Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Ο διάλογος Μηλίων και Αθηναίων. Το δίκαιο «εναντίων» της εξουσίας του ισχυρού.

Ο διάλογος Μηλίων και Αθηναίων. Το δίκαιο «εναντίων» της εξουσίας του ισχυρού.

Ο διάλογος Μηλίων και Αθηναίων, που τον έχει διασώσει ο Θουκυδίδης, έχει δραματική επικαιρότητα, όχι μόνο για μας αλλά γενικότερα για την ανθρωπότητα, που παραστέκεται μάρτυρας πολλών τέτοιων «διαλόγων», με διάφορες παραλλαγές, ανάμεσα στην πάνοπλη αλαζονεία των ισχυρών και τη θαρραλέα αντιπαράταξη των μικρών λαών.

Το ιστορικό γεγονός που αποτελεί αφετηρία και σημείο αναφοράς αυτών εδώ των σκέψεων το αφηγείται πολύ παραστατικά ο Θουκυδίδης. Φαίνεται λοιπόν ότι, για να διατηρήσουμε αυτή την παραστατικότητα, ο πιο πρόσφορος δρόμος είναι να παραθέσουμε το ίδιο το κείμενο του μεγάλου ιστορικού. Από το ίδιο το κείμενο αναδύεται ανενδοίαστη, απάνθρωπη και προκλητική η αλαζονεία της δύναμης και η ροπή της δύναμης προς την αδικία και την αυτοκαταστροφή, που αργά ή γρήγορα θα έρθει.

Εικόνα: Η Δηλιακή συμμαχία το 431 π.Χ.

Τα γεγονότα πριν τον Μάρτιο του 416 π.Χ.

Ένας σύντομος πρόλογος είναι αναγκαίος. Βρισκόμαστε στον Μάρτιο του 416 π.Χ. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος σε αυτή τη φάση  έχει περιοριστεί σε περιφερειακές συγκρούσεις, διότι οι δύο μεγάλοι μονομάχοι, Αθήνα και Σπάρτη, δεσμεύονται από την εφήμερη, όπως αποδείχτηκε, «Ειρήνη του Νικία». Έτσι λοιπόν οι Αθηναίοι αποφασίζουν να έρθουν στο νησί της Μήλου και απαιτούν να «ενταχθεί» το νησί στην Δηλιακή συμμαχία.

Η Μήλος, ως αποικία των Λακεδαιμονίων, είχε δώσει στο παρελθόν χρήματα στη Σπάρτη για τη διεξαγωγή του πολέμου, αλλά πέραν τούτου δεν είχε προκαλέσει με κάποιον άλλο τρόπο την Αθήνα. Επίσης είχε αναγραφεί στο φορολογικό κατάλογο της Αθηναϊκής συμμαχίας, του έτους 425-424, αλλά παρόλα αυτά δεν κατέβαλε τον απαιτούμενο από την συμμαχία φόρο. Φαίνεται ότι προσπαθούσε να κρατήσει ίσες αποστάσεις και από τους δύο αντίπαλες παρατάξεις, αλλά σε τέτοιους άγριους καιρούς η ουδετερότητα μάλλον βλάπτει παρά ωφελεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Εμφανίστηκαν λοιπόν οι Αθηναίοι το Μάρτη μήνα του 416 π.Χ, με ναυτική και πεζική δύναμη πολλαπλάσια από εκείνη που μπορούσαν να αντιπαρατάξουν οι Μήλιοι και με την απειλή της βίας ζητούσαν να διαπραγματευτούν «εκούσια» προσχώρηση της Μήλου στην Αθηναϊκή «συμμαχία». Τις «διαπραγματεύσεις» που ακολούθησαν, μάλλον μια συγκεκριμένη φάση τους, έχει αφηγηθεί ο Θουκυδίδης και το σχετικό τμήμα της Ξυγγραφής (βιβλίο 5ο κεφ. 84-116) είναι γνωστό ως διάλογος Μηλίων και Αθηναίων.

Οι λόγοι των Αθηναίων στην περίοδο αυτή έχουν αποτελέσει κλασικό δείγμα πολιτικού κυνισμού σε επίπεδο διεθνών σχέσεων. Είναι περίπτωση όπου η δύναμη, δηλαδη οι Αθηναίοι, ποδοπατούν την έννοια της δικαιοσύνης που την επικαλείται η αδύναμη πλευρά, δηλαδη οι Μήλιοι.

Εικόνα: Οκτώ βιβλία γραμμένα από τον Θουκυδίδη, μαζί με τα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα αποτελούν μια εξαιρετική πηγή για την μελέτη του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Πόση αξιοπιστία έχει η αφήγηση του Θουκυδίδη για κείνα τα δραματικά γεγονότα δεν είναι ζήτημα που θα θέλαμε να το σχολιάσουμε εμείς εδώ. Ανάγεται στη γενικότερη επιμονή του ιστορικού για τη βάσανο των πληροφοριών του στην αναζήτηση της αλήθειας. Μόνο για το πώς θα μπορούσε να διασωθεί το κείμενο και το περιεχόμενο του διαλόγου Μηλίων και Αθηναίων είναι ανάγκη να διατυπώσουμε κάποιες υποθέσεις.

Κάποιες πληροφορίες πιθανότατα της συνέλεξε από Αθηναίους που ήταν αυτόπτες μάρτυρες το 416 π.Χ. στη Μήλο, που ίσως μάλιστα σχολίαζαν εκείνα τα γεγονότα, είτε καμαρώνοντας για τη διαλεκτική τους δεινότητα είτε απολογούμενοι μπροστά σε μια «οργισμένη» Κοινή Γνώμη για την απάνθρωπη πράξη.

Πιθανό είναι βέβαια, πληροφορίες να περισυνελέγησαν και από τους Σπαρτιάτες προς τους οποίους οι Μήλιοι θα κοινολόγησαν το περιεχόμενο των «διαπραγματεύσεων» ζητώντας βοήθεια και σωτηρία. Τέλος, είναι πολύ πιθανό ότι ο Θουκυδίδης, σύμφωνα με την ομολογημένη αρχή του, «χρωμάτισε» τις προφορικές βέβαια πληροφορίες του και τις οργάνωσε σε ενιαίο διαλογικό κείμενο, έτσι όπως μπορούσε να έχει ειπωθεί μέσα στο πολεμικό κλίμα της εποχής, μένοντας πάντα πιστός στο περιεχόμενο του διαλόγου.

Όπως και να έχει δεν έχουμε αμφιβολίες για την αξιοπιστία του ιστορικού, την ακρίβεια των πληροφοριών του και το δικό του πάθος για την αλήθεια. Ήρθε λοιπόν η ώρα να σας παραθέσουμε το κείμενο του Θουκυδίδη, σε μετάφραση Αναστάσιου Γεωργοπαπαδάκου, που παρουσιάζει το δραματικό διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων.

Ο διάλογος Μηλίων και Αθηναίων.

Θουκυδίδου, Ξυγγραφή, βιβλίο Ε΄, κεφάλαια 84-116

84.

Το επόμενο καλοκαίρι ο Αλκιβιάδης έφτασε στο Άργος με είκοσι καράβια κι έπιασε όσους Αργείους θεωρούνταν ακόμη ύποπτοι και άνθρωποι των Λακεδαιμονίων, τριακόσιους άνδρες, και οι Aθηναίοι τους απόθεσαν για ασφάλεια στα κοντινά νησιά, σε όσα εξουσίαζαν. Εκστρατεύσανε επίσης οι Αθηναίοι εναντίον της Μήλου με τριάντα δικά τους καράβια, έξι Χιώτικα και δύο Λεσβιακά, και με χίλιους διακόσιους οπλίτες, τριακόσιους τοξότες και είκοσι ιπποτοξότες Αθηναίους, και περίπου χίλιους πεντακόσιους οπλίτες σύμμαχους νησιώτες. Οι Μήλιοι είναι άποικοι των Λακεδαιμονίων και δεν ήθελαν να γίνουν υπήκοοι των Αθηναίων, όπως οι άλλοι νησιώτες. Στην αρχή κράτησαν ουδετερότητα και έμειναν ήσυχοι. Έπειτα, όταν οι Αθηναίοι μεταχειρίζονταν βία εναντίον τους καταστρέφοντας τη γη τους, έφτασαν σε ανοιχτό πόλεμο. Όταν λοιπόν στρατοπέδευσαν στη γη τους με τη στρατιωτική αυτή ετοιμασία οι στρατηγοί Κλεομήδης του Λυκομήδη και Τεισίας του Τεισιμάχου, και πριν αρχίσουν να την καταστρέφουν, έστειλαν πρέσβεις για να κάνουν πρώτα διαπραγματεύσεις. Τους πρέσβεις αυτούς οι Μήλιοι δεν τους παρουσίασαν στη συνέλευση του λαού, αλλά τους κάλεσαν να πουν αυτά για τα οποία είχαν έρθει στους άρχοντες και τους προκρίτους. Οι Αθηναίοι πρέσβεις είπαν στην ουσία τα εξής:

85.

«Επειδή οι προτάσεις μας δε θα γίνουν προς το λαό, για να μην εξαπατηθεί το πλήθος ακούοντάς μας να εκθέτουμε, σε μια συνεχή αγόρευση, επιχειρήματα ελκυστικά και ανεξέλεγκτα (γιατί καταλαβαίνουμε πως αυτό το νόημα έχει το ότι μας φέρατε μπροστά  στους λίγους), σεις οι συγκεντρωμένοι εδώ κάμετε κάτι ακόμη πιο σίγουρο. Μη μας απαντάτε και σεις μ’ ένα συνεχή λόγο αλλά σε κάθε σημείο που νομίζετε πως δε μιλάμε όπως είναι το συμφέρον σας, να μας σταματάτε και να λέτε τη γνώμη σας. Και πρώτα πρώτα πείτε μας αν συμφωνείτε με όσα προτείνουμε».

86.

Οι αντιπρόσωποι των Μηλίων αποκρίθηκαν: «Την καλή σας ιδέα να δώσουμε μεταξύ μας με ησυχία εξηγήσεις δεν την κατακρίνουμε, οι πολεμικές όμως ετοιμασίες που δεν είναι μελλοντικές, αλλά παρούσες ήδη, βρίσκονται σε φανερή αντίθεση με την πρότασή σας αυτή. Γιατί βλέπουμε ότι έχετε ρθει σεις οι ίδιοι δικαστές για όσα πρόκειται να ειπωθούν και ότι το τέλος της συζήτησης, σύμφωνα με κάθε πιθανότητα, θα φέρει σε μας πόλεμο, αν υπερισχύσουμε εξαιτίας του δίκιου μας και γι’ αυτό αρνηθούμε να υποχωρήσουμε, δουλεία αν πειστούμε».

87.

ΑΘ. Αν ήρθατε σ’ αυτή τη συνεδρίαση για να κάμετε εικασίες για τα μελλούμενα ή για τίποτε άλλο, κι όχι, απ’ την τωρινή κατάσταση κι από όσα βλέπετε να σκεφτείτε για τη σωτηρία της πολιτείας σας, μπορούμε να σταματήσουμε, αν όμως ήρθατε γι’ αυτό, μπορούμε να   συνεχίσουμε.

88.

ΜΗΛ. Είναι φυσικό και συγχωρείται, στη θέση που βρισκόμαστε, να πηγαίνει ο νους μας σε πολλά, κι επιχειρήματα και σκέψεις. Αναγνωρίζουμε ότι η σημερινή συνάντηση γίνεται βέβαια για τη σωτηρία μας, κι η συζήτηση, αν νομίζετε σωστό, ας γίνει με τον τρόπο

που προτείνετε.

89.

ΑΘ. Κι εμείς λοιπόν δε θα πούμε με ωραίες φράσεις μακρούς λόγους, που δεν πρόκειται να σας πείσουν, ή ότι δίκαια έχουμε την ηγεμονία μας, επειδή νικήσαμε τους Πέρσες, ή ότι τώρα εκστρατεύουμε εναντίον σας, επειδή αδικούμαστε, κι από σας ζητούμε να μη νομίσετε πως θα μας πείσετε λέγοντας ή ότι, ενώ είστε άποικοι των Λακεδαιμόνιων, δεν πήρατε μέρος στον πόλεμο στο πλευρό τους ή δε μας κάματε κανένα κακό. Έχουμε την απαίτηση να επιδιώξουμε πιο πολύ να επιτύχουμε τα δυνατά από όσα κι οι δυο μας αληθινά έχουμε στο νου μας, αφού ξέρετε και ξέρουμε ότι κατά την κρίση των ανθρώπων το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του κι ότι, όταν αυτό δε συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται.

90.

ΜΗΛ. Όπως εμείς τουλάχιστο νομίζουμε, είναι χρήσιμο (ανάγκη να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή εσείς τέτοια βάση βάλατε στη συζήτησή μας, να αφήσουμε κατά μέρος το δίκαιο και να μιλάμε για το συμφέρον) να μην καταργήσετε σεις αυτό το κοινό καλό, αλλά να υπάρχουν, γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, τα εύλογα και τα δίκαια και να ωφελείται κάπως αν πείσει, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δε βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου. Κι αυτό δεν είναι σε σας λιγότερο συμφέρον από ό,τι σε μας, γιατί, αν νικηθείτε, θα μπορούσατε να γενείτε παράδειγμα στους άλλους για να σας επιβάλουν την πιο μεγάλη τιμωρία.

91.

ΑΘ. Εμείς για το τέλος της ηγεμονίας μας, αν αυτή θα καταλυθεί κάποτε, δεν ανησυχούμε, γιατί δεν είναι επικίνδυνοι στους νικημένους όσοι, όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ασκούν ηγεμονία πάνω σε άλλους (άλλωστε η αντιδικία μας δεν είναι με τους Λακεδαιμονίους) αλλά επικίνδυνοι είναι οι υπήκοοι, αν τυχόν αυτοί ξεσηκωθούν και νικήσουν εκείνους που τους εξουσίαζαν. Όσο γι αυτό, ας μείνει σε μας η φροντίδα να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο. Εκείνο όμως που θέλουμε τώρα να κάνουμε φανερό σε σας είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και όσα θα πούμε τώρα σκοπό έχουν τη σωτηρία της πολιτείας σας, επειδή θέλουμε και χωρίς κόπο να σας εξουσιάσουμε και για το συμφέρον και των δυο μας να σωθείτε.

92.

ΜΗΛ. Και πώς μπορεί να συμβεί να είναι ίδια συμφέρον σε μας να γίνουμε δούλοι , όπως σε σας να γίνετε κύριοί μας;

93.

ΑΘ. Επειδή σεις θα έχετε τη δυνατότητα να υποταχθείτε πριν να πάθετε τις πιο μεγάλες συμφορές, κι εμείς, αν δε σας καταστρέψουμε, θα έχουμε κέρδος.

94.

ΜΗΛ. Ώστε δε θα δεχθείτε, μένοντας εμείς ήσυχοι, να είμαστε φίλοι αντί εχθροί, σύμμαχοι όμως κανενός από τους δυο σας;

95.

ΑΘ. Όχι, γιατί δε μας βλάφτει τόσο ή έχθρα σας όσο η φιλία σας. Η φιλία σας, στα μάτια των υπηκόων μας, θα ήταν απόδειξη αδυναμίας μας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας.

96.

ΜΗΛ. Έτσι σκέφτονται οι υπήκοοί σας για το σωστό, ώστε να βάζουν στην ίδια μοίρα εκείνους που δεν έχουν καμιά φυλετική σχέση μαζί σας κι εκείνους που οι περισσότεροί τους είναι άποικοί σας, μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς αποστάτησαν κι υποτάχτηκαν;

97.

ΑΘ. Ναι, γιατί νομίζουν ότι λόγια που να στηρίζονται στο δίκαιο δε λείπουν από κανένα, πιστεύουν όμως πως όσοι διατηρούν την ελευθερία τους το χρωστούν στη δύναμή τους κι ότι εμείς δεν εκστρατεύουμε εναντίον τους από φόβο. Ώστε το να σας υποτάξουμε εκτός που θα αύξαινε τους υπηκόους μας θα μας πρόσφερε και ασφάλεια, και μάλιστα αν σεις, νησιώτες και πιο αδύναμοι από άλλους δεν υπερισχύσετε απέναντί μας που είμαστε κυρίαρχοι στη θάλασσα.

98.

ΜΗΛ. Και δε νομίζετε ότι υπάρχει ασφάλεια στην πρότασή μας εκείνη; Γιατί κι εδώ πάλι είναι ανάγκη, όπως εσείς μας υποχρεώσατε να αφήσουμε τους δίκαιους λόγους και ζητάτε να μας πείσετε να υποχωρήσουμε μπροστά στο δικό σας συμφέρον, έτσι κι εμείς να σας εξηγήσουμε το δικό μας συμφέρον, αν αυτό τυχαίνει να είναι μαζί και δικό σας, και να προσπαθήσουμε να σας πείσουμε. Γιατί πώς είναι δυνατό να μην κάμετε εχθρούς σας όσους τώρα είναι ουδέτεροι, όταν αυτοί, βλέποντας τα όσα έγιναν εδώ, πιστέψουν πως κάποτε σεις θα επιτεθείτε κι εναντίον τους; Και μ’ αυτό τι άλλο θα πετύχετε παρά να ενισχύσετε αυτούς που είναι τώρα εχθροί σας, κι εκείνους που ποτέ δε σκέφτηκαν να γίνουν, παρά τη θέλησή τους, να τους στρέψετε εναντίον σας;

99.

ΑΘ. Καθόλου, γιατί δε νομίζουμε ότι είναι πιο επικίνδυνοι για μας αυτοί που, κατοικώντας κάπου στη στεριά, εξαιτίας της ελευθερίας τους, θ’ αργήσουν πολύ να πάρουν προφυλακτικά μέτρα εναντίον μας αλλά οι νησιώτες, όσοι, όπως σεις, βρίσκονται κάπου ανεξάρτητοι, κι όσοι είναι κιόλας ερεθισμένοι από τις αναγκαίες πιέσεις της ηγεμονίας  μας. Αυτοί λοιπόν, με το να στηριχτούν πολύ στην απερισκεψία, μπορούν να φέρουν, και τον εαυτό τους κι εμάς, σε φανερούς κινδύνους.

100.

ΜΗΛ. Αν σεις για να μη χάσετε την ηγεμονία σας, κι ο υπήκοοί σας για να απαλλαγούν από αυτήν αψηφάτε τόσους κινδύνους, φανερό πως εμείς, που είμαστε ακόμη ελεύθεροι, θα δείχναμε μεγάλη ευτέλεια και δειλία, αν δεν κάναμε το παν προτού γίνουμε δούλοι.

101.

ΑΘ. Όχι , αν αποφασίσετε συνετά. Γιατί δεν αγωνίζεστε με ίσους όρους για να δείξετε την ανδρεία σας, δηλαδή για να μην ντροπιαστείτε. Πιο πολύ πρόκειται να αποφασίσετε για τη σωτηρία σας, δηλαδή για το να μην αντιστέκεστε στους πολύ πιο δυνατούς σας.

 

102.

ΜΗΛ. Ξέρουμε όμως πως καμιά φορά οι τύχες του πολέμου κρίνονται πιο δίκαια, κι όχι ανάλογα με τη διαφορά σε πλήθος ανάμεσα στους δυο αντιπάλους. Και σε μας η άμεση υποχώρηση δε δίνει καμιά ελπίδα, ενώ με το να αγωνιστούμε υπάρχει ακόμη ελπίδα να μείνουμε όρθιοι.

103.

ΑΘ. Η ελπίδα, παρηγοριά την ώρα του κινδύνου, όσους την έχουν από περίσσια δύναμη κι αν τους βλάψει δεν τους καταστρέφει. Όσοι όμως, στηριγμένοι πάνω της, τα παίζουν όλα για όλα, (γιατί απ’ τη φύση της είναι σπάταλη), μονάχα όταν αποτύχουν τη γνωρίζουν, όταν πια, για κείνον που έκαμε τη γνωριμία της, δεν έχει τίποτε για να το προφυλάξει απ’ αυτήν. Αυτό σεις, αδύναμοι και που η τύχη σας κρίνεται από μια μονάχα κλίση της ζυγαριά, μη θελήσετε να το πάθετε ούτε να μοιάσετε τους πολλούς που, ενώ μπορούν ακόμη να σωθούν με ανθρώπινα μέσα, όταν τους βρουν οι συμφορές και τους εγκαταλείψουν οι βέβαιες ελπίδες, καταφεύγουν στις αβέβαιες ελπίδες, τη μαντική και τους χρησμούς και όσα άλλα τέτοια, με τις ελπίδες που δίνουν φέρνουν στην καταστροφή.

104.

ΜΗΛ. Κι εμείς το ξέρετε καλά, θεωρούμε πως είναι δύσκολο να αγωνιστούμε ενάντια στη δύναμή σας, μαζί κι ενάντια στην τύχη, αν αυτή δε σταθεί αμερόληπτη. Όσο για την τύχη όμως πιστεύουμε, ότι δε θα αξιωθούμε από τους θεούς χειρότερη τύχη, γιατί θεοφοβούμενοι εμείς αντιμετωπίζουμε άδικους. Όσο για τη δύναμη που δεν έχουμε, τις ελλείψεις μας θα τις συμπληρώσει η συμμαχία των Λακεδαιμονίων, που είναι αναγκασμένοι να μας βοηθήσουν, αν όχι γι’ άλλο λόγο, τουλάχιστον από φυλετική συγγένεια κι από ντροπή. Δεν έχουμε λοιπόν καθόλου παράλογα τόσο θάρρος.

105.

ΑΘ. Αλλά κι εμείς νομίζουμε ότι δε θα μας λείψει η εύνοια των θεών, γιατί δε ζητούμε και δεν κάνουμε τίποτε που να βρίσκεται έξω από ό,τι πιστεύουν οι άνθρωποι για τους θεούς ή θέλουν στις αναμεταξύ τους σχέσεις. Έχουμε τη γνώμη για τους θεούς και τη βεβαιότητα για τους ανθρώπους, ότι, αναγκασμένοι από ένα φυσικό νόμο επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους όπου είναι πιο δυνατοί . Το νόμο αυτό ούτε εμείς τον θεσπίσαμε ούτε θεσπισμένο πρώτοι εμείς τον εφαρμόσαμε, αλλά τον βρήκαμε να υπάρχει και θα τον αφήσουμε να υπάρχει παντοτινά, και τον εφαρμόζουμε ξέροντας ότι κι εσείς και άλλοι, αν αποκτούσατε την ίδια δύναμη με μας, θα κάνατε τα ίδια. Όσο λοιπόν για την εύνοια των θεών, έχουμε κάθε λόγο να μη φοβόμαστε ότι θα βρεθούμε σε μειονεκτική θέση. Όσο για την ιδέα σας για τους Λακεδαιμόνιους, στην οποία στηρίζετε την πεποίθηση ότι από ντροπή θα σας βοηθήσουν, ενώ μακαρίζουμε την αθωότητά σας δε ζηλεύουμε την αφροσύνη σας. Πραγματικά οι Λακεδαιμόνιοι στις μεταξύ τους σχέσεις και στις συνήθειες του τόπου τους δείχνονται πολύ ενάρετοι. Για τη συμπεριφορά τους όμως απέναντι σ τους άλλους, μόλο που θα ’χε κανείς πολλά να πει για το πώς φέρονται, θα μπορούσε πολύ καλά να τα συνοψίσει αν έλεγε ότι, από όλους τους ανθρώπους που ξέρουμε, αυτοί δείχνουν ολοφάνερα ότι θεωρούν τα ευχάριστα έντιμα και τα συμφέροντα δίκαια. Και αλήθεια, η τέτοια νοοτροπία τους δεν είναι καθόλου ευνοϊκή προς τις τωρινές παράλογες ελπίδες σας για σωτηρία.

106.

ΜΗΛ. Αλλά εμείς γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έχουμε αυτή τη στιγμή πιο πολύ την πεποίθηση ότι οι Λακεδαιμόνιοι, για το συμφέρον το δικό τους, δε θα θελήσουν να προδώσουν τους Μήλιους, που είναι άποικοί τους, και να φτάσουν να γίνουν αναξιόπιστοι στους φίλους τους Έλληνες κι ωφέλιμοι στους εχθρούς τους.

107.

ΑΘ. Και δε νομίζετε ότι το συμφέρον βρίσκεται στην ασφάλεια, ενώ το δίκαιο και το έντιμο κατορθώνονται με κινδύνους τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι, τις περισσότερες φορές, ελάχιστα αποτολμούν;

108.

ΜΗΛ. Αλλά νομίζουμε ότι και τους κινδύνους για χάρη μας θα αναλάβουν αυτοί πιο πρόθυμα, κι ότι θα θεωρήσουν πως είναι πιο σίγουροι αν για μας κι όχι για τους άλλους τους αναλάβαιναν, τόσο γιατί για τις πολεμικές επιχειρήσεις βρισκόμαστε κοντά στην Πελοπόννησο όσο και γιατί στα φρονήματα, εξαιτίας της φυλετικής συγγένειας, είμαστε πιο αξιόπιστοι από άλλους.

109.

ΑΘ. Εγγύηση γι’ αυτούς που θα συμπολεμήσουν δεν είναι η φιλική διάθεση αυτών που τους καλούν, αλλά αν υπερέχουν σε πραγματική δύναμη. Κι αυτό το λογαριάζουν οι Λακεδαιμόνιοι περισσότερο από κάθε άλλον (από έλλειψη άλλωστε εμπιστοσύνης στη δική τους ετοιμασία, μονάχα με πολλούς συμμάχους εκστρατεύουν εναντίον των γειτόνων τους), ώστε δε φαίνεται πιθανό ότι αυτοί θα στείλουν στρατό σ’ ένα νησί την ώρα που είμαστε εμείς θαλασσοκράτορες.

110.

ΜΗΛ. Αλλά θα μπορούσαν να στείλουν κι άλλους. Κι ακόμη το Κρητικό πέλαγος είναι πλατύ και μέσα σ’ αυτό είναι πιο δύσκολο οι θαλασσοκράτορες να συλλάβουν παρά να σωθούν αυτοί που θέλουν να ξεφύγουν. Κι αν όμως αποτύχαιναν σ’ αυτό, θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον της γης σας κι εναντίον των υπόλοιπων συμμάχων σας, σε όσους δεν έφτασε ο Βρασίδας. Και τότε θα έχετε να αγωνισθείτε όχι μόνο για μια χώρα που δε σας ανήκε ποτέ, αλλά για πράγματα πιο δικά σας, τη συμμαχία σας και τη γη σας.

111.

ΑΘ. Ξέρετε από την πείρα σας πως απ’ αυτό κάτι μπορεί να συμβεί, αλλά δεν αγνοείτε επίσης ότι οι Αθηναίοι ποτέ ως σήμερα δεν αποτραβήχτηκαν από καμιά πολιορκία, επειδή φοβήθηκαν άλλους. Παρατηρούμε όμως ότι ενώ είπατε ότι θα σκεφτείτε για τη σωτηρία σας, στην πιο πλατιά συζήτηση δεν έχετε πει τίποτε στο οποίο βασισμένοι λογικοί άνθρωποι θα πίστευαν ότι μπορούν να σωθούν, αλλά τα πιο δυνατά σας στηρίγματα είναι μελλοντικές ελπίδες, ενώ τα μέσα που έχετε είναι πολύ μικρά για να υπερισχύσετε, αν συγκριθούν με εκείνα που αυτή τη στιγμή βρίσκονται παραταγμένα εναντίον σας. Και δείχνετε μεγάλη απερισκεψία αν, αφού ζητήσετε να αποσυρθούμε, δεν αποφασίσετε όσο ακόμη είναι καιρός κάτι άλλο πιο φρόνιμο απ’ αυτά. Να μην πάει ο νους σας στη ντροπή που τόσο συχνά καταστρέφει τους ανθρώπους, όταν αντιμετωπίζουν κινδύνους φανερούς και ταπεινωτικούς. Γιατί πολλούς, ενώ ήταν ακόμη σε θέση να ιδούν καθαράσε ποιους κινδύνους οδηγούνταν, τους παρέσυρε η δύναμη μιας ελκυστικής λέξης, της λεγόμενης ντροπής, και, νικημένοι απ’ τη λέξη, στην πράξη έπεσαν θεληματικά σε αγιάτρευτες συφορές κι ακόμη απόχτησαν ντροπή πιο ταπεινωτική, αφού αυτή ήταν αποτέλεσμα ανοησίας παρά τύχης. Αυτό σεις, αν σκεφτείτε φρόνιμα, θα το αποφύγετε και δε θα νομίστε άπρεπο να υποχωρήσετε στην πολιτεία την πιο δυνατή που σας προτείνει όρους λογικούς, να γίνετε δηλαδή σύμμαχοί της πληρώνοντας φόρο, διατηρώντας τη χώρα σας, και, ενώ σας δίνεται η εκλογή ανάμεσα στον πόλεμο και στην ασφάλεια, εσείς να διαλέξετε τα χειρότερα επιζητώντας να φανείτε ανώτεροι. Γιατί όσοι στους ίσους δεν υποχωρούν, στους δυνατότερους φέρνονται φρόνιμα και στους κατώτερους δείχνονται μετριοπαθείς, αυτοί πιο πολύ προκόβουν. Σκεφτείτε, λοιπόν, όταν εμείς αποσυρθούμε, και συλλογιστείτε πολλές φορές ότι αποφασίζετε για την πατρίδα, για τη μια και μόνη πατρίδα σας, κι ότι απ’ τη μιαν αυτή απόφασή σας θα εξαρτηθεί το να ευτυχήσει τούτη ή να δυστυχήσει.

112.

Οι Αθηναίοι αποχώρησαν από τη συζήτηση και οι Μήλιοι, όταν μείνανε μόνοι τους, επειδή αποφάσισαν παραπλήσια με εκείνα που έλεγαν πρωτύτερα, αποκρίθηκαν τα εξής: «Ούτε γνώμη διαφορετική από την προηγούμενη έχουμε, Αθηναίοι, ούτε μέσα σε λίγες στιγμές θα στερήσουμε μια πόλη, που υπάρχει εδώ και εφτακόσια χρόνια, από την ελευθερία της, αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στην τύχη, που χάρη στην εύνοια των θεών την προστατεύει ως τώρα, και στη βοήθεια των ανθρώπων, ιδιαίτερα των Λακεδαιμονίων, θα προσπαθήσουμε να τη σώσουμε. Σας προτείνουμε όμως να είμαστε φίλοι σας, εχθροί με κανένα από τους δυο σας, και να φύγετε από τη γη μας, αφού κάνουμε συνθήκη που θα την κρίνουμε ωφέλιμη και στους δυο μας».

113.

Οι Μήλιοι λοιπόν τόσα μονάχα αποκρίθηκαν. Οι Αθηναίοι αποχωρώντας πια οριστικά από τις διαπραγματεύσεις είπαν: «Πραγματικά, όπως νομίζουμε ύστερα από την απόφασή σας αυτή, είστε οι μόνοι που κρίνετε τα μελλοντικά πιο καθαρά από αυτά που βλέπετε μπροστά στα μάτια σας, και τα άγνωστα, επειδή τα θέλετε, τα θεωρείτε σαν να γίνονται στην πραγματικότητα. Τα έχετε παίξει όλα και στηριγμένοι ολότελα στους Λακεδαιμόνιους, θα τα χάσετε όλα».

114.

Οι Αθηναίοι πρέσβεις γύρισαν στο στρατόπεδο και οι στρατηγοί, αφού οι Μήλιοι δεν υποχωρούσαν σε τίποτε, άρχισαν αμέσως τις εχθροπραξίες, κι αφού μοίρασαν τη δουλειά στα στρατιωτικά τμήματα της κάθε πόλης, έζωσαν κυκλικά με τείχος τους Μήλιους. Ύστερα οι Αθηναίοι άφησαν φρουρά από δικούς τους στρατιώτες και συμμάχους, στη στεριά και τη θάλασσα, κι έφυγαν με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού. Οι υπόλοιποι έμειναν και πολιορκούσαν τον τόπο.

Σκέψεις και συμπεράσματα.

Ολόκληρος ο διάλογος αποτελεί κορυφαία έκφραση της σκληρότητας ενός πολέμου, που ο Θουκυδίδης βρήκε την ευκαιρία να την αφηγηθεί και να την αναλύσει με σελίδες που επίσης διατηρούν οδυνηρή επικαιρότητα για τον κόσμο μας. Είναι όμως ιστορικά φρόνιμο και κοινωνικά ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε, είναι ο πόλεμος που έχει εξαγριώσει τα ήθη των ανθρώπων, ώστε με τόση ιταμότητα οι Αθηναίοι, στο περιστατικό που μας απασχολεί, να ζητούν την υποταγή μιας μικρής ουδέτερης πόλης κα στην άρνηση των κατοίκων της να απαντούν με φονικό μαχαίρι; Ή μήπως έχουν συντελέσει σταδιακά και αδιόρατα και άλλοι παράγοντες;

Ίσως είναι σκόπιμο, πριν διατυπώσουμε ετυμηγορία, να παρακολουθήσουμε κάποιους άλλους θεσμούς της Αθηναϊκής κοινωνίας, που οδήγησαν βέβαια στο μεγαλείο της Αθήνας, ίσως όμως και να καλλιέργησαν σιγά – σιγά και βαθμιαία τη λατρεία της δύναμης, τα άδικα συμφέροντα, την πολιτική μυωπία, μια πολιτική συμπεριφορά χωρίς αναφορά στη  δικαιοσύνη αλλά μόνο στο συμφέρον, στις εσωτερικές και στις εξωτερικές σχέσεις.

Μελετώντας ένα μόνο θεσμό και τις επιπτώσεις του στη συμπεριφορά των Αθηναίων είναι πιθανό ότι θα βρούμε όχι μόνο ερμηνεία για τα όσα είπαν και έπραξαν οι Αθηναίοι στη διάρκεια του πολέμου αλλά και αφορμή για να αξιολογήσουμε γενικότερα πόσο οι θεσμοί μιας κοινωνίας επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης και δράσης των ανθρώπων.

Παρακολουθούμε λοιπόν τις εξελίξεις ή μάλλον τις θεμελιακές αλλαγές που συντελέστηκαν στην αθηναϊκή κοινωνία ύστερα από το 478 π.Χ, που η Αθήνα είχε την αρχηγία της συμμαχίας. Η συμμαχία είχε χαρακτήρα αμυντικό και επιθετικό, ενάντια σε οποιονδήποτε που θα απειλούσε την ανεξαρτησία των μελών της, που έφτασαν να είναι 400 πόλεις. Έδρα της συμμαχίας ορίστηκε η Δήλος. Εκεί συνεδρίαζαν οι αντιπρόσωποι των πόλεων – μελών και είχαν όλοι ίση ψήφο.

Όλα τα μέλη της είχαν υποχρέωση να συμβάλλουν με πολεμικά πλοία ή να καταβάλλουν ετήσιο φόρο στο συμμαχικό ταμείο, που φυλασσόταν στο ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο. Ο αριθμός των πλοίων ή το ύψος του φόρου καθοριζόταν με διμερή συμφωνία ανάμεσα στην Αθήνα και σε κάθε πόλη – μέλος χωριστά, κάθε 4 χρόνια. Έτσι, η Αθήνα είχε θέση ηγεμονική μέσα στη συμμαχία από την αρχή της συγκρότησής της, αν λάβουμε υπόψη και τα παρακάτω.

Εικόνα: Η συνάντηση μεταξύ του Κύρου του Νεότερου (αριστερά), Σατράπη της Μικράς Ασίας και του γιου του Δαρείου Β΄, και του Σπαρτιάτη στρατηγού Λύσανδρου (δεξιά), στις Σάρδεις.

Οι δέκα ελληνοταμίες, μεγαλόστομη ονομασία που έδειχνε επεκτατική διάθεση, που διαχειρίζονταν τα χρήματα της συμμαχίας, ήταν όλοι Αθηναίοι και τις αποφάσεις της συμμαχίας τις εκτελούσε αποκλειστικά η Αθήνα, που διατηρούσε τα πλοία και τα χρήματα των συμμάχων. Με τα χρήματα της Συμμαχίας, 460 τάλαντα αρχικά, διπλάσια αργότερα και σχεδόν τριπλάσια στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι ναυπηγούσαν πλοία, σε δικά τους ναυπηγεία, πλήρωναν ναύτες, κατά κύριο λόγο Αθηναίους και έφτιαχναν εξαρτήματα και οπλισμό, σε αθηναϊκά εργαστήρια.

Έτσι, η οικονομική ζωή της Αθήνας προσανατολίστηκε ως ένα βαθμό και εξαρτήθηκε από τα συμμαχικά τάλαντα. Επιπλέον, με την παρουσία του στόλου άνοιγαν εμπορικοί δρόμοι και αγορές για τα γεωργικά και βιοτεχνικά προϊόντα των Αθηναίων ή για την προμήθεια της Αθήνας με τα προϊόντα άλλων περιοχών.

Όταν πέρασαν 10-15 χρόνια και ο περσικός κίνδυνος απομακρυνόταν ολοένα από τις ελληνικές θάλασσες και από τις συνειδήσεις των Ελλήνων, άρχισαν οι «σύμμαχοι» να δυσφορούν, που αυτοί πλήρωναν «φόρο» στην Αθήνα, και να δυστροπούν. Τότε όμως αυτοί ήταν αδύναμοι απέναντι σε μια πανίσχυρη και πλούσια Αθήνα, που με τις ακούσιες πλέον εισφορές των «συμμάχων» γινόταν διαρκώς πιο δυνατή, πιο πλούσια και γι’ αυτό πιο επικίνδυνη.

Κάτι άλλο είχε στο μεταξύ αλλάξει ο τρόπος σκέψης και δράσης των Αθηναίων. Αυτοί που ήταν κάποτε ελευθερωτές της Ελλάδας και καμάρωναν γι’ αυτό, είναι γνωστό πόσο καυχιόνταν λέγοντας για τα «εν Μαραθώνι και Σαλαμίνι» έργα των πατέρων τους, άρχισαν τώρα να αντιδρούν βίαια στο αίτημα απελευθέρωσης των «συμμάχων» και να περιορίζουν την αυτονομία των συμμάχων και να επιβάλλουν δυναμικά πια την ηγεμονία της Αθήνας.

Τη νέα αυτή αντίληψη των Αθηναίων για τη θέση των συμμάχων τους τη δοκίμασαν πρώτοι οι Νάξιοι, το 468 π.Χ, και λίγο αργότερα οι Θάσιοι. Τότε ο «συμμαχικός» στόλος, που για τη  συντήρησή του πλήρωναν οι «σύμμαχοι», χρησιμοποιήθηκε ενάντια στους «συμμάχους», πρώτα για δυναμική επίδειξη και στη συνέχεια για πολιορκία των «συμμάχων», ενώ υποχρεώνονταν οι τελευταίοι να γκρεμίζουν τα τείχη τους, να παραδίνουν τα πλοία τους και να αποδέχονται και μεγαλύτερη εισφορά στη «Συμμαχία», που ήταν τώρα γι’ αυτούς δύναμη Τυραννίας, να δέχονται Αθηναίους «κληρούχους» που έπαιρνα μερίδα από τη γη των «συμμάχων» και φυσικά ασκούσαν και καθήκοντα αστυνόμευσης σε βάρος των νέων συμπολιτών τους.

Επιπλέον, οι ταπεινωμένοι «σύμμαχοι» αναγκάζονταν να υποχωρούν σε άλλες αξιώσεις των Αθηναίων. Οι Θάσιοι, για παράδειγμα, απομακρύνθηκαν από τις πλούσιες αποικίες τους στην απέναντι θρακική ακτή. Εκεί ήταν τα ορυχεία του Παγγαίου και εύλογα ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά η Αθήνα. Αργότερα οι Αθηναίοι θα πάρουν και σκληρότερα μέτρα. Κατά την αποστασία των Ερυθρών οι Αθηναίοι επεμβαίνουν για να αποκαταστήσουν την ευπρέπεια και τη δημοκρατική τάξη στις Ερυθρές και επιβάλλουν στους βουλευτές της συμμαχικής πόλης από δω και πέρα να ορκίζονται ότι θα υπηρετούν το λαό της πόλης τους και της Αθήνας. Ανάλογο μάθημα θα πάρουν οι Κολοφώνιοι, οι Χαλκιδαίοι και οι Σάμιοι.

Εικόνα: Θραύσμα της από κατάλογο εισφορών της  Αθηναϊκής συμμαχίας.

Έτσι οικοδομείται το μεγαλείο και υπονομεύεται το μέλλον της Αθήνας. Αργότερα βέβαια όλα αυτά θα τιμωρηθούν, τότε όμως θα έχει γκρεμιστεί και το μεγαλείο της Αθήνας και η ενότητα του Ελληνισμού και θα ξαναγυρίσει ο βάρβαρος για να επιβάλει κάποια ειρήνη στους Έλληνες ως διαιτητής αυτός. Ο νους πηγαίνει βέβαια στην Ανταλκίδειο ειρήνη του 386 π.Χ.

Ο θεσμός της συμμαχίας και η λάμψη του χρυσού του συμμαχικού ταμείου καλλιέργησαν συλλογικά την πλεονεξία και παρέσυραν σε πράξεις αδικίας και πρόκλησης, που μια μόνο έκφρασή της περιέχει ο διάλογος Μηλίων – Αθηναίων. Με την πρόφαση ότι το ταμείο της Δήλου μπορούσε αιφνιδιαστικά να απειληθεί από τους Πέρσες, το μετέφεραν οι Αθηναίοι στη δική τους Ακρόπολη υπό την άγρυπνη προστασία της Αθηνάς, το 454 π.Χ.

Παράλληλα με αυτές τις πράξεις δυναμικής αυθαιρεσίας βάδιζε η οικονομική διείσδυση κι επιβολή των Αθηναίων. Κορύφωση της τακτικής αυτής αποτελεί η απόφασή τους να επιβάλουν το δικό τους νόμισμα και μετρικό σύστημα στις συμμαχικές πόλεις. Το σχετικό ψήφισμα είναι μνημείο αμάχητο. Αυτό σήμαινε ότι οι Αθηναίοι ρύθμιζαν τον τρόπο των συναλλαγών, αφού αυτοί μόνοι έκοβαν νόμισμα και όριζαν την αγοραστική του δύναμη. Μπορούσα έτσι να καμαρώνουν ότι φέρνουν στην πόλη τους όλα τα αγαθά της γης, «εκ πάσης γης τα πάντα». Οικονομικός και νομισματικός επεκτατισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Λίγο ύστερα από το 454 έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί η διαδικασία υποδούλωσης των «συμμάχων». Οι Αθηναίοι τερματίζουν τις εχθροπραξίες προς τους Πέρσες, το 449 π.Χ, συγκαλούν Πανελλήνιο Συνέδριο στην Αθήνα, αρχίζουν τα μεγάλα έργα στην Ακρόπολη. Είχαν μάλιστα προγράψει στην Αθηνά και το 10% από το συμμαχικό φόρο, «το επιδέκατον της θεού είναι», όπως έλεγε το σχετικό ψήφισμα.

Έπειτα το 445 π.Χ. κλείνουν ειρήνη με τη Σπάρτη κι έτσι ρυθμίζουν πιο άνετα τα εσωτερικά της Συμμαχίας. Έχει τώρα αλλάξει τόσο πολύ η συμπεριφορά των Αθηναίων απέναντι στους πρώην συμμάχους. Το 439 π.Χ. ο Περικλής επιβάλλει στους Σάμιους, που είχαν αποστατήσει, όχι μόνο να κατεδαφίσουν τα τείχη και να παραδώσουν το στόλο αλλά και να πληρώσουν, με δόσεις παρακαλώ, τα έξοδα της εκστρατείας που έγινε για την υποδούλωσή τους. Υπολογίστηκαν σε 1276 τάλαντα. Ποσό μεγαλύτερο από όσα ήταν στην πιο ληστρική ώρα της η ετήσια κανονική είσπραξη από όλες τις πόλεις μαζί της Συμμαχίας. Αλλά πλέον κανένας δεν μπορούσε να αντιδράσει Η Αθήνα ενσάρκωνε πλέον το ρητό, «Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος».

Πηγές:

  • Διάλογος Αθηναίων-Μηλίων σε μετάφραση του Αναστάσιου Γεωργοπαπαδάκου.
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Martin Hammond, «Thucydides – The Peloponnesian War».
  • Θουκυδίδης, «Ξυγγραφή», βιβλίο Ε’.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.