Ελληνική Επανάσταση
Οδυσσέας Ανδρούτσος. Η «τραγικότερη» μορφή του Αγώνα.

Οδυσσέας Ανδρούτσος. Η «τραγικότερη» μορφή του Αγώνα.

«Η πατρίς είναι ιδέα, ωρέ, είναι έρωτας!» Οδυσσέας Ανδρούτσος

Γράφει ο αξιότιμος κ. Άγγελος Μανσόλας.

Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1790, γιός του Καπετάν Ανδρίτσου, Ανδρέα Βαρούση, και της Ακριβής Τσαρλαμπά. Νονός του ήταν ο πιστός φίλος και επί χρόνια συμπολεμιστής του πατέρα του, Λάμπρος Κατσώνης και η σύζυγός του, και πήρε το όνομα Οδυσσεύς προς χάρη του Ομηρικού βασιλέα της γενέτειρας του.

Ο πατέρας του, Καπετάν Ανδρίτσος, είχε γεννηθεί το 1750 στις Λιβανάτες Λοκρίδας και καταγόταν από παλιά γενιά Κλεφτών. Στα 17 του χρόνια είχε σκοτώσει τον Αγά της Αταλάντης που τυραννούσε την περιοχή και έκτοτε «βγήκε στο κλαρί». Θήτευσε στην αυλή του Αλή πασά, ο οποίος θαύμασε τις ικανότητές του και κατόπιν, κατετάγη στο σώμα των Κλεφτών του Μήτρου Βλαχοθανάση.

Η πορεία του Ανδρέα Βαρούση.

Το 1775 επιτέθηκε κατά του Μουχτάρ Πασά έξω από την Ναύπακτο. Ήταν η πρώτη του επίσημη μάχη και έκτοτε, για όλη την διάρκεια της ζωής του, θα πολεμούσε τους Τούρκους, αλλά και τους πλούσιους κοτζαμπάσηδες. Το 1784 διενήργησε νυκτερινή επιδρομή κατά της Λιβαδειάς σπέρνοντας τον τρόμο στον τουρκικό πληθυσμό της πόλης, πυρπολώντας τα αρχοντικά των Οθωμανών αξιωματούχων και των κοτσαμπάσηδων, κερδίζοντας την επωνυμία το «Λιοντάρι της Ρούμελης».

Σε συνεργασία με τον Λάμπρο Κατσώνη επέκτεινε την δράση του στη θάλασσα, καταναυμαχώντας τον τουρκικό στόλο. Την άνοιξη του 1792 επέδραμαν κατά του Πόρτο Κάγιοστη Μάνη. Οι άνδρες του Ανδρίτσου αποβιβάστηκαν στην ακτή, αλλά λίγο αργότερα τα πλοία του Κατσώνη κυκλώθηκαν στην είσοδο του λιμανιού από υπεράριθμα τουρκικά, τα οποία βάλλουν κατά των ολιγάριθμων ελληνικών, ενώ στη συνέχεια αποβιβάζουν 4.000 στρατιώτες οι οποίοι κατευθύνονται κατά των ανδρών του Ανδρίτσου και τους κυκλώνουν.

Εικόνα: Ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Ανδρέας Βαρούσης.

Ο Κατσώνης, παγιδευμένος σαν το ποντίκι στη φάκα, παίρνει τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει τα πλοία του και να ενωθεί με τους άνδρες του κουμπάρου του στη στεριά. Καθώς τα πυρομαχικά των περικυκλωμένων Ελλήνων εξαντλούνται, ο Ανδρίτσος αποφασίζει έξοδο. Μετά από τριήμερη μάχη οι Έλληνες διέσπασαν τον τουρκικό κλοιό διαφεύγοντας στο εσωτερικό της Μάνης, αφήνοντας στο Πόρτο Κάγιο τα πτώματα 2.000 Τούρκων και 150 Ελλήνων.

Επιστρέφοντας όμως, στην Ενετοκρατούμενη τότε Πρέβεζα το 1792, συλλαμβάνεται από τους Ενετούς κατ’ απαίτηση των τουρκικών αρχών και παραδίδεται σε εκείνους. Οδηγείται στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου τον Δεκέμβριο του 1797, ύστερα από εγκλεισμό 4 χρόνων και φρικτών βασανιστηρίων, ξεψυχά. Το αποκεφαλισμένο πτώμα του ρίχτηκε στον Βόσπορο.

Τα νεανικά χρόνια στην «Αυλή του Αλή Πασά».

Ο γιός του, Οδυσσέας Ανδρούτσος, ήταν τότε μόλις 7 ετών, αν και στην πραγματικότητα τον πατέρα του τον είχε ήδη χάσει από την ηλικία των 2, όταν είχε αιχμαλωτισθεί από τους Ενετούς. Παρόλα αυτά, ακόμα και από εκείνη την ηλικία, είχε κληρονομήσει τα πάντα από τον πατέρα του. Το μίσος για τους Τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες, τη γενναιότητα, το ανένταχτο πνεύμα, την στρατηγική και τακτική ευφυΐα στη μάχη και κυρίως το όραμα για μία ελεύθερη Ελλάδα.

Ο Οδυσσέας απέκτησε την στοιχειώδη μόρφωση στα Ενετοκρατούμενα τότε, Επτάνησα, όπου έμαθε επίσης Αρβανίτικα και Ιταλικά. Η μητέρα του, μη έχοντας τα μέσα να τον συντηρήσει, το 1803, πήρε τη δύσκολη απόφαση να τον οδηγήσει στην αυλή του Αλή Πασά, βασιζόμενη στην βαθιά εκτίμηση που έτρεφε ο πασάς των Ιωαννίνων προς το πρόσωπο του πατέρα του. Εκείνη την εποχή ο Αλής βρισκόταν σε διαμάχη με τον σουλτάνο και για αυτό προσλάμβανε οποιονδήποτε μπορούσε να του φανεί χρήσιμος στην αναπόφευκτη σύγκρουση με την Υψηλή Πύλη.

Εικόνα: Ο Λάμπρος Κατσώνης ήταν συνταγματάρχης του Ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού, ιππότης του ρωσικού Τάγματος του Αγίου Γεωργίου και ήρωας του απελευθερωτικού κινήματος του 1787.

Εκεί, σε ηλικία 12 ετών, ο Οδυσσέας διδάχθηκε την τέχνη του πολέμου, αλλά επίσης την βία, την πανουργία και την εκδικητικότητα. «Στη διεστραμμένη εκείνη αυλή», έλεγε, «έμαθα να μισώ την τυραννία και να αγαπώ την ελευθερία και να ελπίζω την απελευθέρωση της Ελλάδος». Στα 15 ολόκληρα χρόνια που έμεινε στην υπηρεσία του, ο Πασάς θαύμασε τόσο τις ικανότητες του, ώστε το 1816 του παραχώρησε το αρματολίκι της Λιβαδειάς, αναθέτοντάς του την αποστολή να απαλλάξει την περιοχή από την παρουσία των Ελλήνων Κλεφτών, αλλά και τις αυθαιρεσίες των κοτζαμπάσηδων οι οποίοι καταδυνάστευαν τους απλούς ραγιάδες.

Ο Οδυσσέας συνεργάσθηκε με τους Κλέφτες της περιοχής, οι οποίοι, με έναν ομόψυχο Έλληνα καπετάνιο στη περιοχή, δεν είχαν πλέον λόγο να λεηλατούν τη Λειβαδιά. Όσο για τους κοτζαμπάσηδες, όσοι από αυτούς συμμορφώνονταν, θα γίνονταν δεκτοί, ειδάλλως, θα γίνονταν στόχοι γι’ αυτόν όπως και οι Τούρκοι.

Ήταν γεννημένος πολεμιστής, «μέσα-έξω». Ο ψυχισμός του ατσαλώθηκε γρήγορα στη μάχη. Η φυσική του παρουσία και η ιδιοσυγκρασία, απέπνεαν πόλεμο. Τραχύς, ορμητικός, ευθύς, ασυγκράτητος, οξύθυμος, αμείλικτος στους εχθρούς του, εντός και εκτός του πεδίου της μάχης, η μοίρα του θα καθοριζόταν από τον παράφορο χαρακτήρα του.

Κατ’ απαίτηση του ίδιου του Αλή πασά ο Ανδρούτσος παντρεύτηκε την εξαιρετικής ομορφιάς Ελένη Καρέλη και για γαμήλιο δώρο τού χάρισε το αμύθητο ποσό των 600.000 γροσίων, γεγονός το οποίο θα δημιουργούσε έκτοτε την φήμη του «θησαυρού του Οδυσσέα». Παρά τα θρυλούμενα όμως, ο θησαυρός αυτός σπαταλήθηκε για τις ανάγκες του μετέπειτα απελευθερωτικού αγώνα.

Εικόνα: Το 1820, ύστερα από την αποκάλυψη ότι δυο Αλβανοί σταλμένοι από τον Αλή αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Πασόμπεη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ ενοχλημένος από αυτό το γεγονός και θορυβημένος διότι ο Αλής ήταν εμπόδιο στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και κίνδυνος για τη συνοχή της Αυτοκρατορίας του, διέταξε την απομάκρυνσή του από το Πασαλίκι των Ιωαννίνων με σκοπό να τον περιορίσει στο Τεπελένι.

Με τη σύζυγό του απέκτησαν έναν μοναχογιό, τον Λεωνίδα Ανδρούτσο το 1824,  ο οποίος όμως  δεν έμελλε να ζήσει πολύ μιας και πέθανε στο Μόναχο, όπου ήτανε για να μεγαλώσει στο περιβάλλον του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄, δυστυχώς όμως αρρώστησε βαριά το 1836 όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας και πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου σε ηλικία δώδεκα ετών. Το 1818, σε ηλικία 28 ετών, ο Ανδρούτσος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία, εγκατέλειψε την αυλή του Αλή το 1820 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Ιθάκη.

Η έκρηξη της Επανάστασης.

Στην Ιθάκη ήταν που τού ανατέθηκε από την Φιλική Εταιρία ο ξεσηκωμός της Ανατολικής Στερεάς. Αναλαμβάνοντας το αρματολίκι του, ο Οδυσσέας στάθηκε ανελέητος απέναντι στους κοτσαμπάσηδες, τους προσκυνημένους και όσους ιερείς συνεργάζονταν με τον κατακτητή. Κλασικά παραδείγματα ήταν ο Αρχιμανδρίτης Παπαναστάσης, που τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια, ο Δημήτρης Μπεγιατζής και ένας άλλος παπάς, συνεργάτης του Ομέρ πασά της Εύβοιας, τον οποίο έθαψε ζωντανό.

Εξίσου τραγική ήταν και η τύχη του Ηλία Πασπάτη, κατάσκοπου του Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος προέτρεπε τους χωρικούς να υπογράψουν προσκυνοχάρτια στον σουλτάνο. Αλλά και σε κρούσματα ληστείας μεταξύ Ελλήνων υπήρξε το ίδιο ανελέητος. Αποτέλεσμα αυτής της σκληρής πολιτικής ήταν ο αφανισμός του κινήματος των προσκυνημένων και των ληστών. Ο ανδρείος μα και σκληρός Οδυσσέας, ήταν πλέον ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Ρούμελης και ο αρχηγός των απελευθερωτικών στρατευμάτων της Ανατολικής Στερεάς.

Εικόνα: Η κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων το 1821.

Στις αρχές του 1821, σε συνεργασία με τους Δυοβουνιώτη και Πανουργιά άρχισαν να προετοιμάζουν την εξέγερση της Ρούμελης. Γύρω στις 20 Μαρτίου του 1821,ο Ανδρούτσος αποβιβάσθηκε στις ακτές της Δυτικής Στερεάς, όπου συνάντησε το πρωτοπαλήκαρό του, Γιάννη Γκούρα, με λίγους πολεμιστές. Εκεί όμως, διαπίστωσαν ότι οι οπλαρχηγοί της δυτικής Στερεάς φαίνονταν διστακτικοί επειδή η περιοχή τους βρισκόταν κοντά στα Ιωάννινα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο σουλτανικός στρατός του Χουρσίτ πασά, ο οποίος πολιορκούσε τον Αλή.

Ο Οδυσσέας, αποφασισμένος να επιβάλει την επανάσταση με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, χρησιμοποίησε το εξής τέχνασμα. Σε μία γέφυρα της Ευρυτανίας ενέδρευσε και φόνευσε έναν τοπικό δερβέναγα Χασάν μπέη Γκέκα, μαζί με τους 60 Τούρκους συνοδούς μιας χρηματαποστολής, ώστε να ενοχοποιήσει τους οπλαρχηγούς της περιοχής και να υποχρεώσει τους Τούρκους να δράσουν εναντίον τους.

Γνώριζε ότι η εξέγερση της δυτικής Στερεάς ήταν αποφασιστικότατης σημασίας διότι απέκλειε την οδό των Τούρκων προς την Πελοπόννησο, η οποία θα μπορούσε έτσι να καταστεί το ασφαλές ορμητήριο των επαναστατημένων Ελλήνων. Πράγματι, το τέχνασμα του Οδυσσέα πέτυχε. Όταν ο Χουρσίτ πασάς έλαβε τις πρώτες πληροφορίες για την ελληνική εξέγερση απέστειλε ισχυρή δύναμη υπό τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ με πεζικό 8.000 ανδρών και 1.000 ιππέων κατά της Ανατολικής Στερεάς.

Θα τα πούμε στη «Γραβιά».

Ο Αθανάσιος Διάκος επιχείρησε να σταματήσει την κάθοδο των Τούρκων στην Αλαμάνα, με κατάληξη τη μεγαλειώδη θυσία του μαζί με τους 200 άνδρες του τον Απρίλιο του 1821. Μετά από αυτή την ήττα, όμως, το ηθικό των επαναστατών κλονίσθηκε επικίνδυνα. Ο Ομέρ Βρυώνης θεωρούσε ότι θα κατέπνιγε ευκολότερα την εξέγερση αν έπειθε τους Ρουμελιώτες Αρματωλούς να εκστρατεύσουν μαζί του στην Πελοπόννησο, οπότε αποφάσισε να προσεταιριστεί τον Οδυσσέα, βασιζόμενος στην κοινή θητεία τους στην αυλή του Αλή Πασά.

Εικόνα: Αυτή θεωρείται η πιστότερη προσωπογραφία του Ανδρούτσου. Σχεδιάσθηκε από Άγγλο φιλέλληνα την εποχή του Αγώνος και αποδίδει πιστά την φυσιογνωμία του.

Γνώριζε ότι αν εξασφάλιζε τη συνεργασία του Ανδρούτσου, του ισχυρότερου Έλληνα οπλαρχηγού, πολλοί Στερεοελλαδίτες θα ακολουθούσαν το παράδειγμα του. Γι’ αυτό του έστειλε επιστολή από τη Λαμία όπου βρισκόταν, στην οποία του ανακοίνωνε τον θάνατο του Διάκου και τον καλούσε να συναντηθούν στη Γραβιά. Στη συνέχεια, του πρότεινε να συνταχθεί μαζί του και του υποσχόταν πως αν δεχόταν, θα τον συγχωρούσε για την εξόντωση της χρηματαποστολής του δερβέναγα και θα του παρέδιδε την αρχηγία όλων των αρματολικίων της ανατολικής Στερεάς.

Ο Ανδρούτσος διεμήνυσε στους αγγελιοφόρους του Ομέρ ότι θα τον συναντούσε στη Γραβιά και ευθύς ξεκίνησε για εκεί. Από την πρόσκληση του πασά να συναντηθούν στη Γραβιά, ο Οδυσσέας συμπέρανε ότι σκόπευε να ακολουθήσει το σύντομο δρομολόγιο προς την βόρεια Πελοπόννησο, μέσω Λαμίας-Γραβιάς-Σαλώνων-Γαλαξιδίου. Στις αρχές Μαΐου, ο Ανδρούτσος, εγκαταστάθηκε στο «Χάνι της Γραβιάς» με 100 περίπου άνδρες.

Σκοπός του ήταν να ανακόψει την πορεία του εχθρού στην εκεί διάβαση. Η Γραβιά βρισκόταν σε στρατηγική και οχυρή θέση, την οποία οι Έλληνες είχαν χρησιμοποιήσει από την αρχαιότητα προκειμένου να αναχαιτίσουν καθόδους βαρβάρων. Εκεί κατέφθασαν και τα σώματα των Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, οι οποίοι έδειχναν αποθαρρημένοι μετά την καταστροφή του Διάκου στην Αλαμάνα.

Ο Οδυσσέας άρχισε αμέσως να οργανώνει την άμυνα. Παράλληλα, απέστειλε τον Γκούρα με εντολή να «καθαρίσει» τα Σάλωνα, δηλαδή να εκτελέσει όλους τους αιχμάλωτους Τούρκους και Αλβανούς της περιοχής. Οι μουσουλμάνοι της περιοχής ήταν πολυπληθείς και ως εκ τούτου ιδιαίτερα επικίνδυνοι αν εξεγείρονταν ή ενώνονταν με το τούρκικο στράτευμα.

Εικόνα: Ο Πασόμπεης Ομέρ Βρυώνης μεγάλωσε στην αυλή του Αλή Πασά στα Ιωάννινα. Αργότερα πήγε στην Αίγυπτο, όπου βοήθησε το Μωχάμετ Άλη στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Μαμελούκων.

Ταυτόχρονα ενεργούσε και σύμφωνα με το λαϊκό αίσθημα, αφού ο θάνατος του Διάκου και των 200 παλικαριών του στην Αλαμάνα, ζητούσε εκδίκηση. Η σφαγή των μουσουλμάνων της ευρύτερης περιοχής από τον Γκούρα, διήρκεσε μία εβδομάδα. Παράλληλα, απομάκρυνε όλα τα γυναικόπαιδα της περιοχής στις δυσπρόσιτες πλαγιές της Γκιώνας και του Παρνασσού.

Στο πολεμικό συμβούλιο που ακολούθησε με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη, ο Ανδρούτσος πρότεινε να οχυρώσουν το Χάνι που βρισκόταν επί του δρόμου της Γραβιάς, αποκλείοντας έτσι την οδό προέλασης των Τούρκων προς τον Μοριά. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης διαφώνησαν. Επεσήμαναν την εκτεθειμένη θέση του Χανίου στο ανοικτό πεδίο, θεωρώντας ότι δεν θα άντεχε στις επιθέσεις των εχθρών. Προτιμούσαν να καταλάβουν τις θέσεις εκατέρωθεν του δρόμου, με τα βουνά στα νώτα τους, από όπου θα μπορούσαν να διαφύγουν σε περίπτωση υποχώρησης

Η πρόταση του Ανδρούτσου ήταν ριζοσπαστική συγκριτικά με τις πολεμικές τακτικές των Κλεφταρματολών, οι οποίοι φρόντιζαν να εξασφαλίζουν μία οδό διαφυγής από το πεδίο της μάχης. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι η φυγή από το Χάνι θα ήταν πολύ δύσκολη και σε αυτό ακριβώς το στοιχείο στηριζόταν προκειμένου να επιτύχει τη μέγιστη πολεμική απόδοση των ανδρών του.

Προκειμένου να εμψυχώσει όσους θα τον ακολουθούσαν, φώναξε στους συμπολεμιστές του, «Άϊντε, ορέ παιδιά, όποιος θέλει ν’ ακολουθήσει, ας πιαστεί στον χορό». Ο Οδυσσέας ύψωσε το μαντήλι του και έσυρε τον τσάμικο. Ο Γκούρας πιάστηκε πρώτος από το μαντήλι και ακολούθησαν κι άλλοι. Συνολικά 120 εθελοντές, όλοι αποφασισμένοι να σταματήσουν τον Ομέρ Βρυώνη στο Χάνι ή να πεθάνουν μέσα σε αυτό.

Εικόνα: Η όσο πιο πιστή αναπαράσταση από το «Χάνι της Γραβιάς», ανακατασκευή σέ κοντινή τοποθεσία από το αρχικό.

Έτσι, οι τρεις οπλαρχηγοί διαίρεσαν τη δύναμή τους. Ένα σύνολο 1.00 με 1.500 αγωνιστών,διαιρεμενο σε τρία τμήματα, με τους Πανουργιά και Δυοβουνιώτη τοποθετήθηκαν στα υψώματα εκατέρωθεν του πανδοχείου, ενώ ο Ανδρούτσος με τα 120 εκλεκτά παλικάρια του οχυρώθηκε μέσα στο πλινθόκτιστο Χάνι, αρχίζοντας αμέσως την οχύρωσή του, σφραγίζοντας τις θύρες και τα παράθυρα και ανοίγοντας τουφεκίστρες σε σημεία που εξυπηρετούσαν τους μαχητές.

Ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου, μαζί με τον μικρό του γιό, αφού εφοδίασε τους αγωνιστές με αρκετό νερό από το πλησιέστερο πηγάδι, αποφάσισε να μείνει να πολεμήσει με τον Οδυσσέα και τα παλικάρια του, παρά τις προτροπές του καπετάνιου να φύγουν για να σωθούν. Η συμφωνία τους μάλιστα, ήταν ότι ο Οδυσσέας θα τον πλήρωνε για τις υπηρεσίες του σε «κεφάλια τούρκικα».

Η μάχη στο «Χάνι της Γραβιάς».

Το πρωί της επόμενης ημέρας, 8 Μαΐου 1821, έκαναν την εμφάνισή τους οι Τούρκοι. Ο Ομέρ Βρυώνης, επικεφαλής 8.000 εκλεκτών πολεμιστών, με τους Αλβανούς να αποτελούν την πλειονότητα του στρατεύματος, αφού ερεύνησε τις ελληνικές θέσεις, απέστειλε δύο σώματα για να επιτεθούν κατά των δύο ελληνικών πτερύγων στα υψώματα εκατέρωθεν του δρόμου.

Οι άνδρες του Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, εκτός του ότι διέθεταν πενιχρές δυνάμεις για να αντισταθούν στην αριθμητική υπεροχή των Τούρκων, ήταν εξοπλισμένοι κυρίως με σπαθιά, μαχαίρια, ακόμα και σφενδόνες. Στο ξεκίνημα του αγώνα τα πυροβόλα όπλα σπάνιζαν ακόμα, και δίδονταν κυρίως στους πιό εμπειροπόλεμους και αξιόπιστους αγωνιστές. Με καρυοφίλια ήταν εξ ολοκλήρου εξοπλισμένοι μόνο οι αγωνιστές του Ανδρούτσου, οι οποίοι, οχυρωμένοι στο νευραλγικότερο σημείο της άμυνας, θα έφεραν όλο το βάρος της.

Εικόνα: Ο Γιάννης Γκούρας, γεννημένος στη Φωκίδα 1791, ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς Ελλάδας. Ανήκε στην ομάδα του αρματολού Πανουργιά και εν συνεχεία του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Πανουργιά. Έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο πριν δικαστεί, και να τον πετάξουν από τα βράχια της Ακρόπολης διαδίδοντας ότι δήθεν προσπάθησε να δραπετεύσει.

Όπως είχε συμβεί και στην Αλαμάνα, οι άνδρες του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη υπέκυψαν γρήγορα στην πρώτη εχθρική επίθεση και υποχώρησαν καταφεύγοντας στα ορεινά, αφήνοντας τον Οδυσσέα και τους μαχητές του στο Χάνι, καταμεσής του δρόμου. Το ηθικό τους όμως, δεν κάμφθηκε, αφού γνώριζαν ότι αυτή θα ήταν η πιθανότερη εξέλιξη.

Πριν το μεσημέρι, έφθασε μπροστά στο Χάνι ο Ομέρ Βρυώνης με τον κύριο όγκο του στρατού. Ο Ανδρούτσος βρισκόταν πράγματι στη Γραβιά όπως είχαν συμφωνήσει, μόνο που ο πασάς τον έβρισκε προετοιμασμένο για μάχη. Ο Βρυώνης μόνο που δεν γέλασε σαν αντίκρισε την «παλιολιθιά», όπως χαρακτήρισε το Χάνι.

Σε μία τελευταία προσπάθεια να προσεταιρισθεί τον Ανδρούτσο, έστειλε μπροστά τον Χασάν δερβίση για να διαπραγματευθεί μαζί του. Ο δερβίσης, ως θρησκευτικός αρχηγός ή «ιερός πολεμιστής», προπορευόταν ενός σώματος στρατιωτών, απαγγέλοντας δυνατά αποσπάσματα του Κορανίου, προσευχόμενος για την νίκη, διεγείροντας τον πολεμικό φανατισμό των ανδρών που ακολουθούσαν με αργό βηματισμό.

Ο Ανδρούτσος είχε διατάξει τους πολεμιστές του να μην ανοίξουν πυρ, αν δεν έδινε εκείνος την εντολή. Οι Τουρκαλβανοί σταμάτησαν σε απόσταση 100 μετρων από το Χάνι. Ο Οδυσσέας παρακολουθούσε τις κινήσεις τους από μία πολεμίστρα. Ο δερβίσης βάδισε μόνος του θαρραλέα προς το Χάνι και όταν έφθασε κοντά στην κεντρική θύρα του, κάλεσε στον Ανδρούτσο. Ο τελευταίος τον χαιρέτησε στην αλβανική γλώσσα και ο Χασάν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.

Μετά από κάποιο διάστημα εσκεμμένης σιωπής, ο δερβίσης απευθύνθηκε στον Οδυσσέα με προστακτικό τόνο, «Ανδρούτσο ο Πασάς σε διατάζει, στο όνομα του Αλλάχ, να ‘ρθεις να τον προσκυνήσεις». Ο Οδυσσέας του ανταπαντά, «Να ’ρθει ο Πασάς να προσκυνήσει εμένα». Ακούγοντας τα αυτά ο δερβίσης τον ρώτησε, «Και τι είναι ο πασάς να προσκυνήσει εσένα;». «Εγώ είμαι πασάς του τόπου μου», του ανταπάντησε ο Ανδρούτσος. Σύντομα η συνομιλία κατέληξε σε ανταλλαγή ύβρεων στα αλβανικά και στο τέλος ο Ανδρούτσος του φώναξε, «Στο όνομα του Σταυρού, προσκύνα ορέ Δερβίση» και τον ρίχνει νεκρό με μία βολή στο κρανίο.

Οι Τουρκαλβανοί έτρεξαν αμέσως να περισυλλέξουν το πτώμα και ο Οδυσσέας εκμεταλλεύθηκε τη συγκέντρωση των αντιπάλων διατάσσοντας την πρώτη ομοβροντία. Πολλοί έπεσαν νεκροί ή τραυματίες και οι υπόλοιποι υποχώρησαν πάλι σε απόσταση ασφαλείας. Λίγο αργότερα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν την πρώτη μαζική έφοδο. Ο Οδυσσέας είχε εκπαιδεύσει τους άνδρες του να πυροβολούν με την ευρωπαϊκή μέθοδο των πυκνών, συγχρονισμένων πυρών.

Εικόνα: Ο Δυοβουνιώτης, κατά κόσμον, Γιάννης Ξύκης ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς, γεννημένος στο χωριό Δύο Βουνά της Φθιώτιδας.

Οι εχθροί σωριάζονταν ομαδόν στο έδαφος από τα βόλια των επαναστατών. Οι Τουρκαλβανοί όχι μόνο αδυνατούσαν να εμπλακούν, εκ του συστάδην, με τους αγωνιστές αλλά ούτε και να πλησιάσουν τους τοίχους του Χανίου, από όπου τα πυκνά ελληνικά πυρά θέριζαν ολόγυρα τους επιτιθέμενους. Μέχρι τη δύση του ήλιου, εξαπέλυαν επανειλημμένες εφόδους, υφιστάμενοι βαριές απώλειες και παρότι κατάφεραν επανειλημμένα να στήσουν τα μπαϊράκια τους στο περιτοίχισμα του πανδοχείου, τελικά τρέπονταν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους σωρούς από δεκάδες νεκρούς και τραυματίες.

Ο πασάς έφθασε να προσφέρει πλούσια ανταμοιβή σε όποιον κατόρθωνε να μπει πρώτος στο Χάνι. Ωθούμενοι από την γενναιόδωρη προσφορά, με ανανεωμένη επιθετικότητα, οι άνδρες του όρμησαν προσπαθώντας ακόμα και να σκαρφαλώσουν στα παράθυρα, πριν σωριαστούν κι αυτοί νεκροί από εξ επαφής βολές. Καθώς ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει, ο απελπισμένος Ομέρ Βρυώνης διέταξε την παύση των επιθέσεων και πρόσταξε να φέρουν πυροβόλα από τη Λαμία.

Ο πασάς είχε υποτιμήσει την επανάσταση και πιστεύοντας ότι επρόκειτο απλώς για μία εκτεταμένη τοπική εξέγερση, είχε διαπράξει το σφάλμα να ξεκινήσει την εκστρατεία χωρίς πυροβόλα τα οποία θα καθυστερούσαν την πορεία του και πράγματι, θεωρούσε υποτιμητικό να φέρει πυροβόλα για ένα «παλιολίθι», αλλά κατανόησε ότι ήταν πλέον απαραίτητα. Στη συνέχεια κύκλωσε το πανδοχείο και επέτρεψε στον καταπονημένο στρατό του να αναπαυθεί, περιμένοντας την άφιξη των πυροβόλων περί το ξημέρωμα.

Την ίδια στιγμή στο Χάνι, οι αρχηγοί εξέτασαν την κατάσταση. Η ολοήμερη μάχη είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους και αντελήφθησαν ότι την επόμενη ημέρα ο πασάς θα έφερνε πυροβόλα. Είχαν πετύχει μερικώς τον στόχο τους, αφού είχαν προκαλέσει σοβαρές απώλειες στους Τουρκαλβανούς, καθυστερώντας την κάθοδό τους προς την Πελοπόννησο. Αφού έθαψαν τους νεκρούς τους μέσα στο χάνι, έφαγαν και αποφάσισαν να επιχειρήσουν νυκτερινή έξοδο και διάσπαση του τουρκικού κλοιού.

Περίπου δύο ώρες πριν ξημερώσει, ο Ανδρούτσος και τα πρωτοπαλίκαρα ξύπνησαν τους άνδρες και άρχισαν να απομακρύνουν αθόρυβα τις πέτρες με τις οποίες είχαν σφραγίσει μία από τις θύρες του πανδοχείου. Πρώτος βγήκε ο Γκούρας, ο οποίος φημιζόταν για την εξαίρετη όραση του, και οδήγησε αθόρυβα τη φάλαγγα των πολεμιστών προς έναν παραπλήσιο αγρό. Τελευταίος βγήκε ο Οδυσσέας.

Το χωράφι αυτό καλυπτόταν από ψηλά στάχυα τα οποία έκρυβαν τις σκυφτές σιλουέτες των αγωνιστών. Ήταν μία δύσκολη επιχείρηση εκκένωσης που προϋπέθετε πολλές προφυλάξεις. Στον αγρό κείτονταν αρκετοί τραυματισμένοι εχθροί, που κάποιος από αυτούς θα μπορούσε να φωνάξει προδίδοντας την ελληνική έξοδο. Όπου συναντούσαν τέτοιους, τους έκλειναν το στόμα και τους αποτελείωναν με μία μαχαιριά.

Εικόνα: Ο Αθανάσιος Διάκος δολοφονήθηκε με ανασκολοπισμό από τους Τούρκους στις 24 Απριλίου 1821.

Οι αγωνιστές έφθασαν τελικά σε ένα σημείο όπου βρίσκονταν οι Τουρκαλβανοί φρουροί. Σε εκείνο το σημείο διέταξε έφοδο. Ουρλιάζοντας μέσα στη νύχτα με τα γιαταγάνια στα χέρια, εξουδετέρωσαν τους φρουρούς και άνοιξαν ένα ματωμένο μονοπάτι μέσα από τις σειρές των τρομοκρατημένων και αιφνιδιασμένων Τούρκων.

Όταν ξημέρωσε η 9η Μαΐου, οι επαναστάτες βρίσκονταν σε ασφαλή απόσταση από το εχθρικό στρατόπεδο και σε ορεινή περιοχή, όπου καταμετρήθηκαν. Ο απολογισμός της μάχης ήταν δύο Έλληνες τραυματίες και έξι νεκροί. Από την άλλη πλευρα, 354 Τούρκοι ηταν νεκροί και 800 τραυματίες. Ο Οδυσσέας και οι άνδρες του είχαν εκδικηθεί τον θάνατο των Ελλήνων αγωνιστών στην Αλαμάνα.

Η νίκη στη Γραβιά ανέδειξε τη στρατηγική διάνοια του Ανδρούτσου και βοήθησε αποφασιστικά στην εδραίωση της εθνεγερσίας στην Πελοπόννησο. Επιπλέον, εξύψωσε το ηθικό και εξανάγκασε τον Ομέρ Βρυώνη να αναβάλει το σχέδιο του για άμεση εισβολή στην Πελοπόννησο, αφού τον υποχρέωσε πρώτα, να καταπνίξει την εξέγερση στην ανατολική Ρούμελη. Πρώτος εκείνος συνειδητοποίησε ότι η ελληνική εξέγερση δεν ήταν μία τοπική «ανταρσία», όπως τη θεωρούσαν πολλοί Οθωμανοί.

Ειδικότερα μάλιστα, όταν πληροφορήθηκε και τη θανάτωση των μουσουλμάνων στα Σάλωνα, κατάλαβε ότι οι εξεγερμένοι «Γκιαούρηδες» σκόπευαν να πολεμήσουν μέχρι τέλους. Λίγες μέρες αργότερα, 12 Μαϊου 1821, ο Κολοκοτρώνης σημείωνε τη μεγάλη του νίκη στο Βαλτέτσι, κατανικώντας το στράτευμα του Μουσταφάμπεη, ο οποίος μέσω της Δυτικης Στερεάς είχε περάσει σχεδόν ανενόχλητος στην Πάτρα. Ήταν μία νίκη η οποία θα οδηγούσε στην πολιορκία και απελευθέρωση της Τρίπολης.

Εικόνα: Στιγμιότυπο από την μάχη της Αλαμάνας.

Η σύγκρουση με τον «Άρειο Πάγο».

Μετά την έναρξη της Επανάστασης κατέφθασαν στην Πελοπόννησο και αρκετοί Φαναριώτες, με μοναδικό βέβαια, σκοπό, όχι να υπηρετήσουν την Ελλάδα, αλλά να ηγεμονεύσουν αυτής. Δύο εξ αυτών ήταν ο γνωστός πράκτορας των Βρετανών, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος αυτοτιτλοφορείτο, «Πρίγκηψ» και ο Θεόδωρος Νέγρης. Ο Νέγρης, τυπικός χαρακτήρας Φαναριώτου πολιτικού, ήταν φιλόδοξος, δόλιος, επαρμένος και κομπορρήμων.

Συνήθιζε να ντύνεται με ακριβά ενδύματα σαν Τούρκος αξιωματούχος, προκαλώντας τα βλέμματα των περαστικών. Μόλις ήρθε στην Ελλάδα ανέλαβε την πολιτική και στρατιωτική διοίκηση της Ανατολικής Στερεάς, οπότε έπρεπε να συνεργαστεί, και ουσιαστικά, να χειραγωγήσει τον Ανδρούτσο. Ο δεύτερος όμως, με την φυσική του απέχθεια προς τους «χαρτογιακάδες» και αφού είχε αντελήφθη τους πραγματικούς του σκοπούς του, τον αντιμετώπισε περιφρονητικά με το χαρακτηριστικό του ύφος, λέγοντας, «Οι Έλληνες επαναστάτησαν κατά του τυράννου για να αποκτήσουν την ελευθερία τους, όχι για να γίνουν υποτακτικοί της Βλαχίας».

Ο Νέγρης αντελήφθη αμέσως ότι ο Ανδρούτσος θα στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά του και αφού ανέλαβε την προεδρία του Αρείου Πάγου, έβαλε σκοπό του να απαλλαγεί από αυτόν. Τα δε κυβερνητικά στελέχη των προκρίτων από τα οποία αποτελείτο κυρίως η κυβέρνηση, προθυμοποιήθηκαν να υποδαυλίσουν το αρνητικό κλίμα εναντίον του, αφού δεν είχαν ξεχάσει τις ταπεινώσεις στις οποίες είχαν υποβληθεί από τον Ρουμελιώτη οπλαρχηγό.

Έκτοτε, ο Ανδρούτσος θα έβλεπε όλες τις επιχειρήσεις του να υπονομεύονται από την ίδια την κυβέρνηση. Το πρώτο περιστατικό συνέβη τον Ιανουάριο του 1822, όταν με τους 300 άνδρες του πολιόρκησε το κάστρο της Καρύστου. Ενώ η τουρκική φρουρά ήταν έτοιμη να παραδοθεί, ο Ανδρούτσος έλαβε μήνυμα του Αρείου Πάγου να επιστρέψει στο στρατόπεδό του στην Ανατολική Στερεά επειδή είχε ενεργήσει χωρίς την άδειά του.

Εικόνα: Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν κυρίαρχη προσωπικότητα στις τάξεις των εκσυγχρονιστών, διπλωμάτης και πολιτικός που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου κατά την Επανάσταση και στις πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες.

Η στημένη εκστρατεία στον Μαλιακό.

Την άνοιξη του 1822 η Ανατολική Στερεά μαστιζόταν από την κάθοδο δύο ισχυρών τουρκικών στρατιών, του Δράμαλη και του Κιοσέ Μεχμέτ. Η γερουσία του Αρείου Πάγου ανέθεσε στον Ανδρούτσο την διοίκηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων γνωρίζοντας ότι ο Ανδρούτσος είχε την απόλυτη υποστήριξη των υπολοίπων οπλαρχηγών της Επανάστασης, αποφασίζοντας έτσι να μην έλθει σε ευθεία σύγκρουση μαζί τους, αλλά να χρησιμοποιήσει περισσότερο δόλια μέσα για την επίτευξη του σκοπού του.

Κατόπιν κυβερνητικής σύσκεψης αποφασίστηκε μία εκστρατεία κατά της Λαμίας, σύμφωνα με το εξής σχέδιο. Ο Ανδρούτσος, ο Νικηταράς, ο Ζαφειρόπουλος και ο Δυοβουνιώτης με μια δύναμη 4.000 ανδρών, θα αποβιβάζονταν στην Αγία Μαρίνα και από εκεί θα προήλαυναν κατά της Λαμίας για να καταλάβουν το φρούριο. Την οργάνωση, επιμελητεία και αποστολή εφοδίων του εκστρατευτικού σώματος ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Άρειος Πάγος. Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίστηκε το Μεγάλο Σάββατο, 1 Απρ 1822.

Η απόβαση στην Αγια Μαρίνα αιφνιδίασε τη μικρή τουρκική φρουρά η οποία υποχώρησε ατάκτως στη Στυλίδα, αναμένοντας την άφιξη ενισχύσεων. Πράγματι, ο Δράμαλης απέστειλε σώμα 13.000 ανδρών, υποστηριζόμενων από πυροβόλα για την ανακατάληψη της πόλης. Τα σώματα των Ανδρούτσου και Νικηταρά προήλασαν μέχρι την Αγία Μαρίνα όπου και οχυρώθηκαν, αποκρούοντας δύο πολυάριθμες τουρκικές επιθέσεις.

Η διαρκής εχθρική πίεση και ο συνεχής βομβαρδισμός των ελληνικών θέσεων όμως, απειλούσε να πετάξει τους αγωνιστές στη θάλασσα. Σύντομα, και καθώς το τούρκικο σώμα ενισχύετο συνεχώς από την άφιξη παρακείμενων δυνάμεων, οι Έλληνες βρέθηκαν πολιορκημένη, χωρίς πολεμοφόδια, τροφές, ιατρική περίθαλψη, και με τις πλάτες τους στη θάλασσα.

Κάθε σχέδιο για κατάληψη της Λαμίας ακυρώθηκε, με τους πολιορκητές να μετατρέπονται σε πολιορκούμενος, αντιτάσσοντας μία απελπισμένη άμυνα. Καθώς ο τουρκικός βομβαρδισμός παρέμενε αμείωτος, οι ελληνικές απώλειες αυξάνονταν και οι τραυματίες αργοπέθαιναν αβοήθητοι. Η μάχη παρατεινόταν και οι τουρκικές επιθέσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ οι Έλληνες αγωνιστές τρέφονταν μόνο με μισή χούφτα βρασμένο καλαμπόκι.

Εικόνα: Ο Γκούρας καταθραύει τους εχθρούς στο Μαραθώνα, πινακας του Πέτερ φον Ες.

Μετά από 15 ημέρες ανελέητων μαχών, 18.000 Τούρκοι πολιορκούσαν 3.000 Έλληνες. Ένα κλιμάκιο αντιπροσώπων του Αρειου Πάγου παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα από τα ελληνικά πλοία του βρίσκονταν αγκυροβολημένα έξω από την ακτή. Τα πλοία ήταν γεμάτα προμήθειες προοριζόμενες για τους αγωνιστές, αλλά οι Αρεοπαγίτες απαγόρευαν στον διοικητή του στόλου να πλησιάσει την ακτή.

Ο Ανδρούτσος τα καλούσε επανειλημμένα προς ανεφοδιασμό, χωρίς όμως, να λαμβάνει απάντηση. Ως ύστατη λύση, πρότεινε την εγκατάλειψη του προγεφυρώματος της Αγία Μαρίνας και την εκκένωση των ανδρών του μέσω θαλάσσης προς τα ελληνικά πλοία. Οι Αρεοπαγίτες όμως, όχι μόνο αρνούνταν να συναινέσουν στην εκκένωση, αλλά τον διέταξαν να υποχωρήσει δια ξηράς, δηλαδή να επιχειρήσει διάσπαση του πανίσχυρου τουρκικού κλοιού σε μία επίθεση αυτοκτονίας που θα τον οδηγούσε βαθύτερα σε εχθρικό έδαφος.

Ο Άρειος Πάγος είχε αποφασίσει να εξοντώσει 3.000 Έλληνες αγωνιστές, προκειμένου να απαλλαγεί από τον ένα και μόνο αδυσώπητο εχθρό του. Ο εξοργισμένος Οδυσσέας, προδομένος από την κυβερνητική υποστήριξη, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και με δικά του χρήματα πλήρωσε τους βαρκάρηδες του Μαλιακού για να μεταφέρουν τους άνδρες του στα ελληνικά πλοία.

Το βράδυ της 17 Απριλίου του 1822, ο Ανδρούτσος «μπαρκάρισε πρώτα τους λαβωμένους κι αρρώστους, ύστερα τους κιοτήδες, κι ύστερα τους υπολοίπους». Μέχρι την αυγή, ολόκληρο το στράτευμα είχε εκκενωθεί με άψογη οργάνωση και μεθοδικότητα. Οι Αρεοπαγίτες μόλις πληροφορήθηκαν ότι ο Ανδρούτσος επέστρεφε στα πλοία, δεν δίστασαν ακόμη και να σχεδιάσουν τη δολοφονία του. Καθώς παρακολουθούσαν την εκκένωση από το πλοίο του αγωνιστή Αντώνη Βισβιζή, τον πλησίασαν και τού έδωσαν εντολή να συλλάβει τον Οδυσσέα και να τον εκτελέσει μόλις αυτός θα επέβαινε στο πλοίο, «επειδή ήταν αντίχριστος, τουρκολάτρης, επικατάρατος, προδότης και ρέμπελος».

Η ακόλουθη στιχομυθία έγινε αντιληπτή από μέλη του πληρώματος του πλοίου, αλλά και από την ίδια την σύζυγο τού Αντωνη Βισβιζή, την Δόμνα. «Τον Δυσσέα πρέπει να τον βγάλουμε απ `τη μέση. Όταν σου μπει ένα αγκάθι κοιτάς να το βγάλεις. Κι ο Δυσσέας είναι αγκάθι! Καπετάν Βισβίζη, βάλε έναν έμπιστό σου να κάνει αυτό που σου λέμε. Αυτό πρέπει να γίνει, για τον Αγώνα και την πατρίδα!».

Ο Βισβιζής, αιφνιδιασμένος και ταραγμένος από τον αισχρό τρόπο που του ζήτησαν κάτι τόσο άνανδρο, απάντησε ως εξής, «Κύριοι, δεν μπορώ να φονεύσω τον Οδυσσέα, όχι μόνο γιατί δεν βρίσκω καμία αιτία να το κάνω, αλλά και γιατί τον θεωρώ απαραίτητο για την υπηρεσία της πατρίδας». Οι Αρεοπαγίτες, εμμένοντας στην απαίτησή τους, τον πίεζαν σε σημείο εκείνος να ξεφωνίσει, «Δεν με κάλεσε η Πατρίδα για τέτοιες πράξεις. Εγώ βρίσκομαι στην υπηρεσία της Πατρίδας για άλλο σκοπό. Ιερό!».

Λίγο αργότερα, το ίδιο βράδυ, ενώ τα μέλη του Αρείου Πάγου συνομιλούσαν χαμηλόφωνα με τον Βισβιζή, ξαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός και ο καπετάνιος σωριάστηκε αιμορραγών στο κατάστρωμα. Τα τελευταία του λόγια, καθώς ξεψυχούσε στην αγκαλιά της γυναίκας του Δόμνας ήταν, «Δεν μπορούσα να το πράξω, Δόμνα. Δεν μπορούσα». Οι «τεθλιμμένοι» Αρεοπαγίτες απεφάνθησαν ότι το βόλι πρέπει να είχε προέλθει από κάποιο τούρκικο πλοίο και το θέμα έκλεισε γρήγορα, χωρίς να διερευνηθούν περαιτέρω οι ύποπτες συνθήκες του θανάτου του.

Εικόνα: Ο Μαχμούτ Β΄ ήταν ο 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839 και κλήθηκε επί της βασιλείας του να αντιμετωπίσει την μεγάλη Ελληνική παλιγγενεσία.

Μετά την αποτυχία του σχεδίου τους, οι Αρεοπαγίτες του απέστειλαν γραπτώς την αποκήρυξή του από την θέση του αρχιστράτηγου Ρούμελης και την παράδοση του στρατεύματός του, λόγω απείθειας προς τις εντολές τους. Με την εξαίρεση 300 πιστών παλικαριών του τα οποία παρέμειναν πιστά σε εκείνον και τα οποία ο Ανδρούτσος συντηρούσε με δικά του λεφτά, οι υπόλοιποι, όσο κι αν τον λάτρευαν, υποχρεώθηκαν να τον εγκαταλείψουν, προκειμένου να προσχωρήσουν στα σώματα άλλων οπλαρχηγών οι οποίοι ελάμβαναν κυβερνητική υποστήριξη.

Η «απομόνωση» στη Δρακοσπηλιά.

Τον Μάϊο 1822,απογοητευμένος και οργισμένος από την κατάσταση, ο Ανδρούτσος αποτραβήχτηκε στο καταφύγιό του στη Δρακοσπηλιά του Παρνασσού, μαζί με τα 300 παλικάρια του. Η αδράνεια, η πίκρα και η συσσωρευμένη οργή τον οδήγησαν στην κατάθλιψη, βέβαιος πλέον ότι η κυβέρνηση είχε θέσει σαν τελευταίο της στόχο την φυσική εξόντωσή του.

Υπό αυτές τις συνθήκες, διόρισε το πρωτοπαλίκαρό του, τον Γκούρα, φρούραρχο Αττικής αντ’αυτού, στην Ακρόπολη και παρέδωσε την αρχιστρατηγία. Προς αντικατάστασή του, η κυβέρνηση διόρισε τον Αλέξη Νούτσο και τον Χρήστο Παλάσκα, τον πρώτο ως πολιτικό διοικητή Ανατολικης Στερεάς Ελλάδας και τον δεύτερο ως στρατιωτικό διοικητή. Από χρονογράφους της εποχής, ο Νούτσος παρουσιάζεται ως μεγαλοπρεπής, άσωτος, επιρρεπής στις ηδονές και καταπιεστικός με την είσπραξη των φόρων. Ο δε Παλάσκας, γνωριζόταν προσωπικά με τον Ανδρούτσο από την εποχή του Αλή πασά και σε δύο περιστάσεις είχε βοηθήσει τον Οδυσσέα όταν αυτός είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση στο πεδίο της μάχης, κερδίζοντας και την εκτίμησή του.

Οι αντικαταστάτες του συνοδεύονταν από ένα σώμα 400 οπλισμένων ανδρών, με την γραπτή κυβερνητική εντολή, υπογεγραμμένη από τον Μαυροκορδάτο και τον Κωλέττη, να συλλάβουν τον Ανδρούτσο και να τον μεταφέρουν στην έδρα της κυβέρνησης προκειμένου να απολογηθεί ή ακόμα και να τον σκοτώσουν αν αυτός αντιστεκόταν. Ο Ανδρούτσος όμως, ειδοποιημένος από τον Μακρυγιάννη, είχε προετοιμασθεί για αυτό το ενδεχόμενο.

Έτσι, στις 25 Μαϊου 1822, το ένοπλο σώμα των Νούτσου-Παλάσκα, πλησιάζοντας το στρατόπεδο του Ανδρούτσου, κυκλώθηκε από τους άνδρες του και παραδόθηκε. Οι δύο άνδρες οδηγήθηκαν στη Δρακοσπηλιά, όπου ο Ανδρούτσος ανέγνωσε μεγαλοφώνως τις διαταγές που κόμιζαν και στη συνέχεια, άφησε την απόφαση της μοίρας τους στους άνδρες του. Ο πληγωμένος εγωισμός του και η κατάφωρη αδικία προς το πρόσωπό του, έβραζαν μέσα στον τραχύ ψυχισμό του.

Οι άνδρες του, πιστοί στο πρόσωπο του οπλαρχηγού τους, τους δολοφόνησαν αμφότερους. Το δράμα που εξελίχθηκε στη Δρακοσπηλιά ήταν η τέλεια αφορμή που χρειαζόταν η κυβέρνηση για να τον αποκηρύξει επισήμως ως προδότη και να κηρύξει αμοιβή 5.000 γροσίων για την σύλληψή ή θανάτωσή του. Ο κύκλος των υπολοίπων οπλαρχηγών είχε θεωρήσει εξ αρχής τον Παλάσκα ακατάλληλο για την αντικατάσταση του Ανδρούτσου, διότι θα οδηγούσε τους δύο πρώην συντρόφους σε προσωπική σύγκρουση.

Εικόνα: Η Δρακοσπηλιά στον Παρνασό. «Στα χρονικά της Επαναστάσεως δεν υπάρχει άλλη περίπτωση οπλαρχηγού που να είχε κατασκευάσει ένα παρόμοιο καταφύγιο».

Η δε άποψη του Μακρυγιάννη επί του επεισοδίου ήταν πως ο θάνατος των Παλάσκα και Νούτσου προκλήθηκε από τον ίδιο τον Ιωάννη Κωλέττη, ο οποίος τους ήθελε νεκρούς για τους δικούς του σκοπούς. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά την περίπτωση του Παλάσκα, υποστηρίζεται ότι αιτία ήταν η επιθυμία του Κωλέττη να καταστήσει την γυναίκα του Παλάσκα ερωμένη του, κάτι που όντως συνέβη μετά το θάνατο του συζύγου της.

Μπορούσε άραγε ο Οδυσσέας να αποφύγει τη σύγκρουση; Με δεδομένο το γεγονός ότι οι δύο αντικαταστάτες τελούσαν υπό κυβερνητικές διαταγές τις οποίες είχαν αποδεχθεί και συνεπώς, γνώριζαν τις συνέπειες, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Όποιος λοιπόν, και αν έβρισκε τον θάνατο από εκείνη τη σύγκρουση, θα εξυπηρετούσε τα ιδιοτελή συμφέροντα, προσωπικά ή πολιτικά των Μαυροκορδάτου και Κωλέττη.

Η προσωρινή αποκατάσταση στην  ηγεσία της Ανατολικής Στερεάς.

Προς μεγάλη του έκπληξη, στις 27 Αυγούστου του 1822, πληροφορήθηκε από την γερουσία του Αρείου Πάγου τον επαναδιορισμό του ως Φρούραρχου Αθηνών, στην οποία εισήλθε θριαμβευτικά εγκαθιστώντας το διοικητήριό του στην Ακρόπολη. Ο κίνδυνος της εμφάνισης της στρατιάς του Δράμαλη, είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να αποκαταστήσει τον Ανδρούτσο στην παλαιά του θέση, χωρίς όμως να του χορηγήσει χρηματική υποστήριξη για το ανύπαρκτο ουσιαστικά, στράτευμά του και βέβαια, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει τα απώτερα σχέδιά της.

Εκείνη την περίοδο το Ερεχθείο είχε διαμορφωθεί ως πολυτελής κατοικία, στην οποία εγκαταστάθηκαν οι οικογένειες των δύο οπλαρχηγών, Ανδρούτσου και Γκούρα. Ήταν μία τεταμένη συμβίωση, τις σχέσεις της οποίας φρόντισε να οξύνει ο Αρειος Πάγος, ο οποίος, μόλις αντελήφθη την φιλοχρηματία και αρχομανία του Γκούρα, άρχισε να τον προσεταιρίζεται και να τον κολακεύει, υποσχόμενος μεγαλεία και τιμές.

Εν τω μεταξύ, ανάμεσα στις δύο συζύγους των οπλαρχηγών αναπτύχθηκε μία έντονη αντιζηλία, επειδή η μία δεν ανεχόταν να παραχωρήσει τα πρωτεία της στη δεύτερη. Οι τριβές μεταξύ τους σύντομα μεταφέρθηκαν και στους συζύγους. Ο Γκούρας προσχώρησε πρόθυμα στο φιλοκυβερνητικό στρατόπεδο, αναλαμβάνοντας, κατ’ εντολή του Κωλέττη, το πιο αποτρόπαιο καθήκον, να συμμετάσχει στον εμφύλιο πόλεμο κατά της Πελοποννήσου, προκειμένου να περιορίσει όλους τους αντικυβερνητικούς οπλαρχηγούς.

Πράγματι, ο Γκούρας διέπρεψε στην αποστολή του, όπως δείχνουν οι βιαιοπραγίες και η κακοποίηση κατά του αμάχου πληθυσμού. Οπλαρχηγοί οι οποίοι δεν υπάκουσαν στις νέες εντολές, εκδιώχθηκαν, φυλακίσθηκαν ή αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τους Τούρκους για να αποφύγουν τα χειρότερα. Την ίδια περίοδο ο Οδυσσέας επισκέφτηκε τον Κολοκοτρώνη στον Μοριά και του πρότεινε να επιχειρήσουν πραξικόπημα κατά του σάπιου πολιτικού κατεστημένου και ν’ αναλάβουν την κυβέρνηση οι οπλαρχηγοί.

Εικόνα: Ο Δημήτριος Ξηρός, γνωστός και ως Πανουργιάς ήταν οπλαρχηγός της επαρχίας των Σάλωνων καθώς και ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Αγώνα.

Γράφει ο Φωτιάδης στο έργο του «Καραϊσκάκης», «Ο Οδυσσέας λογάριαζε σαν αναπόφευκτο τον εμφύλιο πόλεμο και γύρευε αυτοί πρώτοι να χτυπήσουν. Έπρεπε να λείψουν απ’ την μέση οι τουρκοκοτζαμπάσηδες και να δικαιωθεί το κοινωνικό περιεχόμενο της επανάστασης για να σωθεί ο τόπος. Ο Κολοκοτρώνης δίσταζε να το δεχθεί, φοβούμενος την καταστροφή που μπορούσε να επιφέρει στο έθνος ο εμφύλιος πόλεμος».

Η Ιστορία και ο ελληνικός λαός που τόσο λάτρεψε τον Γέρο, θα ήταν πολύ δύσκολο να του συγχωρέσει εκείνον τον μοιραίο δισταγμό, εκείνη την κρίσιμη για την ιστορία στιγμή. Τα όσα όμως ακολούθησαν δικαίωσαν πλήρως τον Ανδρούτσο, «Οι κοτζαμπάσηδες, οι πολιτικάντηδες και οι Φαναριώτες, όταν συνειδητοποίησαν πως οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές γι’ αυτούς, έστησαν τον εμφύλιο πόλεμο και τον κέρδισαν».

Ο Ανδρούτσος, χωρίς υποστήριξη και εξοπλισμό από την κυβέρνηση, επεχείρησε κάποιες μικροσυμπλοκές στα μετόπισθεν της τούρκικης στρατιάς, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μετά την ήττα του Δράμαλη στα Δερβενάκια, ο τουρκικός κίνδυνος απομακρύνθηκε, και η κυβέρνηση του αφαίρεσε και πάλι κάθε εξουσία.

Η τελική πτώση.

«Κύριε Αναστάσιε Λόντε,

Γνωρίζω ότι έχεις πολλές δουλειές που σε κρατούν απασχολημένο μέρα-νύχτα και γι’ αυτό με συγχαρείς που σε απασχολώ, αλλά επειδή είδα να αναφέρεις το όνομά μου στο γράμμα ενός φίλου σου, είπα να σου γράψω 5-6 γραμμές. Κι αν βρεις κάτι χρήσιμο σ’ αυτές να το ακούσεις, αλλιώς κάψτο. Λέγεις του φίλου σου, «Αν γράψεις σε ‘κείνον τον διάβολο τον Οδυσσέα, γραφτού εκ μέρους μου να βγάλει μερικούς διαβόλους από μέσα του. Του το λέω μπέσα-με-μπέσα, και τότε ίσως να γίνει χρήσιμος στη πατρίδα και να λάβει αξίως το όνομα που φέρει».

Λοιπόν, εγώ λέω ότι δύο ειδών διάβολοι μπαίνουν μέσα στους ανθρώπους. Ο πρώτος είναι αυτός που είπε και ο Σωκράτης, είναι ο διάβολος που καθοδηγεί κάθε καλό άνθρωπο, του δείχνει τον καλό δρόμο και τον αποτρέπει να πράξει το κακό. Το δεύτερο είδος είναι εκείνος ο διάβολος που μπαίνει στον άνθρωπο και τον καθοδηγεί να πράττει το κακό. Τώρα, εγώ, δεν ξέρω, σε σένα ποιός διάβολος κατοικεί, ο πρώτος ή ο δεύτερος; Και αφήνω εσένα να αποφασίσεις ποιός διάβολος κατοικεί μέσα μου.

Εικόνα: Εικαστική απεικόνιση της πολιορκίας των Αθηνών.

Ο πατέρας μου τον καιρό της Τουρκοκρατίας γύριζε στα βουνά και τους κάμπους και σκότωνε Τούρκους. Περνούσε τις νύχτες στα δάση και τα ποτάμια και σκότωνε Τούρκους. Ακόμα και στη θάλασσα όταν βρέθηκε, κι εκεί Τούρκους σκότωνε. Και για να μη πολυλογώ, αφού απελευθέρωσε πολλές επαρχίες από τους τυράννους, σαν πραγματικός δαιμονισμένος υπέρ της Πατρίδος, μαρτύρησε σ’ αυτή την ίδια την έδρα του τυράννου, την Κωνσταντινούπολη.

Τι λογής διάβολο λες να είχε μέσα του, τον πρώτο ή τον δεύτερο; Εγώ, προσωπικά, χωρίς να γνωρίζω από ποιόν δαίμονα εσύρετο ο πατέρας μου, άρχισα από παιδί ορφανό να ακολουθώ τα χνάρια τού ίδιου του διαβόλου. Τον περισσότερο καιρό της ζωής μου πού τον πέρασα; Τον πέρασα σκοτώνοντας Τούρκους, κυνηγώντας τυράννους. Τον πέρασα στις σπηλιές και τα βουνά. Και τα καρτέρια των δρόμων, οι λόγγοι και τα άγρια θηρία είναι μάρτυρες ότι δεν με πλησίασε ποτέ Τούρκος στα 50 μέτρα και να έζησε.

Εγώ μάλιστα, συναναστρεφόμουν με τους τυράννους και καλοπληρώθηκα από αυτούς για να σέβομαι τους ομογενείς τους. Όμως εγώ, κινούμενος από τον διάβολό μου, συνέχιζα να σκοτώνω Τούρκους. Οι γκρεμοί, τα ποτάμια, οι πάγοι, τα χιόνια και τα δάση, ήταν τα αγαπημένα μου κοιμητήρια και το τούρκικο αίμα το προσφάγι μου. Μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, συρόμενος πάλι από τον διάβολό μου, λάτρεψα τους αρχηγούς της, άκουσα τη φωνή της στα φυλλοκάρδια μου, σεβάστηκα την απόφασή της, κι έτρεξα με όλους τους Αρματωλούς της Ελλάδος να σκοτώσω Τούρκους.

Μολονότι κέρδισα πολλά επί Τουρκοκρατίας, ο διάβολος μου αφαίρεσε αυτή την κλίση προς το χρήμα, από τότε που σηκώσαμε τα άρματα. Και τι να πολυλογώ; Τόσο με φώτισε ο διάβολός μου, ώστε γέμισα ψείρες, λύσσαξα για ψωμί, κοιμόμουν στα χιόνια και τις λάσπες, δοκιμάζοντας κάθε στρατιωτική κακουχία. Δεχόμουν φαρμάκια από εχθρούς και φίλους, κυνηγήθηκα σαν κατάδικος από τη δικαιοσύνη, και επιθυμούσα εθνικές συνελεύσεις, αγάπησα δίκαιους διοικητές, έγινα λάτρης των ενάρετων και φίλος των σοφών, δίψασα για την ανεξαρτησία και αυτονομία της Ελλάδος, επιθυμώντας μόνο Έλληνες να διοικούν και να βασιλεύουν στους Έλληνες.

Ε, νομίζω, δάσκαλε, ότι από όλα αυτά μπορείς εύκολα να συμπεράνεις ποιός διάβολος βρίσκεται μέσα μου. Είναι, άραγε, εκείνος που έκανε τον Σωκράτη να πιεί το κώνειο για τις ειλικρινείς προς την πατρίδα υπηρεσίες του, ή μήπως είναι ο δαίμονας που έκανε τους ομογενείς μας να παραδώσουν την πατρίδα στους Ρωμαίους και μετά στους Τούρκους; Εγώ, προσωπικά πιστεύω ότι εσύ έχεις μέσα σου τον διάβολο του Σωκράτη, αφού ξέρεις γράμματα και διαβάζεις τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα.

Εικόνα: Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, εργο του Θεόδωρου Βρυζάκη, 1865.

Είσαι μόλις 22 χρονών κι όμως, είσαι βουλευτής. Χαίρεις υπόληψης, διαφεντεύεις αυτούς που κατακρατούν τα εθνικά εισοδήματα, σπείρεις ζιζάνια σε Μωριά και Ρούμελη, κι ανεβάζεις και κατεβάζεις από τα αξιώματα όποιον θέλεις. Τέλος πάντων, δίνεις στην επαρχία σου το καλό παράδειγμα της χρηστοηθείας, της εγκράτειας, της αφιλοκερδείας, της δικαιοσύνης.

Ενθυμούμενος δε την διάλυση της Εθνικής Συνελεύσεως εξ αιτίας σου, την προσκόλλησή σου σε ξένη Αυλή, και όχι στην απελευθέρωση της Ελλάδος, συμπεραίνω, δάσκαλε, μπέσα-με-μπέσα, ότι εσύ έχεις μέσα σου τον δαίμονα του Σωκράτους. Πρόσεξε όμως καλά, γιατί κάθε Έλληνας έχει μέσα του λεγεώνες δαιμόνων. Και πάρε τα μέτρα σου, γιατί όπως λέει η παροιμία, «ο ένας διάβολος σκοτώνει τον άλλον». Πρόσεξε καλά, γιατί είτε θα χαθεί η Πατρίς ή θα πέσει σε κανένα χειρότερο τύραννο από εκείνον που έζησαν οι πατέρες μας. Κοίταξε καλά, μη τύχει και…»

Εν Αθήναις, 14 Φεβρουαρίου 1824.

Οδυσσέας Ανδρίτσου».

Είναι μία επιστολή η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρισθεί σαν ένα ιστορικό και φιλολογικό διαμάντι. Η επιστολή αυτή ορίζει την προσωπικότητα του Φιλόσοφου -Πολεμιστή. Αποτυπώνει τον δυναμικό χαρακτήρα του, το ισχυρό και ευφυές πνεύμα του. Η καυστική ειρωνεία και ο σαρκασμός του τρυπάει βαθύτερα κι από το σπαθί του, καταλήγοντας με την υπόνοια μίας απειλής, ηχηρότερης και από βρυχηθμό λιονταριού.

Ας δούμε όμως, ποιός ήταν αυτός ο Αναστάσιος Λόντος στον οποίον απευθύνει την επιστολή του ο Οδυσσέας. Γεννήθηκε στο Αίγιο και ήταν γόνος ισχυρής οικογένειας προυχόντων. Σπούδασε στο εξωτερικό και με την έκρηξη της επανάστασης επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εξελέγη αντιπρόσωπος της επαρχίας Βοστίτσας το 1823. Έλαβε μέρος στις περισσότερες Εθνοσυνελεύσεις και κατά την Καποδιστριακή περίοδο προσχώρησε στις αντικυβερνητικές δυνάμεις.

Εικόνα: Συμβολικός πίνακας της μάχης των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακροπόλεως, εργο του Christian Johann Georg Perlberg, 1856.

Επί σειρά ετών ανελάμβανε κυβερνητικά αξιώματα και θέσεις. Εγεινε δήμαρχος Αιγίου, βουλευτής και γερουσιαστής. Κατόπιν διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης και Εξωτερικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου. Εξ αρχής ετάχθη στο φιλογαλλικό κόμμα και ήταν άνθρωπος του Κωλέττη. Αλαζόνας και επαρμένος, εχθρευόταν το κόμμα των στρατιωτικών και ιδιαίτερα τον Ανδρούτσο. Ένας πραγματικός κλώνος των ανθρώπων που μας κυβερνούν και σήμερα.

Το 1824, ενώ ο Ανδρούτσος βρισκόταν στο Ναύπλιο, η κυβέρνηση Κουντουριώτη δεν δίστασε να μισθώσει τον φρούραρχο Ναυπλίου, Μήτρο Τριανταφυλλίνο, άσπονδο εχθρό τού Οδυσσέα από το παρελθόν, για να τον δολοφονήσει. Μία ημέρα, ο Οδυσσέας είχε επισκεφθεί τον φίλο και συμπολεμιστή του Νικηταρά στο σπίτι του. Κάθισαν μπροστά σε ένα ανοικτό παράθυρο, έχοντας ανάμεσά τους την μικρή κόρη του Νικήτα.

Εκείνη τη στιγμή μία σφαίρα σφύριξε από το ανοικτό παράθυρο, και περνώντας ανάμεσα από τους δύο άνδρες, αποστρακίστηκε, και κατέληξε κοντά στα πόδια του μικρού κοριτσιού. Ο Νικηταράς, αντελήφθη αμέσως τι συνέβη, πήρε τη σφαίρα και έτρεξε γρήγορα στο κυβερνητικό κτίριο, διηγούμενος το συμβάν στον Κωλέττη. Εκνευρισμένος αυτός, του απάντησε σχεδόν αδιάφορα, «Δεν είναι δική σου δουλειά Νικήτα. Γύρνα σπίτι σου και μην ανακατεύεσαι».

Ήταν η δεύτερη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Ανδρούτσου. Ο Κωλέτης, ο Μαυροκορδάτος και η κυβέρνηση Κουντουριώτη είχαν γίνει οι αδυσώπητοι διώκτες του. Διαβλέποντας παντού μηχανορραφίες, ο Ανδρούτσος αποσύρεται και πάλι στη Δρακοσπηλιά. Η είδηση της σύλληψης του Κολοκοτρώνη ενισχύει την καχυποψία του. Οι προστριβές του με τους καλαμαράδες, οι οποίοι τον παραγκώνιζαν στερώντας του τα απαιτούμενα χρήματα και εφόδια για τη συγκρότηση στρατεύματος, τον έχουν καταβάλει.

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο, η απροθυμία της κυβερνήσεως να τον βοηθήσει και ο κίνδυνος των επαρχιών της Στερεάς Ελλάδας από την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, τον οδήγησαν στις αρχές Αυγούστου 1824, στο παράτολμο σχέδιο να έλθει σε επαφή με τους Τούρκους αρχηγούς. Ψευδόμενος, τους υπόσχεται ότι θα έπειθε τους Έλληνες οπλαρχηγούς να δηλώσουν υποταγή στον Σουλτάνο, προκειμένου ως αντάλλαγμα, να του παραχωρούσαν την διοίκηση των επαρχιών της Εύβοιας.

Εικόνα: Ο Ενετικός πύργος της Ακρόπολης στον οποίο φυλακίσθηκε και δολοφονήθηκε ο Ανδρούτσος. Βρισκόταν δεξιά από τα Προπύλαια, είχε ύψος 26 μέτρα και κατόπτευε όλο το λεκανοπέδιο. Μια εσωτερική ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο ψηλότερο σημείο του, απ’ όπου κατακρημνίσθηκε το πτώμα του. Το 1874 ο Ερρίκος Σλήμαν, χρηματοδότησε την κατεδάφιση του πύργου και έκτοτε τα Προπύλαια πήραν τη σημερινή τους μορφή.

Οι λοιποί οπλαρχηγοί γνώριζαν ότι η ενέργειά του αποσκοπούσε στο να καθυστερήσει τους Τούρκους, αλλά ο Άρειος Πάγος εκμεταλλεύεται το γεγονός για να τον κατηγορήσει για προδοσία. Ο απώτερος σκοπός του Ανδρούτσου ωστόσο, ήταν πολύ φιλοδοξότερος, επιλέγοντας την κατάλληλη στιγμή, να εξαπατήσει τους Τούρκους, να στραφεί εναντίον τους και να απελευθερώσει ολόκληρη την Εύβοια.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αποκαθιστούσε τη φήμη και τη θέση του προς την ελληνική κυβέρνηση. Στην πορεία όμως, μετανοεί και αρχίζει να καταδιώκεται και από τους Τούρκους. Ήταν φανερό ότι η σύγχυση και η απόγνωσή του τον οδηγούσαν πλέον σε υστερικές ενέργειες, οι οποίες τον καθιστούσαν περισσότερο ύποπτο στην κυβέρνηση, και κυρίως στον προσωπικό εχθρό του, τον Κωλέττη.

Τη στιγμή που ο Μωριάς παραδιδόταν σχεδόν αμαχητί στον Ιμπραήμ, στις 20 Φεβρουαρίου 1825, η κυβέρνηση χρηματοδοτεί με 140.000 γρόσια της οργάνωση εκστρατείας στη Ρούμελη για την σύλληψη του Ανδρούτσου. Υπό την διοίκηση του πρώην αδελφικού φίλου τού Οδυσσέα, Γιάννη Γκούρα, 6.000 άνδρες και 12 πλοία, αντί να υπερασπιστούν τα τελευταία προπύργια της Πελοποννήσου, εξεστράτευαν προς εξόντωση του «Τουρκοδυσσέα», μεγαλοπρεπέστατο σχέδιο ραγιάδικης εθνοπροδοσίας. Κυνηγημένος πλέον από όλους, αποφασίζει να παραδοθεί στις δυνάμεις του Γκούρα, με τον όρο να δικαστεί για να αποδείξει την αθωότητά του.

Το άδοξο τέλος.

Φτάνοντας στην Αθήνα σιδηροδέσμιος, ο Ανδρούτσος φυλακίζεται στον Ενετικό πύργο της Ακροπόλεως, περιμένοντας να δικαστεί. Νύχτα της 5ης προς 6η Ιουνίου 1825,με εντολή του Γκούρα, τέσσερις έμπιστοί του, οι Μήτρος Τριανταφυλίνας, Παπακώστας Τζαμάλας, Γιάννης Μαμούρης και ένας παπάς αγνώστων στοιχείων, θα γίνονταν οι δήμιοι του Οδυσσέα. Τη στιγμή που μπαίνουν στο κελί, εκείνος ατάραχος τους λέει, «Ορέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε με λύνετε το ’να χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πως με λένε;».

Ο Ανδρούτσος ήταν τρομερά χειροδύναμος, τόσο που έστω και δεμένος δεν ήταν εύκολος αντίπαλος για τέσσερις μάχιμους άνδρες. Ακολούθησε πάλη και πάνω σ΄ αυτή ο Τριανταφυλλίνας προσπάθησε ανεπιτυχώς να πνίξει τον Ανδρούτσο. Ο τελευταίος κόβει με τα δόντια του δύο δάχτυλα του Τριανταφυλλίνα. Για να τον εξουδετερώσουν τον χτύπησαν με τσεκούρι στο σβέρκο αλλά και πάλι δεν το κατάφεραν.

Μέσα στην απεγνωσμένη πάλη, κατάφεραν τελικά να τον ακινητοποιήσουν. Τα βασανιστήρια κράτησαν ώρες ατελείωτες, καθώς εκείνοι τον ρωτούσαν που έκρυβε τον θησαυρό του. Μετά από ώρες φρικτών κακοποιήσεων, ο ανελέητος παπάς εφάρμοσε την μέθοδο του στριψίματος των όρχεων. Τότε και μόνο κατόρθωσαν να τον πνίξουν. Οι δολοφόνοι έδεσαν το πτώμα του με σχοινί και το κρέμασαν από το παραθύρι του Ενετικού πύργου, αφήνοντάς το να πέσει στο λιθόστρωτο του ναού της Απτέρου Νίκης, διαδίδοντας πως σκοτώθηκε στην απόπειρά του να δραπετεύσει, αλλά το σχοινί κόπηκε. Κανείς βέβαια δεν το πίστεψε. Ήταν γνωστές οι σχέσεις της Κουντουριωτικής κυβέρνησης με τον Ανδρούτσο.

Εικόνα: Ο μικρός ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στους πρόποδες της Ακρόπολης. Στην αυλή του έγινε κρυφά η ταφή του Οδυσσέα.

Το πτώμα του βρέθηκε το επόμενο πρωί, φρικτά παραμορφωμένο, με ανατριχιαστικές κακώσεις. Προκειμένου το όλο θέμα να ξεχαστεί γρήγορα, το πτώμα τάφηκε μπροστά από τον Ναό των Αγίων Ασωμάτων στο Θησείο, χωρίς ούτε καν νεκρώσιμη ακολουθία. Τα οστά του ωστόσο, θα περνούσαν μία πραγματική Οδύσσεια μέχρι να βρουν τον τελικό τόπο της αναπαύσεώς τους.

Οκτώ χρόνια αργότερα το 1833, η γυναίκα του πραγματοποίησε εκταφή των οστών, τα οποία κατέθεσε σε κάποιον ναό των Αθηνών, ο οποίος δεν γνωστοποιήθηκε, επειδή ο διασυρμός του αγωνιστή συνεχιζόταν και μετά το θάνατό του. Για 30 ολόκληρα χρόνια, τον αναθεμάτιζαν ως προδότη και κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονταν τα οστά του. Το 1865, με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές, τελέστηκε η μετακομιδή των οστών του στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Γκούρας είχε την τύχη να βρει τον θάνατο πολεμιστού, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακροπόλεως, όταν στις 30 Σεπτεμβριου 1826 εχθρική βολίδα τον χτύπησε στο κεφάλι. Λέγεται ότι μέχρι τότε είχε ασταμάτητες τύψεις και μονολογούσε συνεχώς, «με παρέσυραν σ’ αυτή την δουλειά». Η Νέμεσις όμως, δεν είχε πει τον τελευταίο της λόγο, γιατί λίγους μήνες αργότερα, σκοτώθηκε η σύζυγός του, όταν κατά τη διάρκεια βομβαρδισμού, καταπλακώθηκε μαζί με ολόκληρη την οικογένειά της από τα συντρίμμια της στέγης του Ερεχθείου.

Μετά τον θάνατο του ήρωος, ο γιός του, Λεωνίδας Ανδρούτσος, σε ηλικία μόλις ενός έτους, συνοδευόμενος από τη μητέρα του, στάλθηκε στο Μόναχο με την υποστήριξη του Όθωνα, για να μεγαλώσει στο περιβάλλον του φιλέλληνα βασιλιά Λουδοβίκου Α΄. Το 1836 όμως, αρρώστησε σε μία επιδημία χολέρας και πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου σε ηλικία 12 ετών, όπως προείπαμε. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος που τον είχε αγαπήσει σαν παιδί του τον έθαψε με τιμές στο παλιό νεκροταφείο της πόλης, όπου ο τάφος του υπάρχει ακόμα και σήμερα με επιγραφή χαραγμένη στα ελληνικά και γερμανικά.

Η δύστυχη μητέρα και χήρα, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου επιβίωσε με την πενιχρή κρατική σύνταξη. Στις 25 Φεβρουαριου του 1873, η 87χρονητότε Ελένη Καρέλη, τιμήθηκε σε μία συγκέντρωση στην οποία ένας νεαρός τότε λόγιος, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχόπουλος, ανέγνωσε μία πραγματεία του περί του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μετά το πέρας της αναγνώσεως, η κατασυγκινημένη Ελένη Καρέλη, σηκώθηκε και προς ένδειξη ευγνωμοσύνης, με δάκρυα στα μάτια, χάρισε στον Παπαμιχόπουλο το μοναδικό ενθύμιο που διέθετε από τον αδικοχαμένο σύζυγό της, το χρυσό δαχτυλίδι του, το οποίο έκτοτε ο τελευταίος δεν αποχωρίστηκε ποτέ.

Στις 29 Μαϊου 1888, παρουσία της Βασιλικής οικογένειας και μελών της κυβερνήσεως, ανηγέρθη μνημείο προς τιμήν του στον τόπο της μεγαλύτερης νίκης του, το Χάνι της Γραβιάς, εννω στις 15 Ιουλίου 1967 ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος, πρώην διοικητής της Ελληνικής Ταξιαρχίας «Ρίμινι» και επικεφαλής του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο, μετέφερε με πολεμικό σκάφος τα οστά του Οδυσσέα Ανδρούτσου από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών στην Πρέβεζα. Τα οστά τοποθετήθηκαν στη βάση του αγάλματός του στην κεντρική πλατεία της πόλης, και του οποίου τα αποκαλυπτήρια έγιναν την ίδια ημέρα σε μεγαλοπρεπή τελετή.

Εικόνα: Το άγαλμά του Οδυσσέα Ανδρούτσου σε κεντρική πλατεία της Πρέβεζας. Στη βάση του φυλάσσονται τα οστά του.

Σκέψεις και συμπεράσματα.

Ποιό ήταν το μέγα σφάλμα του Οδυσσέα Ανδρούτσου απέναντι στην Ιστορία; Γιατί, ακόμη και σήμερα, σύγχρονοι ιστορικοί του χρεώνουν σφάλματα, πανούργες προθέσεις και αγριότητες, όταν την ίδια στιγμή μεταχειρίζονται με αβρότητα τον Μαυροκορδάτο, αποσιωπώντας και αποκρύπτοντας τα εγκλήματά του; Ότι οραματίστηκε μία Ελλάδα Ελεύθερη και Ανεξάρτητη, διοικούμενη από Έλληνες, και όχι μίσθαρνες μαριονέτες των Ξένων Δυνάμεων.

Εκεί όπου πολλοί ανέχονταν ή έστρεφαν τα βλέμματά τους από τις προδοσίες και δολοφονίες των πολιτικάντηδων, ο Ανδρούτσος όρθωσε το ανάστημά του, δηλώνοντας ανοικτά ότι θα τους πολεμούσε με το ίδιο μίσος που πολεμούσε και τους Τούρκους. Ήδη από τις αρχές του Αγώνα, οι Έλληνες οπλαρχηγοί συμφωνούσαν ομόφωνα ότι τα τρία μεγαλύτερα στρατηγικά μυαλά της Επανάστασης ήταν ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος και ο Καραϊσκάκης.

Παρόλα αυτά, ο Οδυσσέας ελάχιστη υποστήριξη βρήκε από τους ομολόγους του. Ο Κολοκοτρώνης, στον οποίον είχε πολύ συχνά τεθεί το θέμα, επέμενε να τηρεί μία διαλλακτική στάση απέναντι στους πολιτικούς. Ο Νικηταράς, αδιαμφισβήτητης γενναίοτητος αγωνιστής στο πεδίο της μάχης, δεν ήταν άνθρωπος ο οποίος διέθετε το σθένος για την ανάληψη δραστικών μέτρων.

Μόνο ο Καραϊσκάκης, παραγκωνισμένος και εσκεμμένα απληροφόρητος κι εκείνος από την πολιτική εξουσία, προσπάθησε να αντιδράσει, όταν όμως ήταν πλέον πολύ αργά, όχι μόνο για τον Οδυσσέα, αλλά και για τον εαυτό του, αφού υπήρχε ήδη μία σφαίρα του Μαυροκορδάτου που έγραφε επάνω της το όνομά του. Κανείς από τους οπλαρχηγούς δεν τολμούσε να αντιτεθεί στα δόλια σχέδια των πουλημένων πολιτικών.

Όσοι το έπραξαν πέθαναν ή στην καλύτερη περίπτωση πέθαναν πάμπτωχοι. Στο τέλος, όλοι πλήρωσαν ακριβά τη διστακτικότητά τους. Ο Παναγιώτης Καρατζάς, ο Αντώνης Οικονόμου, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Αντώνης Βισβιζής, ο Μελέτης Βασιλείου, ο Καραϊσκάκης, ο Καποδίστριας και ο Κολοκοτρώνης. Μόνο ο τελευταίος γλύτωσε τον θάνατο, όταν αποφάσισε να συμβιβασθεί και να ακολουθήσει το κατεστημένο.

«Δυσσέα που ξεχείμασες τον φετινό χειμώνα

που’ σαν τα χιόνια τα πολλά και τα βαριά κρουστάλλια;

Στη Πρέβεζα ξεχείμασα μ’ Αρματωλούς και Κλέφτες.

Ραγιάδες πιάστε τ’ άρματα, ραγιάδες πολεμήστε!».

Πηγές:

  • Άννινος Μπάμπης, Παπαδόπουλος Κάρπος, Γούδας Αναστάσιος, «Οδυσσέας Ανδρούτσος. Δράση και κατατρεγμός».
  • Νικόλαος Κασομούλης, «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων».
  • Ηλίας Π. Κουκοβέτσος, «Οδυσσέας Ανδρούτσος: Αρχιστράτηγος της Ρούμελης».
  • Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος».
  • Σπυρίδων Τρικούπης, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως».
  • Άννινος Μπάμπης, «Η απολογία του Οδυσσέα Ανδρούτσου».
  • Αγαπητός Σ. Αγαπητός, «Οι Ένδοξοι Έλληνες του 1821».
  • Finlay George, «History of the Greek revolution».
  • Ιωάννης Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα».

1 thought on “Οδυσσέας Ανδρούτσος. Η «τραγικότερη» μορφή του Αγώνα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.