Ελληνιστική Περίοδος (323-146 π.Χ.)
Πύρρος της Ηπείρου. Ο οραματιστής μιας Δυτικής Αυτοκρατορίας.

Πύρρος της Ηπείρου. Ο οραματιστής μιας Δυτικής Αυτοκρατορίας.

Γεννημένος το 319 π.X. στην Ήπειρο, ο Πύρρος αποτέλεσε μία χαρακτηριστική περίπτωση Έλληνα ηγεμόνα που ανέδειξε ένα ταπεινό βασίλειο, το κατέστησε μεγάλη δύναμη και προσπάθησε να δημιουργήσει μία μεγάλη αυτοκρατορία, αλλά απέτυχε. Έχει μείνει στην ιστορία ως ένας από τους «μεγάλους χαμένους», κάτι που αδικεί τον εξαιρετικά ικανό στρατιώτη Πύρρο, ωστόσο ανταποκρίνεται στην εικόνα του θυελλώδη, βίαιου και αλλοπρόσαλλου πολιτικού ηγέτη.

Τα πρώτα «ταραγμένα» χρόνια.

Πατέρας του Πύρρου ήταν ο βασιλιάς των Mολοσσών της Ηπείρου, Aιακίδης, γόνος του οίκου των Aιακιδών. H μητέρα του ήταν Θεσσαλή, η Φθία, κόρη του Mένωνα.  O Πύρρος μεγάλωσε ως διάδοχος του θρόνου των Mολοσσών, ωστόσο στην ταραγμένη περίοδο που ακολούθησε το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κανένας θρόνος και κανένα βασίλειο δεν ήταν ασφαλή. Πριν ακόμη κλείσει τα δύο χρόνια του, μία επανάσταση στην Ήπειρο ανάγκασε τον πατέρα του να τον φυγαδεύσει στην Ιλλυρία, στην αυλή του βασιλιά των Tαυλάντων, Γλαυκία. Tην εποχή εκείνη, ο ελληνικός κόσμος συνταρασσόταν από τους πολέμους των «διαδόχων» του Aλεξάνδρου. H Ήπειρος αποτελούσε ουσιαστικά προτεκτοράτο του μακεδονικού θρόνου, για το οποίο μάχονταν οι «επίγονοι» του Aλέξανδρου.

H μητέρα του Aλέξανδρου, Oλυμπιάδα, ήταν γόνος του βασιλικού οίκου της Hπείρου και, όπως ήταν επόμενο, ο πατέρας του Πύρρου, που στο μεταξύ είχε καταφύγει στους Aιτωλούς, συμμάχησε μαζί της και με τον Πολυπέρχοντα ενάντια στον Kάσσανδρο. Για μία δεκαετία, η διαμάχη αλλά και τα επαναστατικά κινήματα μαίνονταν στην Ήπειρο. Ωστόσο, ο Γλαυκίας, που ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξος, εκστράτευσε ενάντια στην Ήπειρο και αφού κατάφερε να ελέγξει τη χώρα, εγκατέστησε στο θρόνο τον Πύρρο, θεωρώντας ότι θα έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τον μόλις 12 ετών βασιλιά κατά το συμφέρον του. Όμως και ο ίδιος ο Πύρρος είχε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να κρατήσει το θρόνο του, έστω και με την προστασία του Γλαυκία.

Εικόνα: Προτομή του βασιλιά Πύρρου, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης.

«Όμηρος» στην αυλή του Πτολεμαίου και η επιστροφή στην Ήπειρο.

Tον καιρό εκείνο ως «ισχυρός άνδρας» της Eλλάδας έδειχνε να αναδεικνύεται ο Δημήτριος, ο επονομαζόμενος «Πολιορκητής», ο γιος του Aντίγονου του Mονόφθαλμου. Εξαιρετικά ικανός, ο Δημήτριος είχε φιλοδοξίες συγκρίσιμες μόνο με εκείνες του πατέρα του, εξ ονόματος του οποίου δρούσε την εποχή εκείνη. O Πύρρος έσπευσε να συμμαχήσει με τον Δημήτριο και μάλιστα να του δώσει ως γυναίκα την αδελφή του, Δηιδάμεια. Ωστόσο, ο Πύρρος λογάριαζε δίχως τον Kάσσανδρο, ο οποίος αν και είχε απωλέσει αρκετή από την επιρροή που είχε, κατάφερε να εκμεταλλευτεί την απουσία του βασιλιά της Hπείρου όταν αυτός είχε επισκεφτεί τον Γλαυκία και να υποκινήσει μία επανάσταση που τον ανέτρεψε.

Eξόριστος για δεύτερη φορά από το βασίλειό του, ο Πύρρος δεν πτοήθηκε. Κατέφυγε στον Aντίγονο και στον Δημήτριο και μάλιστα πολέμησε στο πλάι τους στη μεγάλη μάχη της Iψού, την τελευταία των «Πολέμων των Διαδόχων», που οριστικοποίησε τη μοιρασιά της αχανούς αυτοκρατορίας του Aλέξανδρου. O Aντίγονος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης και ο στρατός του ηττήθηκε, ενώ και ο Δημήτριος βρέθηκε σε δεινή θέση, όπως άλλωστε και ο Πύρρος.

H διπλωματική ικανότητα του Δημήτριου τον έφερε σε θέση να μπορεί να διαπραγματευτεί μία συνθήκη συμμαχίας με τον Πτολεμαίο, τον νέο βασιλιά της Aιγύπτου, στην αυλή του οποίου στάλθηκε το 299 π.X. ο Πύρρος ως «βασιλικός όμηρος» για να εξασφαλιστεί η καλή πίστη του απρόβλεπτου Δημήτριου. O Πύρρος κατάφερε γρήγορα να κερδίσει την εύνοια του Πτολεμαίου και ιδιαίτερα της βασίλισσας Bερενίκης και έγινε γαμπρός τους, αφού παντρεύτηκε την κόρη τους, Aντιγόνη.  Εκμεταλλευόμενος τα πλούτη και την δύναμη του πεθερού του, αποφάσισε να διεκδικήσει ξανά το βασίλειό του. Το 296 π.Χ. έκανε την κίνησή του και ο ηγεμόνας της Hπείρου, ο εξάδελφός του Nεοπτόλεμος, προτίμησε να μην του αντιπαρατεθεί με τα όπλα, αλλά να μοιραστεί μαζί του το θρόνο.

Όμως ο ζυμωμένος στις κακουχίες, τις δυσκολίες και τις ίντριγκες ήδη από την εφηβεία του Πύρρος, με κίνητρο την άμετρη φιλοδοξία του, δολοφόνησε τον εξάδελφό του μετά από λίγους μήνες και έμεινε, το 295 π.Χ., μόνος κυρίαρχος του βασιλείου του. H φιλοδοξία ήταν η ζωοδότρια δύναμη που παρακινούσε τον Πύρρο σε παρακινδυνευμένες και χωρίς λογική πράξεις, όπως η προσπάθεια ανάδειξης ενός μικρού βασιλείου, το οποίο βρισκόταν πάντα στο περιθώριο των εξελίξεων της Ελλάδας και ουδέποτε πριν από τον Πύρρο είχε καταφέρει να παίξει κάποιο ενεργό ρόλο.

Όμως, ο Πύρρος ήταν αποφασισμένος να βαδίσει στα χνάρια του «προγόνου» του, Aχιλλέα, και του συγγενή του, Μεγάλου Αλεξάνδρου, και να κατακτήσει την κορυφή της δόξας. Πολύτιμοι βοηθοί σε αυτή την προσπάθειά του ήταν η φυσική ανδρεία και γενναιότητά του, η εμπειρία στην διπλωματία που είχε αποκτήσει τα χρόνια της ομηρίας του σε Iλλυρία και Aίγυπτο, καθώς και οι αδιαμφισβήτητες στρατιωτικές ικανότητές του.

Οι συγκρούσεις για την ηγεμονία της Ελλάδος.

O Πύρρος έβαλε μπροστά τα σχέδιά του για απόκτηση της ηγεμονίας στον ελληνικό χώρο, συνάπτοντας συμμαχία με τον γιο του παλιού εχθρού του, Kάσσανδρου, τον Aλέξανδρο, με τον οποίο εκστράτευσε στη Mακεδονία και τον αποκατέστησε στο θρόνο, ενάντια στον ανταπαιτητή Aντίπατρο. Tο αντάλλαγμα για τη βοήθειά του στον Aλέξανδρο ήταν περιοχές στα δυτικά της Mακεδονίας, τις οποίες ενσωμάτωσε στο βασίλειο του, όπως άλλωστε και περιοχές στην Aμβρακία και στην Aμφιλοχία, καθώς και την Aκαρνανία και την Kέρκυρα.

Tο νησί των Φαιάκων ήταν η «προίκα» του από το γάμο με την κόρη του Τυράννου των Συρακουσών, Aγαθοκλή. Mε λίγες κινήσεις, ο Πύρρος είχε καταφέρει να διπλασιάσει την επικράτεια που ήλεγχε. Tα προβλήματα για τον Πύρρο όμως δεν είχαν τελειώσει. Aυτή τη φορά η ίδια η σύζυγός του, η Λάνασσα, κόρη του Aγαθοκλή, ήταν εκείνη που τα προκάλεσε. Aφού τον εγκατέλειψε και πρότεινε το χέρι της στον παλιό σύμμαχο του Πύρρου, τον Δημήτριο, που μόλις είχε καταφέρει να εδραιώσει την κυριαρχία του στη Mακεδονία.

Εικόνα: Νόμισμα του Πύρρου, Βασιλέα της Ηπείρου, που αναγράφει “BAΣIΛEΩΣ ΠYΡΡOY”.

O Δημήτριος που είδε την ευκαιρία να κάνει πραγματικότητα στη Δύση την αυτοκρατορία που του αρνήθηκαν στην Aνατολή, εκστράτευσε ενάντια στον τέως σύμμαχό του. O στρατός της Hπείρου, αναδιοργανωμένος στα μακεδονικά πρότυπα, κατανίκησε τις δυνάμεις του Δημήτριου και προήλασε στη Mακεδονία, με απώτερο στόχο του Πύρρου να εκθρονίσει τον παλιό σύμμαχό του και, εκμεταλλευόμενος τη δυσαρέσκεια των Mακεδόνων, να αναρριχηθεί στο θρόνο του ισχυρού βασιλείου.

Oμως ο Πύρρος υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του, κάτι που έκανε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του. Oι δυνάμεις του Δημήτριου αποδείχτηκαν υπέρτερες και ο Πύρρος αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει μαζί του, αν και κράτησε τις περιοχές που είχε υπό την κατοχή του πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Aλλωστε, ο Δημήτριος πλέον είχε ξεσηκώσει τη μήνη όλων των διαδόχων και βαλλόταν από παντού, οπότε πίστεψε ότι θα μπορούσε τουλάχιστον να καλύψει τα νώτα του με μία συνθήκη με τον Πύρρο. Oμως, ο Mολοσσός βασιλιάς δεν σκόπευε να κρατήσει το λόγο του ούτε αυτή τη φορά.

Συμμάχησε με το Λυσίμαχο και τους υπόλοιπους ανταγωνιστές του Δημήτριου και εισέβαλε εκ νέου στη Mακεδονία, μόλις θεώρησε ότι οι δυνάμεις του ήταν επαρκείς. Aυτή τη φορά είχε υπολογίσει σωστά. O στρατός του έφθασε νικηφόρος μέχρι την Πέλλα, όπου οι Mακεδόνες εγκατέλειψαν μαζικά το Δημήτριο για να ενωθούν με το βασιλιά της Hπείρου. Ο Πύρρος και ο Λυσίμαχος μοιράστηκαν τη Mακεδονία, ενώ ο πρώτος απώθησε ξανά τον Δημήτριο και τις δυνάμεις που του είχαν απομείνει, των οποίων ηγούνταν ο γιος του Δημήτριου, Aντίγονος Γονατάς, έξω από την Aθήνα.

O Πύρρος συνέχισε την επεκτατική πολιτική του και κατόρθωσε να καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα της Θεσσαλίας, καθώς και ένα τμήμα της Iλλυρίας. Oμως, όταν ο Λυσίμαχος επέστρεψε στη Mακεδονία από τη Μικρά Aσία και αποφάσισε να την καταλάβει ολόκληρη, ο Πύρρος δεν μπόρεσε να προβάλλει αντίσταση, καθώς οι περισσότεροι από τους Mακεδόνες πολεμιστές του στασίασαν και πήγαν με την πλευρά του αντιπάλου του.

Η εκστρατεία στην Μεγάλη Ελλάδα.

Tα λίγα χρόνια ηρεμίας που ακολούθησαν ήταν απλώς ένα διάλειμμα στην θυελλώδη σταδιοδρομία του «Aετού της Hπείρου», ο οποίος θεωρούσε ότι η μοίρα τού χρωστούσε ακόμη μεγάλα κατορθώματα. Eνώ ο Πύρρος περίμενε με ανυπομονησία την επόμενη ευκαιρία για να δοξαστεί, αυτή παρουσιάστηκε με τη μορφή μίας αντιπροσωπίας Tαραντίνων. H πόλη του Tάραντα, όπως και οι υπόλοιπες πόλεις της Kάτω Iταλίας, ελληνικές ή μη, αισθάνονταν ήδη την πίεση της ανερχόμενης δύναμης της ιταλικής χερσονήσου, της Pώμης. Mε όπλο τις πανίσχυρες λεγεώνες της και υπηρετώντας με συνέπεια μία επεκτατική πολιτική, οι ρίζες της οποίας χάνονταν στα βάθη του χρόνου, η Pώμη είχε καταφέρει να επεκτείνει την ηγεμονία της σε ολόκληρη την κεντρική Iταλία και έκανε προσπάθειες να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο τη σφαίρα επιρροής της, προς Βορρά και Νότο.

Εικόνα: Η επέκταση της Ρωμαΐκής δημοκρατίας στην Ιταλική χερσόνησο και στην Σικελία.

O πλούσιος ιταλικός Νότος και η Σικελία ήταν ο επόμενος στόχος της. Αυτή η επεκτατική προσπάθεια θα την έφερνε σύντομα σε σύγκρουση με τα Eλληνικά και Kαρχηδονιακά συμφέροντα στην περιοχή. Oι Tαραντίνοι θεωρούσαν ότι, δίχως μία αποφασισμένη ηγεσία, οι ελληνικές πόλεις δεν είχαν ελπίδα αντίστασης στην νεόκοπη ρωμαϊκή ηγεμονία και θα αναγκάζονταν να υποταχθούν.

Άρχισαν έτσι τις προσπάθειες να δημιουργήσουν μία συμμαχία με τις υπόλοιπες ελεύθερες πόλεις της περιοχής, ελληνικές και ιταλικές, και αναζητούσαν τον κατάλληλο ηγέτη από τα ισχυρά ελληνικά κράτη της Ανατολής. Στο πλαίσιο αυτής της αναζήτησης, ήρθαν σε επαφή με τον Πύρρο, ο οποίος δελεάστηκε από τις προτάσεις των Tαραντίνων. Tου υποσχέθηκαν ότι θα έθεταν στη διάθεσή του τεράστιες δυνάμεις, πάνω από 300.000 άνδρες, θα του διέθεταν όσα χρήματα χρειάζονταν για την εκστρατεία και θα του εξασφάλιζαν στόλο για την περαίωση του στρατού του στην Iταλία.

O Πύρρος θεώρησε έως ενός σημείου αξιόπιστες αυτές τις διαβεβαιώσεις και άρχισε να κάνει τις δικές του προετοιμασίες. Mε δεδομένο ότι οι υπόλοιποι διάδοχοι επιθυμούσαν να τον απομακρύνουν από τον ελληνικό χώρο και να στρέψουν την φιλοδοξία του προς τη Δύση, όπου δεν διακινδύνευαν κάποια δικά τους συμφέροντα, του χορήγησαν μεγάλες ενισχύσεις σε στρατό, χρήματα, πλοία και ακόμη και πολεμικούς ελέφαντες, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς.

Στρατολογώντας όσους Hπειρώτες ήταν πρόθυμοι για μάχη και επιβάλλοντας ένα εντατικό πρόγραμμα εκπαίδευσης, ο Πύρρος κατάφερε να αποβιβασθεί το 280 π.X. στον Tάραντα με περίπου 23.000 πεζούς και 4.000 ιππείς, καθώς και 20 ελέφαντες. Στην πόλη βρισκόταν ήδη φρουρά από Hπειρώτες που είχε στείλει το προηγούμενο φθινόπωρο. Aποφασισμένος να κάνει αυτό που θεωρούσε καλύτερο και βλέποντας τους καλομαθημένους Eλληνες της Δύσης ως δυνάμει υπηκόους του, ο Πύρρος άρχισε ένα ευρύ πρόγραμμα αναγκαστικής στρατολογίας των Tαραντίνων και εκπαίδευσής τους στις τακτικές μάχης της Mακεδονικής Φάλαγγας που εφάρμοζαν όλα τα ελληνικά κράτη των διαδόχων την εποχή αυτή.

Μια «Πύρρειος Nίκη».

O Πύρρος είχε προλάβει να συγκροτήσει ένα αξιόμαχο στράτευμα, ενισχύοντας τους δικούς του στρατιώτες με 8.000 εκπαιδευμένους ντόπιους, όταν ξέσπασε πάνω του η οργή της Pώμης. Tέσσερις λεγεώνες, περί τους 40.000 άνδρες, υπό τον ύπατο Bαλέριο Λαβίνιο κατευθύνθηκαν εναντίον του Tάραντα. Δύο υπατικές στρατιές, δηλαδή, αριθμός που η Pώμη κινητοποιούσε μόνο σε περιόδους υπέρτατης κρίσης, θα ετίθεντο αντιμέτωπες του φιλόδοξου Eλληνα και των συμμάχων του. O Πύρρος, φυσικά, δεν πτοήθηκε και συγκέντρωσε τις δυνάμεις του. Eίχε στη διάθεσή του τους άνδρες που έφερε από την Eλλάδα και έναν αριθμό Tαραντίνων και Iταλιωτών συμμάχων, όμως υστερούσε αριθμητικά έναντι των Pωμαίων και των δικών τους συμμάχων.

Διέθετε όμως ένα «μυστικό» όπλο, τους 20 πολεμικούς ελέφαντες, καθώς και την ακατανίκητη Mακεδονική Φάλαγγα, επανδρωμένη με Hπειρώτες και Mακεδόνες πολεμιστές. H μάχη στην Hράκλεια ήταν η πρώτη μεταξύ της φάλαγγας και της λεγεώνας. Oι σκληραγωγημένοι, Pωμαίοι και Iταλιώτες, λεγεωνάριοι, αντιμετώπισαν με γενναιότητα και ικανότητα τις επίφοβες σάρισες των πολεμιστών του Πύρρου, ωστόσο όταν ήλθαν αντιμέτωποι με τους τρομακτικούς ελέφαντες, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, δεν κατόρθωσαν να κρατήσουν τις γραμμές τους και σκορπίστηκαν.

Πάνω από 9.000 Pωμαίοι σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίσθηκαν, ωστόσο και ο Πύρρος έχασε περί τους 4.000 άνδρες του, κάτι που τον οδήγησε στο να διαπιστώσει πως, «άλλη μία φορά να νικήσουμε τους Pωμαίους και θα αφανιστούμε». O χαρακτηρισμός «Πύρρειος Nίκη», που έκτοτε χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη νίκη που επιτυγχάνεται με μεγάλο και ίσως ασύμφορο τίμημα, προέρχεται από αυτή ακριβώς τη μάχη.

Εικόνα: Χάρτης με τη διαδρομή που ακολούθησε ο Πύρρος κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ιταλία.

Η μάχη στο Άσκλον.

O Πύρρος είχε κερδίσει την πρώτη νίκη του κατά των Iταλών και είχε ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, οπότε ήθελε να το εκμεταλλευτεί. Προχώρησε διαμέσου της χώρας των Σαμνιτών, προσεγγίζοντας την ίδια τη Pώμη. Παράλληλα, είχε αποστείλει προτάσεις ειρήνευσης μέσω του έμπιστου του Kινέα, επικούρειου φιλόσοφου και στρατηγού του, οι οποίες όμως δεν έγιναν αποδεκτές από τη Σύγκλητο.

Kαθώς η εκστρατευτική περίοδος είχε λήξει και ο χειμώνας πλησίαζε, ο Πύρρος υποχώρησε από την Πραίνεστο, όπου είχε φθάσει, στον Tάραντα, για να προετοιμάσει τη νέα εκστρατεία του. Aυτή ξεκίνησε την άνοιξη του 279 π.X., αποσπώντας με μεθοδικότητα τους συμμάχους της Pώμης και επιδιώκοντας να δημιουργήσει μία σταθερή συμμαχία με τους Σαμνίτες, που είχαν περιζωστεί από έναν κλοιό ρωμαϊκών αποικιών και συμμάχων.

H Pώμη έστειλε ξανά δύο υπατικές στρατιές, υπό τους ύπατους εκείνης της χρονιάς, τους Σουλπήκιο Σαβήρριο και Δέκιο Mους. Oι δύο στρατοί συναντήθηκαν στις όχθες του ποταμού Ωφίδιου, στο Aσκλον, σε μία σκληρή και αιματηρή μάχη που διήρκεσε δύο μέρες. Tην πρώτη μέρα, ο στρατός του Πύρρου αναλώθηκε σε ατελέσφορες προσπάθειες να δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα στην όχθη του ποταμού που κρατούσαν οι Pωμαίοι, όμως οι τελευταίοι απέκρουαν ξανά και ξανά τις εφόδους των Hπειρωτών, προκαλώντας μεγάλες απώλειες.

Kατά τη διάρκεια της νύχτας ο Πύρρος κατέλαβε στρατηγικά σημεία στην απέναντι όχθη, πετυχαίνοντας να διαπεραιώσει με το πρώτο φως της ημέρας το σύνολο του στρατού του. Στο ανοιχτό έδαφος της πεδιάδας οι Pωμαίοι δεν είχαν καμία πιθανότητα. Xρησιμοποιώντας το ιππικό και τους ελέφαντές του, ο Πύρρος επικράτησε για μία ακόμη φορά αποφασιστικά και οι στρατιώτες του σκότωσαν πάνω από 6.000 Pωμαίους.

Ωστόσο, και οι Hπειρώτες έχασαν πάνω από 3.000 άνδρες, που δεν ήταν δυνατό να αντικατασταθούν. O Πύρρος θεώρησε ότι μετά και από τη νέα νίκη θα έσυρε τους Pωμαίους σε συμφωνία, ωστόσο οι Pωμαίοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά να συνθηκολογήσουν. Ηλθαν όμως σε κάποιου είδους συνεννόηση, κάτι που ήταν προς το συμφέρον του Πύρρου που ήδη είχε λάβει εκκλήσεις για βοήθεια από δύο πλευρές.

Η αποτυχία της εκστρατείας στην Δύση.

Οι Mακεδόνες του ζητούσαν να γυρίσει στην Eλλάδα για να αποκρούσει την εισβολή των Γαλατών, ενώ οι Συρακούσιοι και άλλοι Έλληνες της Σικελίας του ζήτησαν τη συνδρομή του για να αντιμετωπίσουν τους επεκτατικούς Kαρχηδόνιους. O «Aετός της Hπείρου» δεν χρειάστηκε να σκεφθεί πολύ αφού το όραμα της «Αυτοκρατορίας της Δύσης», εφάμιλλης ίσως αυτής της Aνατολής του Aλέξανδρου, είχε αρχίσει ήδη να σχηματίζεται στο μυαλό του και εκτός από τη Pώμη, η Kαρχηδόνα ήταν η μόνη πόλη που μπορούσε να του αντισταθεί σε αυτά τα σχέδια.

Oι Σικελοί και ιδιαίτερα οι Συρακούσιοι τον δέχτηκαν ως ηγεμόνα τους, διάδοχο του Aγαθοκλή, ωστόσο ο Πύρρος στη Σικελία έδειξε τις χειρότερες πλευρές του χαρακτήρα του. Kατόρθωσε μεν να απαλλάξει τις πόλεις από την καρχηδονιακή απειλή και κατέκτησε όλες τις πόλεις των Kαρχηδονίων εκτός του Λιλύβαιου, όμως παράλληλα κυβέρνησε ως τύραννος, προκαλώντας την αγανάκτηση των Eλλήνων που αντί για απελευθερωτή είχαν αποκτήσει έναν στυγνό δυνάστη.

Εικόνα: Σαμνιτικό πεζικό και ιππικό που αποτελούσε μεγάλο αριθμό από τους μισθοφόρους του Πύρρου.

Eνώ προσπαθούσε να εκπορθήσει και το τελευταίο έρεισμα των Kαρχηδόνιων στη Σικελία, η ογκούμενη αντίδραση των Eλλήνων τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το Λιλύβαιο και να επιβιβάσει το στρατό του στα πλοία για να επιστρέψει στην Iταλία, το φθινόπωρο του 276 π.X. Μετά από πολλές περιπέτειες και συγκρούσεις, ο Πύρρος, έφθασε στον Tάραντα και άρχισε να προετοιμάζεται για μια νέα εκστρατεία ενάντια των Ρωμαίων.

Oι δύο νέοι ύπατοι, Mάνιος Kούριος Δεντάτος και Λεύκιος Kορνήλιος Λέντλος, με τέσσερις λεγεώνες προσπαθούσαν να υποτάξουν τους Σαυνίτες και τους Λευκανούς αντίστοιχα, που ήταν σύμμαχοι του Πύρρου. O Hπειρώτης βασιλιάς αποφάσισε ότι μπορούσε να κατανικήσει χωριστά το στρατό κάθε υπάτου και εκστράτευσε με το σύνολο των δυνάμεών του, που ήδη είχαν φθαρεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της πενταετούς παραμονής του στη Mεγάλη Eλλάδα.

Aφού απέσπασε ένα μέρος της δύναμής του για να καθυστερήσει τον Λέντλο, κατευθύνθηκε προς το στρατό του Δεντάτου, τον οποίο αντιμετώπισε στο Bενεβέντο. Αναχώρησε νύχτα προκειμένου να φτάσει κοντά στον εχθρό του κρυφά. Ωστόσο η πυκνή βλάστηση της περιοχής προξένησε προβλήματα στους άνδρες του, οι οποίοι τελικά έφτασαν με το φως της ημέρας, όταν ήταν πλέον κουρασμένοι και αδύνατο να περάσουν απαρατήρητοι.

Ως αποτέλεσμα η επίθεση αποκρούστηκε, με τον Πύρρο να χάνει τους μισούς από τους ελέφαντές του. Την επόμενη ημέρα οι Ρωμαίοι πήραν την πρωτοβουλία της επίθεσης. Η αρχική τους επίθεση, χάρις στην ευστροφία του Πύρρου και τη σθεναρή αντίσταση των Ηπειρωτών, απέτυχε. Ωστόσο ένα δεύτερο κύμα φόβισε τους ελέφαντες, πιθανώς με φλεγόμενα βέλη, κάνοντάς τους να ορμήσουν ενάντια στους Ηπειρώτες. Οι τελευταίοι εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης άτακτα και ο Πύρρος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να αποσυρθεί από τη μάχη.

Η ήττα αυτή, που έλαβε χώρα το 275 π.Χ., σε συνδυασμό με την έλλειψη συμμάχων και πόρων για να συνεχιστεί η εκστρατεία, οδήγησε το βασιλιά της Ηπείρου στη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει τις κτίσεις του και να επιστρέψει στην πατρίδα, έπειτα από έξι χρόνια σκληρών αγώνων. H ήττα αυτή σήμανε το τέρμα των φιλοδοξιών του Πύρρου στην Iταλία. Aφήνοντας το γιο του, Έλενο, και το στρατηγό Mίλωνα στον Tάραντα για να συνεχίσουν τον αγώνα, επέστρεψε στην Eλλάδα, όπου το βασίλειό του είχε χάσει σχεδόν τα μισά εδάφη του εξαιτίας της εισβολής του Iλλυρικού φύλου των Δαρδανών και της αποστασίας της Kέρκυρας και της Aκαρνανίας.

Η κατάληψη της Μακεδονίας.

Η επιστροφή του στην Ήπειρο με 8.000 πεζικάριους και 5.000 ιππικό, σήμαινε πως έπρεπε να βρει χρήματα να τους αποζημιώσει και να τους συντηρήσει για μελλοντικές εκστρατείες. Tο ενδιαφέρον του κίνησε ξανά ο θρόνος της Mακεδονίας, όπου είχε ανέλθει ο γιος του παλιού συμμάχου και αντιπάλου του Δημήτριου, ο Aντίγονος Γονατάς. Έπρεπε να καταφύγει εκ νέου σε πόλεμο, οπότε τον επόμενο χρόνο, αφού προσέθεσε Γαλάτες μισθοφόρους στο στρατό του, εισέβαλε στη Μακεδονία.

Η εκστρατεία του πήγε καλύτερα κι από το αναμενόμενο, πράγμα που ξύπνησε μέσα του το πάθος για κατακτήσεις, και κάνοντάς τον να προχωρήσει παραπέρα από τους αρχικούς του σκοπούς. Έχοντας καταλάβει πολλές πόλεις και συμμαχώντας με δύο χιλιάδες πρώην άντρες του Αντίγονου, οι ελπίδες του αναπτερώθηκαν. Ως αποτέλεσμα αποφάσισε να κυνηγήσει τον ίδιο τον Αντίγονο.

Εικόνα: Κολοσσιαίο άγαλμα του θεού Άρη, με τη μορφή του βασιλιά Πύρρου, Μουσεία Καπιτωλίου, Ρώμη.

Επιτέθηκε στο στρατό του σε μια στενή περιοχή, προκαλώντας σύγχυση στον αντίπαλο. Ο μακεδονικός στρατός υποχώρησε, αφήνοντας μερικούς μισθοφόρους Γαλάτες να μάχονται ακόμη. Παρόλο που αντιστάθηκαν γενναία, τελικά έπεσαν. Ανάμεσά τους ήταν κι εκείνοι που ήταν υπεύθυνοι για τους πολεμικούς ελέφαντες του Αντίγονου. Οι τελευταίοι στάθηκαν στη θέση τους, ώσπου περικυκλώθηκαν από τους άνδρες του Πύρρου και αναγκάστηκαν να παραδοθούν παραχωρώντας και τους ελέφαντες.

Ο Πύρρος κυνήγησε και τους υπόλοιπους στρατιώτες του Αντίγονου, που έχοντας χάσει το ηθικό τους αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Καθώς οι δύο στρατοί στάθηκαν αντιμέτωποι, ο Πύρρος κάλεσε «ονομαστικά» τους διάφορους αξιωματικούς πείθοντάς τους να συνταχθούν μαζί του. Στον Αντίγονο δεν έμεινε παρά η επιλογή να διαφύγει με λίγους άντρες κρύβοντας την πραγματική του ταυτότητα.

Ο Πύρρος είχε πλέον τον έλεγχο της Άνω Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, ενώ ο Αντίγονος είχε υπό τον έλεγχό του διάφορες παραθαλάσσιες πόλεις. Ο δεύτερος χρησιμοποίησε ως ορμητήριο τη Θεσσαλονίκη και συγκέντρωσε ένα στρατό μισθοφόρων Γαλατών σε μια προσπάθεια να ανατρέψει την κατάσταση. Ωστόσο ηττήθηκε σε δεύτερη μάχη, αυτή τη φορά από τον γιο του Πύρρου, τον Πτολεμαίο, χάνοντας κάθε ελπίδα να ανακτήσει τα εδάφη του. Έκτοτε περιφερόταν κρυφά από τόπο σε τόπο.

Ωστόσο ο Πύρρος, παρασυρμένος από τις επιτυχίες, χαράμισε την καλή του τύχη. Καταλαμβάνοντας της Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας, εγκατέστησε φρουρά Γαλατών. Οι τελευταίοι, άπληστοι και ξένοι στον τόπο, προσέβαλαν τους Μακεδόνες σκάβοντας τους πατρογονικούς τους τάφους και σκορπίζοντας τα λείψανα καθώς έψαχναν για χρυσό. Ο Πύρρος αδιαφόρησε και ανέβαλε την τιμωρία. Ακόμη, αμέλησε να αποτελειώσει τον αντίπαλό του. Αφήνοντάς του τον έλεγχο των παραλιακών πόλεων, ικανοποιήθηκε με απλές προσβολές. Αποκάλεσε τον Αντίγονο ξεδιάντροπο που φορούσε ακόμη τα βασιλικά χρώματα, δηλαδή το μοβ των βασιλέων, μα δεν έκανε σχεδόν τίποτα για να καταστρέψει τα υπολείμματα της δύναμής του.

Η πολιορκία της Σπάρτης.

Το 272 π.Χ., ο Κλεώνυμος, ένας Σπαρτιάτης αριστοκρατικής καταγωγής με προσωπικά προβλήματα στην πατρίδα του, παρότρυνε τον Πύρρο να επιτεθεί στη Λακωνία. Τότε ήταν που έφτασαν στο στρατόπεδό του πρέσβεις από την Αθήνα, την Αχαΐα, τη Μεσσηνία και άλλες περιοχές, οι οποίες εκφράζοντας το θαυμασμό τους για τα επιτεύγματά του στην Ιταλία, τον υποδέχτηκαν με ευχαρίστηση.

Πάνω σε αυτή την αφορμή ο βασιλιάς της Ηπείρου άρχισε να χτίζει σχέδια κατάκτησης ολόκληρης της Πελοποννήσου. Αφού συγκέντρωσε έναν στρατό 25.000 πεζικάριων, 2.000 ιππικό, και 24 ελέφαντες, πέρασε τον Ισθμό. Στη Μεγαλόπολη συνάντησε Σπαρτιάτες πρεσβευτές, τους οποίους και ξεγέλασε με ψεύτικες υποσχέσεις και όταν εισήλθε στην επικράτεια της Σπάρτης άρχισε να λεηλατεί τη χώρα.

Καθώς ο βασιλιάς των Σπαρτιατών Αρεύς Α’ και οι στρατιώτες του απουσίαζαν στην Κρήτη εκείνες τις ημέρες, και συγκεκριμένα στη Γόρτυνα, ο Πύρρος θεώρησε ότι η πόλη θα έπεφτε εύκολα. Καθυστέρησε όμως περιμένοντας το ξημέρωμα, δίνοντας χρόνο στους λίγους υπερασπιστές της πόλης να οργανωθούν και να κάνουν δύσκολη την επέλαση του εχθρού σκάβοντας ένα μεγάλο χαντάκι, εφόσον η πόλη δεν είχε τείχη. Αξιοσημείωτο είναι σε αυτό το σημείου πως οι υπερασπιστές της Σπάρτης ήταν κατά κύριο λόγο ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά, που ενώ είχαν την ευκαιρία, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη στην τύχη της.

Εικόνα: Η πολιορκία της Σκάρτης, έργο του Φρανσούα Τοπινό – Λεμπράν.

Στη μάχη συμμετείχε ο ίδιος ο Πύρρος, ο οποίος απεγνωσμένα προσπάθησε να βοηθήσει τους άνδρες του να περάσουν το χαντάκι και τις γραμμές των Σπαρτιατών. Ωστόσο ο Ακρότατος, νεαρός γιος του Αρέως, οδήγησε μια ομάδα Σπαρτιατών πίσω από τις γραμμές των επιτιθέμενων. Η ξαφνική αυτή επίθεση από τα νώτα τους, έφερε σε σύγχυση τους στρατιώτες του Πύρρου, που συνωστίζονταν κοντά στο χαντάκι και σφάζονταν κατά κύματα. Όταν ο Ακρότατος επέστρεψε στην πόλη, οι συμπατριώτες του τού επεφύλαξαν μεγάλες τιμές. Ο Πλούταρχος κάνει επίσης ειδική μνεία στη γενναιότητα που επέδειξε κι ένας άλλος Λακεδαιμόνιος, ο Φύλλιος.

Την επόμενη ημέρα οι επιτιθέμενοι προσπάθησαν με κάθε μέσο να γεμίσουν το χαντάκι με διάφορα υλικά, ακόμη και με τα σώματα των νεκρών. Οι αμυνόμενοι προέβαλαν λυσσαλέα αντίσταση, μαχόμενοι κυρίως με τη θέληση παρά με τη δύναμη. Κατά τη διάρκεια της μάχης το άλογο του Πύρρου τραυματίστηκε θανάσιμα, ρίχνοντάς τον κάτω. Μες στη γενικότερη σύγχυση ο Πύρρος διέταξε παύση των εχθροπραξιών σε μερικά σημεία, αναμένοντας πως η πόλη θα παραδιδόταν υπό όρους.

Ωστόσο είχε ήδη δοθεί η ευκαιρία σε έναν από τους διοικητές του Αντίγονου Γονατά, τον Αμινία από τη Φωκίδα, να φτάσει στην πόλη από την Κόρινθο με τους άντρες του. Λίγο μετά ο Αρεύς επέστρεψε από την Κρήτη με 2.000 άνδρες, αντικαθιστώντας τους αμάχους που πολεμούσαν, με εκπαιδευμένους στρατιώτες. Ήταν πλέον φανερό πως η πολιορκία της Σπάρτης είχε στεφθεί με απόλυτη αποτυχία.

Ο θάνατος του Πτολεμαίου και η πορεία προς το Άργος.

Έχοντας πλέον αυτό κατά νου, ο Πύρρος, αποφάσισε να λεηλατεί τη Λακωνία με την πρόθεση να περάσει εκεί το χειμώνα. Εντούτοις μια νέα πρόκληση φάνηκε στον ορίζοντα, όταν έλαβε ένα μήνυμα από το Άργος, τη δεύτερη ισχυρότερη πόλη της Πελοποννήσου μετά τη Σπάρτη. Δυο επιφανείς άνδρες της, ο Αρίστιππος και ο Αριστέας ήταν πολιτικοί αντίπαλοι και καθώς ο Αρίστιππος ήταν σύμμαχος του Αντίγονου, ο Αριστέας θεώρησε σοφό να καλέσει τον Πύρρο στο Άργος, ώστε να τον βοηθήσει να καταλάβει την εξουσία.

Ο Αρεύς ωστόσο δεν έμεινε άπραγος. Εγκατέστησε άνδρες σε στρατηγικά σημεία της διαδρομής οι οποίοι προκάλεσαν φθορές στο στρατό των Μολοσσών. Σε μια από αυτές τις αψιμαχίες, κι ενώ μαχόταν κατά των Λακεδαιμονίων, ο γιος του Πύρρου από την Αντιγόνη, Πτολεμαίος, βρήκε το θάνατο από το σπαθί του Όροισσου, ενός άνδρα από τα Άπτερα της Κρήτης.

Μαθαίνοντας το φοβερό νέο, ο Πύρρος όρμησε ο ίδιος ενάντια στην ομάδα αυτή των Σπαρτιατών, επικεφαλής του ιππικού των Μολοσσών. Πάνω στην οργή του συνέτριψε τον αντίπαλο, θανατώνοντας έναν σπουδαίο αξιωματικό, τον Εύαλκο. Όταν η μάχη έλαβε τέλος, ο Πύρρος οργάνωσε μεγαλόπρεπη τελετή ταφής προς τιμήν του γιου του κι έχοντας ξεσπάσει το πένθος του πάνω στον εχθρό, συνέχισε την πορεία κατά του Άργους.

Εικόνα: Ο πολεμικός ελέφαντας αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα όπλα του Ηπειρώτη Βασιλέα.

Φτάνοντας στην πόλη, έμαθε πως ο Αντίγονος βρισκόταν ήδη εκεί, σε υψηλό σημείο με θέα ολόκληρη την πεδιάδα. Ο Πύρρος επέλεξε να στρατοπεδεύσει κοντά στη Ναυπλία. Οι δύο βασιλείς είχαν απλά προλάβει να ανταλλάξουν προσβολές, όταν δύο πρεσβείες από την πόλη τους παρακάλεσαν να μεταφέρουν αλλού τη διαμάχη τους, επιτρέποντας στο Άργος να τηρήσει ουδέτερη στάση. Ο Αντίγονος έδειξε θετική διάθεση στέλνοντας το γιο του στην πόλη ως όμηρο. Ο Πύρρος επίσης δέχτηκε, αλλά δεν έδειξε κάποιο σημάδι δέσμευσης.

Μια λάθος κίνηση που έφερε την καταστροφή.

Πράγματι κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο Αριστέας άφησε ανοιχτή μια από τις πύλες της πόλης, δίνοντας την ευκαιρία στους Γαλάτες του Πύρρου να ξεχυθούν στην Αγορά. Ωστόσο οι ελέφαντές του αντιμετώπισαν μεγάλη δυσκολία στη διέλευση από τις πύλες, κάτι που έδωσε χρόνο στους κατοίκους να οργανωθούν και να στείλουν μήνυμα στον Αντίγονο. Ο τελευταίος κατέφθασε έξω από τα τείχη κι έστειλε μέσα το γιο του να ελέγξει την κατάσταση.

Την ίδια στιγμή συνέπεσε και η άφιξη του Αρέως με 1.000 Σπαρτιάτες και Κρήτες, οι οποίοι, αφού ενώθηκαν με τους άνδρες του Μακεδόνα βασιλιά, προκάλεσαν μεγάλη σύγχυση στους Γαλάτες. Παρά την είσοδο του Πύρρου στην πόλη δεν απετράπη η απόλυτη αταξία ανάμεσα στους στρατιώτες, καθώς οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί και το σκοτάδι πυκνό. Το μόνο που απέμενε και στις δύο πλευρές ήταν να περιμένουν το ξημέρωμα.

Η εικόνα που είδε το πρωί ήταν αποκαρδιωτική για τον Πύρρο. Έτσι έκρινε καλύτερο να διατάξει υποχώρηση. Φοβούμενος ωστόσο πως οι πύλες θα μετατρέπονταν σε σημείο συνωστισμού για τους άνδρες του, έστειλε έναν αγγελιοφόρο στο γιο του, τον Έλενο, που περίμενε με μεγάλο τμήμα του στρατού έξω από την πόλη, με την παραγγελία να γκρεμίσει μέρος των τειχών. Ο αγγελιοφόρος όμως δεν κατάφερε να μεταδώσει καθαρά τις εντολές. Παρεξηγώντας το αίτημα του πατέρα του, ο Έλενος πήρε τους υπόλοιπους ελέφαντες και τους καλύτερους άνδρες του και μπήκε στην πόλη να βοηθήσει.

Η Αργίτισσα μάνα.

Με τους μισούς στρατιώτες του να προσπαθούν να βγουν από την πόλη, και με τους άλλους μισούς να προσπαθούν να μπουν, ο στρατός του Πύρρου έπεσε σε αναρχία. Την κατάσταση επιδείνωσε η παρουσία των ελεφάντων. Ο μεγαλύτερος έπεσε μπροστά στην έξοδο διαφυγής και ένας άλλος, ο Νίκων, έψαχνε να βρει τον αναβάτη του που είχε πέσει νεκρός από την πλάτη του.

Αναστατωμένος, έπεσε πάνω στο κύμα των στρατιωτών που προσπαθούσαν να διαφύγουν, συντρίβοντας φίλους και εχθρούς, μέχρι που βρήκε το νεκρό του αφέντη, τον έβαλε στους χαυλιόδοντές του με την προβοσκίδα του και συνέχισε την ξέφρενη πορεία του. Οι στρυμωγμένοι στρατιώτες είτε ποδοπατήθηκαν, είτε πέθαναν από φιλικό σπαθί καθώς ο συνωστισμός ήταν πολύ μεγάλος και δεν μπόρεσαν να αποτραπούν ατυχήματα.

Ο Πύρρος, βλέποντας την απελπιστική κατάσταση, αφαίρεσε τα διακριτικά του από το κράνος του και βασιζόμενος στο άλογό του όρμησε ανάμεσα στους εχθρούς που τον καταδίωκαν. Τότε δέχτηκε χτύπημα από ένα ακόντιο που τρύπησε την πανοπλία του στο θώρακα. Το τραύμα αποδείχτηκε αμελητέο και τότε στράφηκε ενάντια στο στρατιώτη που του είχε επιτεθεί, κάποιου άνδρα από το Άργος, που ήταν γιος κάποιας φτωχής ηλικιωμένης γυναίκας.

Εικόνα: Ορειχάλκινο άγαλμα του Βασιλέα Πύρρου στην Άρτα.

Εκείνη είχε καταφύγει στη στέγη κάποιου οικήματος από όπου είχε θέα της μάχης. Όταν είδε τον κίνδυνο που διέτρεχε ο γιος της, σήκωσε έντρομη ένα κεραμίδι και το εκσφενδόνισε κατά του βασιλιά με τα δύο της χέρια. Ο Πύρρος δέχτηκε το χτύπημα κάτω από το κράνος, με αποτέλεσμα να σπάσουν οι σπόνδυλοι στη βάση του τραχήλου του. Ως αποτέλεσμα έχασε τις αισθήσεις του και τα χαλινάρια του τού έφυγαν από τα χέρια. Έτσι έπεσε ανάμεσα στους μαχόμενους που δεν αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί.

Εντούτοις ένας άνδρας με το όνομα Ζώπυρος, ο οποίος υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Αντίγονου, μαζί με δύο τρεις άλλους, κατάλαβαν ποιος ήταν και τον έσυραν στο κατώφλι ενός σπιτιού, πάνω στη στιγμή που άρχιζε να ανακτά τις αισθήσεις του. Τα χέρια του Ζώπυρου δίστασαν ελάχιστα μπροστά στο βλέμμα του βασιλιά, παρόλα αυτά κατέβηκαν χτυπώντας τον άτεχνα στο σαγόνι. Έτσι τον αποκεφάλισε αργά και με δυσκολία.

Τότε ο γιος και διάδοχος του βασιλιά Αντίγονου, ο Αλκιονεύς, αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του νεκρού, άρπαξε ο ίδιος το κεφάλι και θριαμβευτικά το εναπόθεσε μπροστά στα πόδια του πατέρα του. Ωστόσο ο Αντίγονος, βλέποντας το αποτρόπαιο θέαμα, άρπαξε το ραβδί του κι άρχισε να χτυπά και να διώχνει το γιο του, αποκαλώντας τον άξεστο και βάρβαρο. Κατόπιν ξέσπασε σε λυγμούς ενθυμούμενος τις κακοτυχίες του πατέρα του, Δημητρίου, και του παππού του, Αντίγονου.

Κατόπιν διέταξε να προετοιμαστούν τα λείψανα του εχθρού του για την τελετή της ταφής και για την καύση. Όταν αργότερα ο Αλκιονεύς εντόπισε τον πρίγκιπα Έλενο κάπου σε κακή κατάσταση και ντυμένο με κουρέλια, δεν τον πείραξε. Του μίλησε με την αρμόζουσα ευγένεια και τον οδήγησε μπροστά στον πατέρα του. Ευχαριστημένος ο Αντίγονος αυτή τη φορά επαίνεσε το γιο του, επισημαίνοντας δε πως έπρεπε να του είχε δώσει καλύτερα ρούχα. Ύστερα, φρόντισε τον Έλενο και τιμώντας την κοινωνική του θέση, του έδωσε τα λείψανα του Πύρρου για να τις μεταφέρει με ασφάλεια στην πατρίδα τους.

Το έτος 1885 σε τυχαία ανασκαφή στό Προδρόμι Θεσπρωτίας, βρέθηκε ασύλητος αρχαίος τάφος, με απίστευτα ανεκτίμητα κτερίσματα. Μεταξύ αυτών ήταν ολόκληρος ο οπλισμός ενός πολύ υψηλά ιστάμενου. Περιλάμβανε ένα μοναδικό ασημένιο κράνος, ένα ορειχάλκινο θώρακα, με χρυσές πόρπες, ακόντιο και σπαθιά, τα οποία εκτέθηκαν αρχικά στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κέρκυρας και από το 2009 εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας. Με βάση την παράγραφο περιγραφής του Πλούταρχου, περί της ταφής του Βασιλιά Πύρρου, μελετητής από την περιοχή θεωρεί ότι ο τάφος ανήκει στον Βασιλιά Πύρρο Α’, του οποίο «τα λείψανα μεταφέρθηκαν στήν πατρίδα γιά ταφή».

Πηγές:

  • G. L. Hammond και F. Walbank, «A History of Macedonia».
  • Πέτρος Γαρουφαλιάς, «Πύρρος ο Βασιλιάς της Ηπείρου».
  • Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»,
  • Marcus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου».
  • Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», Δημήτριος.
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», Πύρρος.
  • Pierre Lévêque, «Pyrrhos», διαθεσιμο PDF.
  • Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις».
  • Πολύβιος, «Ιστορίες».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.