Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Βόρεια Ήπειρος. Μια Ελλάδα που στενάζει.

Βόρεια Ήπειρος. Μια Ελλάδα που στενάζει.

Τα γεγονότα που υποδεικνύουν την Ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου ειναι απολυτός αδιάσειστα. Ήδη από τη δεύτερη χιλιετία προ Χριστού ζούσαν διάφορα ελληνικά φύλα στην περιοχή, τα κυριότερα από τα οποια ήταν οι Θεσπρωτοί, οι Χάονες και οι Μολοσσοί. Σημαντικοί οικισμοί κατά την αρχαιότητα στην περιοχή υπήρξαν εκτός από τον ο Ογχησμός (Αγίοι Σαράντα), η Φοινίκη, η Αντιγόνεια (κοντά στο σημερινό Αργυρόκαστρο), η Αντιπάτρεια (Βεράτι), η Νίκαια, οι Κεμάρες (Χειμάρρα) καθώς και μια πληθώρα ακόμα πόλεων και οικισμών.

Σταδιακά οι Χάονες επιβλήθηκαν στην περιοχή. Κατά το διάστημα 650-500 π.Χ. επεκτάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή, καθώς η δύναμή τους εκτείνονταν στην παραθαλάσσια περιοχή από τον ποταμό Καλαμά ως τον κόλπο του Αυλώνα και στην ενδοχώρα μέχρι τις πεδιάδες της περιοχής της Κορυτσάς.

Εικόνα: Οι Ελληνικές περιοχές της Ηπείρου τον 5ο – 6ο αιώνα π.Χ.

Κατά την κλασσική εποχή, το 375 π.Χ. όλα τα ηπειρωτικά φύλα ενώθηκαν σε μία πολιτική οντότητα, κάτω από τη δυναστεία του Αιακίδη Αλκέτα των Μολοσσών και το 232 π.Χ. εγκαθιδρύεται στην Ήπειρο το αβασίλευτο Κοινό των Ηπειρωτών, με πρωτεύουσα τη Φοινίκη. Ως ενιαίο κράτος η Ήπειρος υπήρξε υπολογίσιμη δύναμη μέχρι το 167 π.Χ, οπότε και επήλθε η Ρωμαϊκή κατάκτηση.

Η περιοχή υπήρξε δέκτης του Χριστιανισμού από τον 1ο αιώνα μ.Χ, με τις περιοδείες του Απόστολου Παύλου. Η Βόρεια Ήπειρος αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ έζησε τις επιδρομές διάφορων λαών. Βησιγότθοι, Αβάροι, Σλάβοι, Νορμανδοί, Σέρβοι, Αλβανοί καθώς και διάφορες Ιταλικές δυνάμεις επέδραμαν εναντίων της. Παρόλα αυτά ο πολιτισμός της περιοχής ήταν στενά συνυφασμένος με τα υπόλοιπα κέντρα του ελληνικού χώρου, καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, διατηρώντας τον ελληνικό του χαρακτήρα.

Το 1204 η περιοχή αποτελεί τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, κατά διαστήματα όμως επανέρχεται στην δικαιοδοσία του Βυζαντίου. Ενώ τo 1345 η περιοχή, όπως και η υπόλοιπη Ήπειρος, Θεσσαλία, Ανατολική Μακεδονία, παραδίδεται στους Σέρβους βάσει συμφωνίας με τον Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνός, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που του παρείχαν στον Βυζαντινό εμφύλιο.

Η Οθωμανική παρουσία ήταν έντονη από τα τέλη του 14ου αιώνα, ώσπου επήλθε η οριστική κατάκτηση στα μέσα του 15ου. Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Βόρεια Ήπειρος συμμετείχε σε επαναστατικές απόπειρες και συνωμοσίες που γίνονταν στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου, με την βοήθεια ή την υπόσχεση για βοήθεια από δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Σημαντική απόπειρα για γενικό ξεσηκωμό και επανάσταση από τον τουρκικό ζυγό έγινε στην Επανάσταση του 1821, όπου κάτοικοι της Χειμάρρας συμμετείχαν ενεργά και προσπάθησαν να αφυπνίσουν όλους τους Ηπειρώτες ώστε να συμμετάσχουν στον Αγώνα. Καθολικότητα είχε και ο ξεσηκωμός του 1854 όταν οι Ηπειρώτες προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, ώστε να κερδίσουν την ελευθερία τους με την προοπτική μελλοντικής ένωσης, με την πριν από λίγα μόλις χρόνια απελευθερωμένη Ελλάδα.

Εικόνα: Το αμφιθέατρο του Βουθρωτού.

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος και η πρώτη απελευθέρωση της Βορείας Ηπείρου.

Με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων οι Αλβανοί κοινοποίησαν στις Μεγάλες Δυνάμεις, την αμέριστη υποστήριξή τους απέναντι στους Νεότουρκους καθώς έτσι εξυπηρετούσαν και τα δικά τους συμφέροντα. Έτσι στις 7 Δεκεμβρίου 1912 ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε αρχικά την Κορυτσά, ενώ στις αρχές του 1913 μετά την νίκη στο Μπιζάνι, εισήλθε στα Ιωάννινα και προχωρώντας βόρεια στις 16 Μαρτίου εισήλθε στο Αργυρόκαστρο και στο Τεπελένι.

Στις 29 Ιουλίου 1913 οι Μεγάλες δυνάμεις με τη Συνθήκη του Λονδίνου, αναγνωρίζουν την εκ του μηδενός σύσταση του κράτους της Αλβανίας ως ανεξάρτητο κράτος και με το Πρωτόκολλο Φλωρεντίας, της παραχωρείται η περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος αρχικά αρνήθηκε να παραχωρήσει την περιοχή που κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί και ήδη κατείχε με ισχυρές δυνάμεις.

Έτσι οι Μεγάλες Δυνάμεις, με υπόμνημα που απέστειλαν στο ελληνικό κράτος στις 13 Φεβρουαρίου 1914, μετά την υπογραφή του νέου Πρωτοκόλλου Φλωρεντίας απαιτούσαν την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αναγνωρίζονταν η ελληνική επικυριαρχία επί των νήσων του Αιγαίου. Επιπλέον, ζητούσαν από την Ελλάδα να μην ενθαρρύνει καμιά μορφή αντίδρασης στους ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής.

Η «Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου» και η δεύτερη απελευθέρωση.

Στις 13 Φεβρουαρίου 1914, η «Πανηπειρωτική Συνέλευση», ένα σώμα δηλαδη που αποτελούνταν από εκπροσώπους της περιοχής, αποφάσισε ότι εφόσον δεν επιτεύχθηκε η ένωση με την Ελλάδα θα δέχονταν μόνο τοπική αυτονομία. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάληψης της περιοχής από αλβανικά σώματα ενόπλων ατάκτων και να προστατευθεί ο πληθυσμός της περιοχής, ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, πρώην υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας με καταγωγή από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου, ανακήρυξε την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου» στο Αργυρόκαστρο, στις 28 Φεβρουαρίου του 1914.

Εικόνα: Χαρακτηριστική φωτογραφία της επίσημης ανακήρυξης της Αυτονομίας την 1η Μαρτίου 1914 στο Αργυρόκαστρο. Πηγή: Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Στην προκήρυξη της αυτονομίας προς τον λαό της Βορείου Ηπείρου αποκάλυπτε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις τους είχαν αρνηθεί όχι μόνο την αυτονομία εντός του αλβανικού κράτους, αλλά και εγγυήσεις για βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους. Ο ιδιοςδηλωσε στους συμπατριωτεςτου πως, «Ἡ Βόρειος Ἤπειρος κηρύσσει τὴν ἀνεξαρτησίαν της καὶ προσκαλεῖ τοὺς πολίτας της ὅπως ὑποβαλλόμενοι εἰς πᾶσαν θυσίαν προασπίσωσι τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἐδάφους καὶ τὰς ἐλευθερίας της, ἀπὸ πάσης προσβολῆς».

Η εξέγερση στην Βόρειο Ήπειρο δεν προέρχονταν ούτε υποστηρίζονταν από την ελληνική κυβέρνηση, συναισθηματικά μόνο συμπαραστέκονταν στους Βορειοηπειρώτες. Η θέση του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθέριου Βενιζέλου ήταν ιδιαίτερα δύσκολη στο θέμα, καθώς έπρεπε να εγκαταλείψει τους ελληνικούς πληθυσμούς στις διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων χωρίς να εξασφαλίσει καμία εγγύηση για την ασφάλειά τους.

Στις 9 Μαρτίου ο ελληνικός στόλος απέκλεισε το λιμάνι των Αγίων Σαράντα και τις επόμενες μέρες απαγόρεψε διαδήλωση στην Αθήνα υπέρ του βορειοηπειρωτικού ζητήματος. Αυτές οι ενέργειες είχαν ως σκοπό να πείσουν τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα τηρεί αυστηρή στάση και δεν συμμετέχει σε καμμία περίπτωση στο αυτονομιστικό κίνημα στη Βόρεια Ήπειρο.

Στις 1 Μαρτίου 1914, ο Συνταγματάρχης Κοντούλης, κατόπιν εντολής παραδίδει την Κορυτσά, την Μοσχόπολη και λίγες μέρες αργότερα το Λεσκοβίκι, στην νεοσυσταθείσα αλβανική χωροφυλακή. Επακολούθησαν σοβαρές ταραχές και ένοπλες συγκρούσεις, μεταξύ αλβανικών και βορειοηπειρωτικών δυνάμεων, οι οποίες γενικεύτηκαν σε πολλές περιοχές. Οι Βορειοηπειρώτες, που είχαν οργανώσει τοπικές ένοπλες ομάδες, με την ονομασία «Ιεροί Λόχοι», κατέλαβαν την Ερσέκα και μέχρι το Μάιο του ίδιου έτους προήλασαν στο Φρασάρι και την Κορυτσά.

Για ένα διάστημα ξέσπασαν συγκρούσεις στην περιοχή της Κορυτσάς και για λίγες μέρες η πόλη πέρασε στα χέρια των αυτονομιστών, όμως μετά από ενισχύσεις της αλβανικής πλευράς η εξέγερση καταπνίγηκε. Ακολούθησαν φυλακίσεις και εξορίες πολλών Κορυτσαίων, όπως του τοπικού μητροπολίτη Γερμανού.

Εικόνα: Η σημαία της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, σε γραμματόσημο που εξέδωσαν βορειοηπειρωτικές αρχές το 1914.

Με την διαμεσολάβηση Αλβανών και Ζωγράφου στις 4 Μαΐου υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας. Η Βόρεια Ήπειρος αποκτούσε επίσημα την αυτονομία της, υπό την αιγίδα του πρίγκηπα Βηντ της Αλβανίας, ο οποίος όμως δεν είχε ουσιαστικές αρμοδιότητες. Οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εγγυόνταν για την διατήρηση των παρακάτω  αναφερομένων όρων της ειρηνεύσεως.

Η αλβανική κυβέρνηση θα είχε το δικαίωμα να διορίζει και να απολύει τους κυβερνήτες και τους ανώτερους υπαλλήλους. Άλλοι όροι της συμφωνίας προέβλεπαν την στρατολόγηση αυτοχθόνων στην χωροφυλακή, την απαγόρευση παραμονής στρατιωτικών μονάδων αποτελούμενων από μη εντόπιους στην περιοχή. Προβλέπονταν επίσης, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, αν και στις τρεις πρώτες τάξεις η αλβανική θα διδάσκονταν παράλληλα με την ελληνική. Η θρησκευτική διδασκαλία, όμως, θα γίνονταν μόνο στα ελληνικά.

Στα τέλη Οκτωβρίου του ιδίου έτους, και ενώ είχε ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, μετά από την συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, ο ελληνικός στρατός εισήλθε για δεύτερη φορά στην περιοχή, ως παράγοντας σταθεροποίησης και προστασίας του πληθυσμού. Έτσι η προσωρινή κυβέρνηση τυπικά έπαψε να υπάρχει και η Βόρεια Ήπειρος βρίσκονταν ξανά υπό την προστασία του ελληνικού κράτους. Ο Βενιζέλος μάλιστα δήλωσε στο ελληνικό κοινοβούλιο ότι μόνο κολοσσιαία λάθη θα αποστερούσαν από την Ελλάδα την Βόρειο Ήπειρο.

Μετά την παραίτηση του Βενιζέλου οι επόμενες φιλοβασιλικές κυβερνήσεις προέβησαν σε ενέργειες που απομάκρυναν την Ελλάδα από τις δυνάμεις της Αντάντ, ιδιαίτερα λόγω της στάσης της να επιμείνει στην ουδετερότητα και να μην εισέλθει με το πλευρό της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις αρχές του 1916 η περιοχή της Βορείου Ηπείρου συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές εκλέγοντας 16 εκπροσώπους στο κοινοβούλιο. Τον Μάρτιο, με βασιλικό διάταγμα ανακηρύχθηκε η ένωση της περιοχής.

Οι πολιτικές συγκυρίες που ακολούθησαν και η δυσμενής κατάσταση που βρέθηκε η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, με τον Εθνικό Διχασμό, οδήγησαν στη διαίρεση της χώρας σε δύο επί μέρους κράτη. Επίσης, οι διπλωματικές μηχανορραφίες των Μεγάλων Δυνάμεων, οδήγησαν αρχικά στην είσοδο των Ιταλικών στρατευμάτων στο Αργυρόκαστρο και τον Γαλλικών στην Κορυτσά.

Εικόνα: Η περιοχή της Ηπείρου και τα σύγχρονα όρια κρατών. Στο υπόμνημα παρουσιάζεται με γκρι: κατά προσέγγιση εδάφη του αρχαίου βασιλείου της Ηπείρου, με πορτοκαλί: η περιφέρεια Ηπείρου, με πράσινο: κατά προσέγγιση περιοχές κατοικημένες από ελληνικούς πληθυσμούς και με την κόκκινη γραμμή: το όριο της Β. Ηπείρου.

Μετά τη λήξη του πολέμου, το 1921 αποφασίστηκε η οριστική επιδίκαση της περιοχής στην Αλβανία. Η ενσωμάτωση όμως στην Αλβανία, συνοδεύτηκε, με πολύ πιο περιορισμένα δικαιώματα για τον πληθυσμό της περιοχής και χωρίς την αναγνώριση ενός αυτόνομου κράτους, σύμφωνα με τους όρους του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας και τις εγγυήσεις που δόθηκαν από την Αλβανία προς την Κοινωνία των Εθνών.

Τα επόμενα χρόνια, το αλβανικό κράτος έλαβε μέτρα για τον περιορισμό της ελληνικής εκπαίδευσης, τα ελληνικά σχολεία της περιοχής είτε έκλεισαν είτε μετατράπηκαν σε αλβανικά και πολλοί δάσκαλοι απελάθηκαν από τη χώρα. Ενώ πριν τους Βαλκανικούς πολέμους υπήρχαν στην περιοχή 360 σχολεία, ο αριθμός τους μειώνονταν απότομα ώσπου το 1935 ουσιαστικά έφτασε στο μηδέν. Μετά την επέμβαση της Κοινωνίας των Εθνών το 1935, ένας περιορισμένος αριθμός ελληνικών σχολείων επαναλειτούργησε, αποκλειστικά όμως στην εντός της μειονοτικής ζώνης.

Η Ιταλική “εισβολή” στην Αλβανία

Η Αλβανία είχε από καιρό μεγάλη στρατηγική σημασία για την Ιταλία. Οι Ιταλοί ναύαρχοι είχαν επιδείξει σημαντικό ενδιαφέρον για το λιμάνι του Αυλώνα καθώς και για την νήσο Σάσωνα στην είσοδο του κόλπου του Αυλώνα, διότι με τον έλεγχο τους η Ιταλία θα έλεγχε την είσοδο στην Αδριατική Θάλασσα. Επιπλέον, η Αλβανία θα μπορούσε να παρέχει στην Ιταλία προγεφύρωμα για μελλοντική επέκταση στα Βαλκάνια.

Με την  ενσωμάτωση της Αυστρία από την Ναζιστική Γερμανία, η Ιταλία είδε να γίνεται το μικρότερο μέλος του Άξονα. Από την άλλη πλευρά η επικείμενη γέννηση ενός πρίγκιπα του Αλβανικού θρόνου, απειλούσε να δώσει στον βασιλιά Ζογ Α΄ μια διαρκή δυναστεία. Ειδικά μετά την Γερμανική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία ο Μουσολίνι αποφάσισε, χωρίς να ενημερώσει εκ των προτέρων τον Χιτλερ, να προχωρήσει την προσάρτηση της Αλβανίας.

Ο Ιταλός βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ’, επέκρινε το σχέδιο να λάβει την Αλβανία ως περιττό κίνδυνο. Στη Ρώμη, ωστόσο διατυπώθηκε το «Τελεσίγραφο των Τιράνων» το οποίο στάλθηκε στον Ζογ στις 25 Μαρτίου 1939, ζητώντας να επιτραπεί η κατάληψη της Αλβανίας. Ο Ζογ αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα σε αντάλλαγμα για μία πλήρη ιταλική εξαγορά και τον εποικισμό της Αλβανίας.

Εικόνα: Ιταλικά στρατεύματα κατά την κατάληψη της Αλβανίας.

Η αλβανική κυβέρνηση προσπάθησε να κρατήσει μυστική την είδηση ​​του ιταλικού τελεσιγράφου. Ενώ ο ραδιοφωνικός σταθμός των Τιράνων επίμονα μετέδιδε ότι τίποτα δεν συνέβαινε, οι άνθρωποι έγιναν καχύποπτοι και η είδηση ​​του ιταλικού τελεσιγράφου διαδόθηκε από ανεπίσημες πηγές.

Τα αρχικά σχέδια των Ιταλών για την εισβολή προέβλεπαν δύναμη έως και 50.000 ανδρών που θα υποστηρίζονταν από 137 ναυτικές μονάδες και 400 αεροπλάνα. Τελικά, η δύναμη εισβολής αυξήθηκε σε 100.000 άνδρες που υποστηρίζονταν από 600 αεροπλάνα. Στις 7 Απριλίου τα ιταλικά στρατεύματα, με επικεφαλής τον στρατηγό Αλφρέδο Γκουζζόνι, εισέβαλαν στην Αλβανία και επιτέθηκαν σε όλα τα λιμάνια ταυτόχρονα.

Από την άλλη πλευρά, ο τακτικός στρατός της Αλβανίας αριθμούσε 15.000 ανεπαρκώς εξοπλισμένους άνδρες που είχαν για ινστρούχτορες τους Ιταλούς αξιωματικούς. Το σχέδιο του βασιλιά Ζογ ήταν να αντισταθεί ο στρατός στα βουνά, αφήνοντας τα λιμάνια και τις κύριες πόλεις ανυπεράσπιστες, αλλά Ιταλοί πράκτορες που είχαν τοποθετηθεί στην Αλβανία ως στρατιωτικοί σύμβουλοι σαμποτάρισαν αυτό το σχέδιο. Κατά συνέπεια, την κύρια αντίσταση πρόσφεραν χωροφύλακες και μικρές ομάδες πατριωτών.

Στις 12 Απριλίου, το αλβανικό κοινοβούλιο ψήφισε να καθαιρεθεί ο Ζογ και να ενωθεί το βασίλειο της Αλβανίας με την Ιταλία “σε προσωπική ένωση”, προσφέροντας το αλβανικό στέμμα στον Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ’. Το κοινοβούλιο εξέλεξε τον μεγαλύτερο γαιοκτήμονα της Αλβανίας, τον Σεφκέτ Μπέξ Βερλάσι, ως πρωθυπουργό. Ο Βερλάσι υπηρέτησε επιπλέον ως επικεφαλής του κράτους για πέντε ημέρες μέχρι ο Βίκτωρ Εμμανουήλ επίσημα να αποδέχθηκε το αλβανικό στέμμα σε μια τελετή στο Βασιλικό παλάτι στη Ρώμη.

Ο Ζογ με ελάχιστη ακολουθία κατέφυγαν αρχικά στην Ελλάδα όπου η τότε Κυβέρνηση Μεταξά άνοιξε αμέσως τα σύνορα παραχωρώντας τους άσυλο όπου και διέμεινε για λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί ατμοπλοϊκώς μετέβησαν στην Αγγλία και στη συνέχεια στο Παρίσι ζητώντας από τους συμμάχους στρατιωτική βοήθεια για τη χώρα του.

Εικόνα: Ο Ζογ Α΄, βασιλέας των Αλβανών, ήταν ηγέτης της Αλβανίας από το 1925 έως την καθαίρεση του το 1939.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος και η τρίτη απελευθέρωση της Βορείας Ηπείρου.

Τον Οκτώβριο του 1940 ορισμένα αλβανικά τάγματα, ο ακριβής αριθμός τους δεν είναι γνωστός ομως οι πηγές αναφέρουν από 5 έως 14 τάγματα, πήραν μέρος στην ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Σταδιακά όμως διαλύθηκαν. Είναι γνωστό πως ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε μια σειρά από πόλεις στην Βόρεια Ήπειρο, όπως την Κορυτσά, τους Άγιους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και πολλές άλλες.

Οι Αλβανοί εμφανίστηκαν ξανά στο προσκήνιο μετά την κατάληψη της χώρας μας από τα γερμανικά στρατεύματα. Η ‘Ήπειρος όπως και άλλες περιοχές της Ελλάδας περιήλθε στον έλεγχο των Ιταλών, οι οποίοι είχαν δώσει πολλές υποσχέσεις στους Αλβανούς να τους παραχωρήσουν ολόκληρη την περιοχή. Τότε σημειώνονται και έκτροπα από Τσάμηδες της Θεσπρωτίας

Οι Ιταλοί, κατά την κατοχή, ζήτησαν από τον διευθυντή της Ζωσιμαίας Σχολής Χ. Σούλη, πληροφορίες για την εθνολογική σύνθεση της Ηπείρου και ιδιαίτερα για τους Αλβανούς και τους Κουτσόβλαχους. Μετά από λίγο καιρό ο Σούλης συνέταξε δυο υπομνήματα με την ονομασία, το ”Τσάμικο” και το ”Βορειοηπειρωτικό”. Οι Ιταλοί εντυπωσιάστηκαν τόσο από το κείμενο ώστε είπαν στον Σούλης ότι «έσωσε την Ήπειρο από την προσάρτηση στην Αλβανία»

Το ίδιο κείμενο έστειλε ο Σούλης και στους Γερμανούς που διαδέχθηκαν τους Ιταλούς στην κατοχή της Ηπείρου μετά τη συνθηκολόγηση των γειτόνων μας με τους Συμμάχους. Οι Γερμανοί υποχρέωσαν τους Αλβανούς να περιορίσουν τη δράση τους εναντίον των Ελλήνων της Θεσπρωτίας. Στο κείμενο αυτό μεταξύ άλλων ο Σούλης απέδειξε ότι από τους 350.000 κατοίκους που είχε η Ήπειρος εκείνη την εποχή οι Αλβανοί, ως τέτοιους τους χαρακτήριζε, ήταν το 5% του συνολικού πληθυσμού της Ηπείρου, ενώ οι Κουτσόβλαχοι από την άλλη πλευρά ήταν το 3% του πληθυσμού της Ηπείρου.

Εικόνα: Ο Μουσολίνι επιθεωρεί Λιβυκό άγημα κατά την προσάρτηση της Αλβανίας.

Παράλληλα, στροφή έκανε και η βρετανική κυβέρνηση. Αξιωματούχοι των Συμμάχων άρχισαν να εξαίρουν την αντιστασιακή δράση των Αλβανών, εναντίων ποιον  κανείς δε γνωριζει, και να τάσσονται υπέρ τους. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του Ίντεν στον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο, Αθανάσιο Αγνίδη στις 11 Δεκεμβρίου 1942, όπου τόνιζε ότι «η κυβέρνησή του ενδιαφερόταν για την τύχη του αλβανικού λαού, που ήταν από τα πρώτα θύματα του ιταλικού φασισμού και ήθελε να δει την Αλβανία ελεύθερη και ανεξάρτητη».

Ο Τσουδερός κατάλαβε τη μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής και έγραψε στο Ημερολόγιό του, «Ελήφθη η από 11 Δεκεμβρίου επιστολή του Ίντεν προς Αγνίδην περί ανεξαρτησίας της Αλβανίας δεν προτείνονται εις αυτήν ούτε εδαφικαί τυχόν μεταβολαί ούτε το πολίτευμα της Αλβανίας. Τι την θέλουν την δήλωσιν; Να κερδίσουν τους Αλβανούς; Αρλούμπα πολιτική σαν και όλα τους».

Ακολούθησαν αντικρουόμενες δηλώσεις των Βρετανών, οι οποίες προκάλεσαν την οργή των Ελλήνων. Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους κινήθηκε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος εξόργισε τον Ίντεν, που έδωσε εντολή στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες να τον απομονώσουν. Ταυτοχρόνως κοινοποιήθηκαν  ελληνικά διαβήματα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών προς το Φόρειν Όφις με τα οποία διαμαρτυρόταν για τις πράξεις βίας των Αλβανών εναντίον των Βορειοηπειρωτών.

Από τον Μάρτιο του 1944 οι Βρετανοί απαγόρευσαν κάθε δημοσίευμα που θα αφορούσε τη Βόρεια Ήπειρο ή τα μελλοντικά σύνορα της Αλβανίας. Παράλληλα, όλοι οι αξιωματούχοι της βρετανικής Κοινοπολιτείας που αναφέρονταν στο θέμα αυτό έκαναν λόγο για απελευθέρωση και ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Οι περισσότεροι Βορειοηπειρώτες οργανώθηκαν και πολέμησαν στο Μ.Α.Β.Η. (Μέτωπο Απελευθερώσεως Βορείου Ηπείρου), το οποίο συγκροτήθηκε στα Τίρανα τον Ιούλιο του 1942. Προηγήθηκε η οργάνωση ανταρτικών ομάδων σε διάφορες περιοχές της Β. Ηπείρου. Επικεφαλής της Μ.Α.Β.Η. ήταν ο Βασίλειος Σαχίνης. Η οργάνωση είχε στενές σχέσεις με τον Ε.Δ.Ε.Σ, ενώ ο γιατρός Ιωάννης Γκινάλης από το Λεσκοβίκι, βοηθούμενος από τον Γεώργιο Τάσσο, ανέλαβε το έργο της συνεννόησης με την οργάνωση του Ν. Ζέρβα.

Εικόνα: Ο Βασίλειος Σαχίνης υπήρξε ο ηγέτης της βορειοηπειρώτικης αντίστασης, που οργανώθηκε μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Βόρειο Ήπειρο (1942-1943).

Όταν μπήκε στο ελληνικό έδαφος συνελήφθη στην περιοχή του Πωγωνίου από τις δυνάμεις του Ε.Λ.ΑΣ, στις 22 Μαρτίου του 1943, οι οποίες αφού κατάσχεσαν τα έγγραφα που είχε μαζί του και προορίζονταν για τον Ζέρβα, τον φυλάκισαν για 3 μήνες και έπειτα τον συνόδευσαν μέχρι τα σύνορα και του απαγόρευσαν να έρθει πάλι στην Ελλάδα.

Το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αλβανία εντάχθηκε στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Ο σταλινιστής ηγέτης της Ενβέρ Χότζα έλαβε δρακόντια μέτρα κατά του ελληνικού πληθυσμού της Βορείου Ηπείρου. Η «μειονοτική ζώνη» μειώθηκε από 103 σε 99 χωριά και αποκλείστηκε η Χειμάρρα, πολλοί Βορειοηπειρώτες μεταφέρθηκαν με τη βία σε άλλες περιοχές της Αλβανίας, χάνοντας έτσι τα «μειονοτικά» τους δικαιώματα. Επίσης τοπωνύμια αλλά και προσωπικά ονόματα «μεταλλάχτηκαν», με τη βία, προς το αλβανικότερο, ενώ η χρήση της ελληνικής γλώσσας απαγορεύτηκε εκτός της μειονοτικής ζώνης αλλά και σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και εντός αυτής.

Η χώρα υπήρξε απομονωμένη όλο αυτό το διάστημα, και η συνηθισμένη ποινή για κάποιον που προσπαθούσε να διαφύγει στην Ελλάδα ήταν αυτή του θανάτου καθώς και της εξορίας των συγγενών του για εργασία στα ορυχεία της κεντρικής και βόρειας Αλβανίας. Επίσης, μεταφέρθηκαν έποικοι από άλλες περιοχές, κυρίως μουσουλμανικής θρησκείας, και δημιουργήθηκαν οικισμοί μεταξύ της «μειονοτικής ζώνης» και περιοχών με επίφοβη αλβανική εθνική συνείδηση.

Το αλβανικό κράτος από το 1967 κατάργησε επισήμως όλες τις θρησκείες. Οποιαδήποτε θρησκευτική εκδήλωση, είτε δημόσια είτε σε ιδιωτικό χώρο, απαγορεύτηκε αυστηρά. Όλες οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και γενικά η εκκλησιαστική ακίνητη περιουσία μετατράπηκε σε αποθήκες, εργοστάσια ή γυμναστήρια. Ο κλήρος φυλακίστηκε, η κατοχή θρησκευτικής εικόνας αποτελούσε αδίκημα για τον αλβανικό νόμο. Ο ελληνικός πληθυσμός που η παράδοσή του ήταν στενά συνυφασμένη με τη θρησκεία δέχτηκε δυσανάλογο πλήγμα, αποκομμένος από τις πολιτιστικές του ρίζες.

Το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου σήμερα.

Στην Αλβανία, οι Έλληνες θεωρούνται «εθνική μειονότητα», ενώ οι Βλάχοι ελληνικής εθνικής συνείδησης συγκαταλέγονται με τους υπόλοιπους Βλάχους ως «γλωσσική μειονότητα». Δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη πηγή όσον αφορά το μέγεθος οποιονδήποτε εθνικών μειονοτήτων στην Αλβανία, αν και η ικανοποιητική απογραφή των εθνικών ομάδων είναι μια από τις δεσμεύσεις της Αλβανίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εικόνα: Ο Ενβέρ Χότζα, πιο γνωστός στα ελληνικά ως Εμβέρ Χότζα, ήταν ηγέτης της Αλβανίας από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τον θάνατό του το 1985.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη διάσκεψη του Παρισιού του 1919, η ελληνική μειονότητα αριθμούσε 120.000 κατοίκους, ενώ η τελευταία απογραφή υπό το κομμουνιστικό καθεστώς το 1988, αναφέρει μόνο 58.785. Εντούτοις, η περιοχή που μελετήθηκε, περιορίστηκε στα νότια σύνορα της χώρας, στα 99 χωριά της αποκαλούμενης «ελληνικής μειονοτικής ζώνης».

Υπό τον περιορισμό αυτό, η συγκεκριμένη απογραφή παρουσίαζε το μέγεθος της μειονότητας κατά πολύ συρρικνωμένο από την πραγματική εικόνα, αποκλείοντας σημαντικές συγκεντρώσεις της ελληνικής μειονότητας εκτός της «μειονοτικής ζώνης». Πηγές από την ελληνική μειονότητα έχουν υποστηρίξει ότι υπάρχουν ως και 500.000 Έλληνες στην Αλβανία που αντιστοιχεί στο 12% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.

Άλλες ανεξάρτητες πηγές υπολογίζουν ότι ο αριθμός Ελλήνων στη βόρειο Ήπειρο είναι 117.000 (περίπου 3,5% του συνολικού πληθυσμού), ένας αριθμός που παρέχεται από την CIA το 2006 ανεβαζει τον πλυθησμο των Ελληνων της Βορειας Ηπειρου περίπου 7%του συνολικου πλυθησμου, δηλαδή γυρο στους 230.000. Πάντως ο Πληθυσμός της Ελληνικής Μειονότητας κυμαίνεται σύμφωνα με τις πιο έγκυρες πηγές της Αλβανίας σε περίπου 300.000 άτομα δηλαδή περίπου 7,5%. Σε αυτούς τους αριθμούς πρέπει να προστεθούν και περίπου 250.000 Έλληνες της βόρειου Ηπείρου που κατοικούν σήμερα στην Ελλάδα.

Οι εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών στο θέμα της ελληνικής μειονότητας διατηρήθηκαν και μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ενώ επίσημα η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των δύο χωρών ίσχυε μέχρι το 1987. Οι σχέσεις πέρασαν για ένα σύντομο διάστημα ιδιαίτερη κρίση μετά από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, το 1991.

Το 1993 οι αλβανικές αρχές απέλασαν τον Ελληνο-ορθόδοξο Μητροπολίτη Αργυροκάστρου, με την αιτιολογία ότι επέδειξε ανατρεπτική συμπεριφορά. Η κρίση στις σχέσεις επιδεινώθηκαν στα τέλη Αυγούστου του 1994, όταν αλβανικό δικαστήριο καταδίκασε πέντε μέλη του εθνικού ελληνικού πολιτικού κόμματος «Ομόνοια», με το αιτιολογικό της υπονόμευσης του αλβανικού κράτους. Η Ελλάδα αντέδρασε παγώνοντας όλη την οικονομική ενίσχυση της Ε.Ε. προς την Αλβανία, κλείνοντας τα σύνορα της με την Αλβανία και, μεταξύ Αυγούστου-Νοεμβρίου 1994, απελαύνοντας πάνω από 115.000 παράνομους Αλβανούς μετανάστες.

Εικόνα: Ο εθνομάρτυρας Κωνσταντίνος Κατσίφας.

Στις 28 Οκτωβρίου 2018, ύστερα από σοβαρό επεισόδιο ανταλλαγής πυροβολισμών με την αλβανική αστυνομία στο μειονοτικό χωριό Βουλιαράτες της Αλβανίας κατά τον εορτασμό της ελληνικής εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου, πυροβολήθηκε θανάσιμα ο Κωνσταντίνος Κατσίφας. Σύμφωνα με τις αλβανικές αρχές ο Κατσίφας πρώτος άνοιξε πυρ, πυροβολώντας με τυφέκιο καλάσνικοφ κατά αστυνομικών, καταδιώχθηκε από την αλβανική αστυνομία και μετά τον εντοπισμό του και την άρνησή του να παραδοθεί σκοτώθηκε κατά την ανταλλαγή πυροβολισμών.

Στο πλαίσια αυτού του σιχαμερού αφηγήματος η άρνηση των αλβανικών αρχών να παραχωρήσουν τη σορό στις ελληνικές οδήγησε σε κύκλο αντιπαραθέσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Όταν αυτό τελικώς επετεύχθη, η εξέταση περιορίστηκε χρονικά και δεν κατέστη εφικτή λόγω των επεμβάσεων των αλβανικών ιατροδικαστικών αρχών, αλλά και της απώλειας στοιχείων που θα οδηγούσαν σε ιατροδικαστικές εκτιμήσεις. Βλέπετε οι Αλβανικές αρχές είχα φροντίσει να «κατακρεουργήσουν» το άψυχο σώμα του αθώου Κατσίκα ώστε να συγκαλυφθεί το έγκλημα όχι μόνο σε βάρος του άτυχου νεαρού αλλά και σε βάρος ολόκληρου του Ελληνισμού της Βορείας Ηπείρου.

Συμπεράσματα και η προσωπική μου γνώμη.

Στην πραγματικότητα η ιστορία της Βορείου Ηπείρου, από την Οθωμανική κατάκτηση μέχρι και σήμερα, είναι ένα συνεχές ηλεκτροσόκ στην ψυχή όσων διατηρούν ακόμη εθνική συνείδηση. Είναι ένα συνεχές μαστίγωμα στην άγνοια και την συνεπακόλουθη ανελευθερία. Είναι ο θρήνος ενός ολόκληρου Ελληνικού πληθυσμού για την εγκατάλειψη του από τους ομοεθνείς του στην κόλαση.

Η σημερινή δημόσια ανάγνωσή του, συνιστά Ιεροτελεστία που στοχεύει ακριβώς σε τούτο δω, στην διέγερση των εθνικών αντανακλαστικών που διατελούν εν ναρκώσει. Η πάνδημη λύτρωση του Ελληνισμού θα επέλθει μόνον μέσα από την προστασία και την εν εύθετο χρόνο την «Ένωση» της Βορείου Ηπείρου με την μητροπολιτική Ελλάδα.

Εικόνα: Τα κύρια τοπωνύμια της Βορείου Ηπείρου, όπου πολέμησε ο Ελληνικός Στρατός το 1940, εμφανίζονται χαραγμένα στο μνημείο του αγνώστου στρατιώτη, στην είσοδο του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας δεν διαφέρει από την Βελίκα Τράικου, τον Παύλο Μελά, τον Κώττα Χρήστου, τον Τέλλο Άγρα (κατά κόσμων Σαράντο Αγαπηνό), τον Μαρίνο Λυμπερόπουλο (κατά κόσμων καπετάν Κρόμπα) καθώς και μια πληθώρα ηρώων που έπεσαν Ηρωικά στη Μακεδονία, πριν από έναν αιώνα, ώστε σήμερα η Μακεδονία να μιλά αλλά και να είναι Ελληνική.

Έλληνες οι αδελφοί μας στη Βόρεια Ήπειρο στενάζουν κάτω από τον βαρβαρικό ζυγό της δουλείας. Αν ακολουθήσουμε το ένδοξο παράδειγμα του Παύλου Μελά, του Ίωνα Δραγούμη του Γερμανού Καραβαγγέλη αλλά και τόσων άλλων Μακεδονομάχων δεν θα σωθεί μόνο η Ήπειρος αλλά και εμείς οι ίδιοι. Αρκετό καιρό κωφεύαμε. Η γενεά μας έχει την ευκαιρία να δείξει την αξία της και να αποδείξει ότι είναι ανώτερη των περιστάσεων.

Σε παραφθορά των όσων είπε ο Ίων Δραγούμης εγώ λέγω, «Αν τρέξουμε να σώσουμε την Βόρεια Ήπειρο, η Βόρεια Ήπειρος θα μας σώσει. Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε». Ας μη πάει τσάμπα τόσο αίμα.

Πηγές:

  • Ίων Δραγούμης, «Ο ελληνισμός μου και οι Έλληνες».
  • Βασιλείου Γεωργίου, «Βόρειος Ήπειρος, η Συνεχιζόμενη Εθνική Τραγωδία».
  • Nicholas J. Cassavetes, «The question of northern Epirus».
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, «Η Βόρεια Ήπειρος στη δεκαετία 1912-1922».
  • Μ. Β. Σακελαρίου, «Ήπειρος: 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού».
  • Καθημερινή, «Βόρειος Ήπειρος και Ελληνισμός».
  • Μιχάλης Κοκολάκης, «Η τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο Σαλναμέ του 1895».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.