Πρωτοβυζαντινή Περίοδος (330-610 μ.Χ.)
Ο μεγάλος Γοτθικός πόλεμος και η καταστροφή του κράτους των Οστρογότθων.

Ο μεγάλος Γοτθικός πόλεμος και η καταστροφή του κράτους των Οστρογότθων.

Στις αρχές του 535 η φιλοβυζαντινή βασίλισσα των Οστρογότθων Αμαλασούνθα, συνελήφθη, φυλακίστηκε και τον Απρίλιο του ιδίου έτους δολοφονήθηκε με την ανοχή του νέου συζύγου της, Θευδάτου. Η αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στην Ιταλία έδωσε στον Ιουστινιανό το πρόσχημα που ζητούσε για να κινηθεί εναντίον των Οστρογότθων. Η ταχεία και απροσδόκητα εύκολη κατάλυση του Βανδαλικού βασιλείου, τα προηγούμεθα χρόνια, συνέβαλε προς την απόφαση του Ιουστινιανού να επιδιώξει με στρατιωτικά μέσα την προσάρτηση της Ιταλίας.

Βέβαια ο ιστορικός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Προκόπιος αναφέρει ότι η Αμαλασούνθα και ο Ιουστινιανός Α΄ είχαν τόσο στενές σχέσεις, που λίγο πριν τον θάνατό της η Αμαλασούνθα διαπραγματευόταν με τον Ιουστινιανό Α΄, προκειμένου να του παραδώσει ολόκληρο το Γοτθικό βασίλειο.

Εικόνα: Οι πόλεμοι των Γότθων (535 – 555).

Η εισβολή του Βελισάριου.

Την υλοποίηση των σχεδίων του αυτοκράτορα ανέλαβαν οι στρατηγοί Βελισάριος, που κινήθηκε με στόλο εναντίον της Σικελίας με 12.000 άνδρες, και ο Μούνδος, που προέλασε προς τη γοτθική Δαλματία με 4.000 άνδρες. Η Σικελία ήταν σχεδόν αφύλαχτη από γοτθικές φρουρές, με συνέπεια μέσα σε επτά μήνες να αποτελεί τμήμα της ανατολικής αυτοκρατορίας. Μόνον η Πάνορμος, δηλαδή το σημερινό Παλέρμο, πρόβαλε αντίσταση, χωρίς αποτέλεσμα.

Η απώλεια ενός τόσο μεγάλου τμήματος της επικράτειάς του, πανικόβαλε τον Θευδάτο. Ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Ιουστινιανό, αλλά πολύ σύντομα άλλαξε γνώμη. Αιτία ήταν η εσπευσμένη αναχώρηση του Βελισάριου για την Αφρική, όπου είχε εκδηλωθεί μεγάλη στάση μεταξύ των απλήρωτων στρατιωτών, και ο θάνατος του στρατηγού Μούνδου στη Δαλματία. Όμως ο Βελισάριος κατάφερε σε ελάχιστο χρόνο να επαναφέρει την πειθαρχεία στις ρωμαϊκές δυνάμεις της Αφρικής και να επιστρέψει στην Ιταλία.

Αποβιβάστηκε στο νότιο άκρο της Καλαβρίας, στις αρχές του καλοκαιριού του 536, και προέλασε ταχύτατα προς Βορρά. Οι ελληνόφωνοι κατά κύριο λόγο πληθυσμοί υποδέχονταν τους Βυζαντινούς σαν ελευθερωτές. Ακόμη και οι γοτθικές δυνάμεις της περιοχής, υπό την ηγεσία του γαμβρού τού Θευδάτου, παραδόθηκαν στον Βελισάριο χωρίς καν να προβάλουν αντίσταση. Η προέλαση διακόπηκε κάτω από τα τείχη της Νεάπολης.

Η πόλη αυτή διέθετε ισχυρή γοτθική φρουρά, ίση με τη δύναμη του Βελισάριου. Επίσης η οχυρή θέση της ενθάρρυνε τους κατοίκους της να αντισταθούν στον Βυζαντινούς. Πράγματι, η πόλη αντιστάθηκε επιτυχώς για έναν μήνα περίπου, σε σημείο που ο Βελισάριος ετοιμάστηκε να άρει την πολιορκία για να μην χρονοτριβήσει περαιτέρω. Τότε όμως, κάποιοι στρατιώτες του βρήκαν τυχαία μία δίοδο προς το εσωτερικό των τειχών μέσα από το υδραγωγείο της πόλης. Ένα απόσπασμα 400 επίλεκτων ανδρών εισήλθε στην πόλη και άνοιξε τις πύλες για τον υπόλοιπο στρατό.

Εικόνα: Ο Βελισάριος πιθανόν να είναι αυτός ο γενειοφόρος άνδρας στα δεξιά του Ιουστινιανού Α’, όπως απεικονίζεται στο ψηφιδωτό του Ναού του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα, το οποίο εορτάζει την ανακατάληψη της Ιταλίας από τον βυζαντινό στρατό.

Η πτώση της Νεάπολης συγκλόνισε τους Οστρογότθους. Υπεύθυνος θεωρήθηκε ο Θευδάτος που δεν είχε πράξει κάτι σημαντικό στον στρατιωτικό τομέα για την αναχαίτιση του Βελισάριου. Ο ηγεμόνας των Γότθων εκθρονίστηκε και λίγο αργότερα εκτελέστηκε, ενώ τη θέση του κατέλαβε ένας γηραιός στρατηγός τού Θευδέριχου, ο Ουΐτιγης . Ο τελευταίος άφησε ισχυρή φρουρά στη Ρώμη και έφυγε για τη Ραβέννα, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο κύριος όγκος των γοτθικών στρατευμάτων.

Επιπλέον αντιμετώπιζε μια φραγκική εισβολή στη βόρειο Ιταλία, για την οποία, όπως και στην περίπτωση της επαναστατημένης εναντίον του Γελίμερου Σαρδηνίας, ευθυνόταν οι διπλωματικοί χειρισμοί του Ιουστινιανού. Ο Ουΐτιγης εξαγόρασε την αποχώρηση των Φράγκων από την Ιταλία με χρυσό και εδαφικές παραχωρήσεις και σύντομα ήταν έτοιμος να αντεπιτεθεί στους Βυζαντινούς. Ενόσω βρισκόταν στην Ραβέννα, παντρεύτηκε την κόρη της Αμαλασούνθας, Ματασούνθα για να νομιμοποιήσει την εξουσία του.

Η μεγάλη πολιορκία της Ρώμης.

Εν τω μεταξύ ο Βελισάριος είχε γίνει κύριος της Αιώνιας Πόλης αναίμακτα. Η παλαιά Ρώμη άνοιξε τις πύλες της στους στρατιώτες της Νέας Ρώμης μετά από σύντομες διαπραγματεύσεις, την ίδια ώρα που η γοτθική φρουρά εγκατέλειπε την πόλη στις 9 Δεκεμβρίου του 536. Για τον Ιουστινιανό η ανάκτηση της Ιταλίας είχε επιτευχθεί το ίδιο εύκολα και γρήγορα όπως η βανδαλική Αφρική. Όμως ο Βελισάριος άρχισε να ετοιμάζεται πυρετωδώς για μακρά πολιορκία, καθώς γνώριζε ότι οι Γότθοι θα έκαναν το παν για να ανακτήσουν τη Ρώμη όπως και όλες τις απολεσθείσες περιοχές.

Για την υπεράσπιση της Ρώμης δεν διατίθεντο περισσότεροι από 5.000 άνδρες, αφού οι υπόλοιποι επάνδρωναν φρουρές στη Σικελία και την νότιο Ιταλία. Οι Γότθοι έφθασαν κάτω από τα τείχη της Ρώμης τον Μάρτιο του 537 με στρατό 150.000 θωρακισμένων ιππέων, κατά κύριο λόγο, όπως μας πληροφορεί ο Προκόπιος. Οι Ρωμαίοι είχαν προλάβει να προετοιμαστούν αρκετά καλά, αλλά ο Βελισάριος, όπως συνήθιζε, δεν αρκέστηκε σε μια παθητική άμυνα. Κάθε τόσο καταπονούσε τους πολιορκητές του με γρήγορες και ξαφνικές εξόδους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν άφηνε ποτέ τους εχθρούς του να αναπαυτούν, καταφέρνοντας επιπλέον να διατηρήσει ανοικτές τις θαλάσσιες επικοινωνίες του για μεγάλο διάστημα.

Εικόνα: Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα και οι ακόλουθοι της, μωσαϊκό της βασιλικής του Αγίου Βιταλίου.

Από την άλλη πλευρά των τειχών, οι Γότθοι ταλαιπωρούνταν και από επιδημίες. Όσο και αν δυσκόλευαν τους Ρωμαίους, αυτοί βρίσκονταν πάντα σε χειρότερη θέση. Συνέχιζαν όμως να στενεύουν τον κλοιό, και όταν κατάφεραν να αποκλείσουν τη Ρώμη και από θαλάσσης, οι πολιορκημένοι βρέθηκαν σε απόγνωση. Η δυσφορία των κατοίκων εκφράστηκε κυρίως από τους συγκλητικούς και την αριστοκρατία, αρκετοί εκ των οποίων συνελήφθησαν από τον Βελισάριο. Μεταξύ αυτών ήταν και ο πάπας Σιλβέριος. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του Βελισάριου λόγω του αξιώματος τού, τον καθαίρεσε και εξόρισε στην Ανατολή, επειδή θεωρήθηκε ύποπτος συνεργασίας με τους Γότθους.

Οι πολυπόθητες ενισχύσεις, περί τις 5.000, έφτασαν τον Νοέμβριο του επόμενου έτους. Τώρα ο Βελισάριος είχε τη δυνατότητα να επιχειρήσει τολμηρότερες ενέργειες. Με όλο και αυξανόμενες επιδρομές στα μετόπισθεν των Γότθων, έπληττε τις γραμμές ανεφοδιασμού τους, καταλαμβάνοντας μάλιστα κάποιες πόλεις και οχυρά σε καίρια σημεία. Έτσι οι Γότθοι μετατράπηκαν από πολιορκητές σε πολιορκημένους και τον Μάρτιο του 538, μετά από ένα χρόνο και εννέα ημέρες, έλυσαν την πολιορκία.

Βελισάριος και Ναρσής.

Κατευθύνθηκαν βόρεια με τους Βυζαντινούς στο κατόπι τους. Οι τελευταίοι, με ευκίνητες δυνάμεις ιππικού, ενεργούσαν σε μεγάλη ακτίνα, τόσο απασχολώντας τους εχθρούς τους όσο και καταλαμβάνοντας διάφορες πόλεις. Τον Ιούνιο του 538 αφίχθησαν στην Ιταλία νέες ενισχύσεις, 7.000 ανδρες υπό τον Ναρσή, οι οποίες όμως δεν είχαν τα αποτελέσματα που ανέμενε ο Ιουστινιανός. Ο Ναρσής δεν έδειχνε διάθεση να αναγνωρίσει την αρχιστρατηγία του Βελισάριου. Ο τελευταίος αξίωνε απ’ όλους απόλυτη υπακοή στις διαταγές του, αφού είχε διοριστεί από τον Ιουστινιανό αρχιστράτηγος του μετώπου στην Ιταλία. Από την άλλη ο Ναρσής, έχοντας την εύνοια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, έβρισκε προσχήματα για να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία του Βελισάριου.

Αποτέλεσμα των διαφωνιών των δύο στρατηγών ήταν η πτώση της μεγάλης και εύρωστης πόλης των Μεδιολάνων, στις αρχές του 539, στους συνασπισμένους Γότθους και Βουργουνδους. Η πόλη λεηλατήθηκε άγρια με αποτέλεσμα να καταστραφεί τελείως, ο ανδρικός πληθυσμός σφαγιάστηκε και τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν ως δούλοι στους Βουργουνδους. Η καταστροφή των Μεδιολάνων, που από τις σύγχρονες πηγές περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα, προκάλεσε βαθιά εντύπωση, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Κωνσταντινούπολη.

Εικόνα: Αν και λίγα είναι γνωστά για την καταγωγή του, θεωρείται γόνος της περιώνυμης αριστοκρατικής οικογένειας Καμσαρακάν της περσικής Αρμενίας.

Ο Ιουστινιανός δεν επέρριψε ευθύνες σε κάποιον, ωστόσο ανακάλεσε τον Ναρσή, αφήνοντας τον Βελισάριο μοναδικό αρχηγό των δυνάμεων στην Ιταλία. Η κατάσταση στη χερσόνησο είχε γίνει ιδιαίτερα δύσκολη και πολύπλοκη. Επιπλέον οι Φράγκοι εισέβαλαν ξανά στη βόρειο Ιταλία καταστρέφοντας και λεηλατώντας. Μάλιστα λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης, Γότθοι και Βυζαντινοί σκέπτονταν σοβαρά το ενδεχόμενο σύμπραξης εναντίον των Φράγκων. Τελικά οι τελευταίοι, αφού ερήμωσαν μεγάλες εκτάσεις της βορειοϊταλικής υπαίθρου, υπέκυψαν στον λιμό που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει και αποσύρθηκαν πέρα από τις Άλπεις.

Ως εκ τούτου, οι εχθροπραξίες μεταξύ Γότθων και Βυζαντινών ξανάρχισαν. Τώρα όμως οι Βυζαντινοί διέθεταν ενιαία ηγεσία και σύντομα περιόρισαν τον Ουΐτιγγη στη Ραβέννα. Αλλά και αυτός δεν έμεινε άπραγος. Ενώ είχε προετοιμαστεί όσο καλύτερα γινόταν για πολιορκία, απέστειλε πρέσβεις στην Περσία με την ελπίδα ότι μια αναζωπύρωση του ανατολικού μετώπου της αυτοκρατορίας, θα μείωνε την πίεση των Βυζαντινών εναντίον του.

Όταν μαθεύτηκαν οι διπλωματικές κινήσεις των Γότθων, ο Ιουστινιανός ειδοποίησε τον Βελισάριο να εγκαταλείψει την Ιταλία και να σπεύσει στην Κωνσταντινούπολη, εν όψει ενός νέου πολέμου με τους Πέρσες. Αλλά ο Βελισάριος δεν ήθελε να αφήσει την πολύμηνη πολιορκία να πάει χαμένη. Αντ’ αυτού, επέσπευσε τις προσπάθειές του, με αποτέλεσμα η Ραβέννα να παραδοθεί κατόπιν τεχνάσματος τον Μάιος του 540.

Αρκετοί ευγενείς, Γότθοι και Ρωμαίοι, είχαν προτείνει στον Βελισάριο το στέμμα της Ιταλίας. Ακόμη και ο Ουίτιγις είχε έρθει σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Βυζαντινό στρατηγό με ανάλογες προτάσεις. Ο Βελισάριος συμφώνησε με όλες τις πλευρές και όταν εισήλθε στη Ραβέννα, ανακοίνωσε ότι καταλαμβάνει την πόλη στο όνομα του Ιουστινιανού. Ακολούθως επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη με αιχμαλώτους τον Ουΐτιγγη, την Ματασούνθα και άλλους επιφανείς Γότθους, καθώς φυσικά και με πολλά λάφυρα, μεταξύ αυτών και τους βασιλικούς θησαυρούς.

Εικόνα: Ο Ιουστινιανός απεικονίζεται σε μωσαϊκό στη Βασιλική του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα.

Η Ιταλία σε διαρκεί αναταραχή και το τέλος του πολέμου.

Στην Ιταλία , σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση του Βελισάριου, η κατάσταση αναστράφηκε άρδην. Οι Γότθοι επέλεξαν ως βασιλιά τους τον ικανό φύλαρχο Τωτίλα , ο οποίος με εύστοχες στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές ενέργειες πέτυχε να περιορίσει τους Βυζαντινούς σε λίγες μεγάλες πόλεις. Ο Τωτίλας συσπείρωσε τους Γότθους αλλά και τους Ιταλούς κατά των Βυζαντινών. Μάλιστα με 12.000 άνδρες νίκησε στη Βερόνα τον βυζαντινό στρατό, ενώ το 542 τους νίκησε και πάλι στη μάχη της Φαβεντίας. Τον ίδιο χρόνο κατανίκησε βόρεια της Φλωρεντίας τον βυζαντινό διοικητή της Ιταλίας, Ιωάννη.

Το 544 ο Βελισάριος ξαναγύρισε στην Ιταλία. Οι Βυζαντινοί κατείχαν μόνον τις πόλεις Φλωρεντία , Ραβέννα και Ρώμη. Ακόμη μια φορά ο Βελισάριος διέθετε ελάχιστες δυνάμεις, μερικές χιλιάδες νεοσύλλεκτους άνδρες που ο ίδιος περιέγραφε ως ένα μικρό αξιοθρήνητο και ανεκπαίδευτο συνονθύλευμα, έτσι δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να εισέλθει κρυφά στη Ρώμη, όπου άρχισε να προετοιμάζεται για την επερχόμενη πολιορκία.

Οι Γότθοι είχαν βαριές απώλειες στις προσπάθειές τους να παραβιάσουν τα τείχη. Μια ξαφνική αντεπίθεση των Βυζαντινών, τους έτρεψε σε άτακτη φυγή και υποχώρησαν στο Τίβολι . Με ανεπαρκείς δυνάμεις, ο Βελισάριος δεν μπορούσε να αναλάβει σοβαρές επιθετικές πρωτοβουλίες. Έτσι επί επτά χρόνια αναλώθηκε σε μικρές επιχειρήσεις από το ένα φρούριο στο άλλο και από τη μια πόλη στην άλλη, προσπαθώντας να ενισχύσει όποιο μέρος πιεζόταν περισσότερο. Ο Γότθος αρχηγός τελικά κατέλαβε τη Ρώμη το 546.

Ο Βελισάριος τότε κατέλαβε το Οτράντο και νίκησε απόσπασμα Γότθων στο Πέζαρο. Το 548 ανάκτησε τη Ρώμη, η οποία ξανάπεσε δύο χρόνια αργότερα στους Γότθους. Το 549 ζήτησε από τον Ιουστινιανό ενισχύσεις ή την αντικατάστασή του. Ο αυτοκράτορας επέλεξε τη δεύτερη λύση και βρήκε αντικαταστάτη στο πρόσωπο του Ναρσή. Ο Ναρσής, αφού συγκέντρωσε στρατιά 25.000 ανδρών με συμμάχους Ούννους, Ερούλους, Λομβαρδούς και άλλους, αιφνιδίασε τους Γότθους εισβάλλοντας από την ξηρά αντί από τη θάλασσα.

Εικόνα: Ο Τωτίλας έξω από τα τείχη της Φλωρεντίας, μικρογραφία από τα Χρονικά του Βιλλανί.

Γι’ αυτό το λόγο, κινήθηκε στην επαρχία του Ιλλυρικού και από εκεί στη Βόρεια Ιταλία. Η μάχη των Ταγινών πραγματοποιήθηκε την 1η Ιουλίου του 552 ανάμεσα στους Βυζαντινούς υπό τον στρατηγό Ναρσή και τους Οστρογότθους υπό τον βασιλιά Τωτίλα, κοντά στο χωριό Ταγίνες. Νικητής αυτής της αποφασιστικής μάχης ήταν ο Ναρσής. Μετά τη μάχη οι Γότθοι μετρούσαν νεκρούς της τάξης των 6.000 με 7.000 ανδρών και ο Τωτίλας είχε τραυματιστεί. Λίγο αργότερα πέθανε και οι Γότθοι εξέλεξαν καινούριο αρχηγό τους τον στρατηγό του Τωτίλα, τον Τεΐα. Ο τελευταίος ηττήθηκε στη μάχη του όρους Λακτάριους και οι Γότθοι εξαφανίστηκαν για πάντα ως πολιτική δύναμη στην Ιταλία.

Πηγές:

  • Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Μπάζιλ Λιντελ Χαρτ, «Οι Μεγάλοι Πόλεμοι της Ιστορίας».
  • Δημήτρη Μπελέζου, «Βυζαντινός Στρατός».
  • Προκοπίου, «Υπέρ των πολέμων λόγοι».
  • Evans, «Η εποχή του Ιουστινιανού».
  • Γιάννη Χατζάκη, «Ιουστινιανός».

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.