Ελληνική Επανάσταση
Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Β’). Όταν ο θάνατος «συνάντησε» την δόξα στους προμαχώνες της Ακρόπολης.

Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Β’). Όταν ο θάνατος «συνάντησε» την δόξα στους προμαχώνες της Ακρόπολης.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Με της περιοχές γύρο από την Ακρόπολη να έχουν μεταμορφωθεί σε «κρανίου τόπο», η πολιορκία συνεχίστηκε χωρίς διακοπή καθ΄ όλη την διάρκεια του 1826. Όλες οι προσπάθειες του Καραϊσκάκη για να στείλει ενισχύσεις στους πολιορκημένους είχαν αποτύχει. Αν και οι τύχες του πολέμου εξακολουθούσαν να ευνοούν τους υπερασπιστές της Ακρόπολης, η φθορά των ανθρώπων και η εξάντληση των εφοδίων δημιουργούσε δυσοίωνες προοπτικές για το άμεσο µμέλλον.

Έως τα µέσα του Οκτωβρίου η φρουρά είχε τετρακόσιους νεκρούς και τραυµατίες, χωρίς να προσµετράται η λιποταξία των ανδρών του Γκούρα. Οι εκ του συστάδην µάχες, οι υπόνοµοι και οι βοµβαρδισµοί ελάττωναν καθηµερινά την ποσότητα της διατιθέµενης πυρίτιδας. Η ενίσχυση του φρουρίου από έξω φαινόταν πλέον ως ζωτική προϋπόθεση για τη συνέχιση της άµυνας.

Εικόνα: Η πολιορκία της Ακρόπολης, ο πίνακας ειναι έργο του Γκεόργκ Πέρλμπεργκ.

Το σχέδιο του Καραϊσκάκη.

Η αποστολή ενισχύσεων προς την Ακρόπολη οργανώθηκε ως µέρος ενός γενικότερου σχεδίου, καθώς βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του εγχειρήµατος κρίθηκε ότι ήταν οι αντιπερισπασµοί που θα αποµάκρυναν από την πολιορκία µέρος των δυνάµεων του Κιουταχή. Αυτή τη φορά ο Αρχιστράτηγος σκέφτηκε να πραγματοποιήσει επίθεση στο Τουρκικό στρατόπεδο από το Μενίδι για να τραβήξει την προσοχή των Τούρκων προς εκείνη την περιοχή.

Ταυτόχρονα, ο Καραϊσκάκης, έδωσε εντολή στον Νικόλαο Κριεζώτη, να πάρει τριακόσιους άνδρες και να ξεκινήσει από την Κωλιάδα, τον σημερινό Άγιο Κοσμά, την πορεία για το «φρούριο» της Ακρόπολης όταν θ’ άκουγαν μέσα στη νύκτα πυροβολισμούς από την πλευρά τού Μενιδίου.

Πράγματι, τη νύχτα της 11ης Οκτωβρίου, ο Καραϊσκάκης άρχισε να κανονιοβολεί το στρατόπεδο τού Κιουταχή από το Δραγουμάνο αποσπώντας την προσοχή των Τούρκων. Οι άνδρες του Κριεζώτη, µία δύναμη 450 πολεµιστών, το σώµα των εθελοντών Επτανησίων και δυνάµεις διαφόρων οπλαρχηγών, περπατώντας μέσα στο σκοτάδι κινήθηκαν πολύ γρήγορα από την πλευρά τού Φαλήρου και έφθασαν ασφαλείς στην κεντρική πυλη των Προπύλαιων από όπου μπήκαν στο «φρούριο». Οι ενισχύσεις κατάφεραν να αποκαταστήσουν κάπως τη δύναμη της φρουράς στο προηγούµενο ύψος της, το ζήτηµα των εφοδίων όµως παρέµενε κρίσιµο.

Άλλη μια ενέργεια του Καραϊσκάκη, για να αναγκάσει τον Κιουταχή να αποσπάσει δυνάμεις από την πολιορκία της Ακροπόλεως, ήταν η αποστολή του τακτικού σώματος του Φαβιέρου µε δύο τάγµατα, των 1.000 άνδρων συνολικά, δύο ίλες ιππικού με 80 ιππείς και μια πυροβολαρχία με 80 άνδρες και τεσσάρα πυροβόλα, από τα Μέγαρα προς την Βοιωτία, µε στόχο τη Θήβα και την αποκοπή του Κιουταχή από τους δρόμους εφοδιασμού του από τα βόρεια.

Η εκστρατεία απέτυχε όταν, µε την είσοδο στη Βοιωτία, οι περίπου 600 άτακτοι που συνόδευαν το σώµα του Φαβιέρου, αν και αµοιβόµενοι καλύτερα από τους τακτικούς οµολόγους τους, λιποτάκτησαν οµοθυµαδόν, προκαλώντας οργή και δυσπραγία στο τακτικό. Η απειλή όµως καταγράφηκε από τον Κιουταχή που ενίσχυσε τις εκεί φρουρές του αποσπώντας δυνάµεις από την πολιορκία. Ανάλογο αποτέλεσµα είχε και η επιδροµή του Καραϊσκάκη από το Μενίδι που υποχρέωσε τη µετακίνηση Οθωµανικών µονάδων, κυρίως ιππικού, προς τα βόρεια. Οι αντιπερισπασµοί µε τον τρόπο αυτό λειτούργησαν, γεγονός που έκανε δυνατή την πρώτη είσοδο επικουριών στην πολιορκηµένη Ακρόπολη.

Εικόνα: Ο Νικόλαος Κριεζώτης ήταν οπλαρχηγός, από τους διαπρεπέστερους της Ελληνικής Επανάστασης, στην Εύβοια. Γεννήθηκε το 1785 στο ορεινό χωριό Αργυρό, της επαρχίας Καρυστίας στην Εύβοια, και πέθανε το 1853 στη Σμύρνη, όπου κηδεύτηκε στο ναό της Αγίας Φωτεινής.

Με ανανεωμένες δυνάμεις.

Η φρουρά της Ακρόπολης ένιωσε μεγάλη ανακούφιση με τις ενισχύσεις και ξεκίνησε νέες προσπάθειες αναχαίτησης των Τούρκων.  Οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν µε νέα ένταση. O Kιουταχής πήρε άµεσα µέτρα για να µην επαναληφθεί η είσοδος επικουριών µέσα στο φρούριο. Bάθυνε την ταφρο µεταξύ του Φιλοπαππου και του παρατειχίσµατος, ενώ επισης ανύψωσε χώµατα και επισώρευσε κλαδιά δένδρων στα «χείλη» της τάφρου.

Tαυτόχρονα, ο Κιουταχης, ανανέωσε τον πόλεµο των υπονόµων προσπαθώντας να καταστρέψει τα κάτω από τον βράχο οχυρώµατα των πολιορκηµένων ή να καταστρέψει την πηγή ύδρευσης, την Κλεψύδρα. Στις 24 Οκτωβρίου 1826 οι άνδρες τού Μακρυγιάννη επιτέθηκαν από τον «Σερπεντζέ» προς τον λόφο του Φιλοπάππου για να εξουδετερώσουν τον υπόνομο που κατασκεύαζαν οι Τούρκοι.

Η επίθεση στέφθηκε με επιτυχία αφού οι Έλληνες κατάφεραν να διώξουν τους Τούρκους και να αιχμαλωτίσουν 16 λαγουμιτζήδες. Στη μάχη αυτή λίγο έλειψε να σκοτωθεί ο Μακρυγιάννης, ο οποίος τραυματίστηκε για άλλη μία φορά σοβαρά στο κεφάλι. Οι άνδρες του με αυτοθυσία τον έσυραν στα μετόπισθεν για να μην τον συλλάβουν ζωντανό οι εχθροί.

«Ώρµησαν οι Γκέγκηδες αίφνις την 7 Oκτωβρίου περί την δ’ ώραν, εκυρίευσαν εν των πλησίον του παρατειχίσµατος οχυρωµάτων και κατέλαβαν και το στόµα υπονόµου τινός, καθ’ ήν ώραν συνέπεσε να ανευρεθεί ο υπονοµοποιός Kώστας επιτηρών την κατασκευήν της. Iδών δε ο το παρατείχισµα φυλάττων Mακρυγιάννης τον κίνδυνον του υπονοµοποιού, εξήλθεν εις αντίληψίν του και παραλαβών τους περί αυτόν Aθηναίων. Eξήλθον µετ’ ολίγον και τινες άλλοι, και συγκροτήσαντες δίωρον µάχην, κανιονοβολούντων και βοµβοβολούντων και των εν τη Aκροπόλει, απεδίωξαν τους εχθρούς, και διέσωσαν τον κινδυνεύοντα πολύτιµον συναγωνιστήν των.

Eπιµένοντες οι εχθροί εις την εκτέλεσιν του σκοπού των κατέφυγαν προς αποφυγήν του πυρός υπό τας στοάς του θεάτρου καιροφυλακτούντες να εισπηδήσωσιν. Aλλ’ οι Έλληνες, κρεµώντες άνωθεν βόµβας, αναµµένων των φυτιλίων, και ρίπτοντες και άλλας εµπρηστικές ύλας, έβλαψαν πολλούς και ανάγκασαν τους λοιπούς, ελθούσης της νυκτός, να εξέλθωσι των στοών δροµαίοι. Tέσσαρες αυτών έπεσαν επί της εξόδου των. Oι δε φιλέκδικοι Aλβανοί, οι ονειδισθέντες επί τη εις κυρίευσιν του Λεονταρίου αποτυχία, βλέποντες άνωθεν του Mουσείου όσα υπέφεραν οι υπό τας στοάς καταφυγόντες συνάδελφοί των Γκέγκαι, αντί να κινηθώσιν εις συµπάθειαν, εκάγχαζαν εµπαίζοντές τους.

Πεντακόσιαι βόµβαι και άλλαι τόσαι κανονόσφαιραι ερρίφθησαν την ηµέραν εκείνην επί την Aκρόπολιν, δέκα Έλληνες εφονεύθησαν, και πολλοί επληγώθησαν, εν οίς και ο Mακρυγιάννης εις την κεφαλήν. Tην δε επιούσαν νύκταν άναψεν ο Kώστας την υπόνοµον, ην ευρέθη επί της εφόδου, ώρµησαν οι Έλληνες µετά την εκραγήν αυτής, και οι εχθροί έπαθαν και την ηµέραν εκείνην».

Εικόνα: Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, στα σέρβικα λεγόταν Βάσο Μπράγιοβιτς, ήταν Σερβικής καταγωγής, Έλληνας οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821.

Ο υπόγειος πόλεμος.

Ο Κιουταχής έβλεπε όλες του τις προσπάθειες ν’ αποτυγχάνουν, αλλά δεν παραιτήθηκε από τα σχέδιά του. Αποφάσισε να καταστρέψει με έκρηξη την πηγή στο βορειοδυτικό άκρο της Ακρόπολης, που τροφοδοτούσε με νερό τους αμυνομένους. Με τη συνδρομή Ιταλού υπονοµοποιού άρχισε τη διάνοιξη ενός νέου υπονόμου, η µεγάλη ισχύς του οποίου θα προκαλούσε αποφασιστική ζηµιά στα οχυρώµατα των Ελλήνων. Το έργο ξεκίνησε από τις υπώρειες του σηµερινού λόφου του Αστεροσκοπείου και προχώρησε προς τα οχυρώµατα της «Kλεψύδρας» και του Λεονταριού.

Στο τέλος της διαδροµής τοποθετήθηκαν 3.000 οκάδες πυρίτιδας, προσδοκώντας να σειστεί το έδαφος και να καταστραφεί η πηγή. Το µεγάλο αυτό έργο επισηµάνθηκε από τους πολιορκηµένους οι οποίοι, µην µπορώντας να το σταµατήσουν µε άλλον τρόπο, βασίστηκαν στις γνώσεις και στη δεξιοτεχνία του Κώστα Χορμοβίτη για τα πρέποντα αντίµετρα.

Ο τελευταίος στάθηκε, για µία ακόµα φορά, άξιος της εµπιστοσύνης των συµπατριωτών του. Αντιλαµβανόµενος ότι δεν υπήρχε τρόπος να εµποδιστεί η έκρηξη, έβαλε να κατασκευαστούν γύρω από τα απειλούµενα οχυρώµατα δώδεκα φρεάτια βάθους 10 µετρων και διαµέτρου 1,5 µετρου. Tα φρεάτια αυτά συνδέθηκαν στον πυθµένα τους µε σήραγγα όσο γινόταν πιο ευρύχωρη.

Τη νύκτα της 1ης Νοεμβρίου 1826, οι Τούρκοι έριξαν τρεις κανονιοβολισμούς για να απομακρυνθούν όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά στο ναό της Υπαπαντής και στον λόφο του Αρείου Πάγου. Περίμεναν μεγάλα αποτελέσματα από την έκρηξη του υπονόμου και πολλοί από αυτούς έφθασαν μέχρι τον λόφο τού Φιλοπάππου. Ο Κιουταχής έδωσε το πρόσταγµα της ανατίναξης της υπονόµου, ελπίζοντας να εκµεταλλευτεί τις ζηµιές και το σάστισµα του εχθρού. Το έργο του Λαγουµιτζή όµως απέδωσε και η δύναµη της έκρηξης, παρά το βουητό και το τράνταγµα που προκάλεσε, απορροφήθηκε από τα φρεάτια και τις σήραγγες. Κατά τον Διονύσιο Σουρμελή, «ώδινεν όρος και έτεκε μύν».

Τα αέρια βρήκαν διέξοδο από τα λαγούμια που είχε κατασκευάσει ο Χορμοβίτης με αποτέλεσμα να ξεπηδήσουν φλόγες από τους υπονόμους που είχε κατασκευάσει ο Έλληνας λαγουμιτζής, χωρίς να γίνει πολύ ισχυρή έκρηξη. Οι Τούρκοι περίμεναν να γκρεμιστεί το φρούριο αλλά όταν ξέσπασαν πανηγυρισμοί εκ μέρους των Ελλήνων κατάλαβαν την αποτυχία του εγχειρήματος.

Ο Τούρκος «σερασκέρης» λύσσαξε από το κακό του, καθώς έβλεπε πολλούς από τους ατάκτους Αλβανούς να εγκαταλείπουν το στρατόπεδό του. Ο αιμοβόρος Πασάς για να ξεσπάσει την κακία του παλούκωσε στο λόφο του Αρείου Πάγου τους Έλληνες αιχμαλώτους που είχε μαζί του και τους έψησε με σιγανή φωτιά. Κατά μιαν άλλη εκδοχη, ο Κιουταχής, υποψιαζόµενος δολιοφθορά, διέταξε να σουβλιστούν δύο τεχνίτες από την Ήπειρο που είχαν εργαστεί στην προετοιµασία της υπονόµου. Οι Έλληνες απάντησαν στην βαρβαρότητα κρεμώντας από τις επάλξεις της Ακροπόλεως δεκαοκτώ Τούρκους αιχμαλώτους, αφού πρώτα τούς βασάνισαν.

Εικόνα: Ο Κορίνθιος προεστός και πολιτικός, Πανούτσος Νοταράς, ανέλαβε διάφορα αξιώματα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και διετέλεσε πρώτος πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων κατά την Οθωνική περίοδο.

Η Ακρόπολη τραντάχθηκε πολλές φορές, πέτρες και χώµατα κατρακύλησαν στις πλαγιές της και ρωγµές εµφανίστηκαν στους αρχαιότερους πύργους της. Σε γενικές γραµµές όµως πιστοποίηθηκε ότι δεν ήταν αυτός ο τρόπος που θα έφερνε την πτώση του φρουρίου. Προοδευτικά, καθώς το κόστος των προσπαθειών υπερκάλυπτε τα αποτελέσµατα της µεθόδου, ο διά των υπονόµων πόλεµος εγκαταλείφθηκε από τον κατακτητή. Τη θέση του πήρε ο πόλεµος φθοράς. Η εξάντληση των πολιορκηµένων και προπαντός των εφοδίων τους θα ήταν πλέον ο στόχος του Κιουταχή.

Ο ανεφοδιασμός της Ακροπόλεως και ο χειμώνας του 1826 – 1827.

Όταν τον Νοέμβριο παρατηρήθηκε έλλειψη στην πυρίτιδα, οι Αθηναίοι ζήτησαν από τον Μακρυγιάννη, ο οποίος υπέφερε από τα πολλά του τραύματα, να πάει στην Αίγινα, όπου είχε την προσωρινή της έδρα η κυβέρνηση Ζαΐμη για να ζητήσει επειγόντως την αποστολή πυρίτιδος και άλλων πολεμοφοδίων στο κάστρο τής Ακρόπολης. Ο Μακρυγιάννης, αν και τραυματισμένος κατάφερε με πέντε έφιππους άνδρες που τον συνόδευαν, να διασπάσει τον ασφυκτικό κλοιό των Τούρκων, να διαβεί την τάφρο και να φτάσει στο Δαφνί. Από εκεί πέρασε στην Ελευσίνα και στη συνέχεια έφθασε στην Αίγινα.

Ο Ζαΐμης, ο οποίος είχε υποφέρει από τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα κατά την διάρκεια του εμφυλίου, υποδέχτηκε τον Μακρυγιάννη με πολλή εγκαρδιότητα, όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του. Ο Ζαΐμης ζήτησε από τον Φαβιέρο που βρισκόταν στα Μέθανα να αναλάβει την τροφοδοσία του φρουρίου με το τακτικό του σώμα.

Ο Γάλλος φιλέλληνας, Φαβιέρος, µε τους τακτικούς που είχε οργανώσει, επέλεξε 530 άνδρες, για την ακρίβεια 430 πεζούς και 60 πυροβολητές από το τακτικό σώµα καθώς και 40 φιλέλληνες. Το σώµα διαιρέθηκε σε 6 µικρούς λόχους και τα εφόδια που έπρεπε να εισαχθούν στο κάστρο τοποθετήθηκαν σε 530 σακίδια, τη µεταφορά των οποίων θα αναλάµβαναν οι άνδρες. Τα 430 φορτία θα περιείχαν πυρίτιδα, 8 έως 10 οκάδες το κάθε σακίδιο, ενώ τα υπόλοιπα εκατό θα περιειχαν από 500 πυρόλιθους εκαστω.

Ένα Ψαριανό πλοίο µετέφερε το σώµα στον Άγιο Κοσµά, στη Φαληρική ακτή, µέσα σε απόλυτη µυστικότητα και από εκεί οι επίλεκτοι θα έπρεπε να βρουν τρόπο να φτάσουν στην πολιορκηµένη Ακρόπολη. Για να διασχίσουν τις γραµµές του εχθρού οι 430 που µετέφεραν την πυρίτιδα, µπορούσαν να χρησιµοποίησουν µόνο τις λόγχες τους, ενώ για τους άλλους εκατό ήταν δυνατή η χρήση των όπλων.

Η επικίνδυνη πορεία ξεκίνησε τη νύχτα της 1ης Δεκεµβρίου 1826. Τα προσωπικά είδη των ανδρών αφέθηκαν στο πλοίο, καθώς εκεί θα επέστρεφαν μετά την ολοκλήρωση της αποστολής. Από τους «Τρεις Πύργους», το σημερινό Φάληρο, ο Φαβιέρος με οδηγούς δύο άνδρες που του είχε δώσει ο Μακρυγιάννης, μετά από νυκτερινή πορεία έφτασε στον Ανάλατο και αφού ανασυγκροτήθηκαν και ξεκουράστηκαν ξεκίνησαν για το λόφο του Φιλοπάππου. Μέσα σε δύο ώρες έφθασαν στου Φιλοπάππου απ’ όπου θα ξεκινούσε η πιο επικίνδυνη φάση της επιχείρησης.

Εικόνα: Ο Κάρολος Φαβιέρος ήταν Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός και διοικητής του τακτικού στρατού της Ελλάδας κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Θεωρείται ο ικανότερος και ο πλέον αγαπητός από όλους τους φιλέλληνες αξιωματικούς που αγωνίσθηκαν στο πλευρό των Ελλήνων επαναστατών, στο διάστημα από το 1823 έως το 1828. Φορούσε φουστανέλα και στο κεφάλι έφερε σαρίκι, παρόμοιο εκείνων που φορούσαν οι στρατηγοί Νικηταράς και Μακρυγιάννης και γενικά είχε προσαρμοσθεί στη ζωή των αγωνιστών τόσο πολύ, ώστε κανείς, όταν τον έβλεπε, δεν ήταν δυνατό να αντιληφθεί πως δεν ήταν Έλληνας.

Η διακριτική κίνηση τους επέτρεψε πράγµατι να φτάσουν σχεδόν µέχρι το χείλος της βαθιάς τάφρου που είχαν κατασκευάσει οι πολιορκητές. Εκεί τους αντιλήφθηκαν τα φυλάκια και καθώς δεν υπήρχε λόγος µυστικότητας πλέον προχώρησαν µε τυµπανοκρουσίες και ιαχές σε ανοικτή έφοδο µε σηµείο τοµής το σηµερινό Μακρυγιάννη, απέναντι από το θέατρο του Διονύσου.

Η όλη επιχείρηση κινδύνευσε να κατακρηµνιστεί µέσα στην τάφρο των πολιορκητών, το βάθος της οποίας ήταν 3 μετρά και το πλάτος 5 έως 6 μετρά, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσαν οι προσερχόµενοι. Η σύγχυση κυριάρχησε προς στιγµήν και την κατάσταση έσωσε η έγκαιρη έξοδος των Αθηναίων από τα απέναντι οχυρώµατά τους. Η επέµβασή τους υποβοήθησε τους τολµηρούς του Φαβιέρου και η επιχείρηση ολοκληρώθηκε µε 4 µόλις νεκρούς και έναν τραυµατία. Οι περίπου 4.000 οκάδες πυρίτιδας που µπήκαν στο φρούριο αποτέλεσαν ανάσα ζωής για τη συνέχεια.

Τέσσερεις άνδρες τού Φαβιέρου σκοτώθηκαν και ο Ιταλός, Πιζά τραυματίστηκε σοβαρά. Ο Γάλλος, Ρομπέρ τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και όταν οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι να τον αποκεφαλίσουν, οι άνδρες του Κριεζώτη πρόλαβαν να τον πάρουν από τα χέρια τους. Ο Ιωάννης Τουρκοδήμος από τα Κούντουρα, την σημερινη Μάνδρα, τον κουβάλησε στον ώμο, αλλά ο γενναίος Γάλλος, ο οποίος έφερε εικοσιτέσσερα τραύματα, πέθανε μετά από έξι ημέρες.

Οι Αθηναίοι υποδέχτηκαν τον Φαβιέρο σαν σωτήρα, αφού έφερε μαζί του 4.000 οκάδες πυρίτιδα, πολύτιμες για τους υπονόμους που κατασκεύαζε ο Χορμοβίτης. Για τους πολιορκηµένους όμως, τα πυροµαχικά ήταν το ένα ζήτηµα, η έλλειψη πολεµιστών και εργατικών χεριών για τα αδιάκοπα έργα της άµυνας ήταν το άλλο.

Από την πρώτη στιγµή θεώρησαν ότι οι τακτικοί και οι φιλέλληνες είχαν έρθει στο φρούριο για να µείνουν σε αυτό. Οι τελευταίοι είχαν αντίθετη άποψη. Μετά τον τολµηρό εφοδιασµό της Ακρόπολης ήθελαν να επιστρέψουν στο Φάληρο και να αναχωρήσουν. Το βασικό τους επιχείρηµα ήταν ότι, για τις ανάγκες της επιχείρησης, είχαν αφήσει όλα τους τα προσωπικά είδη στα πλοία και ότι τυχόν παραµονή τους στο φρούριο θα τους εξέθετε στα στοιχεία της φύσης και στις κακουχίες της πολιορκίας.

Τα επιχειρήµατα δεν έπεισαν τους πολιορκηµένους και µε τη γνώµη τους συνηγόρησε και η δραστηριότητα του Κιουταχή. Ο τελευταίος, ελάχιστα ικανοποιηµένος από τον τρόπο µε τον οποίο εισήχθηκε πυρίτιδα στο πολιορκηµένο φρούριο, έλαβε πρόσθετα µέτρα και πολλαπλασίασε τα φυλάκια και τα εµπόδια στις γνωστές διαβάσεις προς και από την Ακρόπολη.

Αποφάσισαν τότε να κάνουν μία επίθεση κατά της πόλης των Αθηνών και ν’ απομακρύνουν όσους Τούρκους είχαν οχυρωθεί στα κοντινά προς το κάστρο σπίτια. Τα χαράματα της 6ης Δεκεμβρίου 1826, οι τακτικοί στρατιώτες του Γάλλου συνταγματάρχη με τους άνδρες του Κριεζώτη, του Ευμορφόπουλου, του Τζουρά και του Παπακώστα επιχείρησαν ταυτόχρονη επίθεση προς τρία σημεία της πόλης.

Εικόνα: Οι στύλοι του Ολυμπίου Διός, η φωτογραφία είναι τραβηγμένη το 1893 για λογαριασμό Γαλλικής εφημερίδας.

Ο αιφνιδιασμός πέτυχε, αλλά το σώμα του Ευμορφόπουλου και του Τζουρά που βγήκε από τα ανατολικά προς τον «μαχαλά» της Πλάκας και εγκλωβίστηκαν στο σπήλαιο της Χρυσοσπηλιώτισσας, κοντά στο θέατρο τού Διονύσου. Ο Κιουταχής έστησε πυροβόλα στο ναό του Ολυμπίου Διός και άρχισε να πυροβολεί τους αποκλεισμένους.

Οι πολιορκημένοι, πάνω στην Ακρόπολη, έστρεψαν με τη σειρά τους τα δικά τους πυροβόλα προς τους στύλους τού Ολυμπίου Διός και άρχισαν να πυροβολούν προς την εχθρική πλευρά, ανατρέποντας τα σχέδια τού Κιουταχή και σώζωντας τους άνδρες του Ευμορφόπουλου, οι οποίοι κατόρθωσαν να ξεφύγουν και να μπουν στο φρούριο. Στο εσωτερικό του κάστρου οι βόμβες του Κιουταχή έπεφταν ασταμάτητα και σκορπούσαν τον θάνατο.

Οι προσπάθειες των πολιορκηµένων να βελτιώσουν τις θέσεις τους καταλαµβάνοντας πρόσθετο χώρο στα ερείπια της πόλης δεν καρποφόρησαν και όλα αυτά συνηγόρησαν στο να παραµείνουν οι τολµηροί του Φαβιέρου έγκλειστοι στο πολιορκηµένο κάστρο της Αθήνας.

Στην Ακρόπολη υπήρχαν πλέον 2.250 άτοµα, πολεµιστές, τραυµατίες και άµαχοι, γεγονός που πολλαπλασίαζε τα προβλήµατα. Ο πόλεµος είχε κοπάσει και µόνο ειδικά τεχνάσµατα ή έκτακτα γεγονότα ανανέωναν το πολεµικό µένος των αντιµαχοµένων. Ο Φαβιέρος, λόγου χάρη, σχεδίασε ένα νέο είδος βοµβών χρησιµοποιώντας τους στρογγυλούς κίονες που βρίσκονταν στην Ακρόπολη. Γέµιζε το εσωτερικό των κιόνων µε εκρηκτικά και τους άφηνε να κυλίσουν προς τα Οθωµανικά οχυρώµατα στην «κάτω πόλη’. Το βάρος και η έκρηξη προκάλεσαν κάποιες ζηµιές στους από κάτω οι οποίοι, µε τη σειρά τους, έβρισκαν τρόπους να εκδικηθούν.

Η «Γκούραινα» έμενε στο ναό τού Ερεχθέα, όπου είχε συγκεντρώσει την αμύθητη περιουσία που είχε συρρεύσει η απληστία του άνδρα της. Ο Γκούρας είχε τοποθετήσει στη στέγη του ναού χώμα για να προστατεύει το κτίριο, όπου είχε βρει καταφύγιο η οικογένειά του. Είχε δώσει ευχή και κατάρα στην γυναίκα του, εάν τυχόν αυτός πάθαινε κάτι να φύλαγε την τιμή του και να μην ξαναπαντρευόταν. Τελικά η κατάρα τού Γκούρα έπιασε τόπο. Η χήρα, μόλις τρεις μήνες μετά τον θάνατο του άνδρα της αρραβωνιάστηκε με το νέο φρούραρχο Κριεζώτη. Δεν θα χαιρόταν όμως για πολύ το νέο της άνδρα.

Στις 11 Ιανουαρίου 1827, µία βόµβα έπληξε έναν από τους κίονες του Ερεχθείου, με αποτελεσμα το χώμα στην σκεπή του ναού, που επιβάρυνε τη στατικότητα του κτηρίου, να καταρρεύσει πλακώνοντας την «Γκούραινα» και την αδελφή της Κάρμαινα με τα παιδιά τους. Η μοίρα είχε παίξει το δικό της παιχνίδι.

Το χώμα που είχε τοποθετήσει ο Γκούρας σκότωσε την γυναίκα του που τον απάτησε. Το ζευγάρι είχε πεθάνει στο ίδιο μέρος που είχε δολοφονηθεί ο πάλαι ποτέ προστάτης του Γκούρα, Ανδρούτσος. Τα εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια που είχε πάρει ο Γκούρας για να προδώσει τον καπετάνιο του δεν πρόλαβε να τα χαρεί ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του.

Οι ελλείψεις και οι κακουχίες έγιναν προοδευτικά το πρώτο πρόβληµα για τους πολιορκηµένους. Ο χειµώνας ενέσκηψε βαρύς και ειδικά οι άνδρες του Φαβιέρου τον υποδέχθηκαν απροετοίµαστοι. Αυτοσχεδίαζαν, συλλέγοντας κουρέλια και ενδύµατα σκοτωµένων, χωρίς ποτέ να ικανοποιούν τις ανάγκες τους καθώς, µε την απουσία κάθε είδους θέρµανσης, όλοι διεκδικούσαν τα ίδια κουρέλια.

«Περί τας αρχάς Δεκεµβρίου ο χειµών ενέσκηψε δριµύς καθιστάµενος οσηµέραι αφόρητος δια τους πολιορκουµένους. Tα καυσόξυλα είχον καταναλωθή και οι πολιορκούµενοι αφήρουν την ξυλείαν των αθλίων οικηµάτων και των αθλιεστάτων παραπηγµάτων. Oι φούρνοι έπαυσαν να λειτουργώσιν, ο άρτος εψήνετο υφ’ ενός εκάστου, ως ηδύνατο, εις θρακίας, προς επίµετρον η συσσώρευσις τόσων ανθρώπων επί ξηρού βράχου και αι ακαθαρσίαι, τα µολύσµατα των νεκρών, οίτινες εθάπτοντο υπό σωρούς λίθων ελλείψει χώµατος, εγέννησαν τυφικήν νόσον, ήτις ήρχισε να προσβάλλη τους φρουρούς θανατώσασα ουκ ολίγους, εν οις και αυτόν τον εµπειρικόν ιατρόν της Aκροπόλεως Σουρπίον. Πλήν τούτου εξηκολούθει αµείωτος ο βοµβαρδισµός του βράχου φονεύων και τραυµατίζων ουκ ολίγους καθ’ εκάστην».

Η έλευση του 1827 αύξησε παρά µείωσε τα προβλήµατα. Οι διαρκείς εκρήξεις επηρέασαν τελικά και τη ροή της µόνης πηγής ύδρευσης του φρουρίου, της περίφηµης Κλεψύδρας, για την υπεράσπιση της οποίας τόσοι και τόσοι είχαν χάσει τη ζωή τους. Ήταν πλέον σαφές ότι το µόνο που µπορούσαν να πράξουν οι προασπιστές της Ακρόπολης ήταν να υποµένουν και να περιµένουν.

Η λύση του δράµατος και µαζί της η τύχη του τελευταίου προπύργιου της επανάστασης στη Στερεά θα δινόταν απέξω. Θα εξαρτιόταν δηλαδή από την τύχη της εκστρατείας που οργάνωνε η ελληνική κυβέρνηση εναντίον των δυνάµεων του Κιουταχή κινητοποιώντας γι’ αυτόν τον σκοπό τις τελευταίες δυνάµεις της επανάστασης.

Η μάχη της Καστέλας.

Η αυγή του 1827 βρήκε την Επανάσταση στη Αττική να φυλλορροεί, ενώ ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στη Ρούμελη. Στις 21 Ιανουαρίου του 1827, δύναμη από 2.000 άνδρες, με επικεφαλής τον Ελληνογάλλο συνταγματάρχη Διονύσιο Βούρβαχη που είχε διακριθεί στους Ναπολεόντειους πολέμους, αναχώρησε από την Ελευσίνα και στρατοπέδευσε στη Χασιά. Στο στρατιωτικό σώμα συμμετείχαν και οι οπλαρχηγοί Πανούτσος Νοταράς και Βάσος Μαυροβουνιώτης, οι οποίοι πρότειναν να οχυρωθούν στην περιοχή και να αντιμετωπίσουν τον Κιουταχή με αιφνιδιαστικές επιθέσεις.

Αντίθετα, ο Βούρβαχης, έμπειρος στρατιωτικός αντιπρότεινε μάχη εκ παρατάξεως στην πεδινή περιοχή του Καματερού. Τελικά, επικράτησε η άποψη του Βούρβαχη, ο οποίος πήρε θέση στο Καματερό, ενώ οι Νοταράς και Μαυροβουνιώτης παρατάχθηκαν πιο πίσω, στις υπώρειες του Ποικίλου Όρους. Στις 27 Ιανουαρίου του 1827 εμφανίστηκε στην περιοχή ο Κιουταχής με 2.000 άνδρες και 600 ιππείς. Αμέσως όρμησε εναντίον του Βούρβαχη και σε λίγη ώρα κατέβαλε την αντίστασή του, ενώ 300 από τους άνδρες του έπεσαν επί του πεδίου της μάχης, ανάμεσά τους και ο Βούρβαχης, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και μαζί με τους άνδρες του Νοταρά και του Μαυροβουνιώτη που κατέφυγαν στη Σαλαμίνα.

Μετά την ήττα των Ελληνικών δυνάμεων στο Καματερό, ο Κιουταχής, που στρατοπέδευε στα Πατήσια, θέλησε να εκμεταλλευτεί την επίδρασή της στο ηθικό των πολιορκημένων της Ακρόπολης και την ίδια ημέρα τους απέστειλε «τελεσίγραφο». Οι πολιορκημένοι δεν απάντησαν στο τελεσίγραφο του Κιουταχή και αυτός «ερεθισθείς εκ της περιφρονήσεως των υπερασπιστών της Ακροπόλεως», όπως αναφέρει ο Νικόλαος Σπηλιάδης στα «Απομνημονεύματά του» αποφάσισε να στραφεί με αποφασιστικό τρόπο πρώτα κατά του στρατοπέδου του Σκωτσέζου φιλέλληνα Τόμας Γκόρντον στην Καστέλλα για να διαφυλάξει τα από θαλάσσης νώτα του.

Εικόνα: Το ατμόπλοιο “Καρτερία” και η φρεγάτα “Ελλάς”.

Πράγματι, στις 29 Ιανουαρίου 1827 ο Κιουταχής, με 1500 άνδρες, ιππικό και 6 κανόνια, κατηφόρισε από τα Πατήσια προς τον Πειραιά και την Καστέλλα. Το Ελληνικό στρατόπεδο, που είχε μαντέψει τα σχέδια του Κιουταχή, προετοιμάστηκε κατάλληλα. Ο Γκόρντον είχε ανεβάσει από τα πλοία και άλλα κανόνια, τα οποία τοποθετήθηκαν αριστερά και στο κέντρο του λόφου. Τα πλευρά του προς τον Πειραιά ήταν ασθενέστερα, αλλά εκεί το κάλυπταν τα κανόνια των πλοίων. Την δεξιά πλευρά κάλυπτε ο Μακρυγιάννης, την αριστερή ο Δημήτριος Καλλέργης και στο κέντρο ο Κορίνθιος οπλαρχηγός Ιωάννης Νοταράς.

Όμως, η ήττα στο Καματερό είχε προκαλέσει πτώση του ηθικού και πολλοί από το Ελληνικό στρατόπεδο «νέκρωσαν και φεύγαν δια νυκτός», όπως αναφέρει ο Σπηλιάδης. Για το σκοπό αυτό απομακρύνθηκαν τα πλοία, ώστε να μην υπάρχει ο πειρασμός της φυγής. Κατά τον Μακρυγιάννη και ο Γκόρντον μαζί με άλλους αξιωματικούς λιποψύχησαν και ήταν έτοιμοι να φύγουν, αναγνωρίζει, όμως στη συνέχεια ότι «αν μας χαλούσαν οι Τούρκοι, ποδάρι δεν θα γλύτωνε από μάς», παρέμειναν.

Την επομένη, 30 Ιανουαρίου 1827, οι Τούρκοι όρμησαν ακάθεκτοι κατά των Ελληνικών οχυρωματικών θέσεων. Επί πέντε ώρες εφορμούσαν κατά κύματα, αλλά οι επιθέσεις τους αποκρούσθηκαν με επιτυχία από τους αμυνόμενους και τελικά το ασκέρι του Κιουταχή αναγκάστηκε να υποχωρήσει, υπό την πίεση των ανδρών του Μακρυγιάννη, οι οποίοι πέρασαν στην αντεπίθεση και του προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Πάνω από 300 ήταν οι Τούρκοι νεκροί και τραυματίες, ενώ οι απώλειες στο Ελληνικό στρατόπεδο ανήλθαν σε 60 νεκρούς.

Τις κρίσιμες ώρες της μάχης σημαντική βοήθεια προσέφερε το ατμοκίνητο πλοίο «Καρτερία», διαβάστε το σχετικό άρθρο μας, με κυβερνήτη τον Άγγλο πλοίαρχο Χάστινγκ. Ο Κιουταχής συνεχίζει να πολιορκεί την Ακρόπολη και για αρκετές ημέρες περιορίστηκε σε ορισμένες ενέργειες που είχαν σαν στόχο παρεμποδίσουν τους Έλληνες να πάρουν νερό από τη μοναδική πηγή, πόσιμου νερού, που βρισκόταν στην ανατολική κλιτύ της Καστέλλας πάνω και δεξιότερα από το «Σηράγγιο Αντρο», δηλαδή την σημερινή «Σπηλιά του Παρασκευά».

Από το στενό αποκλεισμό της πρόσβασης προς την πηγή πολλοί Έλληνες είχαν σκοτωθεί στη προσπάθεια τους να πάρουν νερό και ύδρευση για το Ελληνικό στρατόπεδο γινόταν όλο και περισσότερο προβληματική. Έτσι αποφασίστηκε η κατάληψη των Τριών Πύργων. Ο Γκόρντον έδωσε διαταγή στον Δημήτρη Καλλέργη να καταλάβει τους Τρεις Πύργους και να τους οχυρώσει. Στις 20 Φεβρουαρίου 1827 ο Κιουταχής εξόρμησε εναντίον τους.

Αμέσως όμως σε βοήθεια του Καλλέργη έσπευσαν ο Καπετάν Γεωργάκης Χελιώτης, ο Δοντάς, ο Νίκας και άλλοι καθώς και ο Ιγγλέσης που με τους τακτικούς του παρατάχθηκε απέναντι στο εχθρικό ιππικό. Συγχρόνως και ο Γιαννίτσης με το πλοίο του ενίσχυσε από τη θάλασσα με κανονιοβολισμό. Η μάχη συνεχίστηκε με πείσμα όλη την ημέρα, άλλα την νύχτα οι Έλληνες έκαναν μια τεχνητή υποχώρηση και εγκαταλείποντας την πάρα πέρα προσπάθεια να κρατήσουν τους Τρεις Πύργους, γύρισαν στη Καστέλα, ενώ οι Τούρκοι που είχαν πάρα πολλούς νεκρούς, 1200 σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, οχύρωσαν τη θέση με κανόνια.

Εικόνα: Ανδριάντας στρατηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη στην Ακτή Τζελέπη, στον Πειραιά.

Η επιστροφή του Καραϊσκάκη και η μάχη στο Κερατσίνι.

Το ηθικό των Ελληνικών στρατευμάτων παρά τη νίκη στους «Τρεις Πύργους» είχε τελείως καταπέσει και η κυβέρνηση θεωρώντας τον Καραϊσκάκη τον μόνον ικανό για να αντιστρέψει την κατάσταση τον διατάζει να επιστρέψει στην Αθήνα. Ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός αφήνοντας φρουρές στη Στερεά Ελλάδα επέστρεψε στην Ελευσίνα στις 28 Φεβρουαρίου από το Δίστομο έπειτα από μια πορεία αστραπή 48 ωρών επικεφαλής 1500 «νηστικών και ξυπόλυτων» στρατιωτών. Σύντομα συγκεντρώθηκαν γύρω του 3000 άνδρες μαζί με τους οπλαρχηγούς Βάσο Μαυροβουνιώτη, Παναγιώτη Νοταρά και τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη με το ιππικό του.

Ο Καραϊσκάκης έφτασε στο Κερατσίνι στις 2 Μαρτίου και άρχισε αμέσως να οργανώνει την άμυνά του. Έδωσε διαταγή σε 250 άνδρες να οχυρώσουν ένα περιτοιχισμένο μετόχι που δέσποζε στην περιοχή, γιατί ήταν βέβαιος ότι εκεί θα δινόταν η καθοριστική μάχη. Ο Κιουταχής έσπευσε στην περιοχή, αρχικά με 800 στρατιώτες. Η πρώτη του επίθεση, την 3η Μαρτίου, ήταν καθαρά αναγνωριστική και αποκρούστηκε εύκολα από τους Έλληνες. Στη συνέχεια έστησε τα κανόνια του σε λόφο απέναντι από το μετόχι, στο νότιο ύψωμα του Κορυδαλλού.

Στις 4 Μαρτίου ο Κιουταχής με δύναμη 4.000 πεζών και 2.000 ιππέων, επιτέθηκε εκ νέου εναντίον των Ελλήνων. Αρχικά πρόσβαλλε με τα κανόνια του στο μετόχι, οι υπερασπιστές του οποίου προέβαλαν ισχυρή αντίσταση, αν και οι τοίχοι κατέρρεαν. Το μεσημέρι οι Τούρκοι ετοιμάστηκαν για την τελική έφοδο. Βλέποντας ο Καραϊσκάκης ότι οι άνδρες του βρίσκονταν σε δυσμενή θέση, προχώρησε σε αντιπερισπασμό.

Ο Κιουταχής χώρισε στα δύο το στρατό του και στρέφοντας το μεγαλύτερο μέρος κατά του μετοχίου, έστειλε το άλλο τμήμα εναντίον του Καραϊσκάκη. Η ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών του μετοχίου ήταν καθοριστική για την έκβαση της μάχης. Οι Τούρκοι καθηλώθηκαν και λίγο αργότερα αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή. Αλλά και η υπερασπιστική γραμμή του Καραϊσκάκη έφερε αντίστοιχο αποτέλεσμα.

Το ιππικό του Χατζημιχάλη παρέσυρε τους εχθρούς σε μια «χωσιά» και τους προξένησε βαρύτατες απώλειες. Λίγο αργότερα ο ελληνικός στρατός ενισχύθηκε με άνδρες του στρατοπέδου της Καστέλας, ολοκληρώνοντας έτσι την ήττα του Κιουταχή. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν μεγάλες, 300 νεκροί και 500 τραυματίες, ενώ οι Έλληνες είχαν μόνο τρεις νεκρούς και 25 τραυματίες. Η μεγάλη νίκη δημιούργησε κλίμα ευφορίας στο στρατόπεδο των Ελλήνων και αναπτέρωσε το ηθικό τους.

Το αποτέλεσμα της μάχης δικαίωσε για μια ακόμα φορά τις επιλογές του Καραϊσκάκη και των «απειθάρχητων» Ελλήνων και έδωσε την πιο ισχυρή απάντηση σε όσους πίστευαν ότι μόνο με τακτικό στρατό θα μπορούσαν να αντικρούσουν τους Τούρκους. Αµέσως άρχισαν οι προετοιµασίες για γενικότερη επίθεση που θα απωθούσε τις εχθρικές δυνάµεις από τον Πειραιά.

Εικόνα: Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στο Κερατσίνι.

Tο σχέδιο συνίστατο στη νυχτερινή προσέγγιση ενόπλων και εργατών προς τις εχθρικές θέσεις, εφοδιασµένων µε σκαπτικά εργαλεία αλλά και δεµάτια από σχοινιά, έτσι ώστε µε έντονη εργασία να δηµιουργήσουν έως τα ξηµερώµατα οχυρές θέσεις πλησίον των αντίστοιχων του εχθρού. Mε αυτόν τον τρόπο το αµυντικό πλεονέκτηµα των µη τακτικών στρατιωτών θα µπορούσε, πίστευαν, να µεταβληθεί σε επιθετική δυναµική. Mε αρκετό φόβο και δισταγµό, που προκαλούσαν εύκολο πανικό στους εµπλεκοµένους, αυτό το είδος της επίθεσης ξεκίνησε τη νύχτα της 17ης Mαρτίου.

Oι απέναντι απάντησαν µε τον ίδιο τρόπο, δηλαδή µε την κατασκευή παρόµοιων οχυρωµάτων µπροστά από τα νυχτερινά δηµιουργήµατα των Eλλήνων. Kατόπιν τούτων το κρίσιµο σηµείο παρέµενε η έφοδος ενάντια στα εκατέρωθεν έργα, κίνηση όµως που, όταν δειλά επιχειρήθηκε, έφερε απώλειες χωρίς αντίστοιχο αποτέλεσµα. Oι αψιµαχίες ανάµεσα στους αντιπάλους συνεχίστηκαν και τις νυχτερινές ώρες µε τρόπο που, η ανάληψη χωµατουργικών εργασιών µε µόνη την κάλυψη του σκότους, να καταστεί εξαιρετικά επικίνδυνη. Γι’ αυτόν τον λόγο η τακτική εγκαταλείφθηκε και οι αντίπαλοι παρέµειναν περιχαρακωµένοι στις αρχικές τους θέσεις.

Η «σύγκρουση» στο Δαφνί.

Στις 21 Μαρτίου 1827 ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε με εκατόν σαράντα ιππείς και μικρή δύναμη πεζικού με επικεφαλής τον Βασίλειο Μπούσγο. Όταν έφτασε στο Δαφνί εξασφάλισε τους πεζούς τοποθετώντας τους μπροστά σε στενό πέρασμα, που θα τους επέτρεπε να οπισθοχωρήσουν αν χρειαζόταν. To ιππικό μπήκε με τον Καραϊσκάκη στον Ελαιώνα. Όμως, ο δόλιος Κιουταχής με το στράτευμά του, πεζικό και ιππικό, περίμεναν κρυμμένοι πίσω από τους γύρω λόφους.

Ο Κιουταχής είχε έλθει τη νύκτα και ενέδρευε πίσω από τους λόφους των οχυρωμάτων των Τουρκων, απέναντι του οχυρώματος του μετοχίου, δηλαδη του στρατόπεδο του Κερατσινίου, και φαίνεται να είχε σκοπό να επιτεθεί στο μετόχι. Η Τουρκική επίθεση ήταν αιφνιδιαστική τόσο για την ιππική όσο και για την πεζική δύναμη των Ελλήνων. Ο Καραϊσκάκης βλέπει να ορμούν οι Τούρκοι ιππείς και πεζοί εναντίον των εκατόν σαράντα ιππέων και μέρος τους εναντίον του στενώματος, που κατείχε ο Βασίλειος Μπούσγος και να τον τρέπουν σε φυγή και να καταλαμβάνουν την θέση.

Βλέποντες το πλήθος των Τούρκων και την ορμή οπισθοδρόμησε και το ελληνικό ιππικό κατά το μέρος του στενού να πάει προς το Κερατσίνι. «Αλλ’ ώς άνω είπομεν πιασμένον το στενόν από τους πεζους Τούρκους, και από το άλλο μέρος η καβελαρία ενώθησαν Τούρκοι και Έλληνες και δεν διέκρινε τις ποίος ήτον Τούρκος και ποίος ο Έλλην, μάλιστα η καβελαρία του Χατζή Μιχάλη όπου εφορούσαν σχεδόν οι περισσότεροι τα ίδια με τα των Τούρκων», μας πληροφορεί ο Γενναίος Κολοκοτρώνης.

Η Ελληνική δύναμη βρέθηκε ξαφνικά εντελώς αποκομμένη από το στρατόπεδο του Κερατσινίου. Βλέποντας αυτό ο Καραϊσκάκης φώναξε «όχι με όπλα, Έλληνες, αλλά με τα ξίφη». Η τρίωρη μάχη που ακολούθησε δόθηκε σώμα με σώμα και ήταν ιδιαίτερα σκληρή αλλά το Ελληνικό ιππικό με αρκετές απώλειες επέστρεψε στη βάση του.

Εικόνα: Ο Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν ήταν Βρετανός αξιωματικός του ναυτικού και ένας από τους βρετανούς που έλαβαν μέρος στην ελληνική επανάσταση του 1821. Αποτέλεσε αρχηγό του ελληνικού στόλου στη θέση του Ανδρέα Μιαούλη, καθώς του ζητήθηκε από τους Έλληνες να βοηθήσει στην εκστρατεία τους, λόγω της καλής του φήμης στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα.

Οι Βρετανοί «σωτήρες».

Τον ίδιο καιρό, γύρω από την πολιορκηµένη Aκρόπολη είχε συγκεντρωθεί η τελευταία ικµάδα του επαναστατηµένου έθνους. Πίσω, στα µετόπισθεν, σε αυτό που είχε αποµείνει ως ελεύθερη Ελληνική επικράτεια, η κατάσταση ήταν εφιαλτική. Στο Nαύπλιο οι άνθρωποι του Γρίβα, του Φωτοµάρα και των λοιπών οπλαρχηγών αντάλλασσαν σφαίρες, ενώ ταραχές ξέσπασαν στην Ύδρα. H κυβέρνηση βρήκε ήρεµο τόπο να σταθεί µόνο στην Aίγινα, ταυτιζόµενη εκ των πραγµάτων µε την πολεµική προσπάθεια στην Aττική. H τελευταία καρκινοβατούσε.

Mάταια ο ισχυρός στόλος των Eλλήνων µε την Kαρτερία αλλά και την φρεγάτα Eλλάς, προσπαθούσε να νικήσει τον Kιουταχή κόβοντας τους θαλάσσιους δρόµους του εφοδιασµού του. Πολλοί περίµεναν πλέον ένα θαύµα ή κάποιον εξ ουρανού, ίσως κάποιον «άγγελο πολεµιστή». Τέτοιοι άγγελοι «εµφανίστηκαν» και µάλιστα ήταν Βρετανοί. Στις αρχές Mαρτίου έφθασαν οι πολυαναµενόµενοι δύο Άγγλοι στρατιωτικοί, ο Tσερτς και ο Kόχραν, δύο επαγγελµατίες απελευθερωτές θα λέγαµε, κυρίως ο δεύτερος που προσλήφθηκε επί τούτου από την Ελληνική κυβέρνηση µε βάση το σχετικό βιογραφικό που είχε χτίσει στη Λατινική Αµερική.

Φυσικά για τους πολλούς οι νεοαφιχθέντες ήταν σχεδόν «Αρχάγγελοι». H Συνέλευση της Tροιζήνας, χωρίς «τσιριµόνιες», τους ανέθεσε την ανώτατη διοίκηση στη στεριά και στη θάλασσα. O Kαραϊσκάκης και ο Mιαούλης πλήρωσαν άµεσα το κόστος αυτής της αλλαγής. Στο εξής ο κύριος ρόλος τους ήταν η διαµεσολάβηση ανάµεσα στους υψηλούς Bρετανούς ηγέτες και στα δυσκολοδιοικούµενα στρατεύµατα ή πληρώµατα των επαναστατικών δυνάµεων, ένας ρόλος ιδιαίτερα δύσκολος.

Στη διάρκεια του Mαρτίου του 1827 η περί επικείµενης εισόδου στην Kωνσταντινούπολη ρητορεία του Kόχραν, το αναβαθµισµένο από την επιτυχή εκστρατεία στη Στερεά κύρος του Kαραϊσκάκη αλλά και τα χρήµατα των κοµιτάτων προκάλεσαν γενικό συναγερµό στους Έλληνες. Πλήθη νεοεπιστρατευθέντων και εθελοντών έσπευδαν προς τη Σαλαµίνα, την Eλευσίνα και τον Πειραιά για να πάρουν µέρος στη µάχη της Aθήνας. Mέσα σε λίγες εβδοµάδες, απέναντι στον Kιουταχή, δηµιουργήθηκε ο µεγαλύτερος στρατός που είχε έως τότε εκστρατεύσει για την Ελληνική Επανάσταση, περισσότεροι από 10.000 άνδρες.

H αισιοδοξία ξαναγύρισε και µαζί της ξεχάστηκαν τα παθήµατα του παρελθόντος. Oι Bρετανοί στρατιωτικοί αγνοούσαν αυτά που ο Kαραϊσκάκης και οι οπλαρχηγοί του γνώριζαν, ότι δηλαδή τα άτακτα αυτά στρατεύµατα ήταν άριστα στον στατικό αµυντικό αγώνα, άχρηστα όµως στους επιθετικούς ελιγµούς σε οποιαδήποτε πεδιάδα. H τελική αναµέτρηση πλησίαζε µέσα σε πλήρη παρεξήγηση των ενδιαφεροµένων.

Εικόνα: Ο σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς ή Τσωρτζ όπως τον ανέφεραν στην Ελλάδα, ήταν φιλέλληνας και Βρετανός στρατιωτικός από την Ιρλανδία, που υπηρέτησε στην υπηρεσία της Βρετανίας, του Βασιλείου των Δύο Σικελιών και της Ελλάδας και αργότερα ασχολήθηκε και με την πολιτική στην Ελλάδα.

Η υπέρ των δεόντων αισιοδοξία των Βρετανών και η σκληρή πραγματικότητα.

Ο Κόχραν θέλησε, ευθείς εξ αρχής, να κάνει αισθητή την παρουσία του και με μια μάλλον βλακώδη και γεμάτη ψεύτικες υποσχέσεις και μεγαλοστομίες εξαγγελία, δήλωνε στους επαναστάτες πως, «O επικινδυνωδέστερος εχθρός σας, η διχόνοια, ήδη ενικήθη, τώρα το έργον σας είναι εύκολον. Oι νέοι της Eλλάδος πανταχού τρέχουν εις τα όπλα, η τύχη της Aκροπόλεως δεν είναι πλέον αµφίβολος. Eπειδή οι πολιορκούντες περικυκλούνται, επειδή η µετακόµισις των τροφών εµποδίζεται, τα στενά καταλαµβάνονται και η αναχώρησις γίνεται αδύνατος, εβεβαιώθη ήδη η ελευθερία της κλασσικής γης των Aθηνών διωρισµένης από την θείαν Πρόνοιαν να γίνη πάλι καθέδρα της ελευθερίας, των επιστηµών και των τεχνών.

Mη παύσετε όµως, Έλληνες, αφ’ ου κατορθώσετε τούτο, µη βάλλετε τα σπαθιά σας εις τας θήκας, εν όσω ο θηριώδης Tούρκος κρατεί και µίαν πιθαµήν του ιερού εδάφους το οποίον µίαν φοράν ήτο των πατέρων σας. Aς συναµιλλώνται οι θαλασσινοί νέοι δια την δόξαν µε τους ήρωας της ξηράς, ας σπεύσουν να έµβουν εις τα εθνικά πλοία, και αν δεν δωθούν η ανεξαρτησία και όλα τα δίκαιά σας, ας αποκλείσουν τον Eλλήσποντον και ας φέρουν τον πόλεµον εις την επικράτειαν του εχθρού. Tότε ο απάνθρωπος σουλτάνος, ο άδικος σφαγεύς των υπηκόων του, ο αιµοβόρος καταδυνάστης των Eλλήνων θέλει αφανισθή από τους οικείους του.

Tότε η Μουσουλµανική δύναµις θέλει καταστραφή αφ’ εαυτής. Tότε η ιερά σηµαία του σταυρού θέλει κυµατίζει πάλιν επάνω του ναού της αγίας Σοφίας. Tότε ο Ελληνικός λαός θέλει αποκτήσει την αυτονοµίαν και ευνοµίαν. Kλειναί πόλεις θέλουν ανεγερθή, και η λαµπρότης των ερχοµένων χρόνων θέλει εξισωθή µε την των παρελθόντων. Aλλά µη νοµίσετε, Έλληνες, ότι η πατρίς σας ηµπορεί να ήναι ασφαλής, εάν έκαστος υµών δεν δράµη προθύµως εις υπεράσπισίν της».

Έτσι λοιπόν η αισιοδοξία και οι εξαγγελίες του Kόχραν, τα χρήματα που έστειλαν τα αισιόδοξα πλέον, µετά την άφιξή του, φιλελληνικά κοµιτάτα, η παρουσία της εντυπωσιακής φρεγάτας Eλλάς στον στόλο αλλά και η ευτυχής, παρά τους οιωνούς, διεκπεραίωση των εργασιών της Eθνοσυνέλευσης στην Tροιζήνα δηµιούργησαν ατµόσφαιρα αισιοδοξίας και προσδοκιών. Tην ίδια στιγµή η φρουρά της Aκρόπολης άγγιζε τα έσχατα όρια της αντοχής της.

O χειµώνας και οι κακουχίες είχαν κάµψει τη σωµατική αν όχι και την ηθική αντοχή των πολιορκηµένων ενώ, µέσα στην ατµόσφαιρα της απελπισίας, οι ελλείψεις άρχισαν να φαίνονται καταλυτικές. Oι λιγοστές ειδήσεις και τα σηµεία που έρχονταν από τους πολιορκηµένους επέµεναν σε ένα και µόνο ζήτηµα. H πτώση της Aκρόπολης ήταν πλέον ζήτηµα χρόνου και η λύση της πολιορκίας ήταν επιτακτική ανάγκη, αν ήθελε η Επανάσταση να αποφύγει το κόστος µιας νέας συµφοράς σε µία τόσο κρίσιµη περίοδο.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Τερτσέτης, Γεώργιος, «Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836».
  • Τάσος Βουρνάς, «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα του Γουδί το 1909».
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση», Τόμος Ζ’.
  • Δημήτριος Αινιάν, «Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, «Ιστορία της Ελλάδος από το 1800».
  • Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, «Ιστορία του νέου ελληνισμού».
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Γεώργιος Καραϊσκάκης».
  • Ιωάννης Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη».
  • Αγαπητός Σ. Αγαπητός, «Οι Ένδοξοι Έλληνες του 1821».
  • Ν. Πετσάλης, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Γεώργιος Κρέμος, «Νεωτάτη Γενική Ιστορία».

1 thought on “Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Β’). Όταν ο θάνατος «συνάντησε» την δόξα στους προμαχώνες της Ακρόπολης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.