Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Κάτω απ’ την μύτη του εχθρού. Η βύθιση της Τουρκικής κανονιοφόρου «Τραπεζούς», στον όρμο των Κυδωνιών.

Κάτω απ’ την μύτη του εχθρού. Η βύθιση της Τουρκικής κανονιοφόρου «Τραπεζούς», στον όρμο των Κυδωνιών.

Γράφει ο  Αντιναύαρχος ε.α, Στυλιανός Πολίτης.

Το Νοέμβριος 1912, ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Οι στρατιώτες μας με πρώτο το Στρατηλάτη Διάδοχο Κωνσταντίνο, σκορπούσαν τη λευτεριά. Αρχίζοντας με την εξόρμηση τους στις 5 Οκτωβρίου προς την Ελασσόνα είχαν προχωρήσει μαχόμενοι ηρωικά στις διαβάσεις Ολύμπου – Καμβουνίων και στις 9 Οκτωβρίου είχαν κατανικήσει την Τουρκική Στρατιά στο Σαραντάπορο. Στις 17 Οκτωβρίου ο Στρατός μας είχε προελάσει μέχρι τα Γιαννιτσά όπου σε μια επική μάχη η δόξα τον είχε στεφανώσει και πάλι νικητή.

Στις 26 Οκτωβρίου είχε ελευθερωθεί η Θεσσαλονίκη. Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου, οι Ελληνικές Δυνάμεις είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους από τη λίμνη Δοϊράνη μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα. Το ίδιο επιτυχείς ήταν και οι επιχειρήσεις στο Δυτικό Θέατρο, όπου οι ηρωικοί μαχητές της ξηράς είχαν προελάσει παράλληλα προς τον Άραχθο και είχαν απελευθερώσει μέσα στον Οκτώβριο το Γρίμποβο, τη Φιλιππιάδα και τη Πρέβεζα.

Εικόνα: Ο τορπιλισμός του «Φετίχ Μπουλέντ», στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Η πολύνεκρη μάχη που είχε κρατήσει από 23 έως 26 Οκτωβρίου στα Πέντε Πηγάδια είχε αναγκάσει τους Τούρκους να συμπτυχθούν νικημένοι στα Γιάννενα. Σε αυτή τη φάση, και αφού είχε ελευθερωθεί πια η Θεσσαλονίκη, ο Διάδοχος βρισκόταν πάλι στην πρώτη γραμμή πολιορκώντας το οχυρό Μπιζάνι που αντιστεκόταν σθεναρά εμποδίζοντας την προέλαση για τα Γιάννενα.

Ο Στόλος μας με Ναύαρχο τον Παύλο Κουντουριώτη έπλεε «μεθ’ ορμής ακαθέκτου» στο Αιγαίο σπέρνοντας τον τρόμο στον εχθρό. Παράλληλα, τα ναυτικά μας αγήματα απελευθέρωναν το ένα μετα το άλλο, τα σκλαβωμένα νησιά του Αιγαίου. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά τα κατορθώματα. Στις 18 Οκτωβρίου το «Τορπιλοβόλο 11» με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση είχε καταφέρει να εισχωρήσει στον Τουρκοκρατούμενο Λιμένα της Θεσσαλονίκης, να τορπιλίσει και να βυθίσει τη θωρακοβαρίδα «Φετίχ Μπουλέντ». Στη συνέχεια, κατά την φυγή του, τόλμησε να βομβαρδίσει το Τουρκικό φρούριο του Καραμπουρνού στην είσοδο του Θερμαϊκού.

Η «πυρφόρος» ψυχή του Περικλή Αργυρόπουλου.

Ενώ όλος ο κόσμος μιλούσε με θαυμασμό γι΄ αυτόν που τον αποκαλούσαν τώρα «νέο Κανάρη» και οι άλλοι κυβερνήτες των πολεμικών μας ήθελαν να πετύχουν ανάλογα ή μεγαλύτερα κατορθώματα. Όπως ο Υποπλοίαρχος Περικλής Αργυρόπουλος, Κυβερνήτης του «Τορπιλοβόλου 14». Αυτός ο ορμητικός και γενναίος Αξιωματικός είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1876 και είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1896.

Ο μικρότερος αδελφός του, Κίμων Αργυρόπουλος, επίσης Αξιωματικός του Ναυτικού, είχε γράψει ήδη σελίδες δόξας στον «Μακεδονικό Αγώνα», ως  Αρχηγός Σώματος. Δεν ήταν δυνατόν αυτός να υστερήσει. Το γεγονός ότι ήδη είχε πολεμήσει γενναία στις επιχειρήσεις της Κρήτης με το Θωρηκτό Ύδρα το 1897 και είχε συμβάλει τον περασμένο Οκτώβριο σαν Κυβερνήτης του Τορπιλοβόλου στην απελευθέρωση του Αγίου Ευστρατίου δεν ήταν αρκετό. Ήταν κάτι πολύ λίγο γι’ αυτόν. Η δόξα του Βότση «ούκ έα αυτόν καθεύδειν».

Εκείνη την περίοδο βρισκόταν στον όρμο της Σμύρνης τρία τουρκικά πολεμικά. Το θωρηκτό «Μουΐν Ζαφέρ», ένα τορπιλοβόλο και μια εξοπλισμένη θαλαμηγός. Εκεί επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον του Υποπλοιάρχου Αργυρόπουλου. Άρχισε λοιπόν να ζητά επίμονα από το Ναύαρχο να του αναθέσει την επίθεση σ’ αυτούς τους στόχους με σκοπό την καταστροφή τους.

Ο Παύλος Κουντουριώτης έδειξε κατανόηση και εξέτασε προσεκτικά το αίτημα του τολμηρού Κυβερνήτη. Οι πληροφορίες που είχε όμως ήταν αποθαρρυντικές. Το θωρηκτό ήταν πια άχρηστο και αφοπλισμένο. Εκτός αυτού είχε καταφύγει στο εσωτερικό του λιμένα όπου ήταν πλήρως προστατευμένο. Η επιχείρηση πολύ σωστά θεωρήθηκε επικίνδυνη και άσκοπη.

Γι΄ αυτό και ο Αρχηγός του Στόλου μας δεν την ενέκρινε. Προσπάθησε όμως να παρηγορήσει τον Αργυρόπουλο λέγοντας του ότι κάποια στιγμή θα τον διατάξει να επιχειρήσει κατά της τουρκικής Κανονιοφόρου «Τραπεζούς», που ήταν αγκυροβολημένη σε πολεμική ετοιμότητα στον όρμο Κυδωνιών. Αυτό ήταν ένα ολοκαίνουργιο σκάφος από χάλυβα μεγάλου μεγέθους και με άριστο εξοπλισμό. Στην πλώρη του υπήρχε ένα ταχυβόλο πυροβόλο και δύο τετράκανα μυδραλιοβόλα στη πρύμνη.

Εικόνα: Χαρακτικό σχέδιο που απεικονίζει τον ανθυποπλοίαρχο Περικλή Αργυρόπουλο το 1903 με «μεγάλη» στολή του Βασιλικού Ναυτικού.

Ο σωστός άνθρωπος στο σωστό μερος.

Στις 8 Νοεμβρίου απελευθερώθηκε η Λέσβος. Στην επιχείρηση συμμετείχε και ο Υποπλοίαρχος Αργυρόπουλος με το πλοίο του. Την ίδια μέρα έστειλε και προσωπική επιστολή στο Ναύαρχο υπενθυμίζοντας του να εκδώσει διαταγή για την Τουρκική Κανονιοφόρο. Η διαταγή δεν ήρθε ποτέ στο πλοίο του και απογοητευμένος κάποια στιγμή απέπλευσε από τη Μυτιλήνη με προορισμό τον όρμο Μούδρο της Λήμνου για να συνενωθεί με τα άλλα πλοία του Στόλου.

Ο καιρός ήταν θυελλώδης και διαρκώς χειροτέρευε. Ο συνετός Κυβερνήτης του Τορπιλοβόλου αναγκάσθηκε να «ποδίσει» στην Πέτρα της Λέσβου εκτιμώντας ότι ο διάπλους του Αιγαίου δυτικά της Λέσβου ήταν επισφαλής. Σαν καλός ναυτικός ήξερε πολύ καλά πως πρέπει να σέβεται τη θάλασσα. Όπως ήξερε σαν στρατιώτης, επίσης πάρα πολύ καλά, το πότε θα άξιζε να ριψοκινδυνεύει.

Η θλίψη του όμως ήταν πολύ μεγάλη. Έβλεπε μια σημαντική ευκαιρία της ζωής του να γίνει και αυτός ένας ήρωας να χάνεται. Μέσα στην τόση στεναχώρια του άρχισε τις συζητήσεις με τον Ύπαρχο του, το Σημαιοφόρο Χριστόφορο Κονιάλη. Ο νεαρός αυτός Αξιωματικός ήταν και εκείνος γενναίος αλλά και φιλόδοξος. Ήθελε να ξεπεράσει τον πατέρα του τον ήρωα, επίσης Αξιωματικό του Ναυτικού Πάτροκλο Κονιάλη. Γι’ αυτό δεν ήθελε να βουλιάξουν το Τουρκικό πλοίο. Ήθελε να το κυριεύσει σαν Αρχηγός Αγήματος Εμβολής και στη συνέχεια να το οδηγήσουν θριαμβευτικά στο λιμένα της Μυτιλήνης.

Η απόφαση δεν άργησε να ληφθεί. Το Τουρκικό πλοίο θα αιχμαλωτιζόταν. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, η υλοποίηση του σχεδίου είχε σοβαρές δυσκολίες. Πώς θα έμπαιναν στον όρμο των Κυδωνιών; Τους ήταν τελείως άγνωστος και δεν υπήρχαν ακριβείς χάρτες της περιοχής. Παρ’ όλα αυτά κανένας δεν δίστασε. Το πλοίο απέπλευσε μέσα στη νύκτα της 9ης Νοεμβρίου. Σε λίγο χρόνο προσέγγισε τη μικρή νήσο «Ελεός» στις προσβάσεις του όρμου.

Εκεί συνάντησε μια ψαρόβαρκα που πάλευε με τα κύματα. Ένας καλός πατριώτης ψαράς, έδωσε ναυτιλιακές πληροφορίες για τον είσπλου στον Τουρκοκρατούμενο όρμο και επιβιβάσθηκε στο πολεμικό για να εκτελέσει τα καθήκοντα του πλοηγού. Στις 1 μετά τα μεσάνυχτα το μικρό πλοίο εισήλθε στον όρμο. Το φως του φεγγαριού διευκόλυνε τις κινήσεις αλλά ταυτόχρονα εγκυμονούσε κινδύνους για τον εντοπισμό του από τον εχθρό.

Η θάλασσα μέσα στον όρμο ήταν πολύ πιο ήσυχη απ’ ότι έξω. Το Τορπιλοβόλο κατευθύνθηκε προς την πόλη κοντά στην οποία θα έπρεπε να είναι αγκυροβολημένη η κανονιοφόρος σύμφωνα με τις πληροφορίες. Οι πληροφορίες ήταν όμως ανακριβείς ή το πιθανότερο είχε γίνει μεθόρμιση του Τουρκικού πλοίου για να απαγκιάσει καλύτερα στο βόρειο άκρο του ορμίσκου Άγιος Νικόλαος.

Ο Αργυρόπουλος δεν άργησε να εντοπίσει το στόχο του και στράφηκε προς αυτόν. Το γεγονός όμως ότι δεν ήξερε την ακριβή θέση του τον είχε καθυστερήσει με την εκτέλεση πολλών κινήσεων μέσα στον όρμο. Αυτό ήταν μοιραίο. Οι Τούρκοι πήραν είδηση και κατάλαβαν αμέσως τις προθέσεις του. Σ’ αυτό συνέβαλε και ο θόρυβος των μηχανών του. Πανικόβλητοι παρέλαβαν τον φορητό τους οπλισμό και τα ατομικά τους πυρομαχικά και έσπευσαν να μπουν σε μια βάρκα.

Με αυτή απομακρύνθηκαν από το πλοίο τους και κατευθύνθηκαν αναζητώντας τη σωτηρία τους στην Μικρασιατική ακτή. Είχαν προλάβει να μάθουν ότι οι «Γκιαούρηδες» δεν αστειεύονται. Έκπληκτος ο Αργυρόπουλος αντιλαμβάνεται την εγκατάλειψη του πλοίου από το πλήρωμα. Δεν μπορεί να το πιστέψει, αυτό είναι αδιανόητο για τα Ελληνικά δεδομένα. Προς στιγμή πιστεύει ότι είναι κάποια παγίδα. Κάποιο παιχνίδι που προσπαθεί ο εχθρός να παίξει σε βάρος τους.

 

Εικόνα: Η τελετή καθέλκυσης του θωρακισμένου καταδρομικού Αβέρωφ, στο Λιβόρνο της Ιταλίας, το 1910.

Τώρα ή ποτέ.

Η αγωνία του Υπάρχου είχε φθάσει στο κατακόρυφο. Ανησυχούσε για την εξέλιξη. Είχε προετοιμάσει το άγημα με μεγάλη προσοχή. Ήταν πανέτοιμοι και πάνοπλοι οκτώ διαλεγμένοι άνδρες του πληρώματος απ’ όλες τις ειδικότητες. Ο Κυβερνήτης θέλοντας να βεβαιωθεί ότι το πλοίο είχε εγκαταλειφθεί εκτέλεσε μια βολή με το ταχυβόλο ενώ συνέχισε να πλησιάζει. Δεν σημειώθηκε καμία αντίδραση. Το πλοίο πράγματι ήταν πράγματι εγκαταλελειμμένο.

Όταν η πλώρη του ελληνικού πλοίου πλησίασε το τουρκικό έγινε το «ρεσάλτο». Το άγημα κατέλαβε το πλοίο και άρχισε να ερευνά τα διαμερίσματα του. Τότε διαπιστώθηκε ότι το πλήρωμα εγκαταλείποντας το πλοίο είχε ανοίξει τους κρουνούς κατακλίσεως και ότι το πλοίο είχε αρχίσει να γεμίζει νερά. Ο Τούρκος Κυβερνήτης βρισκόταν στο δωμάτιο του κλειδωμένος και δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα.

Το άγημα άρχισε αμέσως να ψάχνει να βρει τα επιστόμια για να σταματήσει την είσοδο της θάλασσας. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες τους, οι άνδρες του αγήματος μόνο το ένα μπόρεσαν να βρουν και να το κλείσουν. Τα υπόλοιπα είχαν σκεπαστεί από τα νερά και ο εντοπισμός τους από ανθρώπους που δεν γνώριζαν τη θέση τους ήταν αδύνατος.

Ελπίζοντας ότι θα αργούσε να βυθισθεί το πλοίο σκέφθηκαν να το ρυμουλκήσουν μέχρι τις απέναντι ακτές της Λέσβου για να το καθίσουν στα ρηχά αποφεύγοντας έτσι τη βύθιση του. Άρχισαν την παρέαση της καδένας που ήταν στην άγκυρα για να τη συνδέσουν με κάβο από τη πρύμνη του πλοίου. Ενώ όμως προσπαθούσαν, άρχισαν να δέχονται καταιγιστικό πυρ από τη ξηρά.

Το Τουρκικό πλήρωμα μαζί ίσως και με άλλους Τούρκους συναδέλφους τους, είχαν δει αυτές τις κινήσεις. Η ξηρά δεν απείχε πολύ από το πλοίο και το άγημα ήταν ακάλυπτο. Αντίθετα, οι θέσεις των Τούρκων δεν ήταν ορατές. Ο Αργυρόπουλος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Το πλοίο του και το άγημα του δεχόντουσαν πυρά από τη γειτονική στεριά. Ο ίδιος κινδύνευε να προσαράξει μέσα σε ένα άγνωστο όρμο με αβαθή και άλλους ναυτιλιακούς κινδύνους.

Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι το πλοίο που είχε κυριεύσει είχε γίνει πια επικίνδυνο. Η στάθμη των νερών που είχαν εισχωρήσει ήταν υψηλή. Το γεγονός αυτό σήμαινε ότι γρήγορα θα βυθιζόταν και όχι μόνο δεν θα  προλάβαινε να το οδηγήσει εκεί που ήθελε, αλλά θα έπαιρνε και μαζί του όσους από το άγημα θα βρισκόντουσαν αναγκαστικά  πάνω σ’ αυτό. Έχοντας αυτά στο νου του, ο Κυβερνήτης διέταξε τον Ύπαρχο να εγκαταλείψει τις προσπάθειες και να επιστρέψει στο πλοίο.

Τη διαταγή αυτή ο Σημαιοφόρος Κονιάλης τη δέχθηκε με βαριά καρδιά. Κατάλαβε όμως ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτε καλύτερο. Τι θα έκανε όμως με τον Τούρκο που είχε κλειστεί στο δωμάτιο του; Πήγε πάλι και χτύπησε δυνατά την πόρτα καλώντας τον να απαντήσει. Απάντησε αμέσως στα γαλλικά. Ο Σημαιοφόρος του ανέφερε στην ίδια γλώσσα ότι σε λίγο το πλοίο θα βυθιστεί και προσπάθησε να τον πείσει να βγει έξω. Μάταιος ο κόπος του. Ο Τούρκος δεν ήθελε με τίποτε να εγκαταλείψει το πλοίο που μέχρι πριν λίγο ήταν Κυβερνήτης. Η επιθυμία του έγινε σεβαστή. Το άγημα επέστρεψε σώο στο πλοίο.

Εικόνα: Ο Παύλος Κουντουριώτης ήταν Ναύαρχος του Βασιλικού Ναυτικού, Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και Αρχηγός του Β΄ Στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Συμμετείχε στην Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της τριανδρίας και διετέλεσε δύο φορές Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Ο γενναίος Σημαιοφόρος Κονιάλης τελευταία στιγμή πριν την αποβίβαση του πρόλαβε και απέσπασε από την κορυφή του πρυμναίου «κοντού» της Σημαίας το Τουρκικό Εθνόσημο. Ένα μπρούτζινο μισοφέγγαρο με αστέρι, το λάφυρο αυτό βρίσκεται σήμερα στην κατοχή του Ναυάρχου Πατρόκλου Κονιάλη που το φυλάει στο σπίτι του σαν κειμήλιο αλλά και σαν ιερό ενθύμιο από τον γενναίο πατέρα του.

Το Ελληνικό Πλοίο άρχισε να απομακρύνεται για να εξέλθει από τον κόλπο ενώ συνεχιζόταν πιο πυκνό το πυρ από τη ξηρά. Κανένας από το Τορπιλοβόλο δεν γνώριζε ποιο ήταν το βάθος στο σημείο αγκυροβολίας. Θα μπορούσε το εχθρικό πλοίο απλά να καθόταν και στη συνέχεια να διασωζόταν από το Τουρκικό Ναυτικό και γι’ αυτό θα έπρεπε να καταστραφεί οπωσδήποτε.

Ήταν 2 η ώρα και 15 λεπτά όταν ο Κυβερνήτης γύρισε τη πλώρη του ξανά προς το εγκαταλελειμμένο πλοίο και εκσφενδόνισε τορπίλη. Μια δυνατή έκρηξη φώτισε τη γύρω περιοχή. Το Τουρκικό πλοίο ανατινάχθηκε παρασύροντας στο θάνατο και τον πιστό μέχρι το τέλος Κυβερνήτη του. Βγαίνοντας από τον όρμο Κυδωνιών, το «Τορπιλοβόλο 14» πήρε τον δρόμο του προς το Μούδρο.

Ο καιρός είχε αρχίσει να πέφτει και οι συνθήκες πλου βελτιωνόντουσαν. Ο Αργυρόπουλος βρισκόταν άγρυπνος στη γέφυρα. Ασφαλώς πρέπει να διακατεχόταν από αίσθημα χαράς και υπερηφάνειας. Δεν είχε καταφέρει όλα όσα είχε προετοιμάσει με το παράτολμο σχέδιο του, αλλά και αυτό που είχε πέτυχε ήταν πολύ σημαντικό. Είχε βυθίσει ένα πολύ αξιόμαχο Τουρκικό πλοίο. Θα μπορούσε τώρα πια να σταθεί δίπλα στο Νικόλαο Βότση, τον παλιό συμμαθητή αλλά και καλό φίλο του από τα θρανία της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

Δεν πρέπει να ανησυχούσε καθόλου από το γεγονός ότι είχε ενεργήσει μια τόσο επικίνδυνη αποστολή αυτοβούλως, χωρίς να έχει λάβει καμία διαταγή. Ήξερε πολύ καλά ότι ο Ναύαρχος Κουντουριώτης ήταν από γενιά ηρώων. Δεν θα στεκόταν σε τέτοιες λεπτομέρειες. Μετά από λίγες ώρες το Τορπιλοβόλο αναγνώρισε το φάρο Κουμπί αριστερά στην είσοδο του Μούδρου. Προσέγγισε σταθερά και ελάττωσε ταχύτητα εισερχόμενο στον προσπισμένο όρμο. Αγκυροβόλησε και αμέσως ο Υποπλοίαρχος Αργυρόπουλος έσπευσε στη Ναυαρχίδα για να αναφέρει τρέμοντας από συγκίνηση, όσα συνέβησαν, «το βράδυ εκείνο που συναντήθηκε με την Ιστορία.

Τα μετέπειτα χρόνια.

Το κατόρθωμα του «Τορπιλοβόλου 14», αναφέρθηκε αμέσως στην Κυβέρνηση. Ο Υπουργός των Ναυτικών έσπευσε να εκφράσει την άκρα ευαρέσκεια του για την ηρωική «ενώπιον του εχθρού εκτελεσθείσαν υπέρ της Πατρίδος πράξιν». Ο Υποπλοίαρχος Περικλής Αργυρόπουλος συνέχισε με επιτυχία την πολεμική του δράση μέχρι το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων.

Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως Κυβερνήτης του «Τορπιλοβόλου Δάφνη», του «Αντιτορπιλικού Νέα Γενεά» και ως Ναυτικός Ακόλουθος στο Παρίσι. Το 1917, μετά την επικράτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου τέθηκε σε διαθεσιμότητα και στη συνέχεια αποστρατεύθηκε. Στα τέλη του 1920 με τη μεταπολίτευση ανακλήθηκε η αποστρατεία του και προήχθη σε Πλοίαρχο. Αποστρατεύθηκε Υποναύαρχος στις 29 Οκτωβρίου 1922, μετά το φιλοβενιζελικό κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου και την τελική απομάκρυνση του Βασιλέως Κωνσταντίνου από την Ελλάδα. Διετέλεσε Υπουργός Συγκοινωνιών και Υπουργός των Ναυτικών. Απεβίωσε σε αρκετά μεγάλη ηλικία, στις 15 Ιουλίου του 1955.

Εικόνα: Το «Τορπιλοβόλο 14» ήταν το τέταρτο του ιδίου τύπου ελληνικό πολεμικό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1884 στα γερμανικά ναυπηγεία Vulkan και ενετάγη στον Στόλο το 1885.

Από την άλλη πλευρα ο Χριστόφορος Κονιάλης, εξακολούθησε και αυτός με επιτυχία την καριέρα του. Υπηρέτησε και διακρίθηκε στη συνέχεια πολεμώντας στην ξηρά, ως διμοιρίτης στο 29ο Ναυτικό Σύνταγμα. Η μονάδα αυτή συγκροτήθηκε και επανδρώθηκε αποκλειστικά με προσωπικό του Ναυτικού για τις ανάγκες του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, αφού αποκλειόταν θαλάσσια αναμέτρηση με τους Βούλγαρους.

Ο ρόλος του Ναυτικού τότε είχε περιορισθεί μόνο στην υποστήριξη των επιχειρήσεων του Στρατού Ξηράς με ναυτικό πυροβολικό. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολέμησε με το «Καταδρομικό Έλλη» και με το Τορπιλοβόλο «Αλκυόνη». Έλαβε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία αρχικά με το Αντιτορπιλικό «Ιέραξ» και στη συνέχεια σαν Κυβερνήτης του «Τορπιλοβόλου «Προύσα». Ξαναγύρισε στο Καταδρομικό «Έλλη», αυτή τη φορά σαν Κυβερνήτης. Διετέλεσε Αρχιεπιστολέας Στόλου, Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Ναυτικών και Ανώτερος Διοικητής Σχολών.

Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ο Ανώτερος Διοικητής Βορειοδυτικού Αιγαίου, ενώ στην περίοδο της Κατοχής συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση. Ο Κονιάλης τότε: «ταχθείς εις ειδικάς εθνικάς οργανώσεις και δια συστηματικής και επικινδύνου ενώπιον του εχθρού εργασίας, προσέφερε σημαντικάς υπηρεσίας εις τον υπέρ της Πατρίδος αγώνα επιδεικνύοντας ευψυχίαν και αφοσίωσιν εις το καθήκον».

Αποστρατεύθηκε  Αντιναύαρχος και απεβίωσε πλήρης ημερών στις 22 Μαρτίου του 1979. Ο Θεός του έδωσε τη μεγαλύτερη χαρά που μπορεί να νοιώσει ένας Αξιωματικός. Είδε Ναύαρχο και το γιο του, που είχε το ίδιο όνομα με τον ήρωα παππού του. Είχε την ευτυχία μάλιστα να τον παρακολουθήσει από κοντά σε μια ηρωική σταδιοδρομία που την ξεκίνησε από Ναυτικός Δόκιμος.

Πηγές:

  • Παναγιώτης Φουράκης, «Περικλής Αργυρόπουλος, Ο θεμελιωτής της Ελληνικής ναυτικής ισχύος», εκδ. Ταλώς»
  • Τσίχλης Βασίλειος, «Το κίνημα του Γουδή και ο Ελευθέριος Βενιζέλος», εκδ. Πολύτροπον».
  • Περικλής Ι. Αργυρόπουλος, «Αναμνήσεις», εκδ. Αρσενίδη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.