Σύγχρονος Κόσμος
Το πραγματικό παρασκήνιο πίσω από τον Αμερικανικό Εμφύλιο και την Δουλεία.

Το πραγματικό παρασκήνιο πίσω από τον Αμερικανικό Εμφύλιο και την Δουλεία.

“Οι πολίτες του Νότου δεν κατανοούν την ανεξάντλητη δύναμη υλικού που διαθέτουν οι Βόρειοι, ενώ οι Βόρειοι αγνοούν το πείσμα με το οποίο οι Νότιοι είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν”

Στρατηγός, Ρόμπερτ Έντουαρντ Λη.

Γράφει ο αξιότιμος κ. Άγγελος Μανσόλας.

Την αίτια του Αμερικανικού Εμφυλίου την έχουμε γνωρίσει κυρίως μέσα από της διάφορες ταινίες του Χόλυγουντ, οι οποίες είναι συνδεδεμένες κατά κύριων λόγο με την δουλεία των «νέγρων». Ωστόσο ο «Ιστορικός ερευνητής» παραμένει περισσότερο σκεπτικός όταν εμβαθύνοντας ανακαλύπτει μια «λαίλαπα» οικονομικών συμφερόντων και ένα πλέγμα δημαγωγικών επιδιώξεων, διαφόρων πολιτικών παραγόντων, τα οποια παρέμεναν επιμελώς κριμένα για έναν ακόμα, τουλάχιστον, αιώνα προκειμένου να μην αναζωπυρώσουν τις νωπές πληγές εκείνου του τρομερού, τετραετούς, αιματοκυλίσματος.

Εικόνα: H πρώτη ανάγνωση της «Διακήρυξης της χειραφέτησης» από τον Πρόεδρο Λίνκολν.

Ορισμένα γεγονότα όμως μιλάνε από μόνα τους. Από τους γαιοκτήμονες του νότου μόνον ένα 3% διέθετε δούλους, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του 97% ήταν φτωχοί μικροκαλλιεργητές που δεν είχαν την δυνατότητα να αγοράσουν και να συντηρήσουν δούλους. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτoί που θυσιάστηκαν, στα διάφορα πεδία των μαχών, για τον «Νότο» δεν ήταν οι ίδιοι ιδιοκτήτες δούλων. Ο πόλεμος αυτός κράτησε τόσα χρόνια, μόνο και μόνον, χάρης στην μοναδική αυταπάρνηση αυτών των στρατευμένων «ξυπόλητων», οι οποίοι είχαν πάντα την πεποίθηση πως αυτός ο αιμοδιψής πόλεμος γινόταν για «Ιερό σκοπό», ή όπως και οι ίδιοι έλεγαν στην γλώσσα τους «For the cause».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο «Ιερός σκοπός» των Νοτίων και γιατί ένα τόσο πλούσιο και μεγάλο κράτος οδηγήθηκε στα έσχατα όρια ενός αδελφοκτόνου πολέμου; Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτό δεν έγινε για τα «Ανθρώπινα δικαιώματα» των μαύρων, καθώς όπως θα παρατηρήσει, κάπως κυνικά, ο Πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν τον Αύγουστος 1862, «Θα έσωζα την Ένωση. Θα την έσωζα με τον συντομότερο τρόπο που μπορούσα. Κι ας υπάρχουν εκείνοι που δεν θα την έσωζαν, παρά μόνο αν ταυτόχρονα καταργούσαν και την δουλεία. Δεν συμφωνώ μαζί τους.

Το πρωταρχικό αντικείμενο σε αυτόν τον αγώνα είναι να διασώσω την Ένωση και όχι να διατηρήσω ή να καταργήσω την δουλεία. Αν μπορούσα να σώσω την Ένωση χωρίς να ελευθερώσω ούτε έναν σκλάβο θα το έκανα. Κι αν μπορούσα να την σώσω ελευθερώνοντας όλους τους σκλάβους, θα το έκανα. Κι αν μπορούσα να την σώσω ελευθερώνοντας μερικούς και αφήνοντας υπόδουλους κάποιους άλλους, κι αυτό θα το έκανα»

Η μετανάστευση και ο «Βασιλεύς Βάμβαξ».

Το κυριότερο ανθρωποϊστορικό στοιχείο που κυριάρχησε στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν η πρωτοφανής πλημμυρίδα μετανάστευσης των πάμπτωχων ευρωπαίων κατοίκων προς τον «Νέο Κόσμο». Πτωχοί και πεινασμένοι κατέφθαναν σωρηδόν στην νέα γη, καταδιωγμένοι από μία ζωή όπου το μέλλον δεν έκρυβε τίποτε άλλο παρά συνεχή δυστυχία.

Η Ευρώπη παρέμενε ακόμη μία φεουδαρχική επικράτεια όπου οι ευγενείς κατείχαν τον πλούτο που προερχόταν κυρίως από την γη, της οποίας οι αιώνια άποροι εργάτες ήταν αυτοί ακριβώς οι άποικοι. Η νέα γη έκρυβε ιδρώτα, αγώνες, κινδύνους, αλλά πάνω από όλα έκρυβε την ελπίδα. Γη υπήρχε για όλους άφθονη, ακατοίκητη και ακαλλιέργητη. Ο μέχρι χθες άμοιρος Ευρωπαίος γεωργός διέβλεπε την πιθανότητα να γίνει κι αυτός στο μέλλον ο ιδιοκτήτης ενός μικρού κτήματος και ο αφέντης μίας φτωχικής καλύβας και με το πέρασμα αρκετών χρόνων το όνειρο έγινε πραγματικότητα.

Εικόνα: Η «Γραμμή συμβιβασμού του Μιζούρι» (36 ° 30 ′ παράλληλη) σε σκούρο μπλε, καθόριζε ποιες πολιτείες θα επιτρεπόταν η κατοχή δούλων. Η συμφωνία επικυρώθηκε την 3η Μαρτίου 1820 από τον Πρόεδρο Τζέιμς Μονρό, ενώ η συμφωνία λίγο – πολύ έμεινε στα χαρτιά.

Τα παιδιά εκείνων των μεταναστών συνέχισαν να αυξάνουν την μικρή ιδιοκτησία των γονέων τους και να διαφεντεύουν πλέον την ζωή τους σαν οι πρώτοι Αμερικανοί πολίτες, εκπρόσωποι ενός κράτους που έγινε το υπερσύμβολο της ανάπτυξης, την στιγμή που η άνιση κοινωνική εικόνα που εξακολουθούσε να ισχύει στην Ευρώπη κατάφερνε μόνο να αυξάνει το μεταναστευτικό ρεύμα προς την νέα ήπειρο.

Στις νότιες πολιτείες το ζεστό, σχεδόν τροπικό κλίμα, ευνοούσε την γεωργία και την καλλιέργεια της γης. Ο Νότος ήταν μία γη που έκρυβε μέσα της τον πλούτο. Αυτός δεν ήταν άλλος από το καλαμπόκι, το ρύζι, το ζαχαροκάλαμο, ο καπνός, οι φιστικιές και κυρίως το βαμβάκι, αντιπροσώπευαν τα 3/5 της παραγωγής των ΗΠΑ. Το λευκό αυτό προϊόν το οποίο τροφοδοτούσε από τότε τις βιομηχανίες ένδυσης της Αγγλίας και της Γαλλίας και ήταν υπεύθυνο για την δημιουργία της περίφημης «Παρισινής Μόδας» του 19ου αιώνα, ονομαζόταν επιδεικτικά από τους παραγωγούς του «King Cotton», δηλαδή «Βασιλεύς Βάμβαξ».

Αυτός ο τίτλος ήταν γεγονός και μάλλον όχι άδικα. Το 1800 εξάγονται 18 εκατομμύρια λίβρες, αξίας 5 εκατ. δολαρίων, ποσότητα ίση με το 7% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Το 1830 εξάγονται 300 εκατομμύρια λίβρες, αξίας 30 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή το 41% των εξαγωγών, ενώ το 1860 ένα χρόνο πριν αρχίσει ο πόλεμος, η παραγωγή έφθανε το 75% των εξαγωγών. Η απόδοση όλων αυτών των προϊόντων ήταν τέτοια ώστε δημιουργούσε και την ανάγκη για μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Η λύση ήταν γνωστή και συνηθισμένη, οι «νέγροι» δούλοι.

Η «μαύρη» και η «λευκή» δουλεία.

Η δουλεία προϋπήρχε στην Αμερική σαν θεσμός πολύ πριν ο Τζώρτζ Ουάσινγκτον αποφασίσει να αποσχιστεί από το στέμμα της αγγλικής επικυριαρχίας το 1787. Την είχαν δημιουργήσει οι Άγγλοι και με την αποχώρησή τους την άφησαν εκεί σαν ένα είδος «γεωργικού εργαλείου» άμεσα συνδεδεμένου με την τοπική οικονομία. Από τα έξι εκατομμύρια του λευκού πληθυσμού του Νότου μόνο ένα 3% αποτελείτο από τους πλούσιους γαιοκτήμονες οι οποίοι διέθεταν πάνω από 100 δούλους έκαστος.

Από την άλλη πλευρά οι υπόλοιποι δεν ήταν παρά πτωχοί μικροκαλλιεργητές οι οποίοι δεν είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν δούλους. Παρόλα αυτά, όλος ο Νότος εξαρτάτο απόλυτα από την οικονομία αυτή, αφού το ελάχιστο κόστος παραγωγής και η μεγάλη ζήτηση των προϊόντων, οδηγούσε στην δημιουργία νέων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ώστε η ανάγκη για όλο και περισσότερους δούλους συνεχώς μεγάλωνε.

Εικόνα: Εγχάρακτη απεικόνιση αγοραπωλησίας σκλάβων, 1860.

Ο Βορράς παρότι διέθετε κι εκείνος δούλους, ζούσε σε μία διαφορετική οικονομική πραγματικότητα Εκεί, το ψυχρότερο κλίμα δεν ευνοούσε τόσο την καλλιέργεια της γης με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να στραφεί κυρίως στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Για αυτό τον λόγο οι τεχνικά καταρτισμένοι λευκοί εργάτες αποτελούσαν την βασικότερη κοινωνική ομάδα, ενώ οι αμόρφωτοι νέγροι παρέμειναν πάντα δευτερεύοντα στοιχεία, περισσότερο για οικονομικούς, παρά για ηθικούς λόγους.

Παρόλα αυτά η βιομηχανία είχε τα δικά της προβλήματά, μιας και απαιτούσε υψηλά κεφάλαια, σωστή οργάνωση και εργασία, ενώ μακροπρόθεσμα απέδιδε μικρότερα κέρδη. Ο Βορράς στην προσπάθειά του να προσελκύσει την ευρωπαϊκή αγορά δεν βρήκε ιδιαίτερη ανταπόκριση γιατί εκεί η βιομηχανική επανάσταση είχε ήδη ξεσπάσει από το 1840 και η Ευρώπη παρήγαγε τα δικά της προϊόντα τα οποία ήταν εξ ίσου καλά, αν όχι καλύτερα, από τα αμερικανικά.

Βέβαια ο Βορράς είχε σαν καλό πελάτη τον Νότο στον οποίο πουλούσε σχεδόν το 70% της παραγωγής του, πράγμα που οι Νότιοι έβρισκαν σαν ευκολία και για αυτό δεν ένοιωσαν ποτέ την ανάγκη να αναπτύξουν δική τους βιομηχανία. Αν και πρωτοπόρος όμως στον βιομηχανικό τομέα, ο Βορράς ένιωθε να μειονεκτεί στις τιμές επειδή πλήρωνε ακριβότερα τα νότια προϊόντα που εισήγαγε, ενώ δεν εισέπραττε ανάλογα από την αξία των δικών του.

Έτσι δημιουργήθηκε μία οικονομική ανισότητα η οποία κινδύνευε να αφήσει τον Βορρά οικονομικά απομονωμένο και τον Νότο σαν τον κύριο διαχειριστή του πλούτου της χώρας. Ταυτόχρονα τα οικονομικά πλεονεκτήματα του Νότου μεταφράζονταν και σε πολιτική ισχύ, αφού έλεγχε τους σημαντικότερους πολιτικούς στο κυβερνόν και πανίσχυρο τότε Δημοκρατικό κόμμα που στηριζόταν ως επί το πλείστων από τους νότιους γαιοκτήμονες οι οποίοι ψήφιζαν νόμους που ευνοούσαν κυρίως τους αγρότες με φορολογικές απαλλαγές.

Ήταν φυσικό αυτή η κατάσταση να δυσαρεστήσει τους Βόρειους βιομήχανους οι οποίοι προσπαθούσαν να πλησιάσουν τους δικούς τους πολιτικούς για να επηρεάσουν τις καταστάσεις αντίρροπα. Ωστόσο η οικονομική αυτή διαπάλη, παρόλο που συγκέντρωνε τα πρώτα σύννεφα, δεν ήταν σε θέση να ανάψει από μόνη της την θρυαλλίδα ενός πολέμου. Η πραγματική πυριτιδαποθήκη βρισκόταν αλλού.

Εικόνα: Οι άθλιες συνθήκες εργασίας των βιομηχανικών εργατών του βορά δεν διέφεραν και πολύ από αυτές των δούλων του νότου.

Ήταν οι λευκοί «δούλοι» – εργάτες των εργοστασίων, τα κύματα των εξαθλιωμένων που εξακολουθούσαν να εισρέουν ζώντας σε ομαδικές τρώγλες, συτιζόμενοι στοιχειωδώς στα εργοτάξια και αμειβόμενοι λίγες δεκάρες από τους βιομηχάνους. Οι Νότιοι τους ειρωνεύονταν λέγοντας, «Ο Μπάρμπα-Θωμάς στον Νότο έχει τουλάχιστον μία καλύβα. Οι «λευκοί δούλοι» του Βορρά δεν έχουν ούτε αυτήν!».

Οι εργάτες αυτοί που ουσιαστικά έπαιζαν τον αντίστοιχο ρόλο των δούλων του Βορρά, έβλεπαν το «Αμερικανικό Όνειρό» τους να διαλύεται εξ αιτίας ενός οικονομικού συστήματος στο οποίο το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό μόνο για τον «Νότιο γαιοκτήμονα». Για να περισωθεί το όνειρο αυτών των ανθρώπων, αλλά και γενικότερα η οικονομία του Βορρά, έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να πληγεί η οικονομία του Νότου. Ο πιο απλός ήταν να του στερήσουν το κυριότερο γεωργικό εργαλείο του, δηλαδή, την δουλεία.

Οι πολιτικές παρεμβάσεις.

Οι Αμερικανοί ήταν πάντοτε υπερήφανοι για το Σύνταγμά τους το οποίο προάσπιζε την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αν και κανείς μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί με το θέμα της δουλείας των μαύρων, ακριβώς επειδή ο θεσμός ήταν επίσημα αποδεκτός σε όλη την χώρα, ή τουλάχιστον μέχρι εκείνη την στιγμή που κάποιοι άρχισαν κάπως καθυστερημένα να αμφιβάλλουν για την ηθική και ανθρωπιστική ορθότητα του θεσμού.

Οι δε Αμερικανοί πολιτικοί, όπως και όλοι οι πολιτικοί, είχαν πάντοτε την τάση να ομιλούν και να πράττουν ανάλογα με αυτά που το πλήθος ήθελε να ακούσει. Ιδιαίτερα εκείνη την εποχή που υπήρχαν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ Νότιων «μεγαλοκτηματιών» και Βόρειων «βιομηχάνων», φρόντιζαν να κρατούν την διπροσωπία τους σε υψηλά επίπεδα, αποφεύγοντας συστηματικά τις δηλώσεις υπέρ ή κατά της δουλείας, ή ανασκευάζοντάς τες ανάλογα με την περίσταση, προκειμένου να εισπράττουν ψήφους από όλες τις πλευρές.

Μέσα από αυτούς μοιραία θα εστιάσουμε την προσοχή μας στον Αβραάμ Λίνκολν, έναν δικηγόρο, ο οποίος είχε βάλει σκοπό της ζωής του να διακριθεί στον πολιτικό στίβο. Ο Λίνκολν ήταν ευρύτερα γνωστός στους κύκλους του, ήδη από το 1832, ως ένας υψηλά αμειβόμενος δικηγόρος, με αμοιβές τριπλάσιες από εκείνες ενός κυβερνήτη πολιτείας. H πελατεία του περιελάμβανε εξέχοντα ονόματα, όπως η εταιρεία σιδηροδρόμων «Central Illinois Railroad», στην οποία εργαζόταν και ως νομικός σύμβουλος.

Εικόνα: Φωτογραφία του προέδρου Λίνκολν μαζί με τον πρωτότοκο γιο του το 1864.

Είχε χαρακτηριστεί ως «ο Δικηγόρος των Δικηγόρων», ο οποίος βεβαίως, δεν είχε ποτέ του υπερασπιστεί κάποιον δούλο, αν και είχε υπερασπιστεί έναν εκατομμυριούχο ιδιοκτήτη δούλων του Βορρά, τον οποίον βοήθησε να επιτύχει την επιστροφή των δούλων του, οι οποίοι είχαν καταφύγει σε άλλη πολιτεία. Η απλοϊκή και ταπεινή εξωτερική του εμφάνιση, έκρυβε κατά βάθος έναν φιλόδοξο χαρακτήρα και δεινό ρήτορα, ο οποίος στον πολιτικό στίβο είχε την ικανότητα να ελίσσεται με καταπληκτική δεξιοτεχνία στα φλέγοντα ζητήματα.

Ο Λίνκολν γρήγορα διαπίστωσε ότι στο Δημοκρατικό κόμμα δεν υπήρχε μέλλον για αυτόν. Οι κυρίαρχοι Δημοκρατικοί ήταν καλά εδραιωμένοι και δικτυωμένοι στην εξουσία και δεν είχαν καμία ανάγκη από ανερχόμενους, άσημους πολιτικούς. Αντίθετα το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, ηττημένο στις εκλογές του 1854, βρισκόταν στην επώασή του. Οι παλιοί ηγέτες είχαν αρχίσει να αποσύρονται λόγω ηλικίας και οι εναπομείναντες αναζητούσαν νέα πρόσωπα και συνθήματα για να διεκδικήσουν την προεδρία.

Στην πορεία αποδείχθηκε ένας οξυδερκής και μεθοδικός πολιτικός που μελετούσε εξονυχιστικά κάθε λόγο και πράξη του. Για αυτό φρόντισε οι λόγοι του να εναντιώνονται στις θέσεις που εξέφραζαν οι Δημοκρατικοί, οπότε η κατάργηση της δουλείας αποτέλεσε για αυτόν ένα καλό προεκλογικό σύνθημα, προσέχοντας όμως κι αυτός, οι λόγοι του να μην απομακρύνουν πιθανούς ψηφοφόρους του Νότου ή Βόρειους ιδιοκτήτες δούλων, επιτυγχάνοντας κάθε κρίσιμος πολιτικός λόγος του να τελειώνει με δηλώσεις ακριβώς αντίθετες από εκείνες που είχε αρχίσει.

Αρχικά, με σκοπό να περιοριστεί γεωγραφικά η δουλεία μόνο στα εδάφη του Νότου, το Κογκρέσο καθόρισε το 1850 σαν όριο τα βόρεια σύνορα του Κεντάκυ, πέραν των οποίων οι γαιοκτήμονες δεν θα μπορούσαν να διαθέτουν δούλους. Αυτό καθησύχασε για κάποιο διάστημα τα συμφέροντα του Νότου, αλλά το πρόβλημα επανεμφανίστηκε όταν οι νεοσύστατες πολιτείες του Κάνσας και της Νεμπράσκα ζήτησαν να προσαρτηθούν στην Ένωση.

Η στάση του Λίνκολν και τα γεγονότα που οδήγησαν στην σύγκρουση.

Κύριος πολιτικός αντίπαλος του Λίνκολν εκείνη την εποχή ήταν ο παλαίμαχος Δημοκρατικός Στήβεν Ντάγκλας, ο οποίος απέφευγε επίσης να λαμβάνει σαφή θέση στο ζήτημα, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση για την υιοθέτηση ή την απόρριψη του θεσμού της δουλείας από τις νέες πολιτείες θα έπρεπε να τεθεί στην κρίση των κατοίκων των νέων πολιτειών, ψηφίζοντας έτσι τον αντίστοιχο νόμο «Κάνσας-Νεμπράσκα», ή όπως είναι γνωστός ως «The Kansas – Nebraska Act», με τον οποίο ουσιαστικά η δουλεία έπαιρνε μία άδεια εξάπλωσης σε όλη την επικράτεια, πράγμα που κατά τους Δημοκρατικούς συμφωνούσε με την αρχή περί της αυτοδιάθεσης του λαού.

Εικόνα: Ο Στέφαν Ντάγκλας είναι ο “οικοδομητής” του νόμου «Κάνσας-Νεμπράσκα», ο οποίος έθετε σύνορα στην δουλεία.

Ο νόμος όμως, προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στην μέση Αμερικανική κοινωνία. Σε μία χώρα που σε ολόκληρη την έκτασή της η διαθέσιμη εργασία θα εκτελείτο κυρίως από τους δούλους, ενισχύοντας την δύναμη των γαιοκτημόνων, δεν υπήρχε κανένα μέλλον για τον λευκό εργάτη. Η δουλεία του νέγρου σκότωνε το όνειρο του λευκού αποίκου, ο οποίος μάλιστα αποτελούσε και το μεγαλύτερο πληθυσμιακό μέρος της Αμερικής. Εν τω μεταξύ το ρήγμα ανάμεσα στις πολιτείες μεγάλωσε όταν το 1857 μία οικονομική κρίση έπληξε βαριά τον Βορρά, αλλά άφησε ανέγγιχτο τον Νότο ο οποίος διαμαρτυρόταν ότι η δουλεία ήταν επίσημα αναγνωρισμένη από το κράτος, οπότε δεν μπορούσε να θεωρείται νόμιμη στις μισές πολιτείες και παράνομη στις άλλες.

Η παράταξη του Λίνκολν έσπευσε να εκμεταλλευτεί αυτή την σύγχυση παρουσιάζοντας τον Ντάγκλας σαν ένα «τέρας ανηθικότητας και απανθρωπιάς» που βρήκε έναν έμμεσο τρόπο να εξαπλώσει την δουλεία, σε αντίθεση με τους «ηθικούς» Ρεπουμπλικάνους οι οποίοι θα έδιναν μία νέα τροπή στα αμερικανικά πράγματα με βάση την Βίβλο. Την εποχή εκείνη οι πολιτικοί, και ιδιαίτερα ο Λίνκολν, δανείζονταν συχνά εδάφια από την Βίβλο για να εμπλουτίσουν τους λόγους τους και να αποδείξουν το δίκαιο των επιχειρημάτων τους.

Αργότερα πολλοί προσπάθησαν να παρουσιάσουν τον Λίνκολν σαν έναν «Απελευθερωτή Άγγελο των μαύρων», ωθούμενο από μία τάση «ιεραποστολικού» τύπου για την ελευθερία τους, αλλά στην πραγματικότητα αυτά προέρχονταν από κείμενα που γράφτηκαν μετά την λήξη του πολέμου προκειμένου να βομβαρδίσουν με προπαγανδιστικά συνθήματα έναν ματωμένο λαό που κινδύνευε να μείνει για πάντα διχασμένος.

Στην πραγματικότητα, ο Λίνκολν παρέμενε πάντα ένας πολιτικός που φιλοδοξούσε να κερδίσει τις εκλογές χωρίς να έχει καμία ιδιαίτερα ριζοσπαστική αντίληψη γύρω από την ελευθερία των νέγρων. Ακόμη και οι ιστορικοί που τον επαίνεσαν, δεν παρέλειψαν να υπενθυμίσουν ότι μέχρι το 1856, μόλις πέντε χρόνια πριν τον πόλεμο, ο Λίνκολν δεν είχε ανακαλύψει το πρόβλημα της δουλείας παρόλο που είχε ήδη ανέλθει στην πολιτική σκηνή.

Όταν τον ρώτησαν τι πίστευε για μία υποτιθέμενη απελευθέρωση των νέγρων και την πιθανή ένταξή τους στην κοινωνία, είχε δώσει την εξής αμφίρροπη απάντηση. «Δεν προτίθεμαι να εισάγω την πολιτική και κοινωνική ισότητα μεταξύ της λευκής και της μαύρης φυλής. Υπάρχει μία φυσική διαφορά μεταξύ των δύο η οποία κατά την κρίση μου πιθανώς να αποτρέψει για πάντα την συμβίωση μεταξύ τους, μέχρι την εδραίωση μίας τέλειας ισότητας». Ακόμα χαρακτηριστικότερα, ήταν τα λόγια του Χένρυ Κλαίυ, ενός γηραιού Ρεπουμπλικάνου και πολιτικού καθοδηγητή του Λίνκολν, ο οποίος έλεγε ότι «η δουλεία είναι το μέγιστο των ανθρωπίνων κακών», αλλά ο ίδιος εξακολουθούσε να είναι ιδιοκτήτης δούλων.

Εικόνα: Ο Αβραάμ Λίνκολν παρουσιάζεται ως ο «υποψήφιος των ραγών» που στηρίζεται πάνω σε νέγρους και στο κόμμα του. Γελειογραφεια του 1860.

Το κακό επιδεινώθηκε όταν άρχισε ταυτόχρονα να διαφαίνεται και η υπεροχή της πλειοψηφίας του πυκνοκατοικημένου Βορρά των 18 εκατομμυρίων ο οποίος αποτελούσε την μεγαλύτερη δεξαμενή ψήφων, σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο σε έκταση, αλλά εξαιρετικά αραιοκατοικημένο Νότο των έξι εκατομμυρίων. Αυτό για τον Ντάγκλας σήμαινε ότι μία εκλογική νίκη του Λίνκολν ήταν πολύ πιθανή, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούσε και να υπαναχωρήσει στις θέσεις του επειδή έπρεπε να διατηρεί την αντιπαλότητα με τους Ρεπουμπλικάνους.

Οι αμφιβολίες τον έκαναν ακόμη πιο αόριστο στις θέσεις του γύρω από την δουλεία, γεγονός που έδωσε την ελευθερία στον Λίνκολν να δώσει περισσότερη έμφαση στο ζήτημα, σε σημείο που δημιούργησε την εντύπωση ότι η εκλογή του θα σήμαινε και την κατάργησή της. Κάτω από τα μπαλκόνια, ανάμεσα στο πλήθος, η κατάσταση ήταν ακόμα πιο τραγελαφική. Ένας δικαστής του Βορρά αρνείτο την ελευθερία σε έναν επίσημα απελευθερωμένο νέγρο του Νότου, επειδή το Σύνταγμα δεν θεωρούσε τους νέγρους «πολίτες», αλλά «ιδιοκτησία», πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του.

Άλλοι Βόρειοι μιλούσαν με εμπάθεια κατά των απάνθρωπων Νοτίων, ενώ εκείνοι αποκαλούσαν τους αντιπάλους τους υποκριτές, αφού άργησαν πολύ να ανακαλύψουν τα δικαιώματα των μαύρων. Το ουσιαστικό όμως, και οξύ πρόβλημα του οικονομικού μέλλοντος της χώρας, εξακολουθούσε να μη θίγεται από κανέναν και οι πολιτικοί συνέχιζαν να προτιμούν να φανατίζουν τα πλήθη με εκλογικές σκοπιμότητες, ενώ όμως όλα αυτά θύμιζαν μεγάλους ενδοοικογενειακούς τσακωμούς που θα μπορούσαν να είχαν μείνει στο επίπεδο των πολιτικών διαξιφισμών, μία ημέρα έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί.

Ο Τζον Μπράουν και το επεισόδιο στο «Χάρπερ’ς Φέρρυ».

Το 1855 ο Τζον Μπράουν, ήταν ένας παράξενος τύπος μεταξύ ιεροκήρυκα, αγρότη και ληστοσυμμορίτη, που διακήρυσσε ότι είχε το «Θεϊκό δικαίωμα» να ξεκινήσει έναν ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωση των νέγρων. Τον επόμενο χρόνο εισέβαλλε σε μία μικρή κοινότητα του Κάνσας κατασφάζοντας όλους τους ιδιοκτήτες δούλων και καίγοντας τα σπίτια τους, χωρίς όμως ποτέ να υποστεί τις συνέπειες του νόμου.

Τον Οκτώβριο του 1859, με μία οπλισμένη συμμορία 20 ατόμων, εισέβαλλε στο «Χάρπερ’ς Φέρρυ», ένα μικρό χωριό της πολιτείας της Βιρτζίνια η οποία θεωρείτο η «πύλη» των εδαφών που άρχιζε η δουλεία, με σκοπό να επιτεθεί σε μία στρατιωτική αποθήκη για να κλέψει το πολεμικό υλικό που θα τον βοηθούσε να συνεχίσει τον «δίκαιο αγώνα» του, συλλαμβάνοντας και 40 άτομα σαν ομήρους για την περίπτωση που κάτι θα πήγαινε στραβά, όπως και έγινε.

Εικόνα: Φωτογραφία του “συμμορίτη” Τζον Μπράουν.

Αν και ανέμενε την υποστήριξη πολλών εξεχόντων πολιτικών οι οποίοι είχαν εκδηλωθεί συναισθηματικά υπέρ του, καθώς και την βοήθεια πολλών νέγρων οι οποίοι πίστευε ότι θα έσπευδαν να πολεμήσουν μαζί του για την ελευθερία τους, ο Μπράουν εμφανίστηκε πολύ μόνος στο πεδίο της μάχης. Οι πολιτικοί προτίμησαν να τον υποστηρίξουν από τα γραφεία τους, ενώ οι μαύροι της περιοχής δεν φάνηκαν πρόθυμοι να διακινδυνέψουν τη ζωή τους.

Η νυκτερινή επιδρομή στο χωριό και οι πυροβολισμοί ξεσήκωσαν τους θορυβημένους πολίτες οι οποίοι ειδοποίησαν αμέσως το πλησιέστερο σώμα τακτικού στρατού να επέμβει. Η μικρή μονάδα του αντισυνταγματάρχη Ρόμπερτ Λη και του βοηθού του, ανθυπολοχαγού Τζεμπ Στιούαρτ, αργότερα δύο θρύλοι του Νότου οι οποίοι τότε ανήκαν ακόμα στον στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών, βρήκε την συμμορία οχυρωμένη μέσα στην αποθήκη να πυροβολεί οποιονδήποτε Λευκό βρισκόταν στην περιοχή.

Ο Στιούαρτ πλησίασε με μία λευκή σημαία κάνοντας μία πρόταση παράδοσης η οποία όμως απορρίφθηκε, και ο Λη διέταξε έφοδο. Μετά από μία σύντομη μάχη στην οποία σκοτώθηκαν τα μισά μέλη της συμμορίας και απελευθερώθηκαν σώοι οι όμηροι, ο Μπράουν συνελήφθη και οδηγήθηκε στην δικαιοσύνη. Το πραγματικό σκάνδαλο όμως ξέσπασε όταν μία έρευνα στο κρησφύγετό του αποκάλυψε την αλληλογραφία που διατηρούσε με πέντε γερουσιαστές οι οποίοι κατέφυγαν αμέσως στον Καναδά για να αποφύγουν την σύλληψη, γεγονός που έκανε την φυγή τους συνώνυμη με απόδειξη συνομωσίας.

Αν και δεν αποδείχθηκε ποτέ, οι φήμες έλεγαν ότι οι προθέσεις των γερουσιαστών είχαν κάπως πιο «πεζά» κίνητρα από την απελευθέρωση των νέγρων και μάλλον σχετίζονταν με την παράνομη οικειοποίηση σπουδαίων γεωργικών εκτάσεων. Το Κογκρέσο αν και υποσχέθηκε διαφάνεια προς κάθε κατεύθυνση, μεταχειρίστηκε προκλητικά κάθε μέσον για να καλύψει την υπόθεση, βρίσκοντας τον Τζων Μπράουν σαν τον μοναδικό ένοχο, τον οποίον απαγχόνισαν για να σταματήσει οποιαδήποτε περαιτέρω επέκταση των αποκαλύψεων.

Τα ερωτηματικά όμως έπεφταν βροχηδόν από τον Νότο. Πως είναι δυνατόν το επίσημο κράτος να ανέχεται την επίθεση εναντίον μίας πολιτείας του Νότου η οποία ανήκει στην ίδια Ένωση και είναι ισότιμη με τις υπόλοιπες, χωρίς να αποκαλύπτει τι κρύβεται κάτω από αυτή την συνωμοτική κίνηση;

Αντί για εξηγήσεις όμως, ακολούθησαν κάποιες μασημένες δηλώσεις που εξόργισαν χειρότερα τον Νότο, όταν κάποιες εφημερίδες του Βορρά εξύμνησαν τον Τζων Μπράουν σαν μάρτυρα που μαχόταν για το ιδανικό της απελευθέρωσης των δούλων, παρομοιάζοντας την αγχόνη του με τον Σταυρό του Ιησού, συνθέτοντας μάλιστα και έναν ύμνο με το όνομά του ο οποίος ακούγεται μέχρι σήμερα σαν δεύτερος αμερικανικός εθνικός ύμνος.

Εικόνα: Ο Στρατηγός της Ομοσπονδίας, Ρόμπερτ Έντουαρντ Λη.

«Δόξα, Δόξα Αλληλούια, το σώμα του Τζων Μπράουν βρίσκεται στο χώμα, μα η ψυχή του προχωρά εμπρός», το γνωστό σημερα και ως «Glory, Glory Hallelujah». Μετά το επεισόδιο αυτό οι πολιτείες του Νότου, νιώθοντας σαν υποψήφια θύματα πολεμικής εισβολής, άρχισαν να οργανώνουν πολιτοφυλακές και να αναθεωρούν τα δεδομένα της συμμετοχής τους σε μία Ένωση η οποία αντί να τους προστατεύει τους γέμιζε ανασφάλεια.

Η «Απόσχιση» του Νότου.

Καθώς πλησίαζε ο Νοέμβριος του 1860 και οι προεδρικές εκλογές, η κατάσταση παρέμενε εκρηκτική, ενώ από όλα τα στόματα κρεμόταν ένα και μόνο ερώτημα. «Ποια θα ήταν η στάση του Λίνκολν στο θέμα της δουλείας αν κέρδιζε τις εκλογές». Ένα ερώτημα το οποίο ο υποψήφιος άφηνε επίτηδες αναπάντητο, αφήνοντας μόνο να πλανάται η γενική απειλή ότι η κυβέρνηση διατηρούσε το δικαίωμα να επιβάλλει την βούλησή της σε όλες τις πολιτείες και να ψηφίσει όποιον νόμο κρίνει κατάλληλο για τα συμφέροντα του έθνους.

Τα λόγια αυτά κατάφεραν μόνο να εκνευρίσουν περισσότερο τους ψηφοφόρους του Νότου οι οποίοι είχαν πλέον απτά παραδείγματα φόβου για το μέλλον και όταν τελικά έφτασε η κρίσιμη μέρα τον καταψήφισαν μαζικά, αλλά το εκλογικό αποτέλεσμα κρίθηκε από τις μάζες του Βορρά. Αρχικά ο Λίνκολν δεν προώθησε κανένα νόμο για την δουλεία, αφού ήταν αρκετά απασχολημένος να βρει έναν τρόπο να ισορροπήσει την κοινή γνώμη, αλλά όσο οι μέρες περνούσαν και τίποτα δεν φαινόταν να κατασταλάζει, όλοι τον προειδοποιούσαν να προσέξει μήπως η απόσχιση επέλθει τελικά από μόνη της σαν φυσικό επακόλουθο της αμφίρροπης κατάστασης.

Εκείνος αντί να αναλάβει πρωτοβουλία σε ένα κρίσιμο θέμα που μελλοντικά θα επηρέαζε άμεσα την οικονομία της χώρας, απαντούσε σαν να ένιπτε τας χείρας του, «Στα δικά σας χέρια και όχι στα δικά μου, δυσαρεστημένοι συμπολίτες μου, επαφίεται η βαρύνουσα ευθύνη του εμφυλίου πολέμου». Αφού η κυβέρνηση φαινόταν ανίκανη να ελέγξει τα πράγματα και από τα λόγια του νέου προέδρου ο καθένας έβγαζε το νόημα που ήθελε, η κατάσταση δεν άργησε να πυροδοτήσει το φυτίλι της τελικής έκρηξης.

Εικόνα: Η κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1861. Μπορντό είναι οι Πολιτείες που αποχώρησαν πριν από τις 15 Απριλίου 1861. Κόκκινο είναι οι Πολιτείες που αποχώρησαν μετά τις 15 Απριλίου 1861. Κίτρινο είναι οι Πολιτείες που η Ένωση επέτρεψε την δουλεία. Μπλε είναι οι Πολιτείες που παρέμειναν στην Ένωση. Γκρι είναι οι περιοχές που δεν έχουν γίνει ακόμα Πολιτείες.

Οι αρχικοί πανηγυρισμοί των Βορείων μετατράπηκαν σε οργή και ασφυκτική πίεση προς τον νέο πρόεδρο ο οποίος φαινόταν να αθετεί μία προεκλογική υπόσχεση και άρχισαν να φοβούνται μήπως τελικά ενδώσει στις πιέσεις των Νοτίων. Αντίθετα, η αντίπαλη πλευρά φοβόταν ότι θα ακολουθούσε μία σειρά νόμων η οποία θα απέβλεπε στην οικονομική εξουθένωση του Νότου και όπου η πλειοψηφία θα στηριζόταν αποκλειστικά στους βουλευτές του Βορρά, οπότε για ασφάλεια προτίμησαν την απόσχιση προκειμένου να αποφύγουν τις υστερικές αντιδράσεις μίας συγχυσμένης κυβέρνησης που είχε χάσει τον έλεγχο. Ο Οράτιος Γκρήλυ, δημοσιογράφος της Ένωσης είχε γράψει πως, «Το δικαίωμα της απόσχισης είναι επαναστατικό, αλλά παρόλα αυτά, υπάρχει. Ελπίζουμε να μη χρειαστεί ποτέ να ζήσουμε σε μία δημοκρατία όπου μία πλευρά εξαναγκάζεται να καθηλωθεί επί της άλλης υπό την απειλή των όπλων».

Έτσι έναν μήνα μετά την εκλογή του Λίνκολν άρχισε ο χορός των αποσχίσεων με πρώτη την πιο αδιάλλακτη από τις Νότιες πολιτείες, την Νότια Καρολίνα η οποία ανακοίνωσε επίσημα την απόφασή της. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1861 την είχαν ακολουθήσει άλλες έξι, σχηματίζοντας τις Ομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής, με πρόεδρο τον Τζέφερσον Νταΐβις, έναν διακεκριμένο απόστρατο συνταγματάρχη του Μεξικανικού πολέμου και πρώην γερουσιαστή των ΗΠΑ.

Η απόσχιση στην αρχή φαινόταν σαν ένα είδος διαζυγίου κοινής συναίνεσης, μιας και ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές αφού η κάθε μία θα ήταν πλέον ελεύθερη να ορίσει την μοίρα της μέσα στα σύνορά της, μία κατάσταση η οποία απομάκρυνε τουλάχιστον το φάσμα μίας ανεπιθύμητης σύρραξης. Ακόμα και ο Λίνκολν πίστευε ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα πείσμα του Νότου ο οποίος αργά ή γρήγορα δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να επανέλθει στην Ένωση.

Ήταν μία δύσκολη κατάσταση την οποία όμως θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει όπως πίστευε, έστω και με την αποχώρηση ενός μικρού αριθμού πολιτειών. Μέχρι την στιγμή τουλάχιστον που οι οικονομικοί παράγοντες της Ένωσης ανακάλυψαν την καταστρεπτική αλήθεια. Η οικονομία του κράτους είχε σπάσει στη μέση. Ο Βορράς που μέχρι τότε πουλούσε σχεδόν το 70% της παραγωγής του στον Νότο, κινδύνευε τώρα να χρεωκοπήσει αφού αυτές οι εμπορικές συναλλαγές είχαν σταματήσει. Αντίθετα τα έσοδα του Νότου μόνο από τις εξαγωγές του στην Ευρώπη του επέτρεπαν να επιβιώσει αυτόνομα.

Εικόνα Το πρώτο δημοσιευμένο αποτύπωμα της απόσχισης, μια ευρεία έκδοση που εκδόθηκε από τον Τσάρλεστον Μέρκιουρι, στις 20 Δεκεμβρίου 1860.

Η επίδραση επάνω στις βιομηχανίες του Βορρά ήταν άμεση. Ορισμένα τυπικά προϊόντα του εμπορίου όπως το περίφημο φυστικοβούτυρο, παραγόταν αποκλειστικά στον Νότο και πολλές από τις επιχειρήσεις τροφίμων του Βορρά που το εισήγαγαν πτώχευσαν από την μία μέρα στην άλλη. Το ίδιο συνέβη και με τις κλωστοϋφαντουργίες. Ανάλογες απώλειες βέβαια υπέστη και ο Νότος, αλλά γνώριζε ότι αυτά που θα έχανε αν παρέμενε στην Ένωση θα ήταν πολύ περισσότερα.

Εξαγριωμένοι οι Βόρειοι απειλούσαν τον Λίνκολν να εξαναγκάσει την Συνομοσπονδία να επανέλθει στην Ένωση το ταχύτερο, έστω και δια της βίας, καθώς ο τύπος παραληρούσε απαιτώντας την τιμωρία των «επαναστατών». Τότε ακριβώς ο Λίνκολν συνειδητοποίησε την δική του καταστρεπτική αλήθεια. Δεν είχε κανένα νομικό δικαίωμα να επέμβει αφού κανένας νόμος δεν απαγόρευε την απόσχιση, καθόσον η Ένωση ήταν αποτέλεσμα εθελοντικής επιλογής των πολιτειών και αυτό αποτελεί μία ιστορική λεπτομέρεια την οποία πολλοί ιστορικοί δεν έχουν σχολιάσει αρκετά.

Αντικειμενικός σκοπός του Λίνκολν πλέον δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η βίαιη επαναφορά του Νότου στην Ένωση εξ αιτίας των τεράστιων οικονομικών επιπτώσεων που είχε προκαλέσει η απόσχισή του. Η δουλεία δρούσε απλά σαν μία δευτερεύουσα «τεχνική λεπτομέρεια». Από εκείνο το σημείο και μετά ο Βορράς θεώρησε την απόσχιση σαν προδοσία εναντίον του έθνους και του δημοκρατικού συστήματος του οποίου το εκλογικό αποτέλεσμα δεν γινόταν σεβαστό, ενώ ο Νότος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι οι κάτοικοι του Βορρά βασιζόμενοι στην πλειοψηφία τους θα έπρεπε να καθορίζουν την οικονομική και κοινωνική δομή περιοχών τις οποίες ούτε γνώριζαν, ούτε και θα είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν.

Απρίλιος 1861. Το ξέσπασμα της καταιγίδας.

Καθώς η αντιπαράθεση και οι απειλές του Βορρά συνεχίζονταν σε ένα κλίμα αυξανόμενης έντασης, ο Τζέφερσον Ντεΐβις θέλοντας να προετοιμαστεί αμυντικά για κάθε ενδεχόμενο, κάλεσε 100.000 εθελοντές να στρατευθούν ως πολιτοφυλακή, απαιτώντας παράλληλα την εκκένωση των κατά τόπους στρατιωτικών εγκαταστάσεων της Ένωσης από τις φρουρές τους. Αλλά η φρουρά του «Φορτ Σάμτερ», ενός μικρού οχυρού στο λιμάνι του Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνας, αρνείτο να εγκαταλείψει το φρούριο, εξακολουθώντας να κρατά υψωμένη την σημαία της Ένωσης.

Εικόνα: Ο Τζέφερσον Ντέιβις, Πρόεδρος των Συνομοσπονδιακών Πολιτειών της Αμερικής.

Το φρούριο ήταν παλιό, κατεστραμμένο σε κάποια σημεία του και ο διοικητής του, ταγματάρχης Άντερσον, είχε στην διάθεσή του μόνο 80 άνδρες και περιορισμένες προμήθειες. Το επιτελείο του Λίνκολν τον ενημέρωσε ότι το φρούριο ήταν απομονωμένο και δεν υπήρχε δυνατότητα ανεφοδιασμού. Εκείνος κατανόησε την κατάσταση και αρχικά δεν επέμεινε αλλά το θέμα πήρε τρομερή έκταση από τον τύπο ο οποίος απαιτούσε την παραδειγματική τιμωρία των «Ανταρτών».

Εκείνος υποχρεώθηκε να υποκύψει στις πιέσεις, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση αρνείται να εγκαταλείψει το «Φορτ Σάμτερ» και διέταξε τον ανεφοδιασμό του από την θάλασσα. Η απόπειρα όχι μόνον απέτυχε λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής, αλλά θεωρήθηκε και σαν πολεμική ενέργεια εκ μέρους της Ένωσης.

Το πρωί της 12ης Απριλίου 1861 ακούστηκαν οι πρώτοι κανονιοβολισμοί του πολέμου από τα πυροβόλα της Συνομοσπονδίας που άρχισαν να βάλλουν εναντίον του οχυρού. Ο Άντερσον ανίκανος να πράξει οτιδήποτε άλλο, ανταπάντησε με μερικά πυρά για την «τιμή των όπλων» και μετά παραδόθηκε. Ήταν μία αναίμακτη και άχρηστη αναμέτρηση η οποία όμως, έδωσε σε όλους να καταλάβουν ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει, χαρίζοντας ταυτόχρονα στον Λίνκολν το ηθικό έρεισμα που αναζητούσε για να διακηρύξει ότι οι Νότιοι ήταν εκείνοι που άνοιξαν πρώτοι το πυρ.

Εξ άλλου το επιτελείο του είχε ήδη αρχίσει να αναμετρά τις δυνάμεις του για να χτυπήσει τον Νότο στο πεδίο της μάχης και οι εκτιμήσεις ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικές, τουλάχιστον στους αριθμούς, ο Βορράς διέθετε το 97% της παραγωγής όπλων, τον τριπλάσιο στρατό, και ολόκληρο τον στόλο και μόνο η υπεροπλία του τελευταίου θα αρκούσε για να αποκλείσει τα λιμάνια της Συνομοσπονδίας διακόπτοντας έτσι τις εμπορικές συναλλαγές της με την Ευρώπη. Η απόφαση λοιπόν ήταν εύκολη. Ναι, στον πόλεμο!

Ο Νότος ωστόσο φαινόταν να αψηφά επιδεικτικά τους αριθμούς. Αν και το θέμα του στόλου ισοδυναμούσε ουσιαστικά με οικονομικό στραγγαλισμό, εκείνοι υπερχείλιζαν από εθνική έπαρση. Το μόνο που θέλησαν ήταν να ζήσουν ανεξάρτητοι μέσα στα σύνορά τους, με ένα δικό τους οικονομικό σύστημα την στιγμή που ο Βορράς απειλούσε να εισβάλει στην γη τους. Αυτό ήταν το ηθικό επιχείρημα του «Ιερού Σκοπού» του Νότου, ο οποίος σε συνδυασμό με μία ομάδα εξαιρετικών στρατηγών και ενός μικρού αλλά κυριολεκτικά ακατάβλητου ανθρώπινου δυναμικού, θα έτρεπε σε φυγή τους «Γιάνκηδες» για δύο συνεχή χρόνια, προς μεγάλη απελπισία του Λίνκολν.

Εικόνα: Η κατάληψη του «Φορτ Σάμτερ» από μονάδες της Ομοσπονδίας.

Στην δίνη του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Μετά την κήρυξη του πολέμου πολλά πράγματα άλλαξαν στην ζωή και κυρίως στον θάνατο των λευκών Αμερικανών, αλλά τίποτα απολύτως στην ζωή των μαύρων. Τα καθήκοντά τους παρέμειναν τα ίδια τόσο στον Νότο όσο και στον Βορρά, αν και άλλαξαν κάποια πράγματα γύρω από τον ορισμό του όρου «δουλεία», γιατί στον Βορρά για παράδειγμα, πολλοί εννοούσαν την απελευθέρωση των δούλων σαν την μη κατοχή τους από τους Νότιους, ριγώντας βέβαια, με αποστροφή στην ιδέα της ισότιμης ένταξης των μαύρων σαν πολιτών των ΗΠΑ.

Όταν ο στρατηγός Γκραντ ρωτήθηκε «γιατί δεν απελευθέρωσε τους δούλους του» απάντησε πως, «Δύσκολα βρίσκεις καλά εργατικά χέρια αυτή την εποχή». Σε άλλους τομείς βέβαια, έγιναν κάποιες δυναμικές ενέργειες από τον πρόεδρο. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους κατασκευάστηκε μία κατηγορία εναντίον των πολιτειών της Συνομοσπονδίας πως δεν είχαν πληρώσει τους φόρους τους προς την κυβέρνηση, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό οδήγησε στην ψήφιση του «Νόμου Κατάσχεσης» των περιουσιών των Νοτίων πολιτειών, γνωστού ως «Confiscation Act», που θα κατακτούντο στην πορεία του πολέμου.

Το μόνο που προβλεπόταν για τους δούλους ήταν ότι αυτοί απλά δεν θα επιστρέφονταν στον ιδιοκτήτη τους, πράγμα που σήμαινε ότι μάλλον θα αποκτούσαν έναν καινούργιο σε κάποια βορειότερη τοποθεσία. Προς το παρόν όμως, ο πόλεμος είχε επιφυλάξει μόνο ήττες για τις δυνάμεις της Ένωσης και οι θυσίες απαιτούσαν όλο και περισσότερες ψυχές για να αναπληρωθούν οι τεράστιες απώλειες.

Η προπαγάνδα του Βορρά χρειάστηκε να απευθυνθεί στα ανώτερα ανθρώπινα ιδανικά των πολιτών του για να αντέξει το πολύνεκρο αιματοκύλισμα, αλλά το σύνθημα «αγώνας για την ελευθερία των μαύρων» προφανώς δεν είχε απήχηση. Υπήρχαν αρκετοί στρατιώτες πρόθυμοι να πολεμήσουν για την ένωση των πολιτειών, αλλά ελάχιστοι που θα ήθελαν να πολεμήσουν για την απελευθέρωση των νέγρων και κανείς που να ήθελε να πεθάνει για την προαγωγή των ανίκανων στρατηγών του, την στιγμή που στο αντίπαλο στρατόπεδο οι Νότιοι λάτρευαν τους δικούς τους.

Αυτή η διαφορά ηθικού στην μάχη κοντεύει να ανατρέψει τα πάντα. Μετά από μία σειρά απίστευτων θριάμβων οι Νότιοι κατάφεραν να μεταφέρουν τον πόλεμο από τα προάστια της πρωτεύουσάς τους μέσα στο έδαφος του Βορρά, ενώ οι στρατηγοί που επιλέγονταν από τον Λίνκολν με πολιτικά κριτήρια, διέθεταν έναν άρτια εξοπλισμένο και υπεράριθμο στρατό αλλά δεν ήξεραν να κερδίζουν μάχες.

Εικόνα: Το «Σχέδιο Ανακόντα» του στρατηγού Σκοτ το 1861, είχε ως σκοπό σφίγγοντας τον ναυτικό αποκλεισμό να αναγκάσει τους «αντάρτες» να παραδοθούν λόγο της οικονομικής καταστροφής του εμπορίου βάμβακος.

Ο Λίνκολν πιεζόταν να κάνει κάποια χειρονομία υπέρ της απελευθέρωσης των μαύρων, αλλά περιμένει να το πράξει μετά από μία νίκη για να μη φανεί ότι υποχωρεί κάτω από τις άσχημες στρατιωτικές εξελίξεις. Η ευκαιρία αυτή του δόθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1862, μετά από την απίστευτα αιματηρή μάχη του «Αντιέταμ» όταν ο στρατός της Ένωσης κατάφερε να αποκρούσει μία εισβολή του Ρόμπερτ Λη στην Ουάσινγκτον, εκδίδοντας την περίφημη «Διακήρυξη Χειραφέτησης», γνωστή ως «Proclamation of Emancipation», η οποία χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τους προπαγανδιστικούς κύκλους για να απαλύνει τις εντυπώσεις, αν και ουσιαστικά επρόκειτο για ένα ακόμα μεγάλο φιάσκο αντάξιο της ρητορικής του δεινότητας.

Η «Διακήρυξη» υποσχόταν την απελευθέρωση των δούλων των πολιτειών του Νότου, όχι όμως και του Βορρά, μόλις τα στρατεύματα της Ένωσης απελευθέρωναν τις περιοχές στις οποίες ζούσαν, εξαιρώντας όμως τις περιοχές οι οποίες είχαν ήδη καταληφθεί. Με άλλα λόγια η Διακήρυξη απελευθέρωνε τους δούλους που δεν μπορούσε να ελευθερώσει και κρατούσε υπόδουλους εκείνους ακριβώς που μπορούσε να ελευθερώσει!!!

Η σχετική παράγραφος μάλιστα τελείωνε διευκρινίζοντας ότι για τις εξαιρούμενες πολιτείες «οι διατάξεις επί του παρόντος παραμένουν ακριβώς, ως αυτή η Διακήρυξη να μην είχε εκδοθεί». Όταν ο Λίνκολν βέβαια την συνέτασσε πίστευε ότι θα προκαλούσε μαζικές εξεγέρσεις των μαύρων του Νότου, αλλά απέτυχε. Οι δούλοι δεν εξεγέρθηκαν, ενώ οι Νότιοι κάγχαζαν δηλώνοντας ότι αυτό αποτελούσε μία ακόμα απόδειξη του δίκαιου αγώνα τους που δεν θα τους επέτρεπε να επιστρέψουν στους κόλπους μίας κυβέρνησης η οποία επιδιδόταν σε τέτοια απατηλά τεχνάσματα για να καλύψει τα ψεύδη της.

Μία από τις «εξαιρούμενες» μάλιστα πολιτείες στην οποία ο Λίνκολν επέτρεπε το καθεστώς της δουλείας ήταν και η γενέτειρά του, το Κεντάκυ. Η πολιτεία αυτή ανήκε ουσιαστικά στον νότο, αλλά επίσημα είχε παραμείνει ουδέτερη. Στην πραγματικότητα όμως, είχε προσαρτηθεί από την Ένωση από την αρχή κιόλας του πολέμου. Ο Λίνκολν λοιπόν ήθελε να έχει καλές σχέσεις με τους γαιοκτήμονές της, οπότε εκεί επιτρέπονταν ανοικτές εξαιρέσεις. Παρόλα αυτά το 1/3 του πληθυσμού του, καθώς και ολόκληρη η οικογένεια της συζύγου τού Λίνκολν, πολεμούσε με τον Νότο.

Τελικά τον Οκτώβριο του 1863 το Υπουργείο Πολέμου δέχτηκε να στρατολογήσει επίσημα εθελοντικές μονάδες νέγρων από τέσσερις ουδέτερες συνοριακές πολιτείες, καταβάλλοντας όμως και ταυτόχρονη αποζημίωση στους ιδιοκτήτες. Αλλά ακόμα και αυτή η πρωτοβουλία του Λίνκολν βασιζόταν περισσότερο στις άμεσες ανάγκες του, παρά στις αγνές προθέσεις του. Ο στρατός χρειαζόταν άλλους 500.000 οπλίτες για να αναπληρώσει τις απώλειες των αδηφάγων όπλων της Συνομοσπονδίας.

Εικόνα: Η μάχη του Άντιεταμ ήταν η πιο αιματηρή σύγκρουση του Εμφυλίου.

Οι αντιδράσεις υπήρξαν πολλές και έντονες γιατί κανένας Λευκός δεν δεχόταν να μάχεται δίπλα σε έναν νέγρο. Ένας αξιωματικός συζητώντας με τον στρατηγό Σέρμαν, είδε το θέμα στην ουσία του. «Τα κορμιά των νέγρων σταματάνε κι αυτά μια χαρά, τις σφαίρες των Ανταρτών, ξέρετε». «Ναι, αλλά οι αμμόσακοι κάνουν καλύτερα την δουλειά», απάντησε κοφτά ο Σέρμαν. Τελικά βέβαια, το μέτρο εφαρμόστηκε ακριβώς λόγω των πρακτικών προτερημάτων του, αν και μόνο τον Μάρτιο του 1865, μόλις ένα μήνα πριν την λήξη του πολέμου, αποδόθηκε η ελευθερία σε αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους, για να μη νοιώσουν εντελώς εξαπατημένοι από μία κυβέρνηση για την οποία είχαν δώσει το αίμα τους.

Οι εξεγέρσεις κατά της «Στρατολόγησης».

Παρότι στα πεδία των μαχών η Ένωση άρχισε να γνωρίζει τις πρώτες σημαντικές νίκες της από τα μέσα του 1863, ο Ομοσπονδιακός στρατός έδειχνε αποφασισμένος να πολεμήσει μέχρι τέλους, Οι βαρύτατες απώλειες του Βορρά είχαν καταστήσει τον πόλεμο απεχθή στον λαό του, ο οποίος δεν ενδιαφερόταν για την απελευθέρωση των νέγρων, ειδικά όταν αυτή σήμαινε την θυσία της λευκής νεολαίας της Αμερικής.

Η Δημοκρατική αντιπολίτευση του Λίνκολν ασκούσε έντονη κριτική στο πρόσωπό του, προτείνοντας συμβιβασμό με την Συνομοσπονδία. Όμως ο Λίνκολν παρέμενε ανένδοτος σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από την «άνευ όρων» υποταγή του Νότου. Ο αρχηγός του κόμματος της αντιπολίτευσης, ο «ειρηνιστής Δημοκρατικός», Κλήμεντ Βαλλάντιγκαμ, πρότεινε ανοικτά παύση του πολέμου και συνθηκολόγηση με τον Νότο. Τον Μάϊο του 1863 η δημοτικότητά του απειλούσε άμεσα την πρωτοκαθεδρία του Λίνκολν στις εκλογές του επόμενου έτους.

Εκείνος δεν δίστασε να διατάξει την σύλληψη και προσαγωγή του σε στρατοδικείο. Με την κατηγορία της «έκφρασης συμπάθειας προς το πρόσωπο του εχθρού», ο Βαλλάντιγκαμ καταδικασθεί σε εξορία στον Καναδά. Με βάση την ίδια κατηγορία, ο Λίνκολν οδήγησε σε στρατιωτικές φυλακές 13.535 πολίτες, απαγορεύοντας και την κυκλοφορία 300 εφημερίδων της Ένωσης, οι οποίες κατέκριναν την πολιτική του.

Οι προεδρικές εντολές ήταν σαφείς. «Οποιοσδήποτε διατύπωνε ανατρεπτικές θεωρίες θα συνελλαμβάνετο». Θορυβημένοι κυβερνητικοί κύκλοι τον προειδοποίησαν ότι ήταν η πολλοστή φορά που καταπατούσε προκλητικά το Σύνταγμα στο οποίο είχε ορκιστεί και αυτό δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ πριν η κυβέρνηση αντιμετώπιζε μαζικές αντιδράσεις. Εκείνος απάντησε ότι απαιτείτο μία προσωρινή θυσία του Συντάγματος προκειμένου να διασωθεί η Ένωση.

Εικόνα: Ο Οδυσσέας Σίμσον Γκραντ ήταν στρατηγός των Βορείων κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο και 18ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Σύντομα, οι γερουσιαστές του επαληθεύτηκαν. Η στάση του προκάλεσε ταραχές οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο την εσωτερική ασφάλεια της χώρας. Το πλεονέκτημα της πρόσφατης ήττας του Νότου στο Γκέττυσμπεργκ άργησε να γίνει αντιληπτό στον Βορρά και οι συνέπειές του θα ήταν μακροπρόθεσμες. Το όνομα του Λη είχε δημιουργήσει ένα τέτοιο δέος στους αντίπαλους διοικητές, ώστε κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει την νίκη που είχε επιτευχθεί.

Όλα αυτά είχαν δημιουργήσει ένα έντονα εχθρικό κλίμα προς το πρόσωπο του προέδρου. Όταν ο Λίνκολν ζήτησε την αντισυνταγματική στρατολόγηση «400.000 ακόμη ανδρών», η κατάσταση άγγιξε τα άκρα. Επισήμως, μία τέτοια ενέργεια απαιτούσε την έγκριση του «Ανώτατου Δικαστηρίου», αλλά ο Λίνκολν παράκαμψε την διαδικασία. Τουλάχιστον σε πέντε πολιτείες του Βορρά άρχισαν να σημειώνονται διαδηλώσεις, με του πολίτες να αρνούνται να προσφέρουν περισσότερο αίμα στα κανόνια ενός Νότου ο οποίος εξακολουθούσε να σημειώνει τοπικές νίκες.

Το τετραήμερο 12-15 Ιουλίου 1863 στιγματίστηκε από τις «Διαδηλώσεις της Στρατολόγησης», με τις ταραχές να φθάνουν μέχρι την καρδιά της ίδιας της Νέας Υόρκης. Ένα πλήθος εξεγερμένων πολιτών ξεχύθηκε στους δρόμους, καταστρέφοντας στρατολογικά γραφεία και «λυντσάροντας» νέγρους, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για τον πόλεμο που μάστιζε τη χώρα.
Ο Λίνκολν κατέφυγε σε ακραία μέτρα, θέτοντας την πολιτεία υπό στρατιωτικό νόμο και απέστειλε στρατιωτικά τμήματα για να την καταστολή των εξεγέρσεων. Οι δυνάμεις κατέφθασαν το ίδιο απόγευμα, αναλαμβάνοντας δράση. Εισέβαλαν στα σπίτια σφαγιάζοντας αδιάκριτα, ενώ συστοιχίες πυροβόλων σάρωναν τους δρόμους της Νέας Υόρκης εξοντώνοντας μαζικά 1.000 περίπου διαδηλωτές.

Η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του Λίνκολν ήταν τόσο έντονη ώστε κατέφυγε πλέον σε εκβιασμούς για να διατηρήσει την συνοχή του κόμματός του. Για τα στελέχη της παράταξής του όμως, δεν ήταν παρά «ένα καμένο χαρτί στην κομματική τράπουλα». Αν η πολιτική και στρατιωτική ένταση δεν υποχωρούσε με οποιονδήποτε τρόπο, η προεδρία του θα χαρακτηριζόταν ως το αιματηρότερο όνειδος στην ιστορία της χώρας του.

Ο Νότος «πρέπει να καταστραφεί».

Από τις αρχές του 1864 και μετά το ανθρώπινο δυναμικό της Ένωσης είχε αρχίσει πλέον να αποκτά κατακλυσμικές διαστάσεις, αρκετές για να καταβάλουν τους ευφυέστερους στρατηγούς και τους πιο σκληροτράχηλους στρατιώτες. Αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι οι Ιρλανδοί κυρίως μετανάστες, βρίσκοντας τα λιμάνια του Νότου αποκλεισμένα, κατέφευγαν στον Βορρά όπου προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ κατατάσσονταν στον στρατό μόλις πατούσαν το πόδι τους στην Αμερική. Ο αριθμός τους άγγιζε τις 700.000, αριθμός τριπλάσιος από όσους άνδρες διέθετε ο Νότος σε κάθε μέτωπο του πολέμου, και αυτός τελικά έκρινε το αποτέλεσμα.

Εικόνα: Ο Αβραάμ Λίνκολν το 1864.

Από την έναρξη του πολέμου η Στρατιά της Συνομοσπονδίας, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ρόμπερτ Λη είχε ταπεινώσει επανειλημμένα τους Βόρειους στα πεδία μαχών του ανατολικού μετώπου, όμως οι κεφαλές της Συνομοσπονδίας γνώριζαν ότι το μειονέκτημα της υλικής αδυναμίας του Νότου δεν θα αργούσε να διαφανεί. Η Ένωση είχε υποστεί πραγματικές πανωλεθρίες και παρόλα αυτά ήταν πάντοτε σε θέση να απειλεί τον Νότο σε κάθε επόμενη εκστρατεία της.

Η Συνομοσπονδία ήταν πλέον ανίκανη να αντιτάξει νέες δυνάμεις. Οι στρατιώτες ήταν ξυπόλητοι, πεινασμένοι, κατάκοποι και προμηθεύονταν όπλα και ρούχα από τους νεκρούς αντιπάλους τους. Η καθημερινή τροφή τους ήταν τριμμένο καλαμπόκι, το οποίο όμως, αναγκαστικά, κοβόταν άγουρο και προκαλούσε συνεχείς διάρροιες. Παρόλα αυτά το ηθικό τους παρέμενε ακατάβλητο. «Δεν υπήρξαν ποτέ ξανά τέτοιοι άνδρες σε στρατό», έλεγε ο Ρόμπερτ Λη για τους ρακένδυτους άνδρες του. «Θα πάνε οπουδήποτε και θα κατορθώσουν οτιδήποτε αν τους οδηγήσεις σωστά» και τα μάτια του γέμιζαν με δάκρυα συγκίνησης, γνωρίζοντας όμως κατά βάθος ότι μετά από θυσίες δύο χρόνων ο Νότος δεν είχε κερδίσει τίποτα ουσιαστικό.

Στο ανατολικό μέτωπο, ο στρατηγός Γκραντ, έστω και με τεράστιες απώλειες, πολιορκούσε το Ρίτσμοντ. Στα δυτικά, αρκετές πολιτείες του Νότου βρίσκονταν ήδη υπό κατοχή, καθώς ο στρατηγός Ουίλιαμ Σέρμαν άφηνε στο πέρασμά «μία μαύρη λωρίδα ερήμωσης». Πλησιάζοντας την Νότια Καρολίνα, αναγόρευσε τον εαυτό του σε «Άγγελο Εκδίκησης» διακηρύσσοντας πως, «οι Νότιοι πρέπει είτε να πεθάνουν ή να μας υπηρετήσουν. Θα καταστρέψουμε κάθε εμπόδιο που θα βρεθεί στο δρόμο μας, θα αφαιρέσουμε κάθε ζωή, θα κατάσχουμε κάθε εκτάριο γης, κάθε ιδιοκτησία, μέχρι να πετύχουμε τον σκοπό μας. Όσοι δεν μας υποστηρίζουν είναι εχθροί μας. Θα κάνω αυτόν τον πόλεμο τόσο φρικτό, έως ότου ο Νότος θα εκλιπαρεί για οίκτο».

Μέχρι τον Μάρτιο του 1865, οι στρατιώτες του Λη κατέρρεαν από την πείνα, την εξάντληση και τις κακουχίες. Στις 9 Απριλίου 1865, ψυχικά συντετριμμένος, αλλά πάντοτε υπερήφανος, υπέγραψε την συνθηκολόγηση των στρατευμάτων της Ομοσπονδίας. Ο πόλεμος είχε πλέον τελειώσει, τουλάχιστον σε στρατιωτικό επίπεδο, γιατί σε οικονομικό, μόλις τώρα άρχιζε. Το έργο του στρατηγού Σέρμαν είχε εξυπηρετήσει κάποιους επιχειρηματίες του Βορρά οι οποίοι πλούτιζαν πάνω στο κουφάρι του ηττημένου Νότου, κατάσχοντας γεωργικές εκτάσεις προς όφελος τους ή αγοράζοντας αυτές σε εξευτελιστικές τιμές, αφού «η καμένη γη ήταν φθηνότερη γη». Ο Νότος δεν θεωρείτο πλέον ισότιμο έδαφος των ΗΠΑ, αλλά έδαφος υπό κατοχή.

Ο Λίνκολν όμως, όσο αδιάλλακτος είχε σταθεί κατά την περίοδο του πολέμου, άλλο τόσο μεγαλόψυχος στάθηκε τώρα, με ειλικρινή την πρόθεση να ανασυγκροτήσει τον ερειπωμένο Νότο. Ο πανίσχυρος Υπουργός Πολέμου, Έντουιν Στάτον, άμεσα αναμεμιγμένος σε εκείνο τον κύκλο της διαφθοράς, ωρυόταν ότι, «στους προδότες των Η.Π.Α αξίζει μόνο η παραδειγματική τιμωρία και η κατάσχεση των περιουσιών τους».

Εικόνα: Ο ολίγον παρανοϊκός στρατηγός Ουίλιαμ Σέρμαν, ο λεγόμενος και «Άγγελος της Εκδίκησης».

Παρά τις αντιδράσεις, στις 12 Απριλίου του 1865, ο Λίνκολν υπογράφει την ισότιμη επανένταξη του Νότου στις ΗΠΑ και το βράδυ της 14ης δολοφονείται. Ο Λίνκολν βέβαια δεν πρόλαβε να απελευθερώσει τους μαύρους, αν και έδειχνε ότι είχε την πρόθεση. Αυτό θα συνέβαινε επί της προεδρίας του Άντριου Τζόνσον, ο οποίος τον διαδέχτηκε σαν ο 17ος κατά σειρά Αμερικανός πρόεδρος, καταργώντας την δουλεία σε όλη την επικράτεια στις 6 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ίσως επειδή η προσοχή, και κυρίως η τσέπη, όλων ήταν στραμμένη σε ένα πολύ πιο φλέγον ζήτημα. «Τι θα απογινόταν η περιουσία του κατακτημένου Νότου».

Η περίοδος της «Ανασυγκρότησης».

Η εικόνα που παρουσίαζε ο κατακτημένος Νότος ενθάρρυνε μία τέτοια προοπτική επειδή ήταν κυριολεκτικά τραγική ή ιδανική, ανάλογα με την γωνία που το έβλεπε κανείς. Χιλιάδες άτομα περιφέρονταν σαν χαμένα μέσα στα δάση και τα χαλάσματα, άστεγοι, άνεργοι και πεινασμένοι χωρίς τρόπο να συντηρηθούν. Μέσα σε όλη αυτή την εικόνα της ερήμωσης και της καταστροφής, πολλοί Βόρειοι βρήκαν την ευκαιρία να πλουτίσουν αρπάζοντας καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή κλέβοντας φορτία βαμβακιού που έβρισκαν αποθηκευμένα από τον καιρό του πολέμου, και τα οποία πουλούσαν στις υψηλότερες τιμές μίας ευρωπαϊκής αγοράς στην οποία η έλλειψή του είχε προκαλέσει ανεργία στις κλωστοϋφαντουργίες.

Ο Τζόνσον, αν και νότιος από το Τεννεσύ, είχε παραμείνει στην κυβέρνηση του Λίνκολν ακόμη και μετά την απόσχιση της πολιτείας του. Αυτός ήταν και ένας λόγος για τον οποίο επελέγη για την νέα του θέση, ώστε να λειτουργήσει σαν το σύμβολο του πιστού Αμερικανού πολίτη που πίστευε στην Ένωση. Ταυτόχρονα όμως, προερχόταν από πάμπτωχη οικογένεια και σε όλη του την ζωή υποστήριζε τους μη προνομιούχους, γιά αυτό και στάθηκε αποφασισμένος να σταματήσει την ασύστολη κερδοσκοπία από τις ορδές των «μεγαλοκαρχαριών» πάνω στο κουφάρι του κατακτημένου Νότου, και πράγματι, μέσα σε λίγο καιρό, επιτέλεσε θαύματα, παρά τις κατηγορίες του «προδότη» που του απηύθηναν οι συμπατριώτες του.

Αυτό βέβαια εξαγρίωσε εκείνη την μερίδα των σκληροπυρηνικών Ρεπουμπλικάνων που υποστήριζαν ότι ο Νότος έπρεπε να τιμωρηθεί σκληρά για την προδοσία του, προκειμένου να πλουτίζουν οι ίδιοι. Ειδικά μάλιστα όταν διαπίστωσαν ότι η κατάσταση μετά την πτώση του Νότου δεν διέφερε και πολύ από αυτήν που επικρατούσε πριν τον πόλεμο.

Ο Νότος χρειαζόταν κοπιαστική εργασία για να ανακάμψει από τις πληγές του πολέμου. Τα καμένα χωράφια και οι φυτείες έπρεπε να καθαριστούν και να σπαρθούν από την αρχή, αλλά οι άνδρες που έπρεπε να τα κάνουν αυτά βρίσκονταν θαμμένοι στα πεδία των μαχών και οι λίγοι που επέζησαν έπρεπε να εργαστούν σκληρά. Αυτό όμως, ανάγκασε τους πρώην δούλους να αναζητήσουν εργασία στα κτήματα στα οποία εργάζονταν και πριν τον πόλεμο, μία εργασία που τώρα τους την προσέφεραν απλόχερα ακόμα και οι ίδιοι οι Λευκοί.

Εικόνα: Ο Άντριου Τζόνσον ήταν ο 16ος Αντιπρόεδρος και ο 17ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Πριν γίνει αντιπρόεδρος ήταν κυβερνήτης και γερουσιαστής από το Τενεσί. Όταν το Τενεσί, και 10 άλλες νότιες πολιτείες, ανακήρυξαν την απόσχιση τους από τις ΗΠΑ, ήταν ο μόνος από τις 10 πολιτείες που δεν παραιτήθηκε από τη θέση του στο Κογκρέσο. Ένας νότιος δημοκράτης εκλέχθηκε ως αντιπρόεδρος κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας του Αβραάμ Λίνκολν το 1864.

Έτσι οι συνθήκες εργασίας άρχισαν πάλι να ευνοούν τους κτηματίες οι οποίοι ξεκίνησαν να φτιάχνουν τις κατεστραμμένες περιουσίες τους από το μηδέν, πουλώντας τους καρπούς της γης τους. Ο Νότος λοιπόν μπορούσε και πάλι να ανακάμψει γρήγορα, αφού διέθετε τα εργατικά χέρια που χρειαζόταν, έστω κι αν αυτά τώρα πληρώνονταν για την εργασία τους.

Όπως ήταν φυσικό η πολιτική κλίκα των Ριζοσπαστικών του Βορρά που διαχειρίζονταν εκείνα τα παράνομα οικονομικά συμφέροντα, συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι η πολιτική δύναμη είχε συγκεντρωθεί τώρα σε έναν νότιο πρόεδρο, έστω κι αν αυτός ήταν Ρεπουμπλικάνος. Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί γρήγορα ένας τρόπος να μειωθεί η ισχύς του Τζόνσον πριν το «πρόβλημα» έπαιρνε διαστάσεις.

Με πρωταγωνιστή την «κεφαλή» της ριζοσπαστικής μερίδας των Ρεπουμπλικάνων, τον Υπουργό Πολέμου, Έντουιν Στάντον, του πρότειναν την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων στους Λευκούς Νότιους με την δικαιολογία ότι σαν «προδότες» δεν θα έπρεπε να έχουν δικαίωμα ψήφου, κάτι το οποίο εκείνος απέρριψε εξαγριωμένος. Η λύση όμως, δεν άργησε να βρεθεί. Αν αποκτούσαν δικαίωμα ψήφου και οι μαύροι, τότε η ψήφος τους θα δρούσε εναντίον των Λευκών του Νότου.

Ο Στάντον και οι Ριζοσπαστικοί, παρακάμπτοντας την εξουσία του Τζόνσον, συγκρότησαν μία ειδική «επιτροπή», η οποία επέβαλλε στρατιωτικό νόμο στις κατακτημένες περιοχές, εκφοβίζοντας τους Λευκούς πολίτες και προτρέποντας τους μαύρους να αντιδρούν και να εξεγείρονται διαρκώς εναντίον τους. Ο Τζόνσον αντέδρασε ερχόμενος σε ρήξη με τον Στάντον, ο οποίος όμως, δεν δίστασε ακόμη και να απειλήσει ανοιχτά τον πρόεδρο.

Τον Ιούλιο του 1868 ψήφισε την κατάργηση της δουλείας σε όλη την χώρα, τερματίζοντας έτσι μία συνταγματική εκκρεμότητα 100 σχεδόν χρόνων από την Ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Παρόλη την τόλμη του όμως, στάθηκε αδύνατον να κατανικήσει το δίκτυο των δημιουργημένων συμφερόντων. Βρέθηκε στο επίκεντρο ενός ανοικτού εσωκυβερνητικού πολέμου και τελικά εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Τον διαδέχθηκε ο Οδυσσέας Γκραντ, ο νικητής στρατηγός του πολέμου, ο οποίος όμως, αποδείχθηκε ένας άβουλος, κατευθυνόμενος πρόεδρος, που άφησε την διαφθορά να βασιλεύσει γύρω του. Καθώς οι επανενωμένες ΗΠΑ όδευαν προς το νέο τους πεπρωμένο, από τα βάθη του Νότου κάποιες ξεψυχισμένες φωνές να σιγοτραγουδούν,

«Είμαι ένας παλιός γερο-αντάρτης,
Αυτό είμαι μόνο, τίποτ΄ άλλο.
Για της ελευθερίας την όμορφη τη γη,
Δεκάρα δεν δίνω τσακιστή.
Χαίρομαι που τη πολέμησα,
θα ΄θελα μόνο να ΄χαμε νικήσει.
Και για όσα έκανα,
κανείς δε θέλω να με συγχωρήσει».

Εικόνα: Ο Υπουργός Πολέμου των Η.Π.Α, Έντουιν Στάντον.

Τελικά μπορούσε να αποφευχθεί ο πόλεμος;

Ο «Πόλεμος της Απόσχισης» υπήρξε ο φονικότερος στην ιστορία της Αμερικής, με 1.000.000 περίπου συνολικές απώλειες και την καταστροφή του 40% του εθνικού της πλούτου. Η τριήμερη μάχη του Γκέττυσμπεργκ ήταν εκείνη η οποία αναμφίβολα έκρινε την έκβαση εκείνης της εμφύλιας σύρραξης και την περαιτέρω πορεία του κράτους των ΗΠΑ.
Ωστόσο, ο μύθος που περιβάλλει μέχρι σήμερα το όνομα του Λίνκολν, του πρώτου Αμερικανού προέδρου ο οποίος εισέβαλε σε αμερικανικό έδαφος, αποτελεί το ύψιστο παράδειγμα έλλειψης ιστορικής ευαισθησίας και αντικειμενικότητας των Αμερικανών να αποδεχθούν την πραγματική ιστορία, ακόμα και όταν έρχονται αντιμέτωποι με την γυμνή αλήθεια των προφανών, αδιαμφισβήτητων γεγονότων.

Αν και η ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις γνώμες μερικών αναλυτών που υποστήριξαν ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, βασιζόμενοι σε δύο σημεία.

Η τήρηση της αρχικής συμφωνίας του γεωγραφικού περιορισμού της εξάπλωσης της δουλείας, θα είχε αρκέσει για να σταματήσει η επέκταση της, χωρίς βέβαια την εφαρμογή του επόμενου νόμου «Κάνσας-Νεμπράσκα». Αυτό θα καθησύχαζε τον Βορρά, ενώ ο Νότος θα θιγόταν μόνο ηθικά και όχι οικονομικά.

Μετά από την πάροδο 50 περίπου ετών ο Νότος αναπόφευκτα θα εκτιμούσε τις ευκολίες που θα του προσέφερε η βιομηχανική εξέλιξη, προβαίνοντας σε μία σταδιακή αντικατάσταση των δούλων, επιφέροντας έτσι μία σχετική οικονομική σύγκλιση και ισορροπία ανάμεσα στα δύο μέρη, τα οποία δεν θα είχαν πια τόσο σοβαρούς λόγους αντιπαράθεσης.

Εξάλλου, η εξάλειψη της δουλείας θα γινόταν αργότερα σε όλο τον κόσμο με απλές διοικητικές πράξεις, χωρίς ίχνος αιματοχυσίας. Η Γαλλία θα καταργούσε τη δουλεία με μια απλή διακήρυξη. Η Αγγλία θα αποζημίωνε όλους τους ιδιοκτήτες δούλων με το 40% του κόστους αγοράς τους. Μόνο στην Αμερική χρειάστηκε ένα τετραετές αιματοκύλισμα. Ήταν απαραίτητο άραγε; Μα και βέβαια, διότι ο πόλεμος δεν έγινε για την δουλεία, αλλά για τα οικονομικά συμφέροντα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.