Ελληνική Επανάσταση
Η μάχη της Αράχωβας και η εκδίκηση του Καραϊσκάκη για την καταστροφή του Μεσολογγίου.

Η μάχη της Αράχωβας και η εκδίκηση του Καραϊσκάκη για την καταστροφή του Μεσολογγίου.

Μετά την έκρηξη της Επανάσταση, οι Έλληνες είχαν κατορθώσει όχι μόνο να κατακτήσουν εδάφη στην ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και να αποκτήσουν τον έλεγχο θαλάσσιων προσβάσεων και πολλών νησιών του Αιγαίου. Οι περισσότερες όμως από αυτές της περιοχές μέχρι το 1826 είχαν περιέλθει, χάρις κατά κύριων λόγο των εμφυλίων σπαραγμών μεταξύ των επαναστατημένων, υπό την επιρροή είτε του Ιμπραήμ, είτε τον διαφόρων εντολοδόχων του Σουλτάνου, που είχαν έλθει να πνίξου την Επανάσταση.

Ο Ιμπραήμ Πασάς μετά από την ναυμαχία της Σφακτηρίας συνέχισε την επιδρομή του με δυο κατευθύνσεις. Πρώτος αντικειμενικός στόχος ήταν ο Κορινθιακός κόλπος, όπου κατόπιν θα κινούνταν εναντίον της Άμφισσας στην Φωκίδα, την οποια και κατέλαβε στις 4 Μαΐου. Έπειτα σειρά είχε το Μεσολόγγι που πολιορκήθηκε και έπεσε την 10η Απριλίου του 1826. Δεύτερος στόχος του ήταν η ενδοχώρα της Πελοποννήσου. Η Τρίπολη έπεσε την 10η Ιουνίου, και ο Πύργο στις 9η Νοεμβρίου. Εκτός από τις καταστροφές και της σφαγές, τμήματα του πληθυσμού πιάστηκαν αιχμάλωτα και πουλήθηκαν ως σκλάβοι στην Αίγυπτο.

Εικόνα: Η Έξοδος του Μεσολογγίου, πίνακας του Θ. Βρυζάκη.

Ο Σουλτάνος, εκμεταλλευόμενος την πτώση του Μεσολογγίου και την καταρράκωση του ηθικού των Ελλήνων, εξαπέλυσε «φιρμάνι στους Ρωμηούς» να προσκυνήσουν, να παραδώσουν τα όπλα τους και να πάρουν γενική αμνηστία. Το μέγεθος του κινδύνου δείχνει η επιστολή του Γεώργιου Καραϊσκάκη προς τον πρωθυπουργό Ανδρέα Ζαΐμη πως, «Η Ελλάς προσκυνεί και πάσχισον διά την κοινήν σωτηρίαν».

Τα σχέδια των Τούρκων ήταν να πατάξουν την αντίσταση στη Ρούμελη και να ολοκληρώσουν ύστερα την κατάληψη της Πελοποννήσου. Τα σχέδια του Σουλτάνου κλήθηκε να εμποδίσει ο Γεώργιος Καραϊσκάκη, πού διορίστηκε αρχιστράτηγος της Ρούμελης. Την κρίσιμη εκείνη ώρα συγκέντρωσε τούς θορυβημένους οπλαρχηγούς της Ρούμελης και κατέλαβε την Αράχωβα. Έδωσε έτσι με τα όπλα λοιπόν, την απάντηση στο φιρμάνι του Σουλτάνου.

Τα γεγονότα πριν την μάχη.

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, 10.000 αγωνιστές κατέφυγαν στην Αθήνα και οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη, αφού η περιοχή της Ακρόπολης, το Ναύπλιο και τα νησιά, η Ύδρα και η Αίγινα, ήταν τα μόνα ισχυρά οχυρά που είχαν πλέον απομείνει. Οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Ακρόπολη και στην κατάσταση αυτή, ο Καραϊσκάκης με λίγους πολεμιστές έφυγε από την Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 1826 με κατεύθυνση την Ρούμελη για να κάνει αντιπερισπασμό, διώχνοντας τις τουρκικές φρουρές της περιοχής και καταλαμβάνοντας στρατηγικές θέσεις, ώστε να ματαιώσει κάθε προσπάθεια ανεφοδιασμού και ενίσχυσης του Κιουταχή από τα στρατόπεδα του Ζητουνίου και της Λάρισας.

Η πρώτη επαφή με τους Τούρκους έγινε στην Δομβραίνα, όπου αυτοί οχυρώθηκαν και πολιορκήθηκαν από τις δυνάμεις του Καραϊσκάκη, αλλά και άλλα σώματα Ρουμελιωτών και Σουλιωτών που ήλθαν σε βοήθεια. Αλλά και το τουρκικό στράτευμα ενισχύθηκε με βοήθεια από άλλες πόλεις και ανέλαβε την αρχηγία του ο Αλβανός Μουσταφάμπεης που ήλθε από τη Λειβαδιά. Οι ελληνικές δυνάμεις, αφού δεν κατόρθωσαν κάποια αποφασιστική νίκη κατά των Τούρκων στην Δομβραίνα έλυσαν την πολιορκία την 14η Νοεμβρίου και κινήθηκαν προς την Αράχωβα περνώντας από τη Μονή του Αγίου Σεραφείμ στην Δομπό και του Οσίου Λουκά στο Στείρι.

Εικόνα: Η πολιορκία της Ακροπόλεως.

Ο Μουσταφάμπεης για να τον εμποδίσει κίνησε απ’ τη Λιβαδειά για να καταλάβει την Αράχωβα. Τον συνοδεύουν ο αδελφός του Καρυοφίλμπεης, ο αξιωματικός του Κιουταχή, Κεχαγιάμπεης, καθώς και άλλοι σημαντικοί μπέηδες και 2.000 Τουρκαλβανοί. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στρατοπέδευσε στο Δίστομο όπου είχε σκοπό να αναπαυθεί για μερικές μέρες. Ταυτόχρονα ο Μουσταφάμπεης μέσω της Δαυλείας κινήθηκε προς τα Σάλωνα για να βοηθήσει του Τούρκους που πολιορκούνταν εκεί από τον Γεώργιο Δυοβουνιώτη και τον Νάκο Πανουργιά.

Ο ίδιος ο Μουσταφάμπεης, έμεινε στη Μονή Ιερουσαλήμ, σε πλαγιά του Παρνασσού πάνω από τη Δαύλεια. Εκεί κάποιος διάκονος που γνώριζε την αλβανική γλώσσα, αφού άκουσε από τις συνομιλίες των Τουρκαλβανών ότι επρόκειτο να βαδίσουν μέσω Αράχωβας προς τα Σάλωνα, πήγε νύχτα στο Δίστομο στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη όπου έδωσε την πληροφορία.

Με την έναρξη της Επανάστασης το 1821, η Αράχωβα απελευθερώθηκε από τους λίγους Τούρκους που ζούσαν σε αυτή. Το 1823 όμως, κατά την εκστρατεία του Γιουσούφ Περκόφτσαλη πασά στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, ο τουρκικός στρατός ανάγκασε τους αριθμητικά λιγότερους Έλληνες να εγκαταλείψουν την κωμόπολη, η οποία και τελικά κάηκε στις 10 Ιουνίου.

Μέσα στη νύχτα ο Καραϊσκάκης απέστειλε τον Γαρδικιώτη Γρίβα και τον Γεώργιο Βάϊο με 500 ενόπλους να σπεύσουν στην Αράχωβα και να καταλάβουν οχυρά μέρη. Ταυτόχρονα τοποθέτησε σκοπιές, τα λεγόμενα καραούλια, σε διάφορα σημεία για να πληροφορείται την κίνηση του εχθρού. Οι άνδρες του Καραϊσκάκη φτάνουν στην Αράχωβα και ταμπουρώνονται πάνω απ’ τον Αϊ Γιώργη, στον αυλόγυρο της εκκλησιάς και στα γύρω σπίτια. Το επόμενο πρωί οι Τούρκοι διηρέθηκαν σε δύο σώματα και κινήθηκαν προς Αράχωβα από το Ζεμενό και από το Μοναστήρι της Ιερουσαλήμ. Οι Τούρκοι αιφνιδιασθέντες δεν τόλμησαν να εισέλθουν στην πόλη και αρκέστηκαν να οχυρωθούν στην ύπαιθρο, στα υψώματα του Παρνασσού γύρω από την Αράχοβα.

Εικόνα: Εικαστική  αναπαράσταση του πεδίου της μάχης.

Η μάχη της Αράχωβας.

Το κρύο και το χιόνι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη σύγκρουση. Ο βοριάς που κατέβαινε από τον Παρνασσό ήταν ανυπόφορος, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Οι Έλληνες είχαν καταφύγιο στα σπίτια της Αράχωβας, ενώ οι Τούρκοι είχαν μεγάλες απώλειες εκτεθειμένοι στο ύπαιθρο και περικυκλωμένοι από όλες τις πλευρές. Μέρα με τη μέρα η κατάσταση των Τούρκων γινόταν όλο και πιο δύσκολη.

Όταν μαθεύτηκε η παγίδευση του στρατεύματος του Μουσταφάμπεη, τουρκικές δυνάμεις από διάφορες φρουρές έρχονταν προς βοήθειά του. Όμως ο Καραϊσκάκης είχε αποκλείσει όλες τις διαδρομές από όπου θα μπορούσε να έλθει βοήθεια προς τον εχθρό. Στο Ζεμενό αποκρούστηκε σώμα από περίπου 800 στρατιώτες υπό τον Αλβανό Αμπντουλά καθώς και ένα άλλο σώμα που ήλθε από τη Δαύλεια. Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης συμμετείχε στις αψιμαχίες ενθαρρύνοντας τους πολεμιστές του. Ο στρατηγός είχε στήσει το αρχηγείο του στην εκκλησιά του Αϊ Γιώργη. Οι Τούρκοι, υποφέροντας από το κρύο και την έλλειψη εφοδίων, ζήτησαν από τον Καραϊσκάκη συνθήκη ώστε να αποχωρήσουν.

Οι όροι της παράδοσης που πρότειναν οι Έλληνες ήταν ιδιαίτερα επώδυνοι. Οι επαναστάτες ζητούσαν για αντάλλαγμα να του παραδοθούν η Λειβαδιά και η Άμφισσα, καθώς και να μείνουν ως όμηροι ο Μουστάμπεης και ο Κεχαγιάμπεης. Οι αρχηγοί των Τούρκων και οι Τουρκαλβανοί θεώρησαν τους όρους του Καραϊσκάκη εξευτελιστικούς και τους απέρριψαν, ο δε Μουσταφάμπεης αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερο να παραμείνουν οχυρωμένοι περιμένοντας βοήθεια από τον Κιουταχή.

Για να ενθαρρύνει τους στρατιώτες του, ο Μουσταφάμπεης, συμμετείχε ο ίδιος στις αψιμαχίες με τους επαναστάτες. Ήταν σε ένα τέτοιο επεισόδιο που τραυματίστηκε πολύ σοβαρά στο κεφάλι. Μη έχοντας άλλη διέξοδο, διέταξε τους άνδρες τους να ετοιμαστούν για να επιχειρήσουν έξοδο μέσα από τις ελληνικές θέσεις τη νύχτα της 23ης προς την 24η Νοεμβρίου.

Την 24η Νοεμβρίου όμως σημειώθηκε μεγάλη χιονόπτωση που απείλησε να καλύψει ζωντανούς τους Τούρκους. Στη μία μετά το μεσημέρι και με τα γιαταγάνια στα χέρια, οι Τούρκοι, βγήκαν από τα ταμπούρια τους και κατευθύνθηκαν προς τις κορυφές του Παρνασσού. Οι Έλληνες δεν αντελήφθησαν έγκαιρα τη φυγή, γιατί λόγω του χιονιού είχαν αποσυρθεί στα σπίτια της Αράχωβας. Όταν η φυγή έγινε αντιληπτή οι Έλληνες έσπευσαν και κατέκοβαν τους υποχωρούντες Τούρκους.

Εικόνα: Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε κυρίως στη Ρούμελη, πίνακας του Διονυσίου Τσόκου.

Οι Έλληνες μόλις τούς αντιλήφθηκαν όρμησαν καταπάνω τους με γιαταγάνια και μαχαίρια, καθώς το χιόνι που έπεφτε αχρήστευσε τα όπλα τους. Η καταδίωξη εξελίχθηκε σε σφαγή, που άρχισε δύο ώρες πριν την δύση του ηλίου και συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα. Κάποια στιγμή κατά την άτακτη υποχώρηση του σώματος του, ο Μουσταφάμπεης, φανερά καταβεβλημένος και καταλαβαίνοντας πως το τέλος είναι κοντά, διέταξε τον αδελφό του Καριοφίλμπεη να του κόψει το κεφάλι και να το πάρει μαζί του, για να μην τον αποκεφαλίσουν νεκρό ή ζωντανό οι «γκιαούρηδες» κι ατιμαστεί.

Ο Καραϊσκάκης, χωρίς να ακούει πυροβολισμούς, νόμισε ότι οι εχθροί διέφυγαν έως ότου πήγε ο ίδιος να διαπιστώσει την κατάσταση. Οι φονευθέντες Τούρκοι εκείνη την ημέρα ήταν περίπου 600 ενώ πολλοί συνελήφθησαν. Από αυτούς ο Καραϊσκάκης μπόρεσε να διασώσει μόνο 50 καθώς οι υπόλοιποι πέθαναν από τα κρυοπαγήματα και τις κακουχίες, ενώ όσοι Τούρκοι απέφυγαν τη σφαγή πάγωναν όταν αποκαμωμένοι σταματούσαν να αναπαυθούν.

Η πυραμίδα της Αράχωβας.

Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης είχε υποσχεθεί μεγάλη αμοιβή σε όποιον συνελάμβανε τους δύο Τουρκαλβανούς αρχηγούς ζωντανούς, όμως αυτό κατέστη αδυνάτων καθώς όπως αναφέραμε, ο μεν Μουσταφάμπεης αποκεφαλίστηκε από τον αδερφό του Κεχαγιάμπεη, ενώ ο δε Κεχαγιάμπεη χωρίς να μπορεί να δηλώσει την ιδιότητά του στους Έλληνες, διότι δεν μιλούσε τη γλώσσα τους, θανατώθηκε άμα τη εμφανίσει από τους διώκτες του και κατόπιν αποκεφαλίσθεις. Τα κεφάλια λοιπόν των αρχηγών του Τουρκικού σώματος μεταφέρθηκαν στο αρχηγείο του Καραϊσκάκη.

Από όλο το Τουρκικό σώμα που αριθμούσε περισσότερους από 1.800 άνδρες, διασώθηκαν μόνο 200 και αυτοί όχι όλοι σε καλή κατάσταση. Οι Έλληνες κυρίευσαν 23 σημαίες, όλες τις αποσκευές και τα ζώα. Από τους Έλληνες σε όλο το διάστημα της πολιορκίας και κατά την έξοδο εφονεύθησαν τέσσερις και τραυματίστηκαν ελαφρά άλλοι εννιά.

Εικόνα: Η πυραμίδα της Αράχωβας,  όπως την  απεικόνισε η λαϊκή τέχνη.

Ο Καραϊσκάκης διένειμε αμοιβές στους ανδραγαθήσαντες εκ των Ελλήνων και την επομένη της μάχης, την 25η Νοεμβρίου, ο Καραϊσκάκης, ακολουθώντας το παλαιό φρικιαστικό έθιμο των Τούρκων και έστησε σε ένα λόφο, ορατό από το μαντείο των Δελφών, τρόπαιο σε σχήμα κόλουρου κώνου με 300 κεφάλια των εχθρών του και με την επιγραφή, «Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών ανεγερθέν κατά το 1826 έτος Νοεμβρίου 24, Εν Αράχωβα». Αυτή η πράξη του αρχιστρατήγου θεωρείτε ως αντεκδίκηση για της ωμότητες των Τούρκων του Κιουταχή και των Αιγυπτίων του Ιμπραημ στο Μεσολόγγι.

Συγχρόνως, έστειλε στην κυβέρνηση, που έδρευε στην Αίγινα, τα κεφάλια του Μουστάμπεη και του Κεχαγιάμπεη, καθώς και 12 αιχμάλωτους Τούρκους αξιωματικούς. Ο Καραϊσκάκης ανήγγειλε τη μεγάλη νίκη στην κυβέρνηση με επιστολή, την οποία υπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί και οι αξιωματικοί που πήραν μέρος στη μάχη.

Αποτελέσματα και συμπεράσματα.

Η νίκη του Καραϊσκάκη είχε μεγάλη απήχηση και έδωσε θάρρος στους Έλληνες να συνεχίσουν τον απελευθερωτικό τους αγώνα. Η Ακρόπολη παρέμεινε πολιορκημένη και τελικά έπεσε στις 24 Μαΐου του 1827. Ο Σπηλιάδης διέσωσε τα ονόματα περίπου 100 Ελλήνων οπλαρχηγών που έλαβαν μέρος στη μάχη εκτός του Καραϊσκάκη, απ’ τα οποία ξεχωρίζουν ο Μπούσγος, ο Σπυρομήλιος, ο Νικηταράς, ο Νταλιάνης, ο Δυοβουνιώτης, ο Μακρής και ο Τζαβέλας.

Η νίκη της Αράχωβας έγινε γνωστή στο πανελλήνιο και το όνομα του Καραϊσκάκη προβλήθηκε σαν το μοναδικό άνδρα ο οποίος ήταν σε θέση να διασώσει τον Ελληνικό αγώνα στη Στερεά Ελλάδα. Η επιστολή του Ανδρέα Ζαΐμη προς τον Καραϊσκάκη είναι απόδειξη της ιστορικής δικαίωσης του στρατάρχη. «Η Πατρίς εις αυτήν την περίστασιν εγνώρισεν, τί είναι ό Καραϊσκάκης και ότι χωρίς Καραΐσκάκην δεν εκατορθούτο, ό,τι θαυμασίως κατωρθώθη έως την σήμερον».

Για τους Τουρκαλβανούς, όμως, η ανάμνηση της μάχης της Αράχωβας και η καταδίωξη που ακολούθησε ήταν οδυνηρή για πολλά χρόνια. Παροιμιώδης έμεινε στους Αλβανούς η φράση, που έλεγαν για κάποιον, όταν έφευγε βιαστικά, «Που φεύγεις μωρέ, ωσάν να σε κυνηγά ό Καραϊσκάκης;». Αλλά και στις μεταξύ τους συμπλοκές οι Αλβανοί φώναζαν, «Στάσου, στάσου να ιδείς μια φορά τουφέκι του Καραϊσκάκη».

Πηγές:

  • Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, 8 Δεκεμβρίου 1826, άρθρο 10, «Αναφορά του Γεωργίου Καραϊσκάκη προς την Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος για τη μάχη της Αράχωβας».
  • Γεώργιος Χαρίτος, «Η Μάχη της Αράχωβας υπό τον Στρατάρχη Γεωργίου Καραϊσκάκη και οι συντελεσταί της».
  • Νικόλαος Κασομούλης, «Ενθυμήματα Στρατιωτικά Της Επαναστάσεως Των Ελλήνων 1821-1833».
  • Δημήτριος Αινιάν, «Η βιογραφία του Στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη», εκδ. Ι. Βλαχογιάννη.
  • Διονύσιος Κόκκινος, «Η Ελληνική Επανάστασις».
  • Φωτάκος, «Βίοι Πελοποννήσιων Ανδρών».
  • Δημήτριος Φωτιάδης, «Καραϊσκάκης».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.