Υστεροβυζαντινή Περίοδος (1057-1453 μ.Χ.)
Η μάχη της Αντιόχειας του Μαιάνδρου. Ο Θεόδωρος Λάσκαρης συνθλίβει τους Σελτζούκους.

Η μάχη της Αντιόχειας του Μαιάνδρου. Ο Θεόδωρος Λάσκαρης συνθλίβει τους Σελτζούκους.

Τον Απρίλιο του 1204 η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Λατίνων σταυροφόρων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στον ελλαδικό χώρο αλλά και στη Μικρά Ασία σταυροφορικά κράτη. Εκτός όμως από αυτά δημιουργήθηκαν και κράτη από πρώην Βυζαντινούς αξιωματούχους και αριστοκράτες με απώτερο σκοπό την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την επανασύσταση της Αυτοκρατορίας. Έτσι λοιπόν ιδρύθηκαν το δεσποτάτο της Ηπείρου από τον Μιχαήλ Κομνηνό Δούκα, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας από τον Αλέξιο Κομνηνό και τον αδερφό του Δαβίδ και η αυτοκρατορία της Νίκαιας από τον Θεόδωρο Λάσκαρη.

Ο Θεόδωρος Λάσκαρης.

Ο Θεόδωρος Α’ γεννήθηκε γύρω στα 1175 και όντας μέλος επιφανούς οικογένειας του Βυζαντίου προωθήθηκε γρήγορα σε υψηλά στρατιωτικά αξιώματα, στα οποία και διακρίθηκε για την γενναιότητα και τις ικανότητές του. Ήταν υιός του Μανουήλ Λάσκαρη και της Ιωάννας Καράτζαινας, ενώ ο Θεόδωρος είχε παντρευτεί την Άννα Αγγελίνα, κόρη του Αλέξιου Γ’ Άγγελου.

Το 1204, την παραμονή της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ήταν ανάμεσα στους υπερασπιστές της Βασιλεύουσας και μάλιστα είχε εμποδίσει τους σταυροφόρους να καταλάβουν το τμήμα του τείχους που υπεράσπιζε. Με τον Αλέξιο Ε΄ τον Μούρτζουφλο να έχει γίνει «καπνός», υποψήφιοι για τον Αυτοκρατορικό θρόνο ήταν ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης, που είχε συμμετάσχει γενναία στην άμυνα της Πόλης και ο Κωνσταντίνος Δούκας, επίσης ικανός στρατιωτικός.

Ο λαός της Πόλης εξέλεξε ως αυτοκράτορα τον αδελφό του Κωνσταντίνο ΙΑ’ Λάσκαρη, ο οποίος προσπάθησε να εμψυχώσει τους πολίτες να αμυνθούν και έκανε ότι μπορούσε για να πείσει την Φρουρά των Βαράγγων να βοηθήσει στην άμυνα της Πόλης. Αυτή του όμως η προσπάθεια απέτυχε, μιας και η φρουρά στασιάζοντας εγκατέλειψε τη Πόλη. Χωρίς να έχει καμία πλέον εξουσία και με την άμυνα της Πόλης να παραπαίει αποφασίστηκε η «φυγή των Λασκαρηδων» από την Βασιλεύουσα στις 13 Απριλίου με πλοίο για τη Βιθυνία, ο Θεόδωρος, ήταν από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν την Πόλη.

Στην Μικρά Ασία την ηγεσία της αντίστασης ανέλαβε ο Θεόδωρος, ο οποίος αφού κατάφερε να επιβληθεί στους Μικρασιάτες μεγιστάνες άρχισε τον πόλεμο κατά των Σταυροφόρων και των Αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας. Μεταξύ των προσφύγων από την Πόλη συγκαταλεγόταν και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με πολλούς κληρικούς, έτσι λοιπόν γύρω στο 1208 στέφθηκε αυτοκράτορας, μετα  τον χαμό του αδερφού του στο Αδραμύττιο από τον Ερρίκο της Φλάνδρας, τον νεοστεφθέντα Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης.

Εικόνα: Σταυροφόροι πολιορκούν την Κωνσταντινούπολη το 1204.

Τα προεόρτια της σύγκρουσης.

Ο Γ. Ακροπολίτης αναφέρει ότι ο Αλέξιος Γ’ Άγγελος αναζήτησε καταφύγιο στο Ικόνιο, στον Σουλτάνο Καϊχοσρόη Α’ τον οποίο είχε φιλοξενήσει στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 1197 και 1203, όταν τον ανέτρεψε ο αδελφός του Ρουκνεντίν Σουλεϊμάν Σαχ. Ο Αλέξιος πήγε στο Ικόνιο μέσω Αττάλειας για ν’ αποφύγει να περάσει από τα εδάφη της αυτοκρατορίας της Νίκαιας.

Ο Σουλτάνος επεφύλαξε θερμή υποδοχή στον Αλέξιο και έστειλε πρέσβη στον Θεόδωρο Λάσκαρη μέσω του οποίου τον ενημέρωνε για την άφιξη του πεθερού του στα εδάφη του σουλτανάτου και τον κατηγόρησε ως σφετεριστή του βυζαντινού θρόνου. Ο Λάσκαρης θορυβήθηκε και κατάλαβε ότι ο σουλτάνος έψαχνε αφορμή για να εκστρατεύσει εναντίον του. Κατά την αφήγηση του Ακροπολίτη, κάλεσε κοντά του τους αξιωματούχους του οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι είναι πιστοί σ’ αυτόν μέχρι θανάτου, ενώ ταυτόχρονα τόνισαν ότι είναι εναντίον των αξιώσεων του Αλέξιου.

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς αναφέρεται στη συνάντηση του Αλέξιου με τον Σουλτάνο στην Αττάλεια. Ο Αλέξιος Γ’ ζήτησε από τον Καϊχοσρόη προστασία και ενίσχυση, θυμίζοντάς του τη φιλοξενία που του είχε προσφέρει, του εξιστόρησε τις ταλαιπωρίες που είχε υποστεί μετά την εκθρόνισή του το 1203 και του υποσχέθηκε άφθονα πλούτη σε περίπτωση παλινόρθωσής του. Ο σουλτάνος υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει, σκεπτόμενος τα πολλά λάφυρα που θα αποκόμιζε από τους Βυζαντινούς και θα του χρησίμευαν στους επεκτατικούς του πολέμους.

Παράλληλα έστειλε πρέσβεις στον Θεόδωρο Λάσκαρη απειλώντας τον με πόλεμο αν δεν επανερχόταν στον βυζαντινό θρόνο ο Αλέξιος Γ’. Ο Θεόδωρος αρχικά ταράχτηκε από την τουρκική απειλή, στη συνέχεια όμως αποφάσισε ν’ αντιμετωπίσει τον Καϊχοσρόη στέλνοντάς του χωρίς καμία απάντηση πίσω τους πρέσβεις του. Αντίθετα, ο Γεώργιος Ακροπολίτης, γράφει ότι ο Θεόδωρος ξεκινώντας από τη Νίκαια, είχε μαζί του και τους απεσταλμένους του Καϊχοσρόη.

Η μάχη της Αντιόχειας του Μαιάνδρου.

Σύμφωνα με τον Γεώργιο Ακροπολίτη, κινούμενος γρήγορα ο Θεόδωρος Λάσκαρης με τον στρατό του έφτασε στη Φιλαδέλφεια, ενώ ο σουλτάνος έφτασε στην πόλη της Αντιόχειας που ήταν χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μαίανδρου της Φρυγίας, έχοντας μαζί του τον Αλέξιο Γ’ και με τη χρήση καταπελτών, άρχισε να πολιορκεί την πόλη.

Λίγο πριν η Αντιόχεια πέσει στα χέρια των Σελτζούκων, έφτασε εκεί ο Θεόδωρος Λάσκαρης, ο οποίος ήξερε ότι αν η πόλη καταλαμβανόταν από τα στρατεύματα του Καϊχοσρόη θα ήταν πολύ εύκολο μετά γι’ αυτόν να κατακτήσει εδάφη της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. «Έτσι, με το όνομα του Χριστού ως λάβαρο και ασπίδα του», όπως γράφει ο Α.Γ.Κ. Σαββίδης, διέταξε τους στρατιώτες του να εγκαταλείψουν τις σκηνές και τα βαριά τους αντικείμενα, για να κατευθυνθούν γρήγορα προς το πεδίο της μάχης.

Τους διέταξε να έχουν μαζί τους μόνο τον απαραίτητο οπλισμό, την εξάρτυση για τη μάχη και λίγη τροφή. Ο Ακροπολίτης, γράφει ότι ο στρατός του Λάσκαρη έφτανε τους 2.000 άνδρες, από τους οποίους οι 800 ήταν Ιταλοί μισθοφόροι, ιδιαίτερα ικανοί πολεμιστές. Οι υπόλοιποι 1.200 ήταν «Ρωμαίοι». Στον αριθμό των 2.000 ανδρών, συμφωνούν οι Νικηφόρος Γρηγοράς και Θεόδωρος Σκουταριώτης, ενώ ο Γεώργιος της Πελαγονίας, αναφέρει 3.000 άνδρες. Ο ίδιος κάνει λόγο για 60.000 άνδρες που αποτελούσαν τη δύναμη του Σελτζουκικού στρατού, αριθμός μάλλον υπερβολικός. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς κάνει λόγο για 20.000 άνδρες, που είναι πιθανότερος, ενώ ο Ακροπολίτης αναφέρεται αόριστα σε μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων.

Εικόνα: Το βασίλειο του Θεοδώρου το 1205. Με πράσινο χρώμα παρουσιάζονται οι κτήσεις των Σελτζούκων, με γκρι η Αυτοκρατορία της Νίκαιας και με ροζ η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.

Μόλις ο Θεόδωρος έφτασε στην Αντιόχεια, έστειλε στον Καϊχοσρόη, που επίσης είχε στρατοπεδεύσει έξω από την πόλη, τον Σελτζούκο αγγελιοφόρο, που ορκίστηκε στον σουλτάνο ότι οι Βυζαντινοί ετοιμάζουν επίθεση. Ο Γρηγοράς αναφέρει, ότι παρά την αριθμητική του υπεροχή, ο σουλτάνος δίσταζε να διατάξει επίθεση του ιππικού του εναντίον του Λάσκαρη, λόγω της στενότητας της πεδιάδας που είχαν αντιπαραταχθεί οι δύο στρατοί. Φαίνεται ότι η πολιορκία της Αντιόχειας, είχε λυθεί. Να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον Γεώργιο της Πελαγονίας, την πολιορκία της πόλης, είχαν ξεκινήσει Τουρκομάνοι, «μπροστάρηδες» σε όλες σχεδόν τις τουρκικές επιθέσεις εναντίον των Βυζαντινών, που λεηλάτησαν την ύπαιθρο της Φρυγίας, πριν αποκρουστούν από τον γενναίο στρατηγό της Λυδίας, Κωνσταντίνο.

Την επίθεση ξεκίνησαν οι 800 Ιταλοί μισθοφόροι. Πολεμώντας γενναία, σχημάτισαν πυκνή φάλαγγα και εφόρμησαν στο κεντρικό τμήμα του εχθρού, φτάνοντας ως τα μετόπισθεν των Τούρκων. Στη συνέχεια, επανήλθαν στις προηγούμενες θέσεις τους και προξένησαν εκ νέου μεγάλες απώλειες στους Σελτζούκους. Παράλληλα και οι υπόλοιποι άνδρες του Λάσκαρη όρμησαν με αποφασιστικότητα εναντίον των εχθρών. Οι Τούρκοι, που αιφνιδιάστηκαν αρχικά, πέρασαν στην αντεπίθεση και εξόντωσαν τους γενναίους Ιταλούς και πολλούς Βυζαντινούς.

Τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα για τον Θεόδωρο που αναγκάστηκε να διατάξει υποχώρηση. Ο Καϊχοσρόης, εγκατέλειψε κάθε άλλη προσπάθεια και αναζητούσε τον Λάσκαρη. Κάποια στιγμή τον εντόπισε και όρμησε εναντίον του, έχοντας εμπιστοσύνη στη σωματική του υπεροχή και τη γενναιότητά του. Αφού πλησίασε τον Θεόδωρο, τον χτύπησε δυνατά με το ρόπαλό του στην περικεφαλαία. Ο Λάσκαρης, έπεσε από το άλογό του και έχοντας χάσει σχεδόν τις αισθήσεις του βρέθηκε σ’ ένα χαντάκι γεμάτο λάσπη.

Ωστόσο, συνήλθε πολύ γρήγορα και, αγέρωχος, ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον Σουλτάνο. Η ταχύτατη αυτή αντίδραση, αποδίδεται από τους Βυζαντινούς συγγραφείς στη θαυματουργή παρέμβαση της θείας Πρόνοιας. Ο Λάσκαρης, χτύπησε με το σπαθί του τα πόδια του αλόγου του σουλτάνου, ο οποίος έπεσε στο έδαφος. Πριν προλάβει να σηκωθεί, ο Θεόδωρος του έκοψε το κεφάλι, το κάρφωσε στη μύτη ενός ακοντίου και άρχισε να το επιδεικνύει ανεμίζοντάς το στους μουδιασμένους και άφωνους Σελτζούκους.

Άλλοι, συγγραφείς, αναφέρουν ότι έγινε μονομαχία μεταξύ των δύο ηγεμόνων που μάλλον είχε συμφωνηθεί νωρίτερα. Σύμφωνα μ’ αυτή την εκδοχή, ο Λάσκαρης χτύπησε το άλογο του Σελτζούκου, ο οποίος έπεσε στο έδαφος. Κάποιοι γράφουν ότι τον Καϊχοσρόη αποκεφάλισε ο αυτοκράτορας, ενώ άλλοι, ένας από τους ακόλουθούς του. Το κεφάλι του Σελτζούκου καρφώθηκε σε ένα ακόντιο, προκαλώντας ντελίριο ενθουσιασμού στους Βυζαντινούς που επιτέθηκαν στους εχθρούς και αφού τους καταδίωξαν, λεηλάτησαν το στρατόπεδό τους.

Τα αποτελέσματα της μάχης και η αποθέωση του Λάσκαρη.

Η μεγάλη νίκη των Βυζαντινών, οφείλεται κυρίως στο ότι οι Σελτζούκοι, απογοητεύτηκαν μετά τον θάνατο του ηγέτη τους και τράπηκαν άτακτα σε φυγή. Ο Θεόδωρος εισήλθε τροπαιούχος στην Αντιόχεια, όπου έγιναν επινίκιες εκδηλώσεις και τελέστηκαν λιτανείες. Οι Σελτζούκοι, έστειλαν πρεσβεία στον Λάσκαρη ζητώντας ειρήνη, την οποία δέχτηκε ο Θεόδωρος με τους δικούς του όρους. Επρόκειτο ουσιαστικά για ανακωχή. Η ειρήνη υπογράφτηκε στις 14 Ιουνίου 1211, ανάμεσα στον Λάσκαρη και τον Καϊκαούση, γιο και διάδοχο του Καϊχοσρόη.

Ανάμεσα στους αιχμαλώτους του Λάσκαρη, ήταν και ο πεθερός του Αλέξιος Γ’. Ο μεν Γεώργιος Ακροπολίτης γράφει ότι ο Θεόδωρος έκλεισε τον πεθερό του στη μονή του Υακίνθου, όπου αυτός έζησε την υπόλοιπη ζωή του, ενώ ο Θεόδωρος Σκουταριώτης, ότι ο Αλέξιος Γ’ δικάστηκε και καταδικάστηκε σε τύφλωση. Ο αντίκτυπος της νίκης των Βυζαντινών επί των Σελτζούκων ήταν πολύ μεγάλος.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση του Θεοδώρου να “ανεμίζει” το κεφάλι του Σουλτάνου.

Στο «Βραχύ Χρονικό», οι άθεοι «Ισμαηλίτες», συγκρίνονται με τους Σοδομίτες, ενώ ο Θεόδωρος Λάσκαρης με τον Μωυσή και τον Ιησού του Ναυή. Ο Νικήτας Χωνιάτης, συγκρίνει τον Θεόδωρο με τον Μέγα Αλέξανδρο ενώ τον Καϊχοσρόη με τον Ξέρξη. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης, συγκρίνει τον Θεόδωρο με τον Ηράκλειο και τον Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο, ενώ η νίκη στην Αντιόχεια παρουσιάζεται σαν εκδίκηση των Βυζαντινών για την ήττα στο Μυριοκέφαλο. Επίσης, προβλέπει ότι ο Λάσκαρης θα ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη, κάτι που έγινε βέβαια 50 χρόνια αργότερα το 1261, από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο και τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο.

Εκτός όμως από όλα τα άλλα, η νίκη των Βυζαντινών στην Αντιόχεια, ενίσχυσε και σταθεροποίησε τα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, τα Ασιατικά σύνορα της οποίας ξεκινούσαν από την περιοχή ανάμεσα στην Αμάστριδα και την Κρώμνα στον Πόντο και έφταναν, σε νοτιοδυτική κατεύθυνση στον κόλπο της Μάκρης, στο νοτιοδυτικό άκρο της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Ρόδο. Παράλληλα, ο Λάσκαρης με τη, μάλλον αναπάντεχη νίκη του, επανέφερε σε βυζαντινή κυριαρχία τη Μυσία και τη Λυδία και μεγάλο μέρος των επαρχιών της Φρυγίας και της Καρίας, δηλαδή της περιοχής που παλαιότερα αποτελούσε το βυζαντινό θέμα των Θρακησίων στα μικρασιατικά παράλια.

Πηγές:

  • Μανώλης Παπαθανασίου, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες».
  • Γεώργιος Ακροπολίτης, «Χρονική Συγγραφή».
  • Εφραίμ του Αινίου, «Βίος του Ιωάννη Βατάτζη του Ελεήμονος».
  • George Ostrogorsky, «History of the Byzantine State».
  • Dimiter Angelov, «The Byzantine Hellene: The Life of Emperor Theodore Laskaris and Byzantium in the Thirteenth Century».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.