Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Το «Πριγκιπάτο τη Πίνδου». Όταν οι βλαχόφωνοι Έλληνες απέδειξαν, «για μια ακόμα φορά», την Ελληνικότητα τους.

Το «Πριγκιπάτο τη Πίνδου». Όταν οι βλαχόφωνοι Έλληνες απέδειξαν, «για μια ακόμα φορά», την Ελληνικότητα τους.

Κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκόσμιου πολέμου, με πρωτοβουλία αξιωματικών του τότε συμμαχικού ιταλικού εκστρατευτικού σώματος, που βρέθηκε το 1917 στην Ελλάδα,  υποκινήθηκε η ίδρυση του «Πριγκιπάτου της Πίνδου» με επικεφαλής τον «Πρίγκιπα» Αλκιβιάδη Διαμάντη, βλαχόφωνο δικηγόρο από τη Θεσσαλία. Ο Διαμάντης, μετά τους Βαλκανικούς κατέφυγε στη Ρουμανία. Κατά τον Εθνικό Διχασμό ήταν εθελοντής στα βενιζελικά στρατεύματα και διώκτης των βασιλοφρόνων. Μετά ξαναπήγε στη Ρουμανία για να προωθήσει τα ρουμανικά συμφέροντα μεταξύ των Βλάχων της Ελλάδας, αλλά και τα δικά του οικονομικά συμφέροντα.

Ο Διαμάντης ξαναήλθε στην Ελλάδα, διατηρούσε επαφές με το Ιταλικό προξενείο στα Ιωάννινα, και κατάφερε να τοποθετηθεί στη θέση του Ρουμάνου Πρόξενου στην Αυλώνα της Αλβανίας, όπου παρέμεινε ως το 1939. Κατόπιν μετέφερε τις επιχειρήσεις του στην Ιταλία, για να επιστρέψει στην βλαχόφωνη Πίνδο το 1941 με τους Ιταλούς. Ο Διαμάντης με την υποστήριξη του στρατηγού Ρουτζέρο, διοικητή της ιταλικής μεραρχίας «Φορλί» που είχε έδρα της τη Λάρισα, ίδρυσε την «Λεγεώνα»,  μετά από οδηγίες και συνεννόηση με τις κυβερνήσεις της Ρουμανίας και της Ιταλίας, κύριος σκοπός του οποίου, ήταν η ίδρυση Αυτόνομου Κουτσοβλαχικού Κράτους με τον τίτλο «Πριγκιπάτο της Πίνδου», που θα ενσωματωνόταν μετά τη νίκη του Άξονα στη «Μεγάλη Ιταλία», ως  ένα είδος καντονιού υπό την προστασία της Ιταλίας.

Το σώμα αυτό των «Λεγεωνάριων» επανδρώθηκε με τα καθάρματα των πόλεων και της υπαίθρου, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Πάσης φύσεως λωποδύτες, κατσικοκλέφτες και συμμορίτες, όπως αναφέρει ο Τάκης Οικονομάκης σε σειρά άρθρων στην εφημερίδα του Βόλου «Θεσσαλία» εναντίον της «Λεγεώνας», τον Φεβρουάριος του 1942, αναφερόμενος εμμέσως αλλά σαφώς στα μέλη της ως, «κατσικοκλέφτες, φυγόδικοι, μαυραγορίτες αλλά και πάσης φύσεως άτακτα στοιχεία».

Αυτοί λοιπόν δελεάστηκαν από την προοπτική του πλιατσικολογήματος και της ατιμωρησίας, και κατατάχθηκαν στα αποσπάσματα που συγκροτήθηκαν στα Τρίκαλα, την Ελασσόνα, την Σαμαρίνα, τα Γρεβενά, το Μέτσοβο, την Καλαμπάκα, την Λάρισα και τα Φάρσαλα, τα οποία πλαισιώθηκαν με Ιταλούς στρατιώτες και Καραμπινιέρους.

Παρά τις υποσχέσεις για σημαντικές υλικές παροχές και παρά τις απειλές που συχνά συνοδεύτηκαν με κακοποιήσεις, ελάχιστοι Βλάχοι δελεάστηκαν.  Ουσιαστικά από τις 140.000 περίπου Βλάχους, που το 1940 αποτελούσαν το 25% των κατοίκων της Θεσσαλίας, στη Λεγεώνα, στην μέγιστη ακμή της δεν θα καταταχθούν περισσότερα από 1000 άτομα, ένοπλα και άοπλα. Κάποιοι υπολογίζουν 2.000 μέλη, ένοπλα και άοπλα στην ακμή της.

Εικόνα: Ο Νικόλαος Ράπτης (πρώτος από τα αριστερά), ο Ευάγγελος Αβέρωφ (δεύτερος από τα δεξιά) αλλά και άλλοι Κουτσόβλαχοι που είχαν αντιδράσει από τη αρχή στη κίνηση του αυτονομιστή Διαμαντή.

Εχει ενδιαφέρον ότι ένα ολόκληρο σχολείο, 16 μαθητές του ρουμανικού γυμνασίου Γρεβενών, αλλά και άλλοι μαθητές από ρουμανικά σχολεία της Βέροιας και της Θεσσαλονίκης, παρασύρθηκαν και οπλίστηκαν στις τάξεις της. Ο Κωνσταντίνος Γεμενής εκτιμά ότι τα μέλη της Λεγεώνας ήταν 50-60 άτομα στις αρχές του πρώτου μισού 1942, έφτασε στα 300 άτομα στις αρχές του 1943 και πριν τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας σε κάτω από 100 άτομα.  Χαρακτηριστικό για το μέγεθος της Λεγεώνας είναι ότι μετά το τέλος του πολέμου, στα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων οδηγήθηκαν 617 άτομα, από τα οποία κρίθηκαν αθώα τα 319.

Ο Διαμάντης, αποκαλούσε τον εαυτό του αρχηγό και εκπρόσωπο των Βλάχων της «Κάτω Βαλκανικής», περιόδευε συνεχώς τις περιοχές αυτές προπαγανδίζοντας την αναβίωση της «5ης ρωμαϊκής λεγεώνας». το όνομα της οποίας προήλθε από την επιχειρηματολογία που είχαν προετοιμάσει οι Ιταλοί πριν τον πόλεμο, ότι οι Βλάχοι είναι απόγονοι της «Legio V Macedonica» και προσπαθώντας να στρατολογήσει σ΄ αυτήν Βλάχους, χωρίς αποτέλεσμα.

Αποτυχία σημείωσαν επίσης οι προσπάθειές του να εντάξει στις ένοπλες ομάδες του, Βλάχους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού και άλλα εξέχοντα μέλη της θεσσαλικής κοινωνίας, βλαχικής καταγωγής. Κάποια επιφανή μέλη της κοινωνίας της περιοχής, που αποτελούσαν κάτι σαν πολιτική επιτροπή, δημοσίευσαν σε εφημερίδα της Θεσσαλίας, ένα μανιφέστο υπέρ της Λεγεώνας και του «Πριγκιπάτου», υπογράφοντας με τα βλάχικα ονοματεπώνυμά τους.

Οι γερμανικές αρχές κατοχής αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό και καχυποψία όλες αυτές τις ιταλικές μηχανορραφίες, γιατί κατά βάθος δεν είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στους συμμάχους τους  Αυτό έγινε αντιληπτό από πολλούς εξέχοντες Βλάχους, όπως ο πολιτικός Αβέρωφ Τοσίτσας, που αποτόλμησαν, παρά την ιταλική λογοκρισία, να δημοσιεύσουν σε αθηναϊκές εφημερίδες άρθρα κατά της κίνησης του Διαμάντη.

Η αντίδραση της κατοχικής κυβέρνησης.

Τον Σεπτέμβριο ο Διαμάντης επισκέπτεται τον διορισμένο από τους Γερμανούς πρωθυπουργό Γεώργιο Τσολάκογλου και του υποβάλλει υπόμνημα με ημερομηνία 25/9/1941 ζητώντας δικαιώματα για τους Βλάχους, ίδρυση σχολείων, οικονομική ενίσχυση και ανάμεσα στα άλλα να διορίζονται «Οι Νομάρχαι και οι Δήμαρχοι Ηπείρου, Πίνδου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, όπου υπάρχουν εις τας ως άνω περιοχάς αμιγείς συνοικισμοί Βλάχων ή μικτοί τοιούτοι Βλάχων και Ελλήνων», από κοινού μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και του ιδίου «υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου των Βλαχικών Κοινοτήτων της Πίνδου, Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας με την προηγουμένην έγκρισιν των Αρχών Κατοχής, ήτοι των Γερμανών διά την περιοχήν Θεσσαλονίκης και των Ιταλών διά την υπό της Ιταλίας κατεχομένην ζώνην».

Ο Διαμάντης, με τη βοήθεια των ιταλικών αρχών, προχωρά σε αντικατάσταση δημάρχων, ίδρυση ρουμάνικων σχολείων, παρακράτηση εμπορευμάτων και αγαθών καθώς και εξαναγκασμό κατοίκων να μπουν στην οργάνωση των λεγεωναρίων και συνέχιση των επιδρομών στα χωριά για όπλα που είχαν αποκρύψει οι κάτοικοι. Τα μέλη της Λεγεώνας τύγχαναν ευεργετικών ρυθμίσεων ως προς την τυροκόμηση ενώ σταδιακά συγκροτούνται και ένοπλα ενισχύοντας τις ιταλικές κατοχικές αρχές.

Ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου, βλάχικης επίσης καταγωγής, εξέδωσε εγκύκλιο στις 13ης Μαρτίου 1942 προς τους Νομάρχες όπου αναφέρεται «συστηματική δράσις ξένων προπαγανδιστών», ότι «σκορπίζουν άφθονο χρήμα», ότι «δελεάζουν το λαό με τρόφιμα» , ότι εκβιάζουν κατοίκους χωριών με παρουσία «αξιωματικού ή υπαξιωματικού των ξένων στρατευμάτων».

Εικόνα: Ο Γεώργιος Τσολάκογλου ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός, βλάχικης καταγωγής, αντιτάχτηκε πεισματικά στο αυτονομιστικό κίνημα που υπέθαλψαν οι Ιταλοί.

Προειδοποιεί ότι, «Ο πόλεμος δεν έληξε. Συνεχίζεται εισέτι ειρηνικώς εν τη Ελλάδι.» και ζητά «οι υπάλληλοι και τα όργανα της τάξεως» να μην «υποκύπτουν εις τας θρασείας ενεργείας των εκβιαστών και των οργάνων των πραπαγανδών», καθώς και να διαμαρτύρονται «εις τα Φρουραρχεία των Αρχών Κατοχής» και να τον τηρούν «ενήμερον διά τηλεγραφικών και ταχυδρομικών αναφορών δι’ οιουδήποτε άλλου μέσου, επιβαλλομένου από τας ειδικάς περιστάσεις υφ’ ας τελούμεν» και να διαφωτίζουν «επιμόνως την κοινήν γνώμην, όπως μη πίπτει θύμα της πλεκτάνης».

Παράλληλα διόρισε Νομάρχη Τρικάλων τον Θ. Σαράντη, πρώην αξιωματικό της Σχολής Ευελπίδων επίσης βλάχικης καταγωγής και από τους ελάχιστους που προπολεμικά είχαν εκπαιδευτεί στον «μυστικό πόλεμο», με σκοπό την αντιμετώπιση της κατάστασης. Με συνεχή υπομνήματα προς τις Γερμανικές αρχές, προσπάθησε να αποκρούσει τα αυτονομιστικά σχέδια του Διαμάντη και των Ιταλών.

Η  δράση του ΕΛΑΣ κατά το αυτονομιστών.

Το ΕΑΜ με την «Ένωση Ελλήνων Κουτσοβλάχων Εθνικοαπελευθερωτική και Εκπολιτιστική Οργάνωση», έβγαζε προκηρύξεις και την εφημερίδα «Κουτσόβλαχος» αλλά και η «Φιλική Εταιρεία», αντιστασιακή οργάνωσε με επικεφαλής τον πολιτικό Γ. Αβέρωφ-Τοσίτσα και το Νικόλαος Ράπτης, που δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1941, πολέμησαν με κάθε τρόπο την αυτονομιστική δράση των «Λεγεωναρίων», αρχίζοντας με τη διαφώτιση του βλαχόφωνου πληθυσμού και περνώντας σε δυναμική αναμέτρηση μαζί τους.

Στα Τρίκαλα ο Διοικητής της Χωροφυλακής, Μοίραρχος Χρήστος Κούρτης πυρπόλησε αποθήκη υλικού που προοριζόταν για τους αυτονομιστές, ενώ από τα μέσα του 1942 έως τον χειμώνα του του ιδίου έτους, ο Άρης Βελουχιώτης θα στείλει στη Θεσσαλία επίλεκτο τμήμα του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον καπετάνιο Νάκο Μπελή και με αποστολή την εκμηδένιση της «Λεγεώνας».

Πραγματικά ο ΕΛΑΣ σε σύντομο χρονικό διάστημα διέλυσε όλες τις αυτονομιστικές ομάδες, χαρακτηριστικό δε είναι το ότι όσες φορές κάποια μονάδα του ΕΛΑΣ επιχειρούσε εναντίων Λεγεωναρίων και εκεί κοντά υπήρχε Σταθμός Χωροφυλακής, οι Χωροφύλακες όχι μόνο δεν επεμβαίνανε, αλλά πρόθυμα παρέδιδαν τα όπλα τους στους αντάρτες. Στην περιοχή των Δ. Χασίων, στην Κουτσούφλιανη, τμήμα του Υπαρχηγείου Χασίων του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Νίκο Ζαραλή, εκτέλεσε τον τοπικό αρχηγό των Λεγεωναρίων Βαζούρα με αποτέλεσμα την πλήρη διάλυση της Λεγεώνας στην περιοχή εκείνη.

Άλλες ομάδες του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε επιδεικτικές εκτελέσεις επίλεκτων και σημαντικών των αυτονομιστών, πανικοβάλοντας τους υπόλοιπους, έτσι ώστε έως το 1943 να μην υφίστανται πουθενά ομάδες Λεγεωναρίων, εκτός από την Ελασσόνα και την Λάρισα. Κάποιοι σκορπίστηκαν σε κάμποσες πόλεις της Μακεδονίας και κατέλαβαν τα σπίτια των Εβραίων που είχαν σταλεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο καπετάν Μπελής, όταν ουσιαστικά ολοκλήρωσε την αποστολή του έστειλε συμβολικά το μαύρο καλπάκι ενός από τους τελευταίους Λεγεωνάριους στον Άρη, ο οποίος το φόρεσε και αυτή ήταν η αρχή των «Μαυροσκούφηδων», των επίλεκτων ελασιτών που συνόδευαν τον αρχικαπετάνιο του ΕΛΑΣ.

Εικόνα: Ο Νάκος Μπελλής  εκμηδένισε τη Λεγεώνα.

Το τέλος τον αυτονομιστών.

Ο «Πρίγκιπας Διαμάντης», ήδη από το 1942, είχε καταφύγει απογοητευμένος για το Βουκουρέστι, ενώ ο «Πρόεδρος» Ν. Ματούσης, αφού μάταια προσπάθησε, με τις πλάτες των Ιταλών, να υπουργοποιηθεί στην Αθήνα, ίδρυσε μικρό φασιστικό κόμμα την εθνικοσοσιαλιστική Οργάνωση Πρωτοπόρων Νέας Ευρώπης στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Ανδρέας Κονδάκης και ο Γεώργιος Μερκούρης.

Η μοίρα ενός βασικού οργανωτή των Λεγεωναρίων, του Βασίλη Ραποτίκα, ο οποίος στις 8 Φεβρουαρίου 1943 είχε παρελάσει στην Λάρισα με την ομάδα του, σέρνοντας στο χώμα την Ελληνική Σημαία. Όταν κατέφυγε στο σπίτι του λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου από τις γυναίκες του χωριού του.

Τα μέλη της «Ρωμαϊκής Λεγεώνας» που δεν έφυγαν στη Ρουμανία, δικάστηκαν στα «Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων» τα οποία συστάθηκαν από το 1945 μέχρι το 1947. Κατηγορήθηκαν ως δωσίλογοι 617 άνθρωποι και από αυτούς καταδικάστηκαν οι 152, ενώ δεν έλαβαν ποινή 91 λόγω δεδικασμένου μιας και είχαν ήδη καταδικαστεί για άλλα αδικήματα, ενώ για 55 έπαυσε η δίωξη λόγω θανάτου που σε αρκετές περιπτώσεις, τους είχαν σκοτώσει οι αντιστασιακοί. Αθώοι κρίθηκαν οι 319.

Πηγές:

  • Δημοσθένης Κούκουνας, «Το Νεφελώδες πριγκιπάτο της Πίνδου και η Ρωμαϊκή Λεγεώνα».
  • Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου, «Απομνημονεύματα».
  • Ευάγγελος Αβέρωφ, «Το Κουτσοβλαχικό ζήτημα».
  • Σταύρος Παπαγιάννη, «Τα παιδιά της λύκαινας».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.