Υστεροβυζαντινή Περίοδος (1057-1453 μ.Χ.)
Λουκάς Νοταράς. Πιστός πατριώτης ή «φιλότουρκος». Τα πεπραγμένα ενός αμφιλεγόμενου ανδρός.

Λουκάς Νοταράς. Πιστός πατριώτης ή «φιλότουρκος». Τα πεπραγμένα ενός αμφιλεγόμενου ανδρός.

Ο Λουκάς Νοταράς υπήρξε ο τελευταίος «Μέγας Δούκας» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στην ιστορία έχει μείνει με την ανθενωτική του στάση και με τον χαρακτηριστικό του λόγο «κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν». Όσοι διαβάσουν το τι συνέβη στην Κωνσταντινούπολη με την Άλωση από τους Σταυροφόρους ίσως σκεφτούν ότι η άποψη του Νοταρά δεν είναι και άδικη, για την εποχή εκείνη.

Καταγόταν από τη Μονεμβασιά και είχε αποκτήσει σημαντική περιουσία μέσω του εμπορίου παστών ψαριών. Φιλόδοξος, φιλοχρήματος και όπως τον χαρακτηρίζει ο Φραντζής, «φιλότουρκος» είχε σημαντικές διασυνδέσεις με κορυφαίους Οθωμανούς αξιωματούχους της εποχής. Αν και αρχικά ενωτικός πιθανόν λόγω των εμπορικών διασυνδέσεων του με τους Βενετούς, μετέβαλε άποψη και πήρε μαχητικά το μέρος ως ηγετική πλέον φυσιογνωμία της κίνησης των ανθενωτικών οργανώνοντας στην περίοδο πριν την άλωση πολυάριθμες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της ένωσης και των υποστηρικτών της.

Εικόνα: Εικαστική απεικόνιση του Λουκάς Νοταράς, τελευταίος «Μέγα Δουξ»» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πηγή εικόνας: Nikolaos Thessalos Artworks.

Ο διχασμός μεταξύ «Ενωτικών και Ανθενωτικών».

Για του ιερωμένους και τους Θεολόγους η ένωση ήταν κάτι αδύνατο, πέρα και πάνω από τις δυνάμεις τους. Οι δυο εκκλησίες απέκλιναν ως προς τη Θεολογία, τη Θεία Λειτουργία αλλά και ως προς το πρακτικό μέρος. Για τους Βυζαντινούς οποιαδήποτε αλλαγή στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος ήταν απορριπτέα. Η πρωτοκαθεδρία της εκκλησίας της Ρώμης σύμφωνα με την εντολή του Αγίου Πέτρου, ερχόταν σε αντίθεση με την Ανατολική αρχή της Πενταρχίας, των πέντε δηλαδή Πατριαρχείων.

Το καθαρτήριο των ψυχών ήταν για την Ανατολική εκκλησία μια αλαζονική συμπεριφορά. Στο τυπικό της Λειτουργίας το θέμα ήταν αν ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας θα έπρεπε να περιέχει προζύμι ή να είναι άζυμος. Η επίκληση προς το Άγιο Πνεύμα, για να καθαγιαστούν ο άρτος και ο οίνος, ήταν σημαντική για την Κωνσταντινούπολη και αδιάφορη για τη Ρώμη.  Διαφωνίες υπήρχαν και για το γάμο των ιερέων. Η χρήση δυο διαφορετικών γλωσσών, η γεωγραφική απόσταση και βέβαια το επίσημο σχίσμα του 1054 είχαν διασπάσει την ενότητα της χριστιανοσύνης, με τις δυο εκκλησίες να πορεύονται σε διαφορετικούς δρόμους.

Ο κόσμος στο σύνολό του από το 1261 και μέχρι την Άλωση θα διχαστεί. Πρώτοι από όλους οι λόγιοι και οι διανοούμενοι που η γνώμη τους είχε βαρύνουσα σημασία. Μερικοί ήταν τόσο πιστοί στην Εκκλησία που τους ήταν δύσκολο να υποστηρίξουν την ένωση. Πολλοί όμως φιλόσοφοι ήταν έτοιμοι να δεχτούν τα πρωτεία της Ρώμης, βάζοντας πάνω από όλα την ενότητα της χριστιανοσύνης, με την προϋπόθεση  να μη θιχτεί η ορθόδοξη πίστη.

Οι ιθύνοντες η άρχουσα τάξη βρίσκεται και αυτή σε δίλημμα. Η πλειοψηφία θα συνταχτεί με τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων για τη χάραξη  μιας ρεαλιστικής πολιτικής προσέγγισης με τη Δύση, ιδιαίτερα κατά την Παλαιολόγεια περίοδο και την οριστική απώλεια της Μικράς Ασίας. Υπήρχαν βέβαια ανάμεσά τους και αντίθετες γνώμες, όπως ήταν η περίπτωση του Λουκά Νοταρά.

Εικόνα: Ο Γεννάδιος Σχολάριος, κατά κόσμον Γεώργιος Κουρτέσιος, ήταν ο πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Η ιδεολογική αυτή αντίθεση, μεταξύ «Ενωτικών και Ανθενωτικών», προσδιοριζόμενη από την στάση έναντι της Φραγκικής Ευρώπης, ενσαρκώθηκε σε ηγετικές μορφές, σε σχήματα δυαδικά, που διαμόρφωναν και την ευρύτερη λαϊκή ιδεολογία στην εποχή τους. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Λουκάς Νοταράς, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και Καρδινάλιος Βησσαρίων, Γεννάδιος Σχολάριος και Γεώργιος Γεμιστός.

Οι στάσεις των προσώπων αυτών σφράγισαν την κατοπινή πορεία του Έθνους, συνεχιζόμενες με διάφορα ονόματα, με το ίδιο όμως περιεχόμενο. Tηρουμένων των αναλογιών το δίπολο αυτό Ανατολή και  Δύση κατατρέχει μέχρι σήμερα την ελληνική κοινωνία, αφού έχει περάσει από διάφορες φάσεις, Aνατολικοί – Δυτικοί, Βασιλικοί – Βενιζελικοί, Ευρωπαϊστές – Αντιευρωπαϊστές.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ήταν δύσκολο για κάθε αυτοκράτορα να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση για ένωση, η οποία εύκολα εξαγγελλόταν  και δύσκολα θα υλοποιούταν. Αλώστε ακόμα και στους κύκλους των Ενωτικών και των αυτοκρατόρων υπήρχε η αμφιβολία κατά ποσό η Δύση θα έστελνε μια ικανή βοήθεια να αναχαιτίσει την τουρκική προέλαση. Εκείνο που επιθυμούσαν περισσότερο ήταν μια χαλαρή ένωση στη βάση μιας πολιτικής συνεργασίας, χωρίς την υποταγή της Εκκλησίας και την αλλοίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

Ο Παλαιολόγος για να ηρεμήσει τα πνεύματα στην Πόλη και να συμφιλιώσει τους ενωτικούς με τους πριν την επικείμενη πολιορκία, πρότεινε τον διορισμό του Νοταρά στη θέση του «Μέγα Δούκα», αξίωμα με ευρύτατες εξουσίες, οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές, πρόταση που ο Νοταράς αποδέχτηκε. Ο διορισμός του απέτυχε να κατευνάσει τους ανθενωτικούς οι οποίοι είδαν την αποδοχή του ως εξαγορασθείσα προδοσία με αποτέλεσμα να αποκτήσει πλέον εχθρούς και στα δύο στρατόπεδα.

Εικόνα: Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η ευρύτερη περιοχή το 1450.

Ο τρίτος δρόμος.

Στην Κωνσταντινούπολη όπου κυριαρχούσε το δίπολο Ενωτικών και Ανθενωτικών υπήρχε και μια τρίτη τάση που καταβαραθρώθηκε και εξαφανίστηκε, καθώς βρέθηκε ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά των δύο μονομάχων. Ήταν εκείνοι από την αριστοκρατία, την Εκκλησία και το λαό που πίστευαν ότι και οι Δυτικοί και οι Οθωμανοί την κυριαρχία πάνω στο Βυζάντιο επιζητούσαν.

Ως λύση προέβαλλαν τη συνεννόηση των ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής και τη δημιουργία ενός ισχυρού βαλκανικού μετώπου, ικανού να αντιμετωπίσει την οθωμανική καταιγίδα και να αντισταθεί στη δυτική διείσδυση. Στα 1363, βυζαντινή αντιπροσωπεία, έχοντας επικεφαλής τον σοφό πατριάρχη Κάλλιστο Α’, επισκέφτηκε τις Σέρρες, έδρα της Βασίλισσας των Σέρβων Ελισσάβετ, χήρα του Στέφανου Ντουσάν.

Σκοπός των συνομιλιών ήταν η δημιουργία μεγάλης βυζαντινοσερβικής συμμαχίας που θα ήταν πόλος έλξης και για τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς. Οι συνομιλίες συνεχίζονταν το 1364 και προχωρούσαν ελπιδοφόρα, αλλά ο πατριάρχης χτυπήθηκε από λοιμώδη αρρώστια και πέθανε. Οι υπόλοιποι της αντιπροσωπείας επέστρεψαν στην Πόλη όπου ο λαός τραγουδούσε:

«Έχομεν, ω Αρχιερείς, δύο εχθρούς μεγάλους,

τους Τούρκους και τους Ιταλούς, τους φίλους τους μεγάλους.

Οι μεν να κυριεύσωσιν θέλουν την βασιλείαν,

οι δε να υποτάξωσιν ημών την εκκλησίαν».

Εικόνα: Από το έργο του Μπενότσο Γκοτσόλι το ταξίδι των Μάγων, που θεωρείται ότι απεικονίζει τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο.

H προσπάθειες για την δημιουργία μιας συμμαχίας μεταξύ των Ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής άντεξε ως το 1389. Στις 15 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, δόθηκε η μεγάλη μάχη του Κοσσυφοπεδίου ανάμεσα στους Οθωμανούς και στους συνασπισμένους Σέρβους. Ο Σέρβος πατριώτης Μίλος Όμπλιτς ξέφυγε της προσοχής των φρουρών του Σουλτάνου, χώθηκε στη σκηνή του Μουράτ Α΄ και τον σκότωσε. Ο γιος του νεκρού, Βαγιαζήτ ανακηρύχθηκε σουλτάνος επιτόπου, νίκησε τους Σέρβους, αιχμαλώτισε και αποκεφάλισε τον ηγεμόνα Λάζαρο.

Έτσι η παμβαλκανική κίνηση εκφυλίστηκε και η προσπάθεια για μια ορθόδοξη σταυροφορία σταμάτησε οριστικά. Ο ανταγωνισμός των Ενωτικών που έβλεπαν στην ένωση των εκκλησιών το σωτήριο ανάχωμα μπροστά στην οθωμανική επέλαση και των ανθενωτικών που πολεμούσαν αυτήν την προσπάθεια, οξύνθηκε με την πάροδο του χρόνου και δίχασε τους Βυζαντινούς, δημιουργώντας δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα φανατικών.

Οι Οθωμανοί προ των τειχών.

Τα πρώτα Οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στις 2 Απριλίου του 1453, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως στις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα.

Από τις πηγές συμπεραίνεται ότι ο στρατός του Μωάμεθ Β΄ ήταν τουλάχιστον 150.000 άντρες. Το στράτευμα συνίστατο σε πεζικό, ιππικό, πυροβολικό. Επίσης υπήρχαν ελαφρά σώματα από τοξότες, σφενδονιστές και ακοντιστές. Όλοι οι πολεμιστές ήταν πολύ καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλο, αμυντικό ή επιθετικό και έφεραν ασπίδες, επενδυμένες με σίδερο, κράνη, τόξα και βέλη, ξίφη και οτιδήποτε άλλο θεωρούνταν κατάλληλο για τειχομαχία. Επί πλέον είχαν συγκεντρωθεί ατελείωτα πλήθη Τούρκων ατάκτων, που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας. Επίσης πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί και ιερωμένοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες και με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους.

Εικόνα: Πορτραίτο του Μωάμεθ Β΄, από τον Τζεντίλε Μπελλίνι. Σύμφωνα με μια παράδοση ο Μωάμεθ διαφώνησε με τον Μπελλίνι για το πώς έπρεπε να απεικονίζεται ο ανθρώπινος λαιμός. Για να λύσει το πρόβλημα, ο σουλτάνος διέταξε να φέρουν μπροστά τους έναν δούλο, τον οποίο έβαλε να αποκεφαλίσουν επιτόπου.

Σχετικά με το στρατό των αμυνόμενων, εγκυρότερη θεωρείται η αναφορά του Σφραντζή, ο οποίος ανέλαβε την καταμέτρηση των δυνάμεων κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Ο Σφραντζής αναφέρει 4.937 βυζαντινούς και περίπου 2000 ξένους. Από τους ξένους ξεχωρίζαν οι 700 στρατιώτες που έφθασαν στην βυζαντινή πρωτεύουσα τον Ιανουάριο του 1453 με δύο γενουάτικα πλοία. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος απένειμε στον αρχηγό τους Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, έμπειρο πολεμιστή, τον τίτλο του «πρωτοστάτορος», δηλαδη του αρχιστρατήγου, και του ανέθεσε την άμυνα της πόλης. Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 8.500.

Το επεισόδιο μεταξύ Νοταρά και Ιουστινιάνη.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Σουλτάνος, έκανε και απόπειρες εκσκαφής ορυγμάτων κάτω από τα τείχη. Ο Ζαγανός Πασάς, μεταξύ των στρατευμάτων του, βρήκε έναν αριθμό από επαγγελματίες υπονομευτές από τα ορυχεία ασημιού του Νόβο Μπρόντο στη Σερβία. Αυτοί άρχισαν να σκάβουν κάτω όπου το μονό τείχος των Βλαχερνών κοντά στην πηγή της Καλιγαρίας. Στις 16 Μαΐου η επιχείρησή τους ανακαλύφθηκε από τους αμυνόμενους.

Ο Μέγας Δούκας, Λουκάς Νοταράς, του οποίου αποστολή ήταν να ασχολείται με παρόμοια επείγοντα περιστατικά, ζήτησε τις υπηρεσίες του μηχανικού Γιοχάνες Γκράντ. Μετά από αίτημα του, ο Γκραντ έσκαψε ένα αντίθετο όρυγμα και κατόρθωσε να διεισδύσει στο τουρκικό, όπου έκαψε τα ξύλινα υποστηρίγματα. Η οροφή κατέρρευσε θάβοντας πολλούς υπονομευτές. Αυτή η αποτυχία αποθάρρυνε τους Τούρκους σκαπανείς για αρκετές ημέρες, αλλά στις 21 Μαΐου έσκαβαν ορύγματα σε διάφορα τμήματα των τειχών, συγκεντρώνοντας τις προσπάθειές τους κυρίως στο τμήμα κοντά στην πύλη της Καλιγαρίας.

Η εκσκαφή αντιθέτου ορύγματος έγινε από τα ελληνικά στρατεύματα του Λουκά Νοταρά με τον Γκραντ να τα καθοδηγεί. Σε μερικές περιπτώσεις κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους υπονομευτές του εχθρού από τα κοιλώματα τους με καπνό, ενώ σε άλλες πλημμυρίζοντας τα ορύγματα από δεξαμενές ο προορισμός των οποίων ήταν να παρέχουν νερό στην τάφρο.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση του Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, ήταν Γενουάτης στρατιωτικός, μέλος μίας από τις σημαντικότερες οικογένειες της Γένοβας και Πρωτοστράτωρ της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το 1453.

Μόλις έγινε σαφές ότι η μεγάλη επίθεση ήταν επικείμενη, ο Ιουστινιάνης, απαίτησε από τον Μεγάλο Δούκα Νοταρά, να μετακινήσει τα κανόνια που ήταν υπό τον έλεγχό του στο Μεσοτείχιο, όπου θα υπήρχε ανάγκη για κάθε διαθέσιμο κανόνι. Ο Νοταράς αρνήθηκε. Πίστευε, και όχι χωρίς λόγο, ότι θα δέχονταν επίθεση και τα τείχη του λιμανιού τα οποία ήταν ήδη ανεπαρκώς επανδρωμένα.

Ανταλλάχθηκαν ορισμένα λόγια και ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να επέμβει αν και κουρασμένος. Ο Ιουστινιάνης φαίνεται ότι κέρδισε σε αυτό το ζήτημα και είπε χαρακτηριστικά, «O traditor et che me tien che adesso non te scanna cum questo pugna», δηλαδή, «Ω προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί και δεν σε σφάζω μ’ αυτό το μαχαίρι». Έτσι γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως, ακόμα και κατά την διάρκεια της πολιορκίας οι σχέσεις Ελλήνων και Λατίνων σε καμία περίπτωση δεν ήταν αγαστές.

Η Άλωση της Πόλης και το δράμα του Νοταρά.

Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ’ όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες.

Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β΄ οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς.

Εικόνα: Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ επιβλέπει την υπερνεώλκηση του τουρκικού στόλου, πίνακας του Φαούστο Τσονάρο.

Ωστόσο, ακόμα και μετά από αυτή την επιτυχία, οι Οθωμανοί αδυνατούσαν να διεισδύσουν στην Πόλη. Στα τείχη, όμως, δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατο του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Ενώ ακόμα οι αψιμαχίες συνεχίζονταν στη Κωνσταντινούπολη, ο Νοταράς εμφανίστηκε να συνοδεύει τον Μωάμεθ Β’ στην περιήγησή του στο κέντρο της πόλης και ιδιαίτερα στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας όπου και του ανακοινώθηκε από τον ίδιο το σουλτάνο ο διορισμός του ως διοικητή της πόλης με αυξημένες αρμοδιότητες, μάλιστα διέταξε και του καταβλήθηκαν 100 άσπρα ως δώρο για κάθε μέλος της οικογένειάς του.

Ο σουλτάνος είχε από νωρίς μεριμνήσει για την προστασία της ζωής και της περιουσίας του, ενώ ο ίδιος αν και είχε τη δυνατότητα δεν επεδίωξε να διαφύγει. Στη διάρκεια της συνάντησής τους ο Νοταράς αποκάλυψε στο Μωάμεθ τη συνωμοτική δράση του «Μέγα Βεζύρη» Κανταρλή Χαλήλ, γεγονός που προκάλεσε την άμεση αποπομπή και εκτέλεσή του.

Ενδεχομένως υπήρχαν ήδη υποψίες προς τον Χαλήλ πασά κατά το 1446 και απλά ο Μωάμεθ αφού ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης βρήκε την ευκαιρία να εξοντώση τον παλιό και ισχυρό του αντίπαλο. Αναφέρεται ακόμα από τον Ασίκ πάσα Ζαντέ ότι ο Μέγας Δούκας Νοταράς, έστειλε στον Χαλήλ πασά δώρα, χρήματα, κρυμμένα μέσα σε ένα ψάρι.

Επίσης του ζητήθηκε κατάλογος όλων των Βυζαντινών ευγενών της Πόλης οι οποίοι κατόπιν σχετικής διαταγής περιήλθαν στα χέρια του Μωάμεθ. Την επομένη ο Νοταράς δέχτηκε την τιμητική επίσκεψη του σουλτάνου στην οικία του, όπου έγινε αποδέκτης των τυπικών βασιλικών τιμών εκ μέρους της οικογένειας καθ’ οδόν προς τα αυτοκρατορικά ανάκτορα για τον εορτασμό των επινίκιων.

Εικόνα: Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ.

Το ίδιο απόγευμα ο Νοταράς αποκεφαλίστηκε μαζί με τους δύο μεγαλύτερους γιους του. Κατά την επικρατέστερη άποψη αρνήθηκε να παραχωρήσει οικειοθελώς τον τρίτο και νεότερο γιο του στο σουλτανικό χαρέμι κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Μωάμεθ που προκλήθηκε από υπόδειξη λόγω φθόνου προσωπικών αντίπαλων του Νοταρά, υπερβολική οινοποσία κατά τη διάρκεια της γιορτής, ή και τα δύο. Ο Νοταράς έδωσε θάρρος στα παιδιά του, κατά μία εκδοχή ο ένας ήταν ο γαμπρός του, ενώ απεδέχθη το μοιραίο με υψηλό ηθικό και γενναία ψυχή, όπως μας πληροφορει ο Κριτόβουλος «Ούτω γενναίως και μετά φρονήματος καθεστώτος και ψυχής ανδρείας απέθνησκεν».

Αλλά και στον επικήδειο που έγραψε για εκείνον ο λόγιος της εποχής Ιωάννης Μόσχος , αποτυπώνεται το πρότυπο ενός γενναίου και φιλοπάτριδος αξιωματούχου, «Όσα τοίνυν αγωνιζόμενος άμα τω βασιλεί και αυ ιδία προς σπουδήν εφελκόμενος πάντας και προθυμίαν ων η πόλις τότε εδείτο εφαίνετο». Όλοι οι ευγενείς οι αναφερόμενοι στον κατάλογο που συνέταξε και παρέδωσε στον Μωάμεθ συνελήφθησαν ή εξαγοράστηκαν από τους δεσμώτες τους αντί χιλίων άσπρων και καρατομήθηκαν τα δε παιδιά τους μοιράστηκαν την τραγική τύχη των τριών γιων του Νοταρά.

Μια δεύτερη εκδοχή για την εκτέλεση του Νοταρά αναφέρει ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής Δούκας που μαζί με τον Βάρβαρο και τον Φραντζή, ο οποίος στο μοναδικό θεωρούμενο γνήσιο έργο του «Χρονικόν Minus» γενικά απέχει από οποιαδήποτε αιχμή κατά του Νοταρά πιθανόν χάριν ευγνωμοσύνης προς την κόρη του Άννα, είναι οι μόνες διαθέσιμες πηγές των γεγονότων από την Βυζαντινή πλευρά.

Αναφέρει ότι ο Νοταράς ως διαχειριστής του αυτοκρατορικού ταμείου φρόντισε να αποκρύψει από τον Παλαιολόγο ένα σημαντικό ποσό χρημάτων με το οποίο προσπάθησε στη συνέχεια να εξαγοράσει την ευμένεια του Μωάμεθ παραδίδοντάς το στον σουλτάνο με την κατάληψη της πόλης. Η ενέργειά του δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα αφού ο σουλτάνος θεώρησε την πράξη ως προδοσία προς τον αυθέντη του δεδομένου ότι τα αποκρυβέντα χρήματα που κανονικά θα διατίθονταν για την άμυνα της πόλης περιόρισαν σημαντικά τα ήδη πενιχρά μέσα άμυνάς της.

Εικόνα: Φανταστικό πορτραίτο του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

Άλλοι μελετητές αμφισβητούν τα τυχών ευγενή κίνητρα πίσω από την εκτέλεση του Νοταρά σημειώνοντας ότι ο Μωάμεθ στη προσωπική του διαδρομή ουδέποτε επέτρεψε στον εαυτό του αισθήματα ευγνωμοσύνης και σε κάθε περίπτωση δεν ήταν η προσωπικότητα που θα δεχόταν να μοιραστεί τη νίκη του με άλλα πρόσωπα σκιάζοντας τον θρίαμβό του.

Μετά την εκτέλεσή του η περιουσία του Νοταρά στη Κωνσταντινούπολη κατασχέθηκε και η σύζυγος του Παλαιολογίνα πουλήθηκε και πέθανε ως σκλάβα στον δρόμο για την Αδριανούπολη. Πριν τα γεγονότα δύο μέλη της οικογένειας είχαν καταφέρει να διαφύγουν με γενουατικά πλοία, η κόρη του Άννα και η θεία της, οι οποίες κατέληξαν στην Βενετία όπου ο Νοταράς είχε μεταφέρει πριν την άλωση το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Γρήγορα έγιναν το κέντρο της αυξανόμενης Βυζαντινής παροικίας της πόλης διευκολύνοντας σημαίνοντες πρόσφυγες στις πρώτες ανάγκες τους ή πληρώνοντας λύτρα για την απελευθέρωσή τους όπως στη περίπτωση του Φραντζή.

Τελικά ποιος ήταν ο Λουκάς Νοταράς και από που αντλούμε γνώσεις για τα πεπραγμένα του;

Έχοντας ως βάση τα γραφόμενα αυτά, δεν είναι λίγοι εκείνοι που προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, κατατάσσουν τον Νοταρά, στην κατηγορία των «προδοτών της Πατρίδος». Κατά πόσο όμως αυτή η βαριά κατηγορία ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και κατά πόσο τα λεγόμενα των ιστορικών της εποχής είναι αξιόπιστα;

Ο Δούκας ανήκε στην ενωτική παράταξη και ως απεσταλμένος της οικογένειας των Γατελούζων που εξουσίαζε το νησί της Λέσβου, είχε την δυνατότητα να έρχεται κάθε χρόνο στην Οθωμανική αυλή προκειμένου να καταβάλλει τον φόρο υποτέλειας. Ήταν ενήμερος για τα τεκταινόμενα στην Πόλη  και η φράση «καλύτερα φακιόλι τούρκικο παρά τιάρα λατινική» πιθανότατα να απηχούσε την ιδεολογία αρκετών από εκείνους που κυκλοφορούσαν στην πόλη, βρίζοντας τον αυτοκράτορα και τους υποστηρικτές του, από πουθενά όμως  δεν προκύπτει ότι η φράση ειπώθηκε από τον Νοταρά , αλλά και όπως θα δούμε παρακάτω δεν ήταν σύμφωνη ούτε με την πολιτική του ιδεολογία.

Εικόνα: Η είσοδος του Μωάμεθ Β΄ στην Κωνσταντινούπολη, ο πίνακας είναι έργο του Ζαν-Ζοζέφ Μπενζαμίν-Κονστάν.

Τώρα για το μεγάλο χρονικό του Φραντζή, είναι πλέον κοινά αποδεκτό, ότι σε κάποια σημεία υπάρχουν μεταγενέστερες προσθήκες από τον Μακάριο Μελισσηνό , η οικογένεια του οποίου είχε αντιπαλότητα με την οικογένεια των Νοταράδων, κοινό σημείο των οποίων ήταν η καταγωγή τους από την Μονεμβασιά. Το γεγονός αυτό αυτονόητα έχει επίπτωση στην αξιοπιστία των γραφομένων, που πριν υιοθετηθούν θα πρέπει να εξεταστούν διεξοδικότερα.

Πράγματι η καταγωγή της οικογένειας ήταν από την Μονεμβασιά, όταν περί τα μέσα του 14ου αιώνα ο Γεώργιος Νοταράς ήρθε στην Κωνσταντινούπολη ως έμπορος παστών ψαριών. Επεκτείνοντας τις δραστηριότητες του , ανέπτυξε σχέσεις με τους Ιταλούς και ιδιαίτερα με τους Γενουάτες του Πέρα. Στη βασιλική αυλή εισήλθε ως διερμηνευτής του Ανδρόνικου Δ’.

Τόσο ο Γεώργιος όσο και υιός του Νικόλαος Νοταράς, ήταν υποστηρικτές του Ανδρόνικου Δ’ και του Ιωάννη Ζ’ δηλαδή των αντιπάλων του μετέπειτα αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου. Από το 1391 όμως τον Νικόλαο Νοταρά, πατέρα του Λουκά Νοταρά, προσεταιρίστηκε ο Μανουήλ Παλαιολόγος στην αυλή του οποίου δραστηριοποιήθηκε ως διερμηνευτής και πρέσβης μέχρι τον θάνατο του το 1426.

Παράλληλα ο Νικόλαος απέκτησε την Βενετική και Γενουατική υπηκοότητα, διατηρώντας και επεκτείνοντας τις εμπορικές δραστηριότητες του στην Ιταλία. Ήδη από τα τέλη του 14ου αιώνα η οικογένεια Νοταρά, που ανήκε στους μέσους, θεωρείτο από τις ισχυρότερες οικονομικά οικογένειες που εκμεταλλευόμενες τις διαμάχες των Παλαιολόγων παρεισέφρησαν στην αριστοκρατία επιδιώκοντας να συνδεθούν με την οικογένεια των Παλαιολόγων και κατ’ επέκταση με την πολιτική την οποία πρέσβευαν.

Ο Λουκάς Νοταράς δεν ήταν ο πρωτότοκος, όμως ο μεγαλύτερος αδερφός του σκοτώθηκε το 1411,  από τους Τούρκους σε συμπλοκή έξω από την Πόλη με τον πατέρα του να πληρώνει αδρά προκειμένου να εξασφαλίσει τη κομμένη κεφαλή του. Επομένως η οικογένεια Νοταρά, για προσωπικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους ήταν αντίπαλη με τους Οθωμανούς και συνδεδεμένη με τον Αυτοκράτορα, που σε ανταπόδοση είχε παραχωρήσει στον Λουκά Νοταρά το αξίωμα του μεσάζοντα που θεωρείτο το ισχυρότερο, με δικαιοδοσίες για τα πάντακαι κατά τον Φραντζής «πάντα λίθον κινεί».

Το γεγονός μάλιστα που επιβεβαιώνει την σύνδεση των δύο ανδρών, ήταν ότι μετά τον θάνατο του Αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου το φθινόπωρο του 1448, ο  Δημήτριος Παλαιολόγος, έχοντας την υποστήριξη ανθενωτικών κύκλων ακόμη και των Οθωμανών, επιχείρησε να καταλάβει τον θρόνο, συνάντησε όμως την αντίδραση της μητέρας του αλλά και του Λουκά Νοταρά που χρησιμοποιώντας την πολιτική του δύναμη βοήθησε στην ανάρρηση στο αυτοκρατορικό θρόνο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Βέβαια στη συνέχεια κάνοντας χρήση και του αξιώματος του ερχόταν σε επαφή τόσο με την ηγέτες  του ανθενωτισμού και ιδιαίτερα με τους Ιωάννη Ευγενικό και Γεννάδιο Σχολάριο, ενώ δεν έλειπαν και οι επαφές με τους Οθωμανούς όπως παραδεχόταν και ο ίδιος, «για τα προς τους άρχοντας των Τούρκων γραφέντα μοι γράμματα».

Οι ηγέτες των ανθενωτικών ζητούσαν και έπαιρναν οικονομική ενίσχυση από τον Νοταρά, όμως σε αρκετές περιπτώσεις και ιδίως όταν ξεπερνούσαν τα εσκαμμένα ο Νοταράς έπαυε την στήριξη  απαντώντας τους με τόνο απαξιωτικό, «Μάτην κοπιάς πάτερ, ότι το μνημόσυνον του πάπα περιέστη να δοθή και αδύνατον άλως γενέσθαι».

Εικόνα: Νωπογραφία από άγνωστο καλλιτέχνη στην Εκκλησία της Μονής Μολντοβίτσα απεικονίζει την άλωση της Κωνσταντινούπολης, 1537.

Το γεγονός αυτό προκαλούσε εκνευρισμό τόσο στον Ιωάννη Ευγενικό που σε επιστολή του προς τον Σχολάριο κατηγορούσε τον Νοταρά ότι τους παραπλάνησε, όσο και τον Σχολάριο που τον κατηγορούσε ότι βρίσκεται με το μέρος των λατινοφρόνων! Παροτρύνοντας τον να αφήσει επιτέλους τα φαυλοτάτας εκείνας οικονομίας.

Οι ενέργειες του Νοταρά δείχνουν, ότι οι επαφές του δεν είχαν την μορφή αντιπολίτευσης , αλλά αντίθετα αποσκοπούσαν στο να συγκρατήσουν τα χαλινάρια της ανθενωτικής μερίδας. Ο Νοταράς δεν ήταν υπέρ της ένωσης, ήταν όμως νομιμόφρων στον Αυτοκράτορα όχι μόνο γιατί είχε συνδεθεί συγγενικά μαζί του, αλλά κυρίως γιατί όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των αρχόντων, τα οικονομικά του συμφέροντα ήταν συνδεδεμένα με την Κωνσταντινούπολη και προσανατολισμένα προς τη δύση.

Επίσης είχε επωμιστεί με την ευθύνη ανακάλυψης και εξουδετέρωσης των λαγουμιών, μέσω των οποίων οι Οθωμανοί προσπαθούσαν να εισέλθουν στην Πόλη. Υπό την δική του καθοδήγηση, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία όλες οι απόπειρες. Από την άλλη όμως όπως αναφέρεται στο χρονικό του Φραντζή, στο οποίο αφιερώνεται μάλιστα ολόκληρο κεφάλαιο, σχεδόν μέχρι την έναρξη της πολιορκίας υπήρχε έντονη προσπάθεια του Νοταρά, όπως και του Φραντζή, για το ποιοι τίτλοι, έστω και τιμητικοί θα δίνονταν στους υιούς του.

Η προσπάθεια αυτή εκ πρώτης όψεως παράξενη, δεν οφείλεται σε ματαιοδοξία, ούτε σε οικονομικά οφέλη, αλλά στη διατήρηση της κοινωνικής ισχύος , μέσω της απονομής όσο το δυνατό ανώτερων αξιωμάτων. Παράλληλα όμως είναι πιθανό η κατοχή αξιωμάτων να ήταν και μια μορφή εγγύησης,  για την πολιτική επιβίωση τους, στη περίπτωση που οι Οθωμανοί Τούρκοι κυριαρχούσαν.

Η προοπτική αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ανάλογος προβληματισμός υπήρχε και στο Οθωμανικό στρατόπεδο και κατά βάση από Ρωμιούς που ήδη ήταν κοντά στον Σουλτάνο και τον διοικητικό μηχανισμό του, οι φιλοδοξίες των οποίων, άφηναν περιθώρια μελλοντικής ενσωμάτωσης και αξιοποίησης των υποδούλων Ρωμιών προς όφελος των ιδίων.

Η αξιοποίηση του Νοταρά από τον Σουλτάνο, αναφέρεται από τους ιστορικούς της εποχής, όπως τον Χαλκοκονδύλη, «Νοταράν δε τον βασιλέως Ελλήνων πρύτανιν», αλλά και τον Κριτόβουλο, «Τον δε γε Νοταράν και της πόλεως επιστάτην εσκόπει καταστήσαι και του συνοικισμού ταύτης κύριον συμβούλω χρησάμενος αυτώ πρότερον περί τούτου». Προκαλεί επίσης εντύπωση , ότι ενώ αμέσως μετά την άλωση, άρχισαν οι λεηλασίες και οι σφαγές  ο Νοταράς όταν έφτασε σπίτι του, αυτό ήταν ήδη φρουρούμενο από την αστυνομία του Σουλτάνου.

Κατά τον Δούκα, «Ο δε μέγας δουξ ευρών τας θυγατέρας αυτού και τους υιούς και την γυναίκα ην γαρ ασθενούσα, εν τω πύργω κεκλεισμένους και κωλύοντας τοις Τούρκοις την είσοδον, αυτός μεν συνελήφθη συν τοις υπακολουθούσιν αυτώ, ο δε τύραννος πέμψας τινάς εφύλαττον και αυτόν και πάντα τον οίκον αυτού. Τους δε καταλαβόντας και περικυκλώσαντας τον οίκον αυτού Τούρκους , έδωκεν ικανά αργύρια, ώστε δοκείν εξαγοράζειν αυτούς δια τον όρκον, εφυλάττετο ουν πανοικί».

Ο Σουλτάνος είχε φιλόδοξα σχέδια για την Πόλη και την Αυτοκρατορία του εξετάζοντας κάθε δυνατό ενδεχόμενο. Έτσι διερευνούσε τόσο το ενδεχόμενο συνέχισης λειτουργίας του Πατριαρχείου, όσο και την απονομή αξιωμάτων στην αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης. Τελικά προχώρησε στο πρώτο, αλλά υπαναχώρησε στο δεύτερο, διατάζοντας τον αποκεφαλισμό του Νοταρά αλλά και άλλων βυζαντινών αρχόντων.

Εικόνα: Ο Γεώργιος Φραντζής εκ δεξιων του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο οποίος φαίνεται ότι έφερε και το παρώνυμο Φιαλίτης, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 30 Αυγούστου 1401.

Υστεροφημία και συμπεράσματα.

Φαίνεται πιθανό ότι ο Νοταράς όπως και οι άλλοι βυζαντινοί άρχοντες να θανατώθηκαν πρωτίστως λόγω της πίεσης που άσκησαν στον Σουλτάνο οι Οθωμανοί αξιωματούχοι που φοβήθηκαν μήπως βρεθούν σε μειονεκτική θέση. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν έλειπαν οι ιδεολογικές αποκλίσεις. Η μετατροπή του κράτους σε αυτοκρατορία και οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί , είχαν ως αποτέλεσμα νέες κοινωνικές ομάδες και πολιτικές που αναγκαστικά ερχόντουσαν σε σύγκρουση με τις έως τότε κυρίαρχες δυνάμεις.

Η οικογένεια των Τσανταρλί ήταν από τις παλαιότερες και σημαντικότερες και ο Μέγας Βεζίρης Χαλίλ Τσανταρλί, αντιμετώπιζε την έχθρα πολλών νέων φιλόδοξων αξιωματούχων που διεκδικούσαν αξιώματα και δόξα. Η επαναφορά του Σουλτάνου Μουράτ το 1446 και η εκθρόνιση του Μεχμέτ οφειλόταν σε σημαντικό βαθμό σε ενέργειες του Χαλίλ, γεγονός που σε συνδυασμό με την για πολιτικούς λόγους επιθυμία του να λυθεί η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης , έδωσε τις αφορμές  που επιζητούσαν οι φιλόδοξοι αντίπαλοι του, με αποτέλεσμα την συκοφάντηση και εκτέλεση του αμέσως μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης.

Κατά το εργο του Στέφανου Γερασίμου, «Η επανοίκηση της πόλης μετά την άλωση», ο προβληματισμός του Σουλτάνου, ενισχύθηκε και από τις αλληλοκατηγορίες του Νοταρά με τον Χαλίλ Πασά για τον ρόλο που έπαιξαν κατά την πολιορκία, οδηγώντας τον τελικά στην απόφαση να αποκεφαλίσει και τους δύο. Κατόπιν τούτου τα όσα αναφέρονται, ότι αιτία θανάτωσης ήταν η μη υποταγή στις σεξουαλικές ορμές και επιθυμίες του Σουλτάνου, δεν πρέπει να ανταποκρίνεται στα γεγονότα.

Η εμφάνιση του Σουλτάνου ως άξεστου και αγροίκου δείχνει περισσότερο συναισθηματική φόρτιση εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν ο Πορθητής και όχι ρεαλιστική πραγματικότητα. Οι προσπάθειες του για την αποτροπή της άλωσης και ο τελικός αποκεφαλισμός του , δείχνουν  ότι οι όποιες επαφές, σε κάποιο βαθμό λόγω και της θέσης του, δεν επηρέασαν την απόφαση του να συνδράμει την άμυνα της Πόλης. Αν πράγματι ο Νοταράς ήταν προδότης και συνεργός του Μεχμέτ , ακόμη και αν δεν αξιοποιείτο πολιτικά δεν θα θανατωνόταν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αδερφός του Αυτοκράτορα, ένθερμος ανθενωτικός, Δημήτριος Παλαιολόγος. Ο Δημήτριος παρέδωσε την περιοχή του στον Μοριά και ο Σουλτάνος του έδωσε ως ανταμοιβή προσόδους νησιών και την Αίνο. Όπως αναφέρει ο Κριτόβουλος αργότερα περιέπεσε σε δυσμένεια, λόγω πιθανής συμμετοχής του σε οικονομικές ατασθαλίες, ακόμη και τότε όμως δεν κινδύνευσε η ζωή του, αντίθετα ύστερα από ένα χρονικό διάστημα, ο Σουλτάνος λυπήθηκε την ένδεια του ξαναδίνοντας του προσόδους για να ζει αξιοπρεπώς.

Εικόνα: Οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Μινιατούρα που αποδίδεται στον Philippe de Mazerolles, που εξάγεται από ένα χειρόγραφο του Χρονικού της βασιλείας του Καρόλου VII.

Αλλά και η μεγαλύτερη κόρη του Νοταρά,  Άννα, μετά την άλωση εγκαταστάθηκε στην Βενετία, με τις αρχές μάλιστα να της επιτρέπουν να δημιουργήσει ιδιωτικό ορθόδοξο  παρεκκλήσι στην έπαυλη της, προκειμένου να ικανοποιεί τις θρησκευτικές της ανάγκες. Οι Βενετοί που είχαν πολλές ανθρώπινες απώλειες και τεράστια οικονομική ζημιά  εξαιτίας της Αλώσεως, είναι σίγουρο ότι αν είχαν έστω και υπόνοιες για ύποπτες επαφές του πατέρα της με τους Οθωμανούς, δεν θα της επέτρεπαν ούτε να εισέλθει στην Πόλη τους.

Ο Μεγάλος Δούκας παρακάλεσε να σκοτώσουν πρώτα τα παιδιά του μπροστά του για να μην αρνηθούν την Πίστη τους από τον φόβο του θανάτου. Όρθιος, ακίνητος, σιωπηλός, χωρίς καν να κατεβάσει τα μάτια και χωρίς να δείχνει καμία λιποψυχία, είδε αυτός ο τραγικός πατέρας να κόβονται τα κεφάλια των δυο υιών του. Έπειτα προσευχήθηκε και ευχαρίστησε τον Θεό που είχε πάρει κοντά του τα αγαπημένα τέκνα του και πρόσφερε το κεφάλι του στον δήμιο. Δέχθηκε τον θάνατο σαν ευγενής και θαρραλέος.

Ο Κριτόβουλος ο Ίμβριος σημειώνει πως, «γιατί αυτός ο άνθρωπος ήταν ευσεβής και πιστός στον Θεό και διακρινόταν για την σύνεσή του. Τους ξεπερνούσε όλους στην σοφία και διέθετε παρρησία γνώμης και ελευθερία ψυχής. Ήταν ρωμαλέος, αγέρωχος και αγαθός στην ψυχή σ’ όλες του τις πράξεις. Γι’ αυτό και διακρίθηκε στις θέσεις της πολιτείας, αποκτώντας μεγάλη πολιτική δύναμη, δόξα και πλούτο. Ήταν ο πρώτος όχι μόνον για τους Έλληνες, αλλά και για πάρα πολλούς ξένους. Όσοι ήταν μαζί του, εννέα τον αριθμό, πέθαναν χωρίς να αλλάξουν γνώμη, λεβέντικα και ανδρειωμένα». Ο Νοταράς είχε χάσει ήδη δυο υιούς μαχόμενους με τους υπερασπιστές της Πόλης των πόλεων.

Πηγές:

  • Κιουσοπούλου Τόνια, «Βασιλεύς ή Οικονόμος – Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση».
  • Γουσταύος Σλουμπερζέ, «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Πολιορκία και Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως», μτφρ Σπυρίδων Λάμπρος.
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγοπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού έθνους».
  • Α. Α. Βασίλιεφ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Steven Ranciman, «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης».
  • Γεωργίου Φραντζή, «Eάλω η πόλις».
  • Μιχαήλ Δούκα, «Eάλω η πόλις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.