Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Δεκεμβριανά του 44′. Η ηρωική αντίσταση των σπουδαστών της Σχολής Ευελπίδων.

Δεκεμβριανά του 44′. Η ηρωική αντίσταση των σπουδαστών της Σχολής Ευελπίδων.

Γράφει ο αξιότιμος Άγγελος Μανσόλας. 

Τα γεγονότα μετά την Απελευθέρωση.

Η νέα κυβέρνηση που σχηματίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1944, με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου, είχε 6 υπουργούς του ΚΚΕ/ΕΑΜ. Ενώ το ΕΑΜ είχε υπογράψει συμφωνία για την παύση των εχθροπραξιών και την παύση της προέλασής του προς την Αττική, οι άνδρες του ΕΛΑΣ συνέχιζαν να προκαλούν, συγκεντρώνοντας δυνάμεις γύρω από την Αττική και να διενεργούν δολοφονικές επιθέσεις εναντίων των κυβερνητικών. Τότε συνέβησαν και τα μεγάλα εγκλήματα κατά αθώων πολιτών στην Καλαμάτα, τον Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους.

Σε δεύτερη συμφωνία που υπεγράφη στις 26 Σεπτεμβρίου στην Καζέρτα της Ιταλίας, οι κομμουνιστικές οργανώσεις ανέλαβαν τη δέσμευση να μην επιχειρήσουν οποιαδήποτε ενέργεια προς κατάληψη της νόμιμης εξουσίας, ενώ ταυτόχρονα προέβαλαν την απαίτηση να διαλυθούν τα Ταγματα Ασφαλείας, τα οποία χαρακτήριζαν ως “Όργανο του Εχθρού”.

Εικόνα: Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ανεβαίνει στην Ακρόπολη για να υψώσει την ελληνική σημαία στις 18 Οκτωβρίου 1944.

Εδώ τίθεται το ερώτημα, ακόμη και αν ήταν “Όργανα του Εχθρού”, με ποιόν εχθρό θα συνεργάζονταν στην απελευθερωμένη Ελλάδα, αφού ο εχθρός είχε αποχωρήσει. Σήμερα, είναι πλέον γνωστό και αποδείξιμο, με σωρεία αδιαμφισβήτητων στοιχείων, ότι αυτοί που κατηγορούσαν όλους τους άλλους σαν δωσίλογους, στην πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι δωσίλογοι, οι οποίοι είχαν βάλει τις υπογραφές τους σε επίσημα έγγραφα της Γερμανικής και Βουλγαρικής Διοίκησης, με τα οποία εξασφάλιζαν την συνεργασία τους.

Παρόλα αυτά, η επιθυμία του ΚΚΕ αποτελούσε διαταγή για τον Γ. Παπανδρέου. Παρά τα συμπεφωνημένα, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εξακολουθούσε να δολοφονεί πολίτες και να καταλαμβάνει στρατηγικής σημασίας συνοικίες και εγκαταστάσεις στην Αττική. Παρά την παραβίαση όλων των συμφωνιών, η κυβέρνηση Παπανδρέου όχι μόνο δεν ελάμβανε κανένα μέτρο εναντίον των Κομμουνιστών, αλλά αντιθέτως εξακολουθούσε να υποκύπτει στις παράλογες απαιτήσεις τους, όπως την διάλυση της Χωροφυλακής, προκειμένου αυτή να εκκαθαριστεί από «συνεργάτες των Γερμανών», οι οποίοι δεν υπήρχαν πουθενά σε ακτίνα χιλιάδων χιλιομέτρων, καθώς και την αντικατάσταση προσώπων στο Υπ. Στρατιωτικών και τα «Ταγμάτων Εθνοφυλακής» με άτομα της εμπιστοσύνης του ΕΑΜ/ΚΚΕ.

Τέλος ,απαίτησαν το ποσοστό των ανδρών του ΕΛΑΣ στον υπό συγκρότηση νέο Εθνικό Στρατό, να είναι τουλάχιστον 50%. Όλες αυτές οι προκλητικές απαιτήσεις έγιναν και πάλι δεκτές, και το μόνο που απέμενε ανέγγιχτο και υπεράνω συμφωνιών και διαταγών, ήταν το ΕΛΑΣ, η ΟΠΛΑ και η τρομοκρατία που σκορπούσαν. Η επόμενη απαίτηση του ΚΚΕ ήταν η διάλυση της εμπειροπόλεμης «3ης Ορεινής Ταξιαρχίας“Ρίμινι», της οποίας την άφιξη στην Ελλάδα είχαν πράξει τα μέγιστα για να την αποτρέψουν, ευτυχώς ανεπιτυχώς.

Σε αυτό βέβαια, ο Παπανδρέου δεν είχε άλλη επιλογή παρά να το απορρίψει, αφού αν το αίτημα γινόταν δεκτό, όχι μόνο θα εξευτέλιζε τον εαυτό του ως πρωθυπουργό, αλλά θα έθετε και σε άμεσο κίνδυνο την ίδια τη νόμιμη κυβέρνηση. Επίσης, σύμφωνα με την αρχική συμφωνία τις 10 Δεκεμβρίου 1944, θα ξεκινούσε η διάλυση όλων των αντάρτικων οργανώσεων, οι οποίες όμως ζούσαν και βασιλεύαν.

Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα, στις 29 Νοεμβρίου, ο ΕΛΑΣ έλαβε διαταγή να απειθαρχήσει στις κυβερνητικές διαταγές, να αρνηθεί την παράδοση των όπλων και να μετακινηθεί προς την Αθήνα. Στις 3 Δεκεμβρίου έλαβε χώρα το περίφημο συλλαλητήριο του ΕΛΑΣ στην πλατεία Συντάγματος, απειθαρχώντας και πάλι στην απαγόρευση που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην Ιστορία μιας και από την επόμενη ημέρα, 4 Δεκεμβρίου, άρχισαν οι εχθροπραξίες

Τα προεόρτια της συγκρούσεως.

Μιλώντας για την Αθήνα του Δεκεμβρίου του 44΄ εννοούμε μία κομμουνιστοκρατούμενη πόλη, με ένα πληθυσμό τρομοκρατημένο, χωρίς φως, νερό και ψωμί. Τους δρόμους κατέκλυζαν οι φάλαγγες ένοπλων Κομμουνιστών που επιδίδονταν σε εκτεταμένες έρευνες κατοικιών, σφαγές, τυφεκισμούς, συλλήψεις και λεηλασίες καταστημάτων.

Ο ίδιος ο Γ.Γ ΚΚΕ, Γιάννης Ιωαννίδης, ομολογεί εξάλλου στο βιβλίο του, «Το ΚΚΕ με την ΟΠΛΑ είχαν προγραμματίσει να εξουδετερώσουν 5-6.000 ανθρώπους σε Αθήνα και Πειραιά, και άλλους τόσους στην Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Ελλάδα. Κάναμε επανάσταση. Η επανάσταση δεν καταλαβαίνει τίποτα. Όλα τα άλλα είναι χαμένα λόγια. Όταν κάνεις εμφύλιο πόλεμο δεν τον κάνεις με συναισθηματισμό. Κάνεις πόλεμο, θα εξουδετερώσεις τον εχθρό με κάθε μέσο. Πιο σκληρός πόλεμος από τον εμφύλιο δεν υπάρχει. Έτσι;»

Εικόνα: Η ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία, η λεγόμενη Ταξιαρχία του Ρίμινι, επιστρέφει νικήτρια από το μέτωπο της Ιταλίας και παρελαύνει στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 1944, Αρχείο Πολεμικού Μουσείου.

Μέσα σε όλο αυτό το εχθρικό περιβάλλον υπήρχαν μόνο κάποιες διάσπαρτες και μεμονωμένες νησίδες αντίστασης, οι οποίες αποτελούντο κυρίως από τα κατά τόπους τμήματα Αστυνομίας και Χωροφυλακής, συν τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) και το Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, τα οποία αποτελούσαν και τους πρώτους, άμεσους στόχους του ΕΛΑΣ. Η συνολική δύναμη των κυβερνητικών δυνάμεων ήταν περίπου 14.000άνδρες, συμπεριλαμβανομένων και των βρετανικών μονάδων, ενώ από την άλλη πλευρά η συνολική δύναμη του ΕΛΑΣ ήταν πάνω από 20.000 άνδρες.

Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και οι δυνάμεις των εμπλεκομένων.

Η Σ.Σ.Ε αποτελούσε ένα συγκρότημα κτιρίων, περικλεισμένων από έναν παραλληλόγραμμο μαντρότοιχο, του οποίου οι δυο μεγαλύτερες πλευρές ήταν προσανατολισμένες κατά τη διεύθυνση βορρά – νότου, ενώ οι δύο μικρές κατά τη διεύθυνση ανατολής – δύσης. Όλη η μάχη θα διεξαγόταν σε αστικό περιβάλλον, ένα από τα δυσκολότερα του πολέμου, ενώ όλα τα μειονεκτήματα βρίσκονταν στην πλευρά των Ευέλπιδων

Ο βόρειος ήταν ο πιο επικίνδυνος τομέας. Έξω από τον βορεινό μαντρότοιχο και σε απόσταση 5 με 6 μέτρων υπήρχαν προσφυγικές κατοικίες, χαμηλές παράγκες, κτισμένες παράλληλα η μία στην άλλη, με πολύ αδύναμα τοιχώματα, τα οποία απέκρυπταν εντελώς το πεδίο βολής των αμυνομένων, αλλά και τις εχθρικές κινήσεις σε εκείνο τον τομέα. Οι Ελασίτες μπορούσαν εύκολα να τα πλησιάσουν αθέατοι και απρόσβλητοι από πυρά, να τα καταλάβουν αθόρυβα. Τα ψηλότερα παράθυρα της πρώτης σειράς των κατοικιών χάριζαν ευρύ πεδίο πυρός εντός της σχολής, κατοπτεύοντας όλο το προαύλιο. Από εκεί μπορούσαν να θερίζουν τον χώρο με καλυπτικά πυρά, τη στιγμή που άλλοι μπορούσαν να εξαπολύσουν εφόδους.

Προς τον νότο αλλά και προς τα ανατολικά, η Σχολή περιβαλλόταν από δασώδεις περιοχές, οι οποίες περιόριζαν υπερβολικά το πεδίο βολής, αφού τα δένδρα έφθαναν κυριολεκτικά μέχρι τον μαντρότοιχο της σχολής, επιτρέποντας έτσι στους αντιπάλους να τον πλησιάσουν αθέατοι. Επίσης στη νότια πλευρά, αλλά λίγο μακρύτερα, δέσποζαν δύο λόφοι, ο λόφος «Φινόπουλου» πλησίον της Σχολής και ο λόφος του «Στρέφη». Αμφότεροι παρείχαν  απεριόριστη θέα επί των κτηρίων. Από εκείνες τις θέσεις οι αντάρτες μπορούσαν να βάλλουν με πολυβόλα, όλμους ή ακόμα και στη χειρότερη των περιπτώσεων με πυροβόλα.

Στα δυτικά, η Σχολή συνόρευε και πάλι με το δασύλλιο του πεδίου του Άρεως, με τη μόνη διαφορά ότι σε εκείνον τουλάχιστον τον τομέα μεσολαβούσε ένα μικρό ξέφωτο μεταξύ του δασυλλίου και του μαντρότοιχου, καθιστώντας τον, τον ασφαλέστερο τομέα του πεδίου της μάχης

Η δύναμη της Σ.Σ.Ε αποτελείτο από 350 άνδρες, 300 ευέλπιδες και 50 αξιωματικούς, οι περισσότεροι των οποίων ήταν παλαίμαχοι της «Μάχης της Κρήτης»», υπό την ηγεσία του Διοικητού της Σχολής, Συνταγματάρχου Δημητρίου Σαρακατσάνη. Η δύναμη αυτή χωρίστηκε σε 3 λόχους. Ο πρώτος θα ανελάμβανε την άμυνα του ΒΑ και πιο επικίνδυνου τομέα. Ο δεύτερος τον ΝΔ, και τρίτος θα παρέμενε ως εφεδρεία στο εσωτερικό του κτηρίου. Στην άμυνα θα συνέβαλλαν επίσης ένα βρετανικό απόσπασμα 100 ανδρών, υποστηριζόμενο από 4  άρματα Sherman και 3 τεθωρακισμένα οχήματα.

Όσο αφορά τον οπλισμό η Σχολή διέθετε, 16 οπλοπολυβόλα, 4 πολυβόλα, 4 αντιαρματικά πυροβόλα των 37 mm και 6 μικρούς όλμους. Τα ατομικά όπλα ήταν ιταλικές αραβίδες, μερικά περίστροφα και χειροβομβίδες. Επιπλέον, δύο πολυβόλα στήθηκαν στα κτίρια που βρίσκονταν ανάμεσα στα Μελετητήρια και στο Εστιατόριο.

Μόνα αμυντικά εργα μέσα στην περίμετρο ήταν τα 4 διώροφα πολυβολεία στις αντίστοιχες γωνίες του μαντρότοιχου, συν ένα ακόμα στο εσωτερικό της Σχολής στην οροφή ενός κτιρίου. Τα πολυβολεία αυτά ήταν εξοπλισμένα με οπλοπολυβόλα ιταλικού τύπου Breda, ενώ κατά μήκος του μαντρότοιχου είχαν ανοιχτεί τουφεκίστρες οι οποίες επέτρεπαν την προσβολή του εχθρού, αν και με σημαντικά περιορισμένο πεδίου πυρός, λόγω της μορφολογίας του πεδίου.

Εικόνα: Προκήρυξη του ΚΚΕ προς τους εργάτες διαφόρων αθηναϊκών συνοικιών να πολεμήσουν εναντίον της κυβέρνησης Παπανδρέου και των Βρετανών υποστηρικτών της.

Όσο αφορά τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, την επίθεση θα ανελάμβανε το Πρώτο Σώμα Στρατού (Ι ΣΣ), υπό την διοίκηση του Σπύρου Κωτσάκη του επονομαζόμενου και «Καπετάν Νέστορα». Η διαθέσιμη δύναμή τους ήταν 5-6.000 άνδρες, με 3.000 τουφέκια, 300 αυτόματα, 500 πιστόλια, 10 οπλοπολυβόλα, 10 όλμους, χειροβομβίδες, και εκρηκτικά. Δύο αντιαρματικά πυροβόλα των 37 mm. και των 75 mm.

Όσον αφορά την μαχητική ικανότητα των ανδρών του ΕΛΑΣ, είναι γνωστό ότι αυτή ήταν χαμηλή, αφού λειτουργούσαν κυρίως ως άτακτος στρατός, ενώ σημαντικό ποσοστό των ανδρών του αποτελείτο από βιαίως στρατολογημένους πολίτες, οι οποίοι πολεμούσαν υπό την απειλή του περιστρόφου. Κατά τον ίδιο τρόπο, πολεμούσε και ένα μικρό ποσοστό Ιταλών και Γερμανών αιχμαλώτων, οι οποίοι αφού φυσικά δήλωσαν «αντιφασίστες», τους δόθηκε η «ελεύθερη επιλογή» μεταξύ θανάτου ή στρατολόγησης με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

Τις ημέρες που προηγήθηκαν της πολιορκίας, μεταξύ 4ης και 6ης Δεκεμβρίου, οι Ευέλπιδες παρακολουθούσαν τα Ελασίτικα στρατεύματα να συγκεντρώνονται γύρω από τη Σχολή και να προετοιμάζουν τις θέσεις πυρός τους στα Τουρκοβούνια και τους γύρω λόφους, ανήμποροι όμως, να πράξουν οτιδήποτε, επειδή είχε δοθεί διαταγή να μην ανοίξουν πυρ, αφού αυτό θα αποτελούσε πρόκληση, εάν προηγουμένως δεν είχαν δεχθεί οι ίδιοι πυρά.

Η πρώτη φάση της μάχης.

Μετά την εκδήλωση του κομμουνιστικού κινήματος στις 3 Δεκεμβρίου, στη Σχολή είχε διαταχθεί επιφυλακή και αυξημένα μέτρα φύλαξης, ενώ αναγνωριστικοί περίπολοι επιτηρούσαν την περίμετρο. Σε τουλάχιστον δύο από αυτές τις περιπτώσεις οι περίπολοι είχαν δεχθεί Ελασίτικα πυρά, χωρίς όμως να προκαλέσουν απώλειες.

Υπό την ηγεσία του Ταγματάρχη του ΕΛΑΣ, Σταύρου Μαυροθαλασσίτη, η επίθεση άρχισε στις 10.00 της 6ης Δεκεμβρίου με καταιγιστικά πυρά προερχόμενα κυρίως από την πλευρά των Τουρκοβουνίων, θέση από την οποία τα Ελασίτικα στρατεύματα κατόπτευαν ολόκληρη την περιοχή Κυψέλης και Γαλατσίου. Στη Σχολή σήμανε συναγερμός και όλοι έσπευσαν να επανδρώσουν τις προκαθορισμένες θέσεις τους.

Στην οροφή των κτιρίων είχαν τοποθετηθεί πολυβόλα και αντιαεροπορικά πυροβόλα. Στην ΒΑ πλευρά της σχολής βρίσκονταν οι στάβλοι, οι οποίοι είχαν σχεδόν άμεση επαφή με τον μαντρότοιχο και ακριβώς έξω από αυτόν υψώνονταν τα προσφυγικά παραπήγματα του Πολυγώνου. Μέσα στους στάβλους είχε τοποθετηθεί πολυβόλο με χειριστή τον εύελπι ΙΙ τάξεως, Γ. Μπερδέκλη, ο οποίος μαζί με άλλους συναδέλφους του άνοιξαν στους τοίχους των στάβλων κατάλληλες θυρίδες βολής, από τις οποίες έβλεπαν τις θέσεις των αντιπάλων στα Τουρκοβούνια, βάλλοντας εναντίον τους.

Το μεσημέρι ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε με πυροβολικό, όλμους, πολυβόλα και πεζικό κατά της ΣΣΕ, καταστρέφοντας τμήμα του βορείου τείχους της, χωρίς όμως, να καταφέρουν να εισβάλουν στον περίβολο. Τα πυρά των Ελασιτών μειώθηκαν μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, την κάλυψη της οποίας εκμεταλλεύονταν για να προωθηθούν πλησιέστερα στην περίμετρο της σχολής, περισφίγγοντας τον κλοιό τους.

Εικόνα: Η διάταξη των κτηρίων της Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Στο παραπάνω σχεδιάγραμμα διακρίνεται το τείχισμα που περικλείει την σχολή, τα πολυβολεία καθώς και το περιβάλλον τοπίο.

Ταυτόχρονα, μικρά αποσπάσματα επιχειρούσαν να διεισδύσουν και να καταλάβουν τα κτίρια των προσφυγικών παραπηγμάτων, τα οποία θα τους χάριζαν άμεσο πλεονέκτημα στο εύρος και την εγγύτητα του πεδίου βολής. Η μάχη θα συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση για τις επόμενες 2 ημέρες, όταν ο ΕΛΑΣ ανανέωσε τις επιθέσεις του, αλλά αυτές ήταν ανοργάνωτες και αποκρούσθηκαν από τους Ευέλπιδες, προκαλώντας βαριές απώλειες στους αντιπάλους.

Μέχρι και το βράδυ της 8ης οι Ευέλπιδες πίστευαν ότι θα καταφέρουν να αντέξουν αφού μέχρι τότε δεν είχαν δεχθεί οργανωμένη επίθεση. Κατά τη διάρκεια των επιθέσεων, οι υπερασπιστές της σχολής δεν εγκατέλειπαν ποτέ τις θέσεις μάχης τους, με μόνη εξαίρεση την κατά βάρδιες απόσυρση για τη λήψη συσσιτίου στα εστιατόρια της σχολής, τα οποία καθώς περιβάλλονταν από άλλα ψηλότερα κτίρια, παρείχαν μία σχετική ασφάλεια.

Διαρκώς άυπνοι, μέσα στο κρύο του Δεκεμβρίου, με απαράμιλλο θάρρος και υψηλό ηθικό, παρέμειναν στις θέσεις τους. Οι επακόλουθες Ελασίτικες επιθέσεις παρέμειναν απειθάρχητες και ασχεδίαστες, εναντίον των συντονισμένων πυρών των Ευελπίδων. Η όλη επίθεση θεωρήθηκε αποτυχημένη από την ηγεσία του ΕΛΑΣ, ο οποίος αντικατέστησε αμέσως τον Μαυροθαλασσίτη.

Η δεύτερη φάση της μάχης.

Το τριήμερο της 9ης, 10ης και 11ης Δεκεμβρίου θα ήταν το κρισιμότερο για τους πολιορκημένους. Η δεύτερη φάση της επιχείρησης για την κατάληψη της Σχολής Ευελπίδων ξεκίνησε με καλύτερη οργάνωση, με την συμμετοχή του 3ου και 4ου Συντάγματος της 2ης Ταξιαρχίας με συνολική δύναμη 5 ταγμάτων πεζικού. Την επίθεση ξεκίνησε το τάγμα του Βασίλης Γρατσίας, Καπετάν Νικηφόρου, ένα από τα ισχυρότερα, όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι Ελασίτες.

Τη μάχη διηύθυνε ο Καπετάν Νέστορας του Πρώτου Σώματος Στρατού, ο οποίος τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 9 Δεκ εξέδωσε την ακόλουθη διαταγή. «Η 2η Ταξιαρχία θα επιτεθεί προς εξουδετέρωση και εκμηδένιση της αντίστασης στη Σ.Σ.Ε και των περί αυτήν οικημάτων, ενισχυμένη από ένα τάγμα του Συντάγματος Πειραιώς. Να χρησιμοποιήσει όλμους, πυροβόλα, απόσπασμα καταστροφών. Πιθανώς να της διατεθεί ουλαμός Αντιαρματικών πυροβόλων και πυρά πυροβολικού. Ώρα επιθέσεως, η 6η πρωινή της 9ης Δεκεμβρίου».

Η κύρια επίθεση εκδηλώθηκε στον ΒΑ τομέα, εκεί που βρίσκεται σήμερα η είσοδος των Δικαστηρίων, με πυκνά και συνεχή πυρά πολυβόλων, όλμων και πυροβολικού, από όλα τα υπερκείμενα υψώματα που δέσποζαν του πεδίου της μάχης. Οι ευέλπιδες ανταπάντησαν με τα λίγα που διέθεταν. Οι συντριπτικά ισχυρότερες δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν με ασυνήθιστο πείσμα και σφοδρότητα για να καταλάβουν την Σχολή, αλλά εξακολουθούσαν να θερίζονται από τα πυρά των υπερασπιστών.

Μία αναφορά του ΕΛΑΣ γράφει για εκείνη την έφοδο. «Το τάγμα του καπετάν Νικηφόρου ξεκίνησε από το δασάκι μεταξύ Κυψέλης και Σχολής Ευελπίδων και, μέσα σε θύελλα πυρός, κατάφερε να καβαλήσει τη μάντρα της Σχολής, να ανοίξει ρήγμα και να μπει στο κύριο χτίριο. Εκεί τραυματίστηκε ό καπετάν Νικηφόρος, μα το τάγμα του συνέχιζε την επίθεση. Τότε ρίχναμε το ένα μετά το άλλο τα υπόλοιπα τάγματά μας στην επίθεση, ενώ με τα πυροβόλα μας εξουδετερώσαμε τα τσιμεντένια πολυβολεία της Σχολής».

Προφανώς τα γεγονότα παρουσιάζονται εσκεμμένως διογκωμένα στην αναφορά. Οι Ελασίτες, παρά την υπεροπλία τους, κατάφεραν να καταστρέψουν μόνο ένα πολυβολείο, ενώ ποτέ δεν επετεύχθη εισβολή ολόκληρου τάγματος μέσα στον περίβολο της Σχολής. Τις μεσημβρινές ώρες τα πυρά μετριάστηκαν, αλλά υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος των ελεύθερων σκοπευτών.

Τις πρώτες απογευματινές ώρες η επίθεση ανανεώθηκε, συνοδευόμενη από ορμητική και απεγνωσμένη έφοδο, η οποία άγγιξε τον ανατολικό τοίχο, από όπου όμως οι επιτιθέμενοι αποκρούσθηκαν και πάλι με βαριές απώλειες. Το πάρκο του Πεδίου του Άρεως είχε μεταβληθεί σε πραγματικό πεδίο μάχης. Σχεδόν όλες οι παλιές οικοδομές της γύρω περιοχής είχαν καταστραφεί.

Εικόνα: Ο Δημήτρης Δημητρίου ή Καπετάν Νικηφόρος ήταν καπετάνιος στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Στις αρχές των Δεκεμβριανών το σύνταγμά του αιχμαλωτίστηκε και ο ίδιος αργότερα φυλακίστηκε.

Τα βρετανικά άρματα είχαν αναλάβει πλέον πλήρη δράση, προξενώντας βαριές ζημιές. Στις 15.30 εξέρχονται της Σχολής και βάλλουν κατά στόχων της ευρύτερης περιοχής. Επιστρέφουν στις 17.00 έχοντας καταστρέψει ένα πολυβολείο, ένα πυροβόλο των 37 mm, δύο των 20 mm και έναν όλμο.

Τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 10ης Δεκεμβρίου χάθηκε η ασύρματη επικοινωνία με τη βρετανική διοίκηση και δύο βρετανικά τεθωρακισμένα οχήματα σε αποστολή αναγνώρισης, εξήλθαν της Σχολής με σκοπό να αποκαταστήσουν την επαφή με τα πλησιέστερα φίλια τμήματα. Λίγο μετά την αναχώρησή τους όμως, προσέκρουσαν σε νάρκες και κατεστράφησαν. Τα πληρώματα διασώθηκαν, με δύο τραυματίες.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 10 Δεκεμβρίου, οι Ελασίτες επανέλαβαν τις επιθέσεις τους με διαρκώς αυξανόμενη ένταση. Τα πολυβολεία των Ελασιτών στα Τουρκοβούνια, κατασκευασμένα από ξερολιθιά, ήταν ορατά με γυμνό μάτι από το Γυμναστήριο της σχολής. Η συμβολή στη μάχη των αρμάτων Sherman έγινε γρήγορα αντιληπτή όταν με τα πυροβόλα τους τα βομβάρδισαν και τα κατέστρεψαν ολοκληρωτικά, απαλλάσσοντας τους αμυνόμενους από μία επικίνδυνη εστία πυρός.

Τα αεροσκάφη της RAF εκτέλεσαν αποστολές προσβολής στόχων εδάφους, αν και πολύ μακρύτερα από την περιοχή των επιχειρήσεων για να έχουν κάποιο αποτέλεσμα. Στο μεταξύ όμως, οι Ελασίτες είχαν θέσει υπό την κατοχή τους το συγκρότημα των προσφυγικών κατοικιών, όπου είχαν εγκαταστήσει και πολλούς ελεύθερους σκοπευτές. Τα εχθρικά πυρά καθήλωναν τους αμυνόμενους στις θέσεις τους, με αποτέλεσμα αυτοί να μπορούν να διεξάγουν μόνο στατική άμυνα, χωρίς δυνατότητα αντεπίθεσης.

Μόνο όταν η ισχύς του εχθρικού πυρός μετριαζόταν, εκμεταλλεύονταν την περίσταση για να κινηθούν γρήγορα, εναλλάσσοντας θέσεις ή μεταφέροντας πυρομαχικά. Στις 12.45 η RAF εκτέλεσε νέα έξοδο, αυτή τη φορά με επιτυχία, προσβάλλοντας την περιοχή βορείως της Σχολής, προκαλώντας βαριές απώλειες στον ΕΛΑΣ και καταστρέφοντας δύο οικήματα που χρησιμοποιούσε ως θέσεις πυρός.

Οι Ελασίτες εφάρμοζαν και μεθόδους ψυχολογικού πολέμου. Ο προσφιλέστερος τρόπος τους ήταν η χρήση του τηλεβόα, μέσω του οποίου καλούσαν τους αμυνόμενους Ευέλπιδες να παραδοθούν και να ενωθούν μαζί τους προκειμένου να αποφύγουν την πανωλεθρία, αφού ήταν περικυκλωμένοι και δεν υπήρχε οδός διαφυγής.

Ένας εύελπις που έχασε την υπομονή του, τους έδωσε την πρέπουσα περιφρονητική απάντηση με λόγια τα οποία δεν επιτρέπεται να αναγραφούν. Αμέσως ξέσπασε ένας καταιγισμός Ελασίτικων πυρών κάθε είδους τα οποία κατέκλυσαν την θέση του, και από τα οποία μόνο από τύχη γλύτωσε αυτός και όσοι βρίσκονταν γύρω του. Έκτοτε, οι ευέλπιδες έπαψαν να απαντούν λεκτικά στις προκλήσεις αυτές, προτιμώντας να ανταπαντούν με τα δικά τους πυκνά πυρά στον κατάλληλο τόπο και χρόνο.

Ο Εύελπις Γ. Ζουμπουλίδης, θυμάται, «Μαχόμουν με τον Ανθυπολοχαγό Λουκά Ποδαρόπουλο και τον Κων/νο Ράντο, στο πολυβολείο της ΝΑ γωνίας του μαντρότοιχου, προς την πλευρά του Πολυγώνου. Δεχόμεθα διαδοχικές επιθέσεις από απόσταση επαφής, διότι δεν είχαμε ορατότητα, αφού μας εμπόδιζε η πυκνή βλάστηση των πεύκων. Μας έριξαν μία χειροβομβίδα την οποία πρόλαβα να πετάξω έξω πριν εκραγεί. Όταν τελείωσαν τα πυρομαχικά ήμουν υποχρεωμένος, ως νεότερος, να φροντίσω για τον ανεφοδιασμό. Το σημείο ανεφοδιασμού βρισκόταν στο ύψος του αμφιθεάτρου και έπρεπε να διατρέξω όλη αυτή τη διαδρομή και να επιστρέψω, κάτω από καταιγιστικά και θεριστικά πυρά των συμμοριτών. Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να πιστέψω ότι επέζησα».

Εικόνα: Ο ηρωικός εύελπις Αθανάσιος Ράντος, επεσε ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ κατά την μάχη της Σχολής Ευελπίδων.

Ο Εύελπις Κ. Χανιώτης είχε μία παρόμοια εμπειρία, «Η πλατεία του Γυμναστηρίου βαλλόταν με καταιγιστικά πυρά. Δύο φορές διέσχισα την βαλλόμενη από τα γύρω υψώματα πλατεία, σχεδόν έρποντας και τρέχοντας για να φέρω πυρομαχικά. Οι Ελασίτες είχαν το πλεονέκτημα να βάλλουν από τα υπερκείμενα υψώματα του Γκύζη και του Πολυγώνου, αθέατοι και κεκαλυμμένοι».

Η μάχη ήταν σφοδρότερη στον ΒΑ τομέα της Σχολής, η οποία υπόκειτο στα πυρά όλμων, πυροβόλων και πολυβόλων των Ελασιτών από τα Τουρκοβούνια. Σχημάτιζε κανείς την εντύπωση ότι οι Ελασίτες διέθεταν ανεξάντλητα πυρομαχικά. Οι μαχητές της Σχολής αμύνονταν από τα πολυβολεία, τις πολεμίστρες του μαντρότοιχου που είχαν ανοιχτεί για αυτό τον σκοπό, και από το εσωτερικό των κτιρίων τα οποία έδιναν ευρύτερο πεδίο βολής.

Στο μεταξύ οι δυνάμεις των Ελασιτών αύξαναν συνεχώς και την ίδια ημέρα έφεραν και αντιαρματικά για να εξουδετερώσουν τα πολυβολεία. Ο Εύελπις ΙΙ Τάξεως Κων. Ράντος, χειριζόταν πολυβόλο κοντά στον ΒΑ τομέα. Όχι πολύ μακρύτερα από την θέση του μαχόταν και ο πρεσβύτερος αδελφός του, ο Υπγος Αθανάσιος Ράντος, ο οποίος επάνδρωνε το διόρωφο πολυβολείο εκείνης της γωνίας.

Ο νεότερος εκ των δύο, ο Κων/νος, διηγείται για τα δραματικά γεγονότα εκείνης της ημέρας. «Περί τις 10.00, η μάχη μαινόταν, με τους Ελασίτες να έχουν καταλάβει τα προσφυγικά καταλύματα του Πολυγώνου, και ενώ εγώ συνέχιζα τα πυρά με το πολυβόλο Breda, βλέπω σε μία στιγμή τον αδελφό μου μανιασμένο να βγαίνει από το παρακείμενο πολυβολείο της ΒΑ γωνίας του περιμετρικού τείχους, και αφαιρώντας με τα δόντια τις περόνες δύο χειροβομβίδων και τις εκσφενδονίζει διαδοχικά πάνω από τον μαντρότοιχο, εναντίον ομάδας Ελασιτών η οποία επιχειρούσε να ανοίξει ρήγμα ή να αναρριχηθεί, σε σημείο απρόσβλητο από τις θυρίδες του πολυβολείου. Τη στιγμή που πετούσε τις χειροβομβίδες πυκνά πυρά από τη νότια πλευρά θέρισαν το τμήμα του μαντρότοιχου που βρισκόταν ο αδελφός μου. Του φώναξα “Πρόσεξε, θα σε σκοτώσουν!”, αλλά μέσα στην αναταραχή της μάχης, ήταν απίθανο να με άκουσε. Αμέσως μετά επέστρεψε σώος στο πολυβολείο του, συνεχίζοντας να μάχεται από εκεί».

Λίγο αργότερα μία αποφασισμένη ομάδα Ελασιτών επιχείρησε δεύτερη διείσδυση στο χώρο της Σχολής. Η ομάδα αυτή, οπλισμένη με φορητά αντιαρματικά «Panzerfaust». Στη συνέχεια, Ελασίτες που βρίσκονταν καλυμμένοι σε έναν δασωμένο λοφίσκο, κοντά στο Γυμναστήριο της Σχολής, ανέβηκαν στον ανατολικό τοίχο της Σχολής και από εκεί να διείσδυσαν στον περίβολο, μέχρι το Γήπεδο.

Από εκείνο το σημείο ανατίναξαν το πολυβολείο στο οποίο μαχόταν ο Υπολοχαγός Αθ. Ράντος. Αμέσως ο αδελφός του Κωνσταντίνος, εγκατέλειψε το όπλο του και έτρεξε να δει τον αδελφό του. Τον βρήκε σκεπασμένο από σωρό ερειπίων, πέτρες και κομμάτια από τσιμεντένια, καθώς άφηνε την τελευταία του πνοή. Ο ετοιμοθάνατος αξιωματικός μεταφέρθηκε αμέσως στο Διοικητήριο της Σχολής όπου και ξεψύχησε στα χέρια του αδελφού του.

Στο μεταξύ η ίδια ομάδα των Ελασιτών είχε πλησιάσει προς τα 3 Αγγλικά άρματα Sherman που βρίσκονταν κοντά τους για να τα εξουδετερώσουν. Τον τομέα εκείνο υπερασπιζόταν ο λόχος του Υπολοχαγού Ηλία Ευθυμιόπουλου, με 20 Ευέλπιδες υπό τις διαταγές του, οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή, με τη χρήση χειροβομβίδων, είχαν αποτρέψει επιθέσεις περισσότερων Ελασιτών που είχαν αποπειραθεί να αναρριχηθούν και αυτοί στον ανατολικό μαντρότοιχο για να διεισδύσουν στον περίβολο.

Εικόνα: Τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στέκουν ως και σήμερα, σαν θλιβερά μνημεία ενός θλιβερού παρελθόντος.

 

Την κατάσταση έσωσε και πάλι ο Ευθυμιόπουλος, ο οποίος, από την θέση του στην οροφή του Γυμναστηρίου, σηκώθηκε από τη θέση του και με ρίψεις αμυντικών χειροβομβίδων κατάφερε να τους διασκορπίσει. Στη συνέχεια, με το υποπολυβόλο του ανά χείρας, ηγήθηκε της 20μελούς διμοιρίας του, με την οποία αντεπιτέθηκε και τους απώθησε έξω από τον μαντρότοιχο.

Χάρη στην ενέργειά του αυτή, ο Ευθυμιόπουλος διέσωσε τα βρετανικά άρματα και εξασφάλισε τον ζωτικό χώρο της Σχολής. Στην αντεπίθεση αυτή τραυματίστηκαν 3 άνδρες του.  Ο Ηλ. Ευθυμιόπουλος θα έβρισκε τον θάνατο μαχόμενος αργότερα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, στην περιοχή των Γρεβενών, με τον βαθμό του Λοχαγού.

Μετά από λίγο, άλλο αντιαρματικό από την πλευρά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, σκόπευσε την θέση δύο πολυβόλων, ανάμεσα στα Εστιατόρια και τα Μελετητήρια, σε ένα εκ των οποίων, υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να μαχόταν ο Εύελπις Δημ. Σίμος. Το πρώτο βλήμα χτύπησε το τσιμέντο του δαπέδου, χωρίς να προκαλέσει ζημιά. Το δεύτερο διαπέρασε την πολεμίστρα, καταστρέφοντας ολοσχερώς το ένα πολυβόλο και προκαλώντας ζημιές στο δεύτερο, το οποίο όμως, παρέμεινε λειτουργικό.

Εξ ειρωνείας, δεν υπήρξαν απώλειες. Γιατί; Λόγω απειθαρχίας! Πλησίαζε η ώρα του μεσημεριανού φαγητού και οι 4 χειριστές των πολυβόλων είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους για να προλάβουν να πάρουν φαγητό και να επιστρέψουν γρήγορα στις θέσεις τους. Είχαν σωθεί εξ αιτίας της πεντάλεπτης απουσίας τους.

Στις 15.45 η RAF σε νέα της έξοδο 4 αεροσκαφών, σφυροκοπά και πάλι τις εχθρικές θέσεις, με αποτέλεσμα ο ΕΛΑΣ να υποχρεωθεί να διακόψει το πυρ. Τα 4 βρετανικά άρματα εκμεταλλεύονται την εχθρική αδράνεια και εξέρχονται βομβαρδίζοντας οικίες που είχαν καταληφθεί από τους Ελασίτες.

Οι βραδυνές ώρες ήταν οι χειρότερες της πολιορκίας. Οι υπερασπιστές που επάνδρωναν τις περιμετρικές πολεμίστρες του μαντρότοιχου δεν είχαν καμία απολύτως ορατότητα μέσα στο σκοτάδι, τα δένδρα των αλσυλλίων άγγιζαν κυριολεκτικά την ανατολική και νότια πλευρά του μαντρότοιχου, προσφέροντας ιδανική κάλυψη στους επιτιθέμενους Ελασίτες, οι οποίοι πλησίαζαν αθόρυβα μέχρι εκεί και με φορητά αντιαρματικά, άνοιγαν τρύπες στη μάντρα, από όπου στη συνέχεια εκτελούσαν έφοδο.

Οι καρδιές όλων, ιδιαίτερα εκείνων που ελάμβαναν το βάπτισμα του πυρός για πρώτη φορά, έτρεμαν, αλλά κανείς δεν εγκατέλειψε τη θέση του. Τη νύχτα οι Ελασίτες κατάφεραν να φτάσουν 3 φορές μέχρι τον μαντρότοιχο, αλλά υποχώρησαν μετά από την δυναμική αντεπίθεση μίας εφεδρικής δύναμης ευέλπιδων.

Οι επιθέσεις κορυφώθηκαν στις 11 Δεκεμβρίου, χωρίς όμως και τότε να καταφέρουν να εκπορθήσουν την Σχολή. Όταν τα πυρομαχικά των αμυνομένων άρχισαν να εξαντλούνται, προειδοποιήθηκαν ότι όσα τους χορηγούνταν θα ήταν και τα τελευταία που θα ελάμβαναν, ώστε να φροντίσουν για εξοικονόμηση πυρός. Τους ανακοινώθηκε μάλιστα, ότι στο εφεξής θα επιβάλετο ποινή σε όποιον άνοιγε πυρ άνευ διαταγής. Η ποινή ήταν η «στέρηση σε ημέρες, της τιμής να μάχεται στην γραμμή των πρόσω», δηλαδή την προκεχωρημένη γραμμή αμύνης. Έκτοτε, όλοι οι Ευέλπιδες έμαθαν καλά τον όρο «πειθαρχία πυρός».

Εικόνα: Ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

Η εκκένωση της Σχολής.

H 11η Δεκεμβρίου θα ήταν μία καθοριστική ημέρα για την εξέλιξη όχι μόνο των επιχειρήσεων, αλλά και ολόκληρου του Συμμοριτοπολέμου. Από την έναρξη των επιχειρήσεων, η Λεωφόρος Συγγρού αποτελούσε τον μοναδικό οδικό άξονα επικοινωνίας με το λιμάνι του Πειραιά για τον ανεφοδιασμό των βρετανικών δυνάμεων, δεδομένου ότι η οδός Πειραιώς βρισκόταν στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Μέχρι την 10η Δεκεμβρίου η διακίνηση των εφοδίων διεξαγόταν μέσω της Λεωφόρου Συγγρού. Από την 11η Δεκεμβρίου όμως, τμήματα του ΕΛΑΣ είχαν πλησιάσει αρκετά ώστε να θέσουν σε κίνδυνο ακόμα και αυτή την οδό. Οι βρετανικές φάλαγγες ανεφοδιασμού δέχονταν τα πυρά ελαφρών όπλων του ΕΛΑΣ, ενώ το βράδυ της 10ης οι Ελασίτες κατάφεραν ακόμη και να ναρκοθετήσουν ένα σημείο της λεωφόρου, προκαλώντας απώλειες σε μία βρετανική εφοδιοπομπή.

Η κατάσταση στην υπόλοιπη Αττική είχε αγγίξει κρίσιμο σημείο. Όλη η πρωτεύουσα είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης, και ουσιαστικά, είχε περιέλθει στα χέρια των κομμουνιστών. Είχαν απομείνει μόνο μικρές διάσπαρτες και απομονωμένες εστίες αντίστασης, οι οποίες πολεμούσαν με τον χρόνο. Οι κυριότερες από αυτές ήταν το Συνταγμα Χωροφυλακής   Μακρυγιάννη και η ΣΣΕ.

Οι οδομαχίες διεξάγονταν σε όλη την έκταση των Αθηνών. Παντού εικόνες εγκατάλειψης, καταστροφής και λεηλασίας. Οι απώλειες των ενόπλων σωμάτων, Στρατού, Χωροφυλακής και Αστυνομίας, ήταν βαριές και δεν αναμενόταν βοήθεια από πουθενά, ενώ αγγλικά αεροπλάνα είχαν ήδη εντοπίσει πυκνές φάλαγγες Ελασιτών, από Θήβα, Κόρινθο και Λαμία, να κινούνται κατά τη διάρκεια της νύχτας, κατευθυνόμενες προς Αθήνα.

Ακόμη και συνοικίες οι οποίες είχαν ανακτηθεί από τον Εθνικό Στρατό πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος, περιέρχονταν και πάλι στην κατοχή των Ελασιτών επειδή δεν υπήρχε ανθρώπινο δυναμικό για να εξασφαλίσει την κατοχή τους. Σε μία δραματική σύσκεψη η οποία έλαβε μέρος το βράδυ της 11ης Δεκ, οι Βρετανοί έφθασαν στο σημείο να προτείνουν ως μοναδική λύση, την εγκατάλειψη της Αθήνας και την σύμπτυξη μαζί με την 3η Ορεινή Ταξιαρχία στην περιοχή του Φαληρικού Δέλτα, από όπου θα επιβιβάζονταν στα πλοία του στόλου τα οποία θα προσέφεραν ασφάλεια από τα πυρά του εχθρού και θα καθιστούσαν εύκολη την εκκένωση της Αθήνας, αν η κατάσταση γινόταν απελπιστική.

Ο Συνταγματάρχης Τσακαλώτος, διοικητής της 3ης Ορεινή Ταξιαρχία, αρνήθηκε κατηγορηματικά να εγκαταλείψει την Αθήνα στον ΕΛΑΣ, την οποία, όπως είπε θα υπερασπιζόταν έστω και μόνος με τους άνδρες του. Η ανένδοτη άρνησή του στάθηκε η αιτία για την οποία η Βρετανική Διοίκηση αναγκάσθηκε να αναθεωρήσει την απόφασή της και να υπερασπιστεί την Αθήνα. Όταν ο Βρετανός στρατηγός Χάρολντ Αλεξάντερ διεπίστωσε την κρισιμότητα της κατάστασης, ανεκάλεσε την 4η Βρετανική Μεραρχία Πεζικού από το μέτωπο της Ιταλίας προς ενίσχυση των κυβερνητικών. Εκείνο που προείχε εκείνη τη στιγμή ήταν η άμεση σύμπτυξη όλων ένοπλων τμημάτων στο κέντρο της πρωτεύουσας.

Η Σ.Σ.Ε όμως, ήταν περικυκλωμένη, αποκομμένη και αδύνατον να ανεφοδιαστεί σε τρόφιμα ή πυρομαχικά. Εφόσον οποιαδήποτε παράταση της άμυνας δεν θα είχε τίποτα πλέον να συνεισφέρει στην στρατηγική κατάσταση, αποφασίσθηκε η εκκένωσή της. Από νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας, 11ης Δεκεμβρίου, άρχισαν οι προετοιμασίες. Για την υποστήριξη της επιχείρησης, αεροσκάφη Spitfire και Beaufighter πολυβολούσαν από το πρωί τις περιοχές των λόφων Στρέφη και Πολυγώνου, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένος ο κύριος όγκος των Ελασίτικων δυνάμεων, οι οποίες τελικά υποχρεώθηκαν να τις εγκαταλείψουν.

Στις 16.00 αφίχθη ένας βρετανικός λόχος Τυφεκιοφόρων με 20 φορτηγά, συνοδευόμενα από μερικά Sherman, τα οποία στάθμευσαν έξω από τη δυτική πλευρά του περιτειχίσματος, δηλαδή στο ξέφωτο μεταξύ του άλσους του Πεδίου του Άρεως και της Σχολής, και πίσω ακριβώς από το Διοικητήριο, το οποίο είχε παραμείνει και το ασφαλέστερο από την έναρξη της πολιορκίας. Ο λόχος ανέλαβε την άμυνα όλης της δυτικής περιμέτρου, από όπου θα διεξαγόταν και η εκκένωση.

Εικόνα: Ο ηρωικός εύελπις Δημήτριος Πούλος, έπεσε ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ κατά την μάχη της Σχολής Ευελπίδων.

Η επιχείρηση θα διεξαγόταν σε δύο δρομολόγια με τελικό προορισμό τα Παλαιά Ανάκτορα. Κατά την επιβίβαση των ανδρών βρήκε τον θάνατο ο Εύελπις Δημ. Πούλος ο οποίος επλήγη στο στήθος από βολίδα εχθρικού πολυβόλου το οποίο έβαλλε από το Πολύγωνο. Ήταν ο δεύτερος και τελευταίος νεκρός της πολιορκίας. Η πρώτη φάλαγγα αναχώρησε στις 09.30 ακολουθώντας το δρομολόγιο Πατησίων-Πλ. Ομόνοιας.

Η όλη επιχείρηση διεξήχθη χωρίς παρενόχληση από τον ΕΛΑΣ, ο οποίος φαίνεται να είχε καταβληθεί από τις απώλειες που είχε υποστεί και το σφυροκόπημα των βρετανικών αρμάτων και αεροσκαφών. Κατά τη διάρκεια του δρομολογίου ωστόσο, η φάλαγγα εβάλλετο διαρκώς από εχθρικά πυρά, υποχρεώνοντας τους άνδρες να κείτονται πρηνείς στο δάπεδο των φορτηγών, αν και τα συνεχή καλυπτικά πυρά των Sherman και των Spitfire, κατάφεραν να αποτρέψουν τα χειρότερα. Μετά την αποβίβαση του προσωπικού η φάλαγγα επέστρεψε στη Σχολή όπου επιβιβάστηκε το υπόλοιπο προσωπικό. Ανεχώρησαν στις 12.10 και έφθασαν στα Παλαιά Ανάκτορα στις 12.35, ολοκληρώνοντας επιτυχώς την επιχείρηση εκκένωσης.

Οι απώλειες της μάχης και οι κομμουνιστικές ακρότητες.

Η άμυνα των νεαρών Ευέλπιδων είχε διαρκέσει 6 ημέρες και είχε στοιχίσει 2 νεκρούς, τον Υπολοχαγό Αθ. Ράντο και τον εύελπι Δημ. Πούλο, καθώς και 18 τραυματίες. Οι βρετανικές απώλειες ήταν ένας νεκρός και 5 τραυματίες. Από την πλευρά του ΕΛΑΣ δεν υπάρχουν καταγεγραμμένοι αριθμοί νεκρών ή τραυματιών, παρά μόνο αναφορές για «μεγάλες απώλειες».

Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν με τεθωρακισμένα νοσοκομειακά οχήματα στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Κάποιοι από αυτούς ωστόσο, αρνήθηκαν να νοσηλευθούν εκεί, επειδή τις προηγούμενες ημέρες και εντός του νοσοκομείου, είχε δολοφονηθεί ένας συνάδελφός τους, ο Εύελπις Ηλίας Ρογκάκος, αφού είχε προηγηθεί εναντίον του απόπειρα δολοφονίας του από την ΟΠΛΑ στις 20 Νοεμβρίου. Η απόπειρα αυτή είχε καταλήξει στον τραυματισμό του. Οι αδίστακτοι δολοφόνοι του όμως, ακολούθησαν τα ίχνη του και τον αποτέλειωσαν μέσα στο νοσοκομείο. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον συμμαθητή του, εύελπί τότε, Γ. Μπερδέκλη.

Πίσω από την άνανδρη δολοφονία τού Ηλία Ρογκάκου δεν υπήρχαν κάποια προσωπικά κίνητρα αντεκδίκησης ή τίποτα παρόμοιο. Δολοφονίες τέτοιου είδους, ανδρών των Ενόπλων Δυνάμεων ή των Σωμάτων Ασφαλείας, ήταν συνηθισμένες και καθημερινές πρακτικές για τους Ελασίτες.

Μετά την αποχώρηση των Ευέλπιδων, οι Ελασίτες κατέλαβαν τις κενές εγκαταστάσεις της Σχολής, και με πρωτοφανή μανία και βαρβαρότητα κατέστρεψαν πολύτιμα ιστορικά κειμήλια των δύο Μουσείων της Σχολής, τις αίθουσες, την εκκλησία, τη βιβλιοθήκη και τα αρχεία της. Αντικείμενα τα οποία, ακόμη και οι κατακτητές είχαν σεβαστεί. Δεν εδίστασαν μάλιστα, να φορέσουν στολές Ευελπίδων που βρήκαν στο Μουσείο και σε αποθήκες, και να παρελάσουν με αυτές εορτάζοντας τη νίκη τους. Κάτοικοι της περιοχής, ηλικιωμένοι σήμερα, θυμούνται ακόμη ότι σαν παιδιά τότε, έπαιζαν με πολύτιμα ξίφη από τα κειμήλια της Σχολής, τα οποία βρίσκονταν σκορπισμένα στους δρόμους της περιοχής.

Κατά την πάγια κομμουνιστική τακτική οι αναφορές του ΕΛΑΣ για την διεξαγωγή της μάχης ήταν γεμάτες ανακρίβειες, υπερβολές και διαστρεβλώσεις, προκειμένου να παρουσιάζονται οι μαχητές του σαν ήρωες, οι οποίοι μάχονται με αυταπάρνηση εναντίον υπέρτερου εχθρού. Έτσι λοιπόν, γράφουν σε ένα σημείο, «Ή μάχη συνεχιζόταν σκληρή στα υπόγεια της Σχολής Ευελπίδων, με πολλές απώλειες εκατέρωθεν, από πάτωμα σε πάτωμα, και στο τέλος ό ΕΛΑΣ κυριάρχησε στη Σχολή, πιάνοντας τους περισσότερους ζωντανούς ευέλπιδες αιχμάλωτους. Μόνο ένα μικρό μέρος εύέλπιδων διασώθηκε από τα Αγγλικά τάνκς, που εμφανίστηκαν και μας πολυβολούσαν την ώρα τής μάχης» Οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύσθηκαν και μεταπολεμικά από ηγετικές φυσιογνωμίες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Εικόνα: Το Ηρώο στον προαύλιο χώρο της Σχολής Ευελπίδων και το διοικητήριο.

Την 17η Δεκεμβρίου, κατóπιν διαταγής του Γ.Ε.Σ. άρχισε η υπαγωγή των Αξιωματικών και Μαθητών της Σχολής σε ανεξάρτητες διμοιρίες των Ταγμάτων Εθνοφυλακής, εκείνων δηλαδή, που είχε καταργήσει ο Γ. Παπανδρέου, επειδή η διατήρησή τους θα αποτελούσε πρόκληση προς το ΕΑΜ. Η πρόχειρη ανασυγκρότησή τους χάρισε στις κυβερνητικές δυνάμεις το στοιχειώδες δυναμικό που απαιτείτο για την ανακατάληψη και εξασφάλιση συνοικιών στις οποίες επανεισερχόταν ο ΕΛΑΣ. Κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων, έξι ακόμα Ευέλπιδες θα έβρισκαν τον θάνατο, τιμώντας τον όρκο και τα όπλα τους.

Τις επόμενες ημέρες, αν και ο ΕΛΑΣ αρχίζει να εγκαταλείπει σταδιακά την Αθήνα, δεν εγκαταλείπει ποτέ τις πρακτικές του. Μέχρι τις 25 Δεκέμβρη ο αριθμός των συλληφθέντων από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ έφθανε τις 8.000. Ο αριθμός αυτός, μετά την αποχώρησή του από την Αθήνα, θα άγγιζε τους 15.000 αιχμαλώτους. Ελάχιστοι από αυτούς θα επιζούσαν.

Το εγκληματικό όργιο στο οποίο αποδύθηκαν οι Αριστεροί στις μέρες των Δεκεμβριανών ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Η Κυψέλη, το Περιστέρι, η Ούλεν στο Γαλάτσι, το Αιγάλεω, το Γ΄ Νεκροταφείο και οι υπόλοιπες συνοικίες, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, μετεβλήθηκαν σε χώρους κομμουνιστικής κτηνωδίας. Με κονσερβοκούτια, τσεκούρια και σκεπάρνια εξόντωναν ανυπεράσπιστους ανθρώπους, διαγράφοντας το μέλλον που προετοίμαζαν στην περίπτωση που επικρατούσαν.

Κρίσεις και συμπεράσματα.

Είναι γεγονός ότι η μάχη της Σ.Σ.Ε, σε ένα βαθμό, επισκιάστηκε από την δίδυμη, «Μάχη του Μακρυγιάννη». Οι δύο πολιορκίες διεξήχθησαν κατά τις ίδιες ημερομηνίες και σε τακτικό επίπεδο ήταν σχεδόν ταυτόσημες. Αυτό συνέβη εν μέρει επειδή η δεύτερη κατέληξε σαν νίκη των εθνικών δυνάμεων, ενώ εκείνη της Σ.Σ.Ε ήταν μία τακτική ήττα. Εν τούτοις, είναι επίσης γεγονός ότι η εξίσου ηρωική αντίσταση των 350 κυκλωμένων ανδρών της Σχολής το διάστημα 6 – 11 Δεκεμβρίου, εναντίον μίας ολόκληρης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, έχει αποσιωπηθεί και δεν προβλήθηκε η σημασία της.

Η αποφασιστική άμυνα των νεαρών Ευέλπιδων ήταν καθοριστική, διότι κατόρθωσε να καθηλώσει ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ, οι οποίες σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσαν να είχαν συγκεντρωθεί σε άλλα κρισιμότερα μέτωπα, όπως του Μακρυγιάννη ή στο Γουδή, ενώ επιπλέον χάρισε χρόνο στη κυβέρνηση να συγκροτήσει τα Τάγματα Εθνοφυλακής.

Η πλειονότητα των επιτυχιών του ΕΛΑΣ σημειώθηκε εναντίον απομονωμένων τμημάτων της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, όπου ο μικρός αριθμός των αμυνομένων και ο περιορισμένος αριθμός πυρομαχικών και εφοδίων ήταν ανεπαρκής. Αντίθετα, εναντίον στρατιωτικά οργανωμένων δυνάμεων που διέθεταν τον απαραίτητο οπλισμό, υπό την διοίκηση εμπειροπόλεμων αξιωματικών, ο ΕΛΑΣ δεν είχε καμία τύχη, παρά τον ομολογουμένως πεισματικό αγώνα που διεξήγαγε.

Τα δεδομένα αυτά θα ανατρέπονταν κατά τον δεύτερο γύρο του Εμφυλίου, όταν ο ΕΛΑΣ, υπό την διοίκηση του ικανότατου Μάρκου Βαφειάδη, θα εφάρμοζε την τακτική της ελαστικής άμυνας στους ορεινούς όγκους της Στερεάς και της Β. Ελλάδος. Μέχρι ο Συμμοριτοπόλεμος να φθάσει στο τέλος του με την τελική επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων, ποταμοί ελληνικού αίματος θα χυνόταν μέχρι και την τελευταία απάτητη γωνιά αυτού του ιερού τόπου.

Οι αδικοχαμένοι νεκροί και οι ήρωες του Εμφυλίου ξεχάστηκαν εύκολα, σε πλήρη αντίθεση με τους σφαγείς οι οποίοι τιμήθηκαν με διπλές συντάξεις «Αντιστασιακών» από την ηγεσία της Μεταπολίτευσης, παρότι πολλοί από αυτούς είναι αμφίβολο έστω και αν γνώριζαν τι χρώμα είχαν οι γερμανικές στολές. Πριν από αυτό βέβαια, είχε προηγηθεί η έμμεση καταξίωση των εγκλημάτων τους από τον πρώτο Έλληνα πρωθυπουργό της Μεταπολίτευσης, γνωστού ως «Εθνάρχης», ο οποίος τους νομιμοποίησε προς χάριν της «Εθνικής Ομοψυχίας», αυτής της Ομοψυχίας την οποία μέχρι σήμερα ακόμα, αρνούνται οι ίδιοι οι Αριστεροί.

Πηγές:

  • Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Βασίλειος Κόντης, τόμ. ΙΣΤ΄,«Η σύγκρουση του Δεκεμβρίου 1944».
  • Γεώργιος Πετρόπουλος, «Δεκέμβρης 1944: Η επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα».
  • Στρατηγός Γεώργιος Μπερδέκλης, «Αναμνήσεις ενός Ευέλπιδος 1940-1944».
  • Μενέλαος Χαραλαμπίδης, «Δεκεμβριανά 1944. Η μάχη της Αθήνας».
  • Ε Ιστορικά, «Δεκέμβρης ’44, Οι μάχες στις γειτονιές της Αθήνας».
  • Ιωάννης Ιατρίδης, «Εξέγερση στην Αθήνα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.