάρδα Σκληρό. Επίσης την εποπτεία των πολιορκητικών μηχανών την είχε ο δεύτερος ξάδερφος του Αυτοκράτορα, ο Ιωάννης Κουρκούας. Με την άφιξη του αυτοκρατορικού στόλου οι Ρώσοι έσυραν τα μικρά πλοία τους στο τείχος της πόλης ώστε να τα προστατεύσουν και κατά συνέπεια η πόλη ήταν περικυκλωμένη από παντού.

Η πολιορκία πότε γινόταν με μικρές μάχες σε διάφορα σημεία της πόλης κυρίως με εκηβόλα όπλα, όπως τόξα και σφενδόνες και άλλοτε με αγώνες σε μαζική παράταξη που επιχειρούσαν κυρίως οι Ρώσοι αλλά πάντα αναγκάζονταν να επιστρέψουν μέσα στο τείχος. Αυτό το είδος πολιορκίας ήταν φανερά μια καλά σχεδιασμένη στρατηγική. Το τείχος της πόλης ήταν αρκετά πλατύ ενώ οι πολιορκητικές μηχανές δεν ήταν αρκετές. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων απαγόρευε μια γενική έφοδο.

Εικόνα: Ο Σβιατοσλάβος Α’ του Κιέβου ήταν μέγας πρίγκιπας του πριγκηπάτου του Κιέβου το οποίοι είχαν ιδρύσει οι Ρως, γιος του Ιγκόρ του Κιέβου και της Χέλγκας.

Ο Ιωάννης έχοντας την πόλη περικυκλωμένη από παντού και ενοχλώντας αδιάκοπα τους εχθρούς με σφενδόνες και βέλη και αποκρούοντας κάθε έξοδο τους είχε την ελπίδα πως με την πείνα θα τους αναγκάσει να παραδοθούν. Όλες οι πόλεις που βρίσκονταν γύρο από το Δορύστολο και από τις δύο πλευρές του Ίστρου είχαν παραδοθεί στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα και αυτό γιατί ο Σβιατοσλαύος ανακάλεσε από παντού τις ρωσικές φρουρές στο Δορύστολο.

Λόγο όμως αυτής της βιαστικής συγκέντρωσης του στρατού και της αποκοπής των Ρώσων από κάθε άλλη πόλη πέραν του Δορυστόλου ο Ιωάννης περίμενε την προσεχή άλωση, γιατί ήξερε, ότι από τις αρχές του Μάη θα επικρατούσε στους εχθρούς έλλειψη τροφών. Όμως ένα συμβάν κατάφερε να παρατείνει την πολιορκία της πόλης για έναν ολόκληρο μήνα χάρις την επιδεξιότητα του Σβιατοσλαύου.

Αφού διάλεξε μια νύχτα στην οποία το φως του φεγγαριού θα ήταν λιγοστό και κατά την οποία για καλή του τύχη έπεφτε ραγδαία βροχή αναμιγμένη με χαλάζι, ο Ρώσος ηγεμόνας διέφυγε από την προσοχή του στόλου και βγήκε για να βρει τροφές. Αφού συγκέντρωσε στις όχθες του Ίστρου σιτάρι και κεχρί και όσα άλλα τρόφιμα που κατάφερε να βρει, γυρνώντας στο Δορύστολο βρήκε στο χείλος του ποταμού αρκετούς υπηρέτες των στρατιωτών να κάνουν εργασίες.

Με μία αιφνιδιαστική κίνηση έπεσε ξαφνικά πάνω τους και αφού σκότωσε πολλούς, αυτός και οι συμπολεμιστές του, έκλεψε τα διάφορα υλικά που είχαν συγκεντρώσει οι υπηρέτες. Πληροφορούμενος ο Αυτοκράτορας το συμβάν απείλησε με θάνατο τους αρχηγούς του στόλου αν επαναληφθεί κάτι τέτοιο. Παράλληλα έκανε ποιο στενή την πολιορκία δημιουργώντας τάφρους από την ξηρά έτσι ώστε να κάνει αδύνατη την εισαγωγή τροφίμων στο Δορύστολο όπου και τελικά τα κατάφερε. Οι Ρώσοι παρόλα αυτά επέμειναν την πολιορκία για αρκετό καιρό. Τις τελευταίες μάλιστα ημέρες της πολιορκίας επιχείρησαν να πυρπολήσουν τις πολιορκητικές μηχανές χωρίς επιτυχία. Κατά την επιχείρηση αυτή όμως κατάφεραν να σκοτώσουν τον Ιωάννη Κουρκούα, τον ξάδελφο του Αυτοκράτορα, ο οποίος έπεσε ηρωικά μαχόμενος.

Υπερηφανευόμενοι για το κατόρθωμα τους, την επόμενη μέρα, οι Ρώσοι βγαίνουν έξω από το τείχος για να αγωνιστούν σε ανοικτή παράταξη. Στην μάχη αυτή ένας από τους ισχυρότερους ηγεμόνες των Ρώσων ο Ίκμορας ο οποίος ήταν ο πρώτος ηγεμόνας μετά τον Σβιατοσλαύο, είχε προκαλέσει τρομερές απώλειες στο στρατό των Ελλήνων.

Μέσα όμως στον ορυμαγδό της μάχης ένας βασιλικός σωματοφύλακας με το όνομα Ανέμας, όρμησε εναντίων του Ρώσου μαχητή και με μια σπαθιά του έκοψε το κεφάλι, ενώ οι Ρώσοι που ξαφνιαστήκαν από αυτή την απώλεια υποχώρησαν αφού άφησαν πολλούς νεκρούς στο πεδίο της μάχης.

Εικόνα: Η πολιορκία του Δορύστολου, από χρονικό του Μανασσή.

Ο θάνατος του Ίκμορα προκάλεσε τεράστια ηθική κατάπτωση στον στρατό έτσι που ο Σβιατοσλάβος αναγκάστηκε να καλέσει συμβούλιο των αρίστων ώστε να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν, αν και οι πραγματικές προθέσεις του ήταν να παροτρύνει τους συμπολεμιστές του να συνεχίσουν την άμυνα. Πολλοί από αυτό το συμβούλιο ζήτησαν να συνθηκολογήσουν ή να υποχωρήσουν όπως μπορούν.

Ακούγοντας τα αυτά ο Σβιατοσλάβος είπε κάποια λόγια που αναφέρονται ακριβώς από τις ιστορικές πηγές. «Να μην ντροπιάσουμε την Ρωσία, αλλά να αφήσουμε εδώ τα οστά μας. Αν πεθάνουμε δε θα μας γίνει καμία ατιμία, ενώ αν σωθούμε θα κατακριθούμε από όλους. Ας κάνουμε υπομονή λοιπόν και αν εγώ πέσω τότε να σκεφτείτε και για εσάς» και όλοι στο συμβούλιο αποκρίθηκαν «Θα πεθάνουμε όλοι μαζί σου». Έτσι αποφάσισαν να αγωνιστούν για ακόμη μια φορά.

Η τελική μάχη για το Δορύστολο.

Το απόγευμα της επόμενης ημέρας συγκροτήθηκε η τελευταία κρίσιμη μάχη σε παράταξη μπροστά από το τείχος της πόλης. Στην διάρκεια της μάχης ο βασιλικός σωματοφύλακας Ανέμας προκάλεσε ένα βαρύ χτύπημα στον ηγεμόνα των Ρώσων, που όμως σώθηκε χάρις τον αλυσιδωτό του χιτώνα. Ο Ανέμας τότε περικυκλώθηκε από εχθρούς και αφού σκότωσε πολλούς έπεσε μαχόμενος.

Οι γύρω του μόλις είδαν τον συμπολεμιστή τους να πέφτει υποχώρησαν γρήγορα και χρειάστηκε η επίθεση του ίδιου του Ιωάννη ώστε να επιστρέψουν στις θέσεις τους και να ορμήσουν κατά του εχθρού. Κατά την διάρκεια της μάχης ξέσπασε βροχή και διαδόθηκε η φήμη πως ο Άγιος Θεόδωρος τον οποίον επικαλούνταν ο Αυτοκράτορας σαν προστάτη του τάραζε τις φάλαγγες των εχθρών. Όλα αυτά αναπτέρωσαν τον ηθικό του στρατού και ύστερα από λίγο ο Βάρδας Σκληρός κατάφερε να κυκλώσει σχεδόν τους Ρώσους τρέποντας τους σε φυγή, ενώ παραλίγο να συλληφθεί και ο ίδιος ο Σβιατοσλάβος. Στην μάχη αυτή λέγεται ότι σκοτωθήκαν 50.000 Ρώσοι, πάρθηκαν 20.000 ασπίδες και πολλά ξίφη. Από το στρατόπεδο των Ελλήνων έπεσαν 350 και υπήρξαν πολλοί τραυματίες.

Η συνθηκολόγηση του Δορύστολου και η τύχη του Σβιατοσλάβου.

Την επόμενη ημέρα ο Σβιατοσλάβος συνθηκολόγησε παραδίδοντας το Δορύστολο, ζητώντας την απελευθέρωση των αιχμαλώτων και την ελεύθερη επιστροφή τους στην Ρωσία. Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης δέχτηκε πρόθημα τα αιτήματα ενώ παράλληλα διέταξε να δοθούν από δύο μέδιμνοι στους ηττημένους οι οποίοι ήταν μόνο 22.000 από τους 60.000 που ήταν στην αρχή της πολιορκίας.

Όταν έγιναν οι συμφωνίες της συνθήκης ο Ρώσος ηγεμόνας ζήτησε να δει τον Ιωάννη. Σε αυτό το σημείο θα ήταν καλό να επισημανθεί το μεγαλείο και η δύναμη του Ανατολικού Ρωμαϊκού Ελληνισμού. Ο Ιωάννης αφού οπλίστηκε με χρυσή πανοπλία έφτασε έφιππος στην όχθη του Ίστρου ακολουθούμενος από δέκα χιλιάδες χρυσοφορεμένους ιππείς, αντίθετα, ο Σβιατοσλαύος παρουσιάστηκε πάνω σε ένα ρωσικό πλοιάριο ενώ κωπηλατούσε και ο ίδιος. Τέτοια ήταν η υπεροχή του μεσαιωνικού Ελληνισμού έναντι των άλλων λαών.

Εικόνα: Μια βυζαντινή μεταξωτή ταπετσαρία που απεικονίζει την επιστροφή του Ιωάννη Τσιμισκή από την εκστρατεία στην Βουλγαρία.

Αφού αντάλλαξαν λίγα λόγια για συμφιλίωση, ο Ρώσος κίνησε για το Δορύστολο και από εκεί σύμφωνα με τις συνθήκες έπλευσε στην αντίθετη όχθη του Ίστρου, όπου όμως η τύχη του ήταν οικτρή αφού πολυάριθμοι Πετσενέγοι έπεσαν πάνω του ενώ επέστρεφε και έσφαξαν και αυτόν και όσους ήταν μαζί του. Κατά άλλους ο Σβιατοσλάβος δέχθηκε επίθεση και εφονεύθη από τον Κούρια, Χάνο των Πετσενέγων, ο οποίος είχε υποκινηθεί από τον Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή, καθώς ο τελευταίος φοβόταν πιθανή νέα εισβολή του πρίγκιπα του Κιέβου στα Βαλκάνια. Λέγεται πως ο Χάνος χρησιμοποίησε το κρανίο του σαν κύπελλο κρασιού, κατά τα βαρβαρικά του πρότυπα.

Αυτά ήταν τα λαμπρά γεγονότα του ελληνο-ρωσικού πολέμου. Μια δύναμη προερχόμενη από τον βορρά, όπου οι πολεμιστές της δεν γνώριζαν από τακτικές ή κατείχαν κάποια ιδιαίτερη στρατιωτική γνώση, γνωρίζοντας μόνο την δύναμη των χεριών τους και την δίψα τους για κατάκτηση συγκρούσθηκαν με μια Αυτοκρατορία αιώνων.

Η χιλιόχρονη ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι μια ιστορία διαρκούς σύγκρουσης με λαούς και πολιτισμούς. Μέσα σε όλους αυτούς τους αιώνες πάλης με άλλες δυνάμεις, οι Ρωμαίοι της Ανατολής ανέπτυξαν κάτι που βέβαια είχαν έμφυτο από τα αρχαία χρόνια και αυτό είναι η στρατιωτική ιδιοφυία. Το αλύγιστο ηθικό των σε συνδυασμό με την άριστη στρατιωτική τους γνώση ήταν τα αίτια της νίκης εναντίων τόσων εχθρών.

Πηγές:

  • David  Christian, “A History of Russia, Mongolia and Central Asia”
  • Simon Franklin and Jonathan Shepard, “The Emergence of Rus 750-1200”.
  • Donald F. Logan, “The Vikings in History”.
  • Orest Subtelny, “A History of Ukraine”.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.