Ελληνική Επανάσταση
Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Α’). Αντίσταση «μέχρις εσχάτων».

Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Α’). Αντίσταση «μέχρις εσχάτων».

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Στις αρχές Απριλίου 1826, οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στην Επίδαυρο για να ορίσουν τη νέα κυβέρνηση. Το Μεσολόγγι ψυχορραγούσε, και οι κάτοικοί του πέθαιναν από την πείνα. Πώς να εξηγήσει κανείς αυτή την βιασύνη των Ελλήνων να εκλέξουν κυβέρνηση; Μήπως η πτώση του Μεσολογγίου ήταν ένα γεγονός ήσσονος σημασίας; Απογοητευμένοι οι απεσταλμένοι του Μεσολογγίου παρατηρούσαν τους αντιπροσώπους όλων των επαρχιών να καταφθάνουν στην Επίδαυρο, ενώ αυτοί μάταια περίμεναν να οργανωθεί στρατιωτική βοήθεια για την πόλη τους.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, υπό την προεδρία του Πανούτσου Νοταρά, άρχισε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου 1826 και εξέλεξε τη νέα κυβέρνηση με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη. Η κυβέρνηση ονομάστηκε «Διοικητική Επιτροπή τής Ελλάδος» και η εξουσία της θα είχε ισχύ μέχρι τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης διακόπηκαν ξαφνικά μόλις οι συμμετέχοντες πληρεξούσιοι πληροφορήθηκαν τα νέα της πτώσης τού Μεσολογγίου.

Εικόνα: Ο Ανδρέας Ζαΐμης ήταν Έλληνας αγωνιστής του 1821, γόνος της ιστορικής οικογένειας των Ζαΐμηδων και αργότερα διετέλεσε πρωθυπουργός της νεοσύστατης Ελλάδας.

Από την προηγούμενη κυβέρνηση, οι Κωλέττης και Μαυροκορδάτος τέθηκαν στο περιθώριο, αφού θεωρήθηκαν ως οι βασικοί υπαίτιοι της απρόσκοπτης προέλασης του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, και ο Γεώργιος Κουντουριώτης που δεν ήξερε που να κρυφτεί αποσύρθηκε στην Ύδρα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης για την πολιτική της, η οποία έθετε την Ελλάδα υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας, τιμωρήθηκε με αφαίρεση όλων των στρατιωτικών και πολιτικών του δικαιωμάτων.

Το ταμείο είναι άδειο και ο Ελληνισμός ξεσπιτωμένος.

Η νέα κυβέρνηση Ζαΐμη δεν βρήκε στο Εθνικό Ταμείο ούτε ένα γρόσι. Τα λεφτά είχαν κατασπαταληθεί και ήταν αδύνατο πλέον να χρηματοδοτήσει νέες πολεμικές επιχειρήσεις ή να εξοφλήσει προηγούμενες οφειλές σε οπλαρχηγούς που ζητούσαν λεφτά για τους μισθούς των στρατιωτών τους. Στην έδρα της κυβέρνησης ξεκίνησαν έρανοι στους οποίους πρωταγωνίστησε ο διδάσκαλος από τη Ζαγορά Γεώργιος Γεννάδιος, ο οποίος προσέφερε ολόκληρο το βαλάντιόν του με τέσσερεις λίρες, οι οποίες αποτελούσαν όλες του τις οικονομίες. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό της εποχής ήταν και η περίπτωση της πλύστρας «Ψωροκώσταινας», η οποία προσέφερε το μοναδικό γρόσι που είχε και έτσι φιλοτίμησε πολλούς πολίτες να συνεισφέρουν λεφτά για τον αγώνα της ανεξαρτησίας.

Ταυτόχρονα η κυβέρνηση διέταξε τον Γιάννη Γκούρα να ξεκινήσει γενική στρατολογία στην Ανατολική Στερεά. Τον Μάιο έφθασε στο Ναύπλιο ο Σκωτσέζος αξιωματικός Γκόρντον Τόμας φέρνοντας μαζί του εφόδια και χρήματα από το φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου. Ο Γκόρντον απαίτησε να πάρει όλα τα χρήματα για να οργανώσει αυτός ο ίδιος προσωπικά δικό του στρατιωτικό σώμα, κάτι που δεν βρήκε σύμφωνη την κυβέρνηση και έτσι ο καλοπροαίρετος αλλά ευέξαπτος Βρετανός αναχώρησε ξαφνικά για τα Επτάνησα.

Η διαμάχη της κυβέρνησης με τον φιλέλληνα προκάλεσε αντιδράσεις σε όσους την αντιπολιτεύονταν και ιδιαίτερα στο Γαλλικό κόμμα του Κωλέττη, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο παρασκηνιακά να φθείρει τον Ανδρέα Ζαΐμη. Έφθασε ακόμα και στο σημείο ο Κωλέττης να πείσει τον Γρίβα να καταλάβει το Παλαμήδι αναγκάζοντας τους κυβερνητικούς να καταφύγουν στο Μπούρτζι, φοβούμενοι για την ασφάλειά τους.

Εικόνα: Ο Γεώργιος Γεννάδιος ήταν διδάσκαλος του Γένους στην Επανάσταση του 1821 με καταγωγή από την Θράκη, ο οποίος διέθεσε όλη του την περιουσία στον Αγώνα.

Εκείνες τις ημέρες άρχισαν να καταφθάνουν στο Ναύπλιο οι ηρωικοί υπερασπιστές του Μεσολογγίου, σωστά ανθρώπινα ράκη όπως τους είχε καταντήσει η πείνα, ο τύφος και τα τραύματα του πολέμου. Η πίκρα από την καταστροφή, ο χαμός των δικών τους και η εγκατάλειψη από την κυβέρνηση που είχε οδηγήσει στο ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου βασάνιζαν τις ψυχές τους.

Το μόνο που ζητούσαν τώρα ήταν στέγη, τροφή και φάρμακα. Οι ξενιτεμένοι για ακόμα μία φορά Σουλιώτες, ζητούσαν κτήματα και σπίτια για να μπορέσουν επιτέλους να στεγάσουν τις οικογένειές τους. Τον Μάιο τού 1826 στο Ναύπλιο είχαν συρρεύσει πρόσφυγες από όλες τις γωνιές της Ελληνικής γης, Μακεδόνες, Μικρασιάτες, Χιώτες, Κωνσταντινουπολίτες, Κρητικοί, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες, Θρακιώτες, Ψαριανοί αλλά και πολλοί άλλοι.

Είχαν δημιουργήσει μια πολυχρωμία με τις γραφικές τους φορεσιές, τη διαφορετική τους συμπεριφορά και τα γλωσσικά τους ιδιώματα με αποτέλεσμα η «Νεάπολη της Ρωμανίας» να έχει μετατραπεί σε μία σωστή «Βαβυλωνία». Τι όμως είχε ενώσει όλους αυτούς τους ανθρώπους και είχαν αποφασίσει να ενώσουν τις τύχες τους και να αγωνιστούν για μια καλύτερη ζωή μέσα σε ένα ανεξάρτητο μονοεθνικό κράτος με σύνορα; Μα φυσικά, η Ορθοδοξία, οι Βυζαντινές παραδόσεις, η Ελληνική γλώσσα και η αίσθηση ότι τους ανήκει η γη των προγόνων τους δηλαδή των Αρχαίων Ελλήνων και των Βυζαντινών.

Η επανάσταση πνέει τα λοίσθια και οι Έλληνες προσκυνούν.

Οι Έλληνες συγκλονίστηκαν από την πτώση του Μεσολογγίου και το ηθικό τους κατέρρευσε. Η επανάσταση στη Δυτική Στερεά Ελλάδα ουσιαστικά διαλύθηκε και οι κάτοικοι κατέφυγαν πάλι στα ορεινά τους καταφύγια στις λεγόμενες «αποκλείστρες», για να γλυτώσουν από τα αντίποινα του Τουρκικού στρατού. Οι καπετάνιοι της Ρούμελης συμφώνησαν με τον Κιουταχή και ζήτησαν «ράι μπουγιουρντί» από τον βαλή της Ρούμελης. Ο Κιουταχής, θριαμβευτής πλέον μετά τη μεγάλη του νίκη, έδωσε εντολή να πανηγυρίσουν όλες οι «Καζάδες», οι επαρχίες δηλαδή, για την επιτυχία των στρατιωτών του Ισλάμ.

Για να καλοπιάσει τους οπλαρχηγούς είχε δώσει διαταγή στους στρατιώτες του να μην κάψουν ούτε να λεηλατήσουν τα χωριά που θα συναντούσαν στο πέρασμά τους. Πολλοί κάτοικοι, που γνώριζαν για την μεταφορά στα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής χιλιάδων γυναικόπαιδων, έστελναν αντιπροσώπους και ζητούσαν προσκυνόχαρτα και χαρτιά αμνηστείας, για να διασφαλίσουν ότι ο Τουρκικός στρατός θα περνούσε χωρίς να τους ενοχλήσει.

Εικόνα: Αυτή θεωρείται η πιστότερη προσωπογραφία του Ανδρούτσου. Σχεδιάσθηκε από Άγγλο φιλέλληνα την εποχή του Αγώνος και αποδίδει πιστά την φυσιογνωμία του.

Κανένας δεν φαινόταν ικανός να σταματήσει την προέλαση του στρατού του Κιουταχή, ο οποίος κατηφόριζε προς την Αττική. Ο Ανδρούτσος είχε δολοφονηθεί από τον Κωλέττη και ο Γκούρας ήταν ανεπαρκής. Υπήρχε όμως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, τον οποίον ευτυχώς ο Μαυροκορδάτος δεν είχε καταφέρει να εκμηδενίσει. Ο Καραϊσκάκης λοιπόν ήταν αυτός πού προέβαλλε πρώτος αντίσταση κατά τού Κιουταχή, στην πορεία του προς την Αθήνα.

Ο Κιουταχής στην Αττική και η έναρξη της πολιορκίας.

Μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ κινήθηκε ταχύτατα προς τον Μοριά, ενώ ο Κιουταχής ανέλαβε να αποκαταστήσει την κυριαρχία του Σουλτάνου σε ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα. Η επιχείρηση αυτή ήταν αρκετά εύκολη, αφού οι οπλαρχηγοί στη Ρούμελη δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις του Καραϊσκάκη να συνεχίσουν τον πόλεμο εκεί. Οι οπλαρχηγοί που δεν έπεσαν σε «καπάκια» με τον Κιουταχή κινήθηκαν προς την Πελοπόννησο και απέφυγαν να έρθουν σε επαφή με τα τουρκικά στρατεύματα, προκειμένου να μην προκαλέσουν αντίποινα εις βάρος των πληθυσμών της Στερεάς.

Έτσι, με τα νώτα του προφυλαγμένα ο δαιμόνιος Κιουταχής προχώρησε προς την Αθήνα. «Εκδυθείς την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν» συνθηκολόγησε με τους οπλαρχηγούς και κράτησε ειρηνική στάση απέναντι στους πληθυσμούς, ώστε να επιτευχθεί ταχύτατα και όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα ο στόχος του, η κατάληψη της Ακροπολεως των Αθηνών, του τελευταίου οχυρού που παρέμενε στα χέρια των επαναστατών, στη Στερεά Ελλάδα.

Στις 28 Ιουνίου 1826 ο Κιουταχής με τα στρατεύματά του, έξι χιλιάδες στρατιώτες, δύο χιλιάδες ιππείς, είκοσι κανόνια και έξι βομβοβόλα, έφτασε στη Θήβα και έστειλε στην Αθήνα την εμπροσθοφυλακή του. Η αντίσταση που αντιμετώπισαν από τους γενναίους άνδρες του Κριεζώτη και του Βάσσου Μαυροβουνιώτη στα Λιόσια τούς ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν. Οι κάτοικοι των χωριών έσπευσαν να τον προσκυνήσουν, όντας ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι από τη βαριά φορολογία που τους είχε επιβάλει ο Γιάννης Γκούρας, ο φρούραρχος της πόλης των Αθηνών.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του πως, «Ο Κιτάγιας ήρθε με μεγάλη δύναμη ανθρώπων, με καβαλλαρία, με κανόνια, μ’ όλα τ’ αναγκαία του πολέμου. Έπιασε τα Πατήσια. Τα χωριά τα περισσότερα της Αθήνας προσκύνησαν, ότι από την δικαιοσύνην μας πολλούς κατοίκους τους ηύρανε φορτωμένους πέτρες και τους ξεφόρτωσαν κι’ άλλους τους λευτέρωσαν, οπού τους παιδεύαμεν διά χρήματα».

Εικόνα: Ο Γιάννης Γκούρας, γεννημένος στη Φωκίδα 1791, ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς Ελλάδας. Ανήκε στην ομάδα του αρματολού Πανουργιά και εν συνεχεία του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Πανουργιά. Έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο πριν δικαστεί, και να τον πετάξουν από τα βράχια της Ακρόπολης διαδίδοντας ότι δήθεν προσπάθησε να δραπετεύσει.

Οι Αθηναίοι, έχοντας προβλέψει ευτυχώς την επίθεση του Κιουταχή, είχαν φυγαδεύσει τους περισσότερους από τους αµάχους κατοίκους της Αθήνας, περίπου 10.000 ψυχές, οι οπαίοι είχαν ήδη αναχωρήσει για τη Σαλαµίνα και τα άλλα νησιά του Σαρωνικού, γεγονός που επέτρεπε αυξημένη ευελιξία στους υπερασπιστές. Στην πόλη είχαν μείνει ο Γκούρας με 330 άνδρες και γύρω στους οκτακόσιους Αθηναίους υπό τις διαταγές του Μακρυγιάννη, επίσης υπήρχαν και πολλές γυναίκες με τα παιδιά τους, που προτίμησαν να μείνουν στην πόλη.

Για τους υπερασπιστές της τελευταίας είχε έρθει η ώρα των κρίσιμων αποφάσεων. Το πρώτο από τα ερωτήματα σχετιζόταν µε το τι ακριβώς θα προάσπιζαν, ολόκληρη την πόλη ή µόνο το φρούριό της, την Ακρόπολη. Ο Γκούρας έκλεινε προς την προάσπιση του φρουρίου, οι Αθηναίοι όμως, για ευνόητους λόγους, επιθυμούσαν να υπερασπιστούν ολόκληρη την πόλη, δηλαδή τα σπίτια τους και το βιός τους.

Η πόλη όμως ήταν µμεγάλη και το τείχος που την περιέτρεχε δεν είχε αφενός τίποτα το τρομερό και αφετέρου εκτεινόταν σε µμήκος δυσανάλογο ως προς τους αριθμούς εκείνων που θα το προάσπιζαν. Οι τελευταίοι µετά βίας έφθαναν για να επανδρώσουν τους 24 πύργους που αποτελούσαν τα ισχυρά σημεία των οχυρώσεων της Αθήνας. Στην τελική απόφαση όµως βάρυνε ο υπέρ των αψύχων συναισθηµατισµός και αποφασίστηκε να αποκρουστεί ο εχθρός στον περίβολο που περιέκλειε την πόλη.

Μαζί με τους πολεμιστές οχυρώθηκαν πίσω από το τείχος, το οποίο είχε χτίσει το 1778 ο τυραννικός βοεβόδας Χατζή Αλή Χασεκή με σκοπό να περιορίσει τους κατοίκους, ώστε να εισπράττει με ευκολία τους βαρύτατους φόρους που είχε επιβάλει. To τείχος του Χασεκή, η ανοικοδόμηση του οποίου κράτησε μόλις τρεις μήνες, ήταν προχειροφτιαγμένο, με πάχος που δεν ξεπερνούσε τους 80 ποντους, ενω η πορεία του συνέπιπτε σε μεγάλο βαθμό με αυτή του Θεμιστόκλειου τείχους.

Μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου ο Ομέρ πασάς είχε καταλάβει τα περίχωρα της πόλης, τη μονή Πετράκη, την περιοχή των Πατησίων, τα Σεπόλια και την Πνύκα, ενώ ο Κιουταχής οργάνωσε το στρατόπεδό του στα Πατήσια στις 3 Ιουλίου. Αμέσως ξεκίνησε τον βομβαρδισμό της πόλης με τα πολυάριθμα κανόνια και βομβοβόλα του. Τα τείχη, σε πολλά σημεία σαθρά, υποχωρούσαν με ευκολία.

Εικόνα: Στιγμιότυπο της μάχης των Αθηνών, ο πίνακας είναι έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Από της πρώτες κιόλας μέρες της πολιορκίας, ο Κιουταχής, έδειξε εξαιρετική επιμέλεια και µεθοδικότητα. Προοδευτικά πολλαπλασίασε τα ισχυρά σηµεία γύρω από την πόλη, επεσήµανε τις αδυναµίες των οχυρώσεων και αναζήτησε τις πιο αποτελεσµατικές θέσεις για το πυροβολικό του. Ταυτόχρονα οργάνωσε το βασικό του στρατόπεδο στα Πατήσια, όπου εγκατέστησε τις απαραίτητες στην πολιορκία υπηρεσίες και δηµιούργησε αποθήκες που θα στήριζαν επιµελητειακά την επιχείρηση.

Πριν επιτεθεί στην πόλη φρόντισε να αποµακρύνει τους γύρω κινδύνους, να διαλύσει δηλαδή τις συγκεντρώσεις Ελληνικών σωµάτων σε κοντινά µέρη. Αν και δεν κατόρθωσε να διασκορπίσει τους συγκεντρωµένους στην Ελευσίνα και το Θριάσιο Πεδίο Έλληνες, κατάφερε µε τις εναντίον τους επιδροµές να τους αποθαρρύνει, ώστε να µη σπεύσουν προς ενίσχυση των πολιορκηµένων παρά µόνο µε την άφιξη νέων ενισχύσεων. Οι τελευταίες θα αργούσαν να φτάσουν.

Στις 31 Ιουλίου 1826, οι Τουρκαλβανοί τού Κιουταχή συνέλαβαν επτά Έλληνες στρατιώτες πού είχαν σταλεί από το στρατόπεδο τής Ελευσίνας προς τους πολιορκημένους της Αθήνας με επιστολές που τους πληροφορούσαν ότι σύντομα θα ξεκινούσε Ελληνική επίθεση κατά του Κιουταχή. Τελικά την πληροφορία την πήρε ο ίδιος ο Κιουταχής, ο οποίος ενέτεινε τις προσπάθειες για κατάληψη της πόλης.

Ο Γκούρας δεν είχε φροντίσει να οχυρώσει επαρκώς το τείχος της «κατω πόλης» ούτε είχε εφοδιάσει την πόλη με κανόνια. Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Διονύσιο Σουρμελή, παρά τα τεράστια ποσά που είχε εισπράξει από τον προστάτη του Κωλέττη, το φρούριο είχε τρομερές ελλείψεις σε μπαρούτι, μολύβι και φυσέκια.

Η πτώση της «κάτω πόλης» και ο «γιος της καλογριάς».

Στα τέλη του Ιουλίου οι προετοιμασίες ολοκληρώθηκαν και το Οθωµανικό πυροβολικό ανέλαβε δράση. Παρά τη δυσκολία στον εφοδιασµό µε πυροµαχικά ο βοµβαρδισµός πέτυχε να δηµιουργήσει ρήγµατα σε αρκετά σηµεία έτσι ώστε να γίνει δυνατή η έφοδος. Οι υπερασπιστές της πόλεως των Αθηνών κατέβαλλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες, προκειμένου να επιδιορθώνουν τις ρωγμές και να αναχαιτίζουν τους εισβολείς, αλλά αυτό κατέστη αδύνατον. Η άλωση της «κάτω πόλης» πραγματοποιήθηκε στις 3 Αυγούστου μέσω μεγάλου ρήγματος κοντά στη Μενιδιάτικη Πόρτα και άλλων ρηγμάτων.

Εικόνα: Η λέξη Τουρκαλβανός είναι εθνογραφικός και θρησκευτικός όρος που χρησιμοποιούν οι Έλληνες για τους Μουσουλμάνους Αλβανούς από το 1715 και ύστερα.

Δέκα στρατιώτες του Γκούρα σκοτώθηκαν, τριάντα τραυµατίστηκαν ενώ πιάστηκαν πενήντα άνδρες και γυναίκες στην πόλη. Oι υπόλοιποι υποχώρησαν προς την Ακρόπολη και κλείστηκαν στο κάστρο. Η Ακρόπολη θα ήταν από εδώ και πέρα το µόνο προπύργιο της επανάστασης στη Στερεά.

Ο Μακρυγιάννης, ο οποίος πάλεψε με τους άνδρες του στην άμυνα των οχυρώσεων, διηγείται πως, «Και με διόριοαν μ’ άλλους δύο Αθηναίους τον Συμεών Ζαχαρίτζα και Νερούτζον Μετζέλο και ήμαστε μ’ ανθρώπους εις τα τείχη της πόλεως και πολεμούσαμεν νύχτα και ημέρα τριάντα τέσσερες ημέρες. Ο Κιτάγιας χάλαγε τα τείχη με κανόνια κ’ εμείς φκειάναμεν και καταφανιστήκαμεν εις τον σκοτωμόν και πληγωμόν.

Μίαν αυγή, μίαν ώρα να φέξη, αφού γκρέμισε σε πολλά μέρη της πόλεως τα τείχη και δεν μας άφιναν τα κανόνια τ’ ακατάπαυστα να μερεμετίσουμεν τα τείχη, τότε μπήκαν οι Τούρκοι. Τους μέθυσε πρώτα με ρούμι και μπήκαν από τρεις μεριές. Κι ανακατωμένοι με τους Τούρκους πήγαμε πολεμώντας ως το κάστρον». To κάστρο που αναφέρει ο Μακρυγιάννης ήταν η τειχισμένη Ακρόπολη, το ύστατο οχυρό της πόλης των Αθηνών. Εκεί οι Αθηναίοι παρέμειναν πολιορκούμενοι από τον Κιουταχή επί δέκα περίπου μήνες.

Όπως προαναφέραμε η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου διέκοψε τις εργασίες της, μόλις έφτασαν τα νέα για την «Πτώση του Μεσολογγίου», στις 16 Απριλίου 1826. Η ανάγκη για ανασυγκρότηση και δυναμικό αγώνα είναι φανερή στη διακήρυξη που εξέδωσε η νέα κυβέρνηση όταν έφτασε στο Ναύπλιο δύο ημέρες μετά τη λήξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης. Ακόμα πιο δυναμική, ένα πραγματικό προσκλητήριο μάχης για τον υπέρ πάντων αγώνα, ήταν αυτή που έβγαλε ο Κολοκοτρώνης στις 20 Απριλίου, όταν διορίστηκε αρχιστράτηγος του Μοριά.

Η ανεμπόδιστη προέλαση του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και η προοπτική της απώλειας της πόλης των Αθηνών αλλά και ολόκληρης της Ρούμελης, που έθεταν σε σημαντικότατο κίνδυνο το μέλλον της Επανάστασης, απαιτούσαν τη λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων. Στο κέντρο των επιχειρήσεων, το Ναύπλιο, επικρατούσε γενική αναταραχή και αναβρασμός.

Αργότερα έφτασαν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και οι καπεταναίοι της Ρούμελης, ζητώντας να βρουν με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουν τον Κιουταχή. Όμως ο οξύς ανταγωνισμός που επικρατούσε μεταξύ των οπλαρχηγών αλλά και των πολιτικών, οι διάφορες έριδες και οι παλιές βεντέτες, δεν επέτρεπαν την εκπόνηση και προώθηση οργανωμένου σχεδίου δράσης.

Εικόνα: Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε κυρίως στη Ρούμελη, πίνακας του Διονύσιου Τσόκου.

Ο Καραϊσκάκης, εκτιμώντας την κρισιμότητα της κατάστασης και έχοντας μεγάλη πεποίθηση στις δυνάμεις του, ζήτησε δυναμικά από τη Διοίκηση την αρχιστρατηγία της Ρούμελης. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Ζαΐμης τον διόρισε αρχιστράτηγο της Στερεάς Ελλάδας, αφήνοντας στην άκρη την προσωπική του έχθρα. Όλοι πλέον έβλεπαν στο πρόσωπο του γιου της καλόγριας, τον μοναδικό αρχηγό που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον εχθρό πού βρισκόταν προ των πυλών.

Στην κυβέρνηση όμως κανένας δεν τολμούσε να προφέρει το όνομα «Καραϊσκάκης» μπροστά στον Ανδρέα Ζαΐμη εξ αιτίας των δεινών πού είχε υποφέρει ο Καλαβρυτινός προεστός από τα ρουμελιώτικα στρατεύματα κατά τη διάρκεια τού εμφυλίου πολέμου. Ο Καραϊσκάκης ήταν ανάμεσα σε αυτούς πού είχε βγάλει σε πλειστηριασμό τα υπάρχοντα τής οικογένειας Ζαΐμη.

Ο βιογράφος του μεγάλου οπλαρχηγού Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει παραστατικά τη στιγμή της ύψιστης δικαίωσης. «Τον φωνάζουνε στο Μπούρτζι. Κι όταν ο Καραϊσκάκης άκουσε από το στόμα του Ζαΐμη, του παλιού του οχτρού από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, πως τον κάνουν αρχιστράτηγο της Ρούμελης, τα μάτια του βούρκωσαν και δύο χοντρά δάκρυα κύλησαν στα βαθουλωμένα μάγουλά του». Ο νέος «Αρχιστράτηγος» δεν ζήτησε ούτε άνδρες, ούτε χρήματα από τη Διοίκηση.

Στη συνέχεια τον διόρισε Γενικό Αρχηγό των στρατευμάτων τής Ανατολικής Στερεάς και τού υποσχέθηκε ότι θα τον στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις. Οι δύο άντρες συναντήθηκαν και αγκαλιάστηκαν μπροστά στο έκπληκτο υπουργικό συμβούλιο. Ο Καραϊσκάκης ξεκινούσε την ιστορική του πορεία που θα έβαζε τ’ όνομά του στις πιο ψηλές θέσεις των Ηρώων τού Εικοσιένα. To μόνο που αξίωσε ήταν η δυνατότητα να διορίζει στα διάφορα στρατιωτικά αξιώματα άτομα της δικής του επιλογής.

Όταν το αίτημά του έγινε αποδεκτό, ξεκίνησε πυρετωδώς την προετοιμασία για την εκστρατεία του στην Αττική. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλε, η επίτευξη του κύριου στόχου του, δηλαδή η συνένωση των διαφόρων ομάδων αγωνιστών, στάθηκε εντελώς αδύνατη. Έτσι ξεκίνησε στις 19 Ιουλίου για την πολιορκούμενης Αθήνα μαζί με λιγοστούς καπεταναίους, τον Νάκο Πανουργιά, τον Κωνσταντίνο Βέρη, τον Γιαννάκη Φραγκίστα και τον αδελφό του Οδυσσέα Ανδρούτσου Γιαννάκη, και περί τους εξακόσιους πενήντα άνδρες.

Μερικές μέρες μετά την αναχώρησή τους από το Ναύπλιο, ο Καραϊσκάκης και οι άνδρες του έφτασαν στη Σαλαμίνα. Εκεί ξεκίνησε την οργάνωση των σχεδίων για την ανακούφιση της Αθήνας συζητώντας με τους Κριεζώτη και Μαυροβουνιώτη, που είχαν αντιμετωπίσει τα στρατεύματα του Ομέρ και του Κιουταχή σε διάφορες μικροσυμπλοκές, πριν ο τελευταίος καταλάβει την Αθήνα.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση της πολιορκίας της Ακροπόλεως.

Στις 28 Ιουλίου οι οπλαρχηγοί έφυγαν από τη Σαλαμίνα και στρατοπέδευσαν στην περιοχή της Ελευσίνας, όπου υπήρχε στρατόπεδο οργανωμένο από τους Κριεζώτη και Μαυροβουνιώτη ήδη από το 1825. Εκεί έφτασαν και άλλοι καπεταναίοι, που ξεκίνησαν από το Ναύπλιο μετά την αναχώρηση του Καραϊσκάκη, όπως ο Χριστόφος Περραιβός με εξακόσιους άνδρες, ο Στέφανος Σέρβος, ο Ευμορφόπουλος με την Επτανησιακή φάλαγγα, ο Νικηταράς με Σμυρναίους και άλλους Μικρασιάτες και ο Γεώργιος Χελιώτης επικεφαλής τάγματος σταλμένου από τον στρατηγό Ιωάννη Νοταρά.

Έτσι, μέσα σε λίγες ημέρες μαζεύτηκαν στο στρατόπεδο της Ελευσίνας γύρω στους τέσσερις χιλιάδες αγωνιστές. Σε αυτούς προστέθηκαν το τακτικό στρατιωτικό σώμα χιλίων διακοσίων ανδρών και το μικρό τάγμα φιλελλήνων υπό τις διαταγές του Γάλλου στρατιωτικού Κάρολου Φαβιέρου, που έφτασε στην Ελευσίνα από τα Μέθανα κατόπιν κυβερνητικής διαταγής.

Προκειμένου να μην υπάρξουν δυσαρέσκειες μεταξύ των δύο αρχηγών, η κυβέρνηση συμβούλεψε τον Καραϊσκάκη να μην αφήνει τον Φαβιέρο εκτός των συσκέψεων για την κατάρτιση σχεδίου μάχης, ενώ ξεκαθάρισε στον Φαβιέρο ότι δεν τελεί υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη.

Ο εγκλεισμός στην Ακρόπολη.

Υπό τις διαταγές του Κιουταχή βρίσκονταν πλέον περίπου 10.000 άνδρες, 7.000 µισθοφόροι Αλβανοί και Γκέγκηδες και 1.200 ιππείς δελήδες συν οι βοηθητικοί, καθώς και σημαντικό για τα τότε µέτρα πυροβολικό, το οποίο ανερχόταν σε είκοσι κανόνια και έξι οβιδοβόλα. Από την άλλη πλευρά οι πολιορκούμενος Επαναστάτες, στηρίζονταν κατά κύριο λόγο στο επαγγελματικό σώμα των ακολούθων του Γκούρα, περίπου τριακόσια τουφέκια, καθώς και σε άλλους τόσους ίσως ενόπλους διαφόρων οπλαρχηγών από τη Στερεά που έσπευσαν να κλειστούν στην Ακρόπολη.

Οι Αθηναίοι ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων, έχοντας σαν πρότυπό τους πλέον τη θυσία του Μεσολογγίου και αντλώντας κουράγιο από τα μνημεία των προγόνων τους. «Εάν οι συμπατριώτες μας μας αφήσουν αβοήθητους, τότε τα σώματά μας θα τα σκεπάσουν οι ναοί τού Παρθενώνα, του Ποσειδώνα και του Ερεχθέα, τα οποία διά να μην καπνισθούν και άλλη μία φορά από τον καπνό των βαρβάρων θέλουν πέσει μαζί μας».

Πριν την πτώση της «κάτω πόλης», τους πολιορκημένους είχε επισκεφθεί προ ημερών και ο φιλέλληνας Βρετανός πλοίαρχος Χάμιλτον, ο οποίος τους είχε πει ότι πάσει θυσία θα πρέπει να κρατήσουν το σημαντικό αυτό φρούριο, την Ακρόπολη δηλαδή, αφού οι προστάτιδες Δυνάμεις συζητούσαν πλέον ανοιχτά για την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Κάθε μέρα πού περνούσε έφερνε την Ελλάδα πιο κοντά στην ελευθερία.

Εικόνα: Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης. πίνακας από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Χρησιμοποιώντας υλικά από τα σπίτια, ο Κιουταχής οργάνωσε κανονιοστάσια γύρω από το φρούριο, στην Πνύκα, στο Μουσείο, στους Στύλους του Ολυµπίου Διός και άρχισε να βοµβαρδίζει τους πολιορκηµένους, ανάλογα µε τα πυροµαχικά που διέθετε σε κάθε περίσταση. Για τους τελευταίους η κυριότερη µέριµνα δεν ήταν η προφύλαξη από τις αραιές οβίδες. Άλλα πράγµατα ήταν πιο πιεστικά.

Ο εφοδιασμός ήταν το πρώτο πρόβλημα. Για τους περίπου 1.000 ανθρώπους που κλείστηκαν στο κάστρο υπήρχαν τροφές για περίπου έναν χρόνο, 11.000 οκάδες σιτάρι, 5.300 οκάδες ελιές, 5.800 οκάδες λάδι, 720 οκάδες ρούµι και ρακή καθως και 800 οκάδες καπνός. Στον τομέα των πυρομαχικών όμως και προπαντός της πυρίτιδας, τα πράγματα ήταν σαφώς πιο απαισιόδοξα.

Τα αποθέματα των 9.400 οκάδων πυρίτιδας, 9.300 οκάδων μολυβιού και 18.600 οκάδων τουφεκόπετρας έφθαναν µόλις για τρεις μήνες πολέμου και αυτό µε την προϋπόθεση πως δεν θα ήταν έντονη η δραστηριότητα υπονόµων και ότι τα 14 πυροβόλα και οι τρεις βοµβοβόλοι του φρουρίου θα απαντούσαν µε φειδώ στις εχθρικές προκλήσεις. Έπειτα από τη λογιστική των εφοδίων, η πειθαρχία ήταν ο δεύτερος µμεγάλος πονοκέφαλος των εγκλείστων της Ακρόπολης.

Ο εγκλεισµός στην Ακρόπολη, απέναντι σε έναν αποφασισµένο εχθρό, κρίθηκε υπερβολικά επικίνδυνη για το επαγγελµατικό τους µέλλον, από το επαγγελματικό σώμα του Γκούρα. Αυτό ειχε σαν αποτελεσμα οι περισσότεροι από αυτούς να καταγγείλουν, όπως θα λέγαµε σήµερα, τις συµβάσεις εργασίας που τους καθήλωναν στην ελάχιστα υποσχόµενη αυτή θέση και να αρχίσουν να διαρρέουν, δηλαδή να λιποτακτούν, διασχίζοντας τις γραµµές του εχθρού µέσα από τα ερείπια της «κάτω πολης».

Ο Γκούρας, αντιλαµβανόµενος την τροπή που πήραν τα πράγµατα, σκέφτηκε να σταµατήσει τη διαρροή των «πιστών του» διά της αποκάλυψης των οδών διαφυγής τους στους εχθρούς, «Ο Γκούρας ανήλθε µίαν νύκτα επί του τείχους της Ακροπόλεως και δια στεντορείας φωνής ανήγγειλεν εις τους τουρκαλβανούς και τους Γκέκας την δραπέτευσιν ταύτην. Οι µισθοφόροι πτοηθέντες έµειναν εις τας θέσεις των, αλλλα και ο κίνδυνος ούτος δεν κατόρθωσε να τους συγκρατήση, διότι, αν εδραπέτευον πρότερον αθρόοι, έκτοτε ήρξαντο να δραπετεύωσιν ανά εις ή δύο».

Η έναρξη της πολιορκίας της Ακροπόλεως.

Η πολιορκία της Ακρόπολης άρχισε µε τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο, µε αποτελεσµατικότητα και χρήση µέσων που την έκαναν να διαφέρει απόλυτα από τις πρωτόγονες πολιορκίες του 1821 – 1822. Στον πέµπτο χρόνο του πολέµου οι αντίπαλοι είχαν διδαχτεί τον πόλεµο και µπορούσαν να εφαρµόζουν τεχνικές, αν όχι απόλυτα ευρωπαϊκές, τουλάχιστον εξίσου πολύπλοκες και καταστροφικές.

Ήταν µεγάλο ατύχηµα το γεγονός ότι αυτή η κορύφωση της πολεµικής δεξιότητας πραγµατοποιήθηκε σε έναν τόπο γεµάτο από τα λαµπρότερα κληροδοτήµατα της κλασικής αρχαιότητας. Τα τελευταία ήταν τα πρώτα θύµατα της πολεµικής λαίλαπας. Οι Οθωµανοί εγκατέστησαν στο κανονιοστάσιο στου Φιλοπάππου βαρύ πυροβολικό πολιορκίας, δέκα πυροβόλα των 48 λιτρών, η παρουσία των οποίων στην ξηρά ήταν µάλλον ασυνήθιστη.

Εικόνα: Ο Ενετικός πύργος της Ακρόπολης στον οποίο φυλακίσθηκε και δολοφονήθηκε ο Ανδρούτσος. Βρισκόταν δεξιά από τα Προπύλαια, είχε ύψος 26 μέτρα και κατόπτευε όλο το λεκανοπέδιο. Μια εσωτερική ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο ψηλότερο σημείο του, απ’ όπου κατακρημνίσθηκε το πτώμα του. Το 1874 ο Ερρίκος Σλήμαν, χρηματοδότησε την κατεδάφιση του πύργου και έκτοτε τα Προπύλαια πήραν τη σημερινή τους μορφή.

Το βάρος τους καθιστούσε πραγµατικό άθλο τη χερσαία µεταφορά τους και προφανώς ο Κιουταχής επιστράτευσε όλη του την προηγούµενη γνώση και εµπειρία για να τα µεταφέρει από τις ακτές του Ευβοϊκού στην Αθήνα. Τα αποτελέσµατα όµως τις δράσης τους ήταν καταθλιπτικά, «Κανονόσφαιραι δε και βόµβαι των 48 λιτρών εκυλίοντο επί των βράχων εκρυγνύµεναι µετά φοβερού πατάγου και θρυµµατίζουσαι τα άπειρα µάρµαρα των οποίων τα τεµάχια εκσφενδονιζόµενα µεθ’ ορµής έβλαπτον τραυµατίζοντα και φονεύοντα τους πολιορκουµένους, οίτινες είχον τρυπώσει εντός των οχυρωµάτων, υπό τας οπάς, εις τους θολωτούς πύργους των φρουρίων και υπό τας επιχωσθείσας οικίας».

Στις 15 Αυγούστου, την ώρα που χρειαζόταν επειγόντως τόνωση του ηθικού των πολιορκηµένων µετά τα κατορθώµατα των µισθοφόρων του Γκούρα και την εµφανέστατη πλέον αδυναµία των Ελληνικών δυνάµεων στο Θριάσιο Πεδίο, οι πολιορκηµένοι επιτέθηκαν υπογείως, µε τον τρόπο που είχαν καλά διδαχθεί στο Μεσολόγγι. Ο πρωτος υπόνοµος κατέστρεψε το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στα πόδια του φρουρίου, µαζί µε τους εχθρούς που είχαν σπεύσει να το καταλάβουν.

Οι Οθωµανοί απάντησαν αµέσως µε ένα ακόµα πιο φιλόδοξο έργο. Επιχείρησαν να διανοίξουν σήραγγα κάτω από την «πηγή της Κλεψύδρας» µε τρόπο ώστε να τη στερέψουν και να στερήσουν τους πολιορκηµένους από το πολύτιµο νερό της. Ο κίνδυνος ήταν σοβαρός και γι’ αυτό οι πολιορκηµένοι έκαναν έξοδο για να καταστρέψουν το έργο.

Στις αρχές Σεπτεµβρίου ο Κιουταχής ολοκλήρωσε το επόµενο τεχνικό του δηµιούργηµα, µία βαθιά τάφρο που ξεκινούσε από τον Άρειο Πάγο και διέτρεχε όλη την ευαίσθητη νότια πλευρά του φρουρίου. Μέσα από αυτήν την τάφρο, αθέατοι και προστατευµένοι, µπορούσαν οι τεχνίτες του να ξεκινούν τα έργα της υπονόµευσης, χωρίς να αντιλαµβάνονται οι του φρουρίου το σηµείο από όπου επερχόταν ο κίνδυνος.

Χρειάζονταν πλέον νυχτερινές αιφνιδιαστικές επιχειρήσεις, ώστε να επισηµανθούν τα σηµεία όπου εργάζονταν οι εχθροί, να προκληθούν ζηµιές σε αυτά, να αιχµαλωτιστούν ή να φονευθούν, αν ήταν δυνατόν, οι ειδικευµένοι τεχνίτες και να παρθούν υπερπολύτιµα, πλεκτά καλάθια (ζεµπίλια) µε τα οποία οι εργάτες µετέφεραν το χώµα και τις πέτρες. Ο Μακρυγιάννης άρχισε να χτίζει τη φήµη του πάνω σε αυτές τις επιχειρήσεις.

Η διπλή μάχη του Χαϊδαρίου.

Ο Καραϊσκάκης πού βρισκόταν στην Ελευσίνα, μόλις έλαβε την είδηση τής κατάληψης των Αθηνών από τις δυνάμεις του Κιουταχή αποφάσισε να δράσει. Παρά την αντίθετη γνώμη του Φαβιέρου, ο οποίος τελικά περισσότερο εμπόδιζε παρά βοηθούσε τον Καραϊσκάκη στις επιχειρήσεις του, ο Ελληνικός στρατός κινήθηκε προς το Χαϊδάρι. Εκεί οι στρατιώτες έριξαν μία ομοβροντία με τα όπλα τους για να κάνουν γνωστή την άφιξή τους τόσο στους πολιορκημένους όσο και στον ίδιο τον Τούρκο «σερασκιέρη».

Ο Καραϊσκάκης προτιμούσε να δεχτεί επίθεση παρά να πραγματοποιήσει ο ίδιος επίθεση στο στρατόπεδο του Κιουταχή, αφού απέφευγε σαν τον Κολοκοτρώνη να εκθέτει τους άνδρες του στον κίνδυνο και να τους προκαλεί απώλειες. Ο Ελληνικός στρατός ανερχόταν σε 3.000 ενόπλους και είχε να αντιμετωπίσει 20.000 Τουρκικό ασκέρι εφοδιασμένο με κανόνια και ισχυρό ιππικό.

Εικόνα: Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως, ο πίνακας είναι έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, Συλλογή Μουσείου Θεόφιλου.

Ο «Σταυραετός της Ρούμελης» πολύ σωστά υπολόγισε ότι ο Κιουταχής θα έστελνε χωρίς καθυστέρηση το ιππικό του για να διώξει τις ενισχύσεις των Ελλήνων. Έτσι έδωσε εντολή στα παλληκάρια του να φτιάξουν ταμπούρια σε ορεινές θέσεις και να οχυρωθούν εκεί. Οι Κριεζώτης, Στέφος, Κατσαρός και Περραιβός βρίσκονταν στα αριστερά της Ελληνικής παράταξης και ο Χελιώτης στα δεξιά.

Ο Φαβιέρος με τους στρατιώτες του στρατοπέδευσαν σε πιο ομαλό έδαφος χωρίς να σκάψουν χαρακώματα. Το πρωΐ της 6ης Αυγούστου 1826 ξεπρόβαλλε μέσα από τον ελαιώνα περίπολος του Τουρκικού ιππικού την οποία υποδέχτηκαν οι Έλληνες με καταιγισμό πυρών. Η περίπολος επέστρεψε για να αναφέρει τις θέσεις του εχθρού και ύστερα από μία ώρα ολόκληρο το Τουρκικό ιππικό κατέπεσε κατά των Ελλήνων. Οι Έλληνες έμειναν ακλόνητοι στις θέσεις τους, καταφέροντας μεγάλες απώλειες στους Τούρκους ιππείς.

Ιδιαίτερη ανδρεία έδειξαν οι φιλέλληνες που αποτελούσαν το τακτικό στράτευμα του Φαβιέρου, οι οποίοι βλέποντας τούς Τούρκους να υποχωρούν έτρεξαν να τους κυνηγήσουν. Αυτή η κίνηση δεν άρεσε στον Καραϊσκάκη, ο οποίος γνώριζε ότι σε ανοικτό χώρο το Τουρκικό ιππικό είναι ανίκητο και ζήτησε από τον Φαβιέρο να επιστρέψουν πίσω οι άνδρες του, επιφέροντας για μία ακόμα φορά ρήξη στις σχέσεις των δύο ανδρών.

Ο Φαβιέρος με την υπεροψία του Γάλλου αξιωματικού δήλωνε ότι ήρθε να πολεμήσει και να διώξει τον εχθρό από την Αθήνα και όχι να παίρνει εντολές για υποχώρηση. Τελικά ο Φαβιέρος αναγκάστηκε να δώσει εντολή στους άνδρες του να γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο. Η πρώτη μάχη στο Χαϊδάρι σταμάτησε το απόγευμα και κράτησε πάνω από οκτώ ώρες.

Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν 30 νεκροί ενώ των Τουρκαλβανών πάνω από 400 και ακόμα περισσότεροι τραυματίες. Οι Έλληνες λαφυραγώγησαν πολλά άλογα και όπλα από τον εχθρό μαζί με δύο σημαίες, αλλά πιο σημαντική ήταν η νίκη από την άποψη της ψυχολογίας, αφού νικούσαν τα εκλεκτότερα στρατεύματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παίρνοντας και εκδίκηση για το αδικοχαμένο Μεσολόγγι.

Tο βράδυ οι αρχηγοί έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Χαϊδάρι και να κινηθούν προς τον Πειραιά και την Καστέλα, όπου θα είχαν κοντά τους τα πλοία του Ελληνικού στόλου να τους υποστηρίζουν με τα κανόνια τους. Ο Φαβιέρος όμως, δεν συμφώνησε και δήλωσε ότι θα έμενε ακόμα και μόνος του στο Χαϊδάρι για να αντιμετωπίσει τους Μουσουλμάνους που πολιορκούσαν την ιστορική Ακρόπολη.

Εικόνα: Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εφορμά κατά των Τουρκικών δυνάμεων κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Ακροπόλεως, ο πίνακας είναι έργο του Γ. Μαργαρίτη.

Αυτή τη φορά επικράτησε η άποψη του Φαβιέρου και το στρατόπεδο δεν διαλύθηκε. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, υπήρχε προβληματισμός με την ήττα στο Χαϊδάρι και ο Κιουταχής ζήτησε επικουρία από τον δραστήριο Πασά της Καρύστου. Πράγματι, ο Ομέρ πασάς κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα και έφθασε στα Πατήσια με τρεις χιλιάδες άνδρες.

Οι δύο Πασάδες οργάνωσαν εκ νέου τον στρατό τους και επιχείρησαν δεύτερη επίθεση στο Χαϊδάρι. Οι Έλληνες, ενημερωμένοι για την άφιξη των ενισχύσεων από τους χωρικούς που είχαν «ψευτοπροσκυνήσει» τους Τούρκους, επιδιόρθωσαν τις οχυρώσεις τους και περίμεναν. Στις 8 Αυγούστου 1826, με την ανατολή του ηλίου, φάνηκε από μακριά το Τούρκικο ασκέρι με τα μπαϊράκια του και τους ντερβίσηδες να προπορεύονται και να φανατίζουν τα πλήθη για τον ιερό πόλεμο που έκαναν εναντίον των απίστων, «Υπάρχει μόνο ο Αλλάχ και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του. Θάνατος στους γκιαούρηδες!».

Τα μουσουλμανικά στίφη που μόλυναν με την παρουσία τους το ιερό χώμα της Αττικής εφόρμησαν αλαλάζοντας, έχοντας επικεφαλής τον ίδιο τον Κιουταχή και τον Ομέρ Πασά της Καρύστου. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης βλέποντας τη δύναμη του εχθρού έτρεχε από ταμπούρι σε ταμπούρι για να εμψυχώσει τα παλληκάρια του. Ενώ οι άτακτοι περίμεναν με ψυχραιμία πίσω από τα ταμπούρια τους, ο Φαβιέρος που δεν υπολόγιζε τις ανθρώπινες απώλειες έδωσε εντολή, χωρίς να ενημερώσει τον αρχιστράτηγο, σε ένα τάγμα να κινηθεί εναντίον του Τουρκικού ιππικού.

Στη συνέχεια έδωσε εντολή και σε δεύτερο τάγμα να ακολουθήσει από απόσταση το πρώτο. Καθώς το τακτικό τού Φαβιέρου ανέβαινε ένα ψηλό λόφο από τη μία μεριά, από την άλλη τον ανέβαινε ίλη Τουρκικού ιππικού, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή μεταξύ των δύο αντιπάλων. Στην κορυφή του λόφου συναντήθηκαν οι αντίπαλοι και για μια στιγμή υπήρξε αμηχανία.

Οι Τούρκοι αντέδρασαν πιο γρήγορα, επιτέθηκαν και πλήγωσαν τον Γάλλο αξιωματικό Ρομπέρ του πρώτου τάγματος με αποτέλεσμα αυτό να διαλυθεί και οι άνδρες του να υποχωρήσουν ατάκτως. Οι τακτικοί αποτέλεσαν εύκολη λεία για τους Τούρκους σπαχήδες που τους θέριζαν με τα σπαθιά τους. Ευτυχώς ο Καραϊσκάκης με τον Κριεζώτη αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο και έτρεξαν με διακόσιους ατάκτους κατά των εχθρών τρέποντάς τους σε φυγή και διασώζοντας από σίγουρη σφαγή τους άνδρες του τακτικού.

Ο Κιουταχής, βλέποντας τον χαλασμό στις τάξεις των Ελλήνων διέταξε γενική επίθεση με δύο σώματα στρατού. Το ένα επιτέθηκε κατά του Περραιβού που βρισκόταν προς την Αθήνα και το άλλο κατά του Μαυροβουνιώτη που βρισκόταν προς το όρος Αιγάλεω. Τα τουφέκια άναψαν και τα κανόνια των Τούρκων βροντούσαν. Οι απώλειες ήταν πολλές ιδιαίτερα στους επιτιθέμενους, καθώς οι άτακτοι είχαν φροντίσει όλη την προηγούμενη νύκτα να φτιάξουν γερά ταμπούρια.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση της μάχης του Χαϊδαρίου.

O Χριστόφορος Περραιβός διέταξε τούς άνδρες του να κτυπούν τους αξιωματικούς και τους μπαϊρακτάρηδες. Μία τουφεκιά βρήκε κατακούτελα τον Τούρκο αρχηγό του ιππικού, που ήταν και συγγενής τού Κιουταχή. Μόλις οι Τούρκοι ιππείς είδαν νεκρό τον αρχηγό τους δείλιασαν και άρχισαν να οπισθοχωρούν. Και αυτή η μάχη απέβη νικηφόρα για τους Έλληνες αφού οι Τουρκαλβανοί έχασαν 500 άνδρες και πλήθος από άλογα και όπλα.

Στην δεύτερη μάχη του Χαϊδαρίου, αρίστευσε ο Κεφαλονίτης Παρασκευάς Κοντόπουλος από τά Φαρακλάτα, ο οποίος πάλαιψε με τα χέρια με τον Γιουρούκ μπαϊρακτάρη, τον πρώτο σημαιοφόρο του Κιουταχή και αφού τον σκότωσε του πήρε και τη σημαία. Το επόμενο βράδυ ο Καραϊσκάκης, που υποπτεύθηκε ότι οι άνδρες του θα δείλιαζαν και θα τον εγκατέλειπαν, αφού οι Τούρκοι έφερναν νέες ενισχύσεις, αποφάσισε να αποτραβήξει τους άνδρες του.

Η επιχείρηση έγινε με απόλυτη μυστικότητα και όλοι οι στρατιώτες τακτικοί και άτακτοι κινήθηκαν κατά τη διάρκεια της νύκτας και βρέθηκαν στην Ελευσίνα μακρυά πλέον από τον κίνδυνο προσβολής από τις υπέρτερες δυνάμεις τού Κιουταχή. Περίπου 50 ήταν οι νεκροί των Ελλήνων, κυρίως του τακτικού σώματος. Οι δύστυχοι τραυματίες που δεν μπόρεσαν ν’ ακολουθήσουν και έμειναν στο Χαϊδάρι βασανίστηκαν μέχρι θανάτου από τα Τουρκικά θηρία.

Ο περίφημος πυροβολητής Ήβος Ρίζος που πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Κιουταχή είχε προκαλέσει τον θαυμασμό των αντιπάλων του. Όταν τον πήγαν μπροστά στον «σερασκέρη», αυτός του πρότεινε να μπει στην υπηρεσία του. Ο Ρίζος αρνήθηκε και τότε ο Κιουταχής διέταξε να τον παλουκώσουν. Οι Τούρκοι συνέλαβαν επίσης αιχμάλωτο τον Αθηναίο Χατζή Λάμπρον Κορομηλά, τον οποίον κάρφωσαν όρθιο επάνω σε μια σανίδα από τα χέρια και τ’ αυτιά. Στην θέση αυτή, ο Κορομηλάς έζησε τρεις ημέρες, ώσπου ένας Αλβανός στρατιώτης τον λυπήθηκε και τον σκότωσε.

Μερικοί από τους φιλέλληνες που αγωνίστηκαν στη μάχη του Χαϊδαρίου ήταν ο Γάλλος ταγματάρχης Ρομπέρ, ο Γάλλος λοχαγός Μαγέ, οι Γάλλοι στρατιώτες Βολζιμόν, Μπώ, Σουζιέ Ρουσσέν, ο Ιταλός συνταγματάρχης Πίζα και ο επίσης Ιταλός Πεκαράρα. Την επομένη της μάχης τού Χαϊδαρίου έγινε μία απρόοπτη συνάντηση. Ο Καραϊσκάκης και ο Κιουταχής βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι ο ένας στον άλλο.

Αυτό βέβαια δεν έγινε στο πεδίο της μάχης αλλά στη φρεγάτα του Δεριγνύ, όταν από καθαρή σύμπτωση επισκέφθηκαν την ίδια ώρα και οι δύο αρχηγοί τον Γάλλο Ναύαρχο. Πρώτος είχε πάει ο Κιουταχής με τη συνοδεία του και τον Ομέρ Πασά της Καρύστου και όταν οι Τούρκοι Πασάδες βρίσκονταν ακόμα στην αίθουσα υποδοχής του Δεριγνύ έδεσε στη φρεγάτα το Ψαριανό πλοίο του Γιαννίτση που μετέφερε τον Καραϊσκάκη, τον Γεώργιο Λύκο, τον Γεώργιο Χελιώτη και τον γραμματικό του αρχιστράτηγου Χρηστίδη.

Εικόνα: Ο Παρθενώνας κατά την διάρκεια της πολιορκίας.

Όταν οι Έλληνες οδηγήθηκαν και αυτοί στην αίθουσα υποδοχής του πλοίου ταράχτηκαν και ο Καραϊσκάκης έβαλε το χέρι πάνω στη λαβή του σπαθιού του. Όμως ο Δεριγνύ τους καθησύχασε και κάνοντας τις απαραίτητες συστάσεις τους προέτρεψε να καθίσουν. Ο Καραϊσκάκης προχώρησε και αφού έκλινε ελαφρά το κεφάλι του κάθισε απέναντι από τον Κιουταχή.

Μετά τη μάχη στο Χαϊδάρι ο Κιουταχής «το βαλε αμέτι μουχαμέτι να πάρει το κάστρο της Ακρόπολης». Οι απώλειες που είχε στο Χαϊδάρι δεν του επέτρεψαν να διακινδυνέψει να δώσει μία μάχη στην Ελευσίνα για να διαλύσει το Ελληνικό στρατόπεδο. Προτίμησε να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην άλωση της Ακροπόλεως, ώστε ν’ αναγγείλει στον Σουλτάνο του άλλη μία περίλαμπρη νίκη εναντίον των άπιστων Ρούμ.

Η αποτυχία ενισχύσεως της φρουράς και ο θάνατος του Γκούρα.

Ο «σερασκέρης» έστησε και άλλες σειρές από πυροβόλα στον λόφο τού Φιλοπάππου και από εκεί κανονιοβολούσε ακατάπαυστα τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως. Τα τείχη, όπως προειπαμε, διέθεταν δεκατέσσερα κανόνια και τρία βομβοβόλα. Οι τροφές ήταν αρκετές να θρέψουν την ολιγομελή φρουρά. Αρκετοί ήταν εκείνοι που λιγοψύχησαν και λιποτάκτησαν προτού γίνει ασφυκτική η πολιορκία από τους Τουρκαλβανούς.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1826, ο Μαμούρης επικεφαλής ενός σώματος Επτανησίων, αποβιβάστηκε στο Φάληρο και ξεκίνησε νυκτερινή πορεία με προορισμό την Ακρόπολη. Οι πολιορκημένοι είχαν άμεση ανάγκη από ενισχύσεις, αφού η φρουρά μετά από τις λιποταξίες και τις εξόδους είχε αποδυναμωθεί. Μόλις όμως βγήκε η σελήνη, το σώμα τού Μαμούρη δείλιασε, υποχώρησε προς την ακτή και επέστρεψε στην Σαλαμίνα από όπου είχε ξεκινήσει.

Και η δεύτερη απόπειρα των Επτανησίων να εισέλθουν στην Ακρόπολη απέτυχε. Αυτή την φορά οι Επτανήσιοι έχασαν 30 άνδρες από το στρατό του Κιουταχή, ο οποίος βρισκόταν σε επιφυλακή και τους αντιλήφθηκε κρυμμένους στον Καρέα. Το ιππικό τους κατεδίωξε και τους απέτρεψε από το εγχείρημά τους, έπειτα από σκληρή μάχη. Ξεχώρισε για την ανδρεία του ο Αθανάσιος Λελούδας από την Ιθάκη με τους 22 άνδρες του, οι οποίοι για μία ολόκληρη ημέρα κατάφεραν να αποκρούσουν το Τουρκικό ιππικό από τα πρόχειρα ταμπούρια που είχαν φτιάξει και στο τέλος μόλις έπεσε η νύκτα ξέφυγαν προς την ασφάλεια των Ελληνικών πλοίων που περιπολούσαν κοντά στην παραλία.

Εικόνα: Σκηνή από την πολιορκία της Ακροπόλεως, κατά την διάρκεια της Ελληνική Επανάσταση του 1821, ο πίνακας είναι έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου υπό την καθοδήγηση του Ιωάννη Μακρυγιάννη.

Ο Κιουταχής με τα πυροβόλα του σημάδευε τα νοτιοδυτικά τείχη πού προστάτευαν τα Προπύλαια, το θέατρο τού Ηρώδου του Αττικού και τον πύργο του Σερπεντζέ. Σκληρές μάχες έγιναν όμως και στον προμαχώνα του Ανδρούτσου όπου βρισκόταν η πηγή Κλεψύδρα που είχε ανακαλύψει ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός και την οποία οι Τούρκοι ήθελαν πάσει θυσία να καταλάβουν. Δίπλα στη ντάπια τού Ανδρούτσου βρισκόταν η ντάπια τού Λιονταριού από όπου ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Ελευσίνα. Οι Τούρκοι είχαν ανοίξει μία τάφρο για να υπονομεύσουν το τείχος στη θέση τού Σερπεντζέ, την οποία εξουδετέρωσε με άλλους υπονόμους που κατασκεύασε ο Κώστας Χορμοβίτης.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1826, οι άνδρες τού Μακρυγιάννη έκαναν μία ξαφνική έφοδο και επιτέθηκαν στους Τούρκους πού κατασκεύαζαν νέο υπόνομο από τον λόφο του Αρείου Πάγου μέχρι τον πύργο του Σερπεντζέ. Όσους εργάτες βρήκαν μέσα στον υπόνομο τους συνέλαβαν αιχμαλώτους μαζί με τα πολύτιμα υπονομευτικά τους εργαλεία.

Στις 19 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι κατέλαβαν τις πηγές του Ανδρούτσου, αλλά ο Χορμοβίτης ανατίναξε έναν υπόνομο πού είχε ετοιμάσει τις προηγούμενες ημέρες σκοτώνοντας πολλούς από τους εχθρούς. Ακολούθησε επίθεση από τους άνδρες τού Μακρυγιάννη και νέα πανωλεθρία των πολιορκητών. Οι σκληρές μάχες ακολούθησαν και τις υπόλοιπες μέρες και νύκτες πάντοτε στην θέση του τείχους του Σερπεντζέ. Ο Γκούρας όρθιος στις επάλξεις επιθεωρούσε κάθε φορά τις Ελληνικές και τις εχθρικές γραμμές. Το βράδυ τής 30ης Σεπτεμβρίου 1826 διέκρινε έναν Τούρκο και τον πυροβόλησε.

Η σφαίρα αστόχησε, αλλά ο Τούρκος είδε την φλόγα στην κάννη του όπλου και κατάλαβε τη θέση του Γκούρα. Αμέσως πυροβόλησε και το βόλι βρήκε τον Γκούρα κατακέφαλα και τον έστειλε να συναντήσει τον ευεργέτη του Ανδρούτσο στον άλλο κόσμο. Λίγοι έκλαψαν για το θάνατο του σκληρού και άδικου οπλαρχηγού και ανάμεσά τους η γυναίκα του Ασήμω Γκούρα, κόρη του κοτσαμπάση του Λιδωρικίου Αναγνώστη Λιδωρίκη.

Η «Νταλιάνα», όπως τήν αποκαλούσαν λόγω του μεγέθους της, ήταν αυτή πού είχε επηρεάσει τον Γκούρα εναντίον του Ανδρούτσου και ήταν το ίδιο μοχθηρή και φιλοχρήματη σαν τον άντρα της. Είχε συγκεντρώσει τους αμύθητους θησαυρούς στο Ερέχθειο, το οποίο χρησιμοποιούσε σαν σπίτι της. Τη θέση του Γκούρα στην διοίκηση του κάστρου της Ακρόπολης την πήρε ο Μακρυγιάννης, ο οποίος είχε διακριθεί για την ανδρεία του σε όλες τις μάχες.

Εικόνα: Συμβολικός πίνακας της μάχης των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακροπόλεως, εργο του Christian Johann Georg Perlberg, 1856.

Ο κλοιός στενεύει.

Ο Κιουταχής επιχείρησε και πάλι να καταλάβει την πηγή του Ανδρούτσου (Κλεψύδρα) και επιτέθηκε εναντίον του προμαχώνα του Λεονταρίου που είχαν οχυρώσει οι Έλληνες. Ο Χορμοβίτης άναψε το φιτίλι για να ανατινάξει έναν υπόνομο πού είχε σκάψει σ’ εκείνη τη θέση, αλλά το φιτίλι λόγω της υγρασίας έσβησε. Οι αμυνόμενοι εγκατέλειψαν την ντάπια τού Λιονταριού και την κατέλαβαν οι Τουρκαλβανοί. Οι Έλληνες όμως άρχισαν να τους εκσφενδονίζουν από την Ακρόπολη βόμβες με φιτίλι, οι οποίες προκάλεσαν πολλές απώλειες στους εχθρούς, αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν.

Μεταξύ των νεκρών των επιτιθέμενων ήταν και ο παλαιός φρούραρχος του κάστρου της Ακρόπολης πού είχε ηγηθεί τής επίθεσης. Ο Κιουταχής επέμενε στις επιθετικές του ενέργειες και αυτή τη φορά οργάνωσε έφοδο από τον λόφο του Αρείου Πάγου και την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας προς τα Προπύλαια. Διέταξε τους γενναίους Γκέκηδες και τους Μουσουλμάνους από τη Βοσνία να τα καταλάβουν και τους έταξε χιλιάδες γρόσια.

Ακολούθησαν σκληρές μάχες σώμα με σώμα. Τα γιαταγάνια θέριζαν τα κεφάλια και από τις δύο πλευρές. Ο Χορμοβίτης που βρισκόταν χωμένος σ’ ένα λαγούμι θα αιχμαλωτιζόταν από τους Αλβανούς Γκέκηδες, εάν δεν έτρεχε ο Μακρυγιάννης με τους πιο γενναίους στρατιώτες του για να τον σώσουν κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των Μουσουλμάνων. Πάνω από την Ακρόπολη οι Αθηναίοι επανέλαβαν τις ρίψεις βομβών με φιτίλι με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πολλοί από τους εισβολείς και οι υπόλοιποι να υποχωρήσουν κακήν κακώς.

Παρόλα αυτά οι αμυνόμενοι όλο και πιεζόντουσαν και αργά η γρήγορα θα υπέκυπταν στις συνεχείς επιθέσεις των Οθωμανών. Η φθορά από την συνεχόμενη πολιορκία ήταν πλέον εμφανής, τόσο στο έμψυχο όσο και στο άψυχο δυναμικό της ένδοξης φρουράς της Ακροπόλεως. Όμως τίποτα δεν είχε τελειώσει ακόμα, ο «γιος της καλογριάς» δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Τερτσέτης, Γεώργιος, «Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836».
  • Τάσος Βουρνάς, «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα του Γουδί το 1909».
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση», Τόμος Ζ’.
  • Δημήτριος Αινιάν, «Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, «Ιστορία της Ελλάδος από το 1800».
  • Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, «Ιστορία του νέου ελληνισμού».
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Γεώργιος Καραϊσκάκης».
  • Ιωάννης Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη».
  • Αγαπητός Σ. Αγαπητός, «Οι Ένδοξοι Έλληνες του 1821».
  • Ν. Πετσάλης, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Γεώργιος Κρέμος, «Νεωτάτη Γενική Ιστορία».

2 thoughts on “Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Α’). Αντίσταση «μέχρις εσχάτων».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.