Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Η “συνεργασία” Τούρκων και Σοβιετικών κατά την διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η “συνεργασία” Τούρκων και Σοβιετικών κατά την διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, η Ρωσία «αποσύρθηκε» από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σταμάτησε τις εχθροπραξίες εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τότε όμως «οι Σύμμαχοι νικηταί ευρέθησαν εις την ανάγκην να αναχαιτίσουν την προέλευσιν των Μπολσεβίκων εις τα εκκενούμενα παρά των Γερμανών εδάφη της Ρωσίας, δια να δοθεί ούτω καιρός για νέα δημιουργούμενα κράτη, η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία και ανασυγκροτηθούν τα καταστραφέντα κράτη της Ρουμανίας και της Σερβίας. Οι κίνδυνοι της Ευρώπης ήταν μέγιστοι» συμφωνα με τον Δημητριο Βακα.

Αποφασίστηκε λοιπόν να σταλούν στην Ουκρανία και συγκεκριμένα στην περιοχή της Κριμαίας στρατεύματα για να ενισχύσουν τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις που υπήρχαν εκεί. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσό υποσχόμενος διπλωματική βοήθεια στη χώρα μας στα ζητήματα της Μικράς Ασίας και της Θράκης, ζήτησε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο να στείλει η Ελλάδα ένα Σώμα Στρατού στην εκστρατεία αυτή.

Ο Βενιζέλος δέχτηκε αν και έβλεπε ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η εκστρατεία δεν ήταν καλά οργανωμένη, συμμετείχαν σ’ αυτή πολύ λιγότερες δυνάμεις απ’ ότι πιστευόταν αρχικά, 12 γαλλικά τάγματα, αμφίβολης μαχητικής ικανότητας, ένα ρουμανικό σύνταγμα και δύο ελληνικές μεραρχίες. Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, με 23.551 άνδρες, έφτασε στην Οδησσό στις 21 Ιανουαρίου 1919.

Είναι γνωστή η αποτυχία της εκστρατείας αυτής και η επικράτηση των μπολσεβίκων. Στα τέλη Απριλίου 1919 αποχώρησε από την Κριμαία η ελληνική δύναμη, η οποία πολέμησε με μεγάλη γενναιότητα και είχε σοβαρές απώλειες, 398 νεκρούς και 657 τραυματίες. Το κακό όμως για τη χώρα μας δεν σταμάτησε εκεί. Το νέο σοβιετικό καθεστώς συμμάχησε κατά της Δύσης με τους Τούρκους εθνικιστές οι οποίοι πολεμούσαν εναντίον της δυτικής κυριαρχίας αλλά και της Οθωμανικης Σουλτανικής κυβέρνησης που είχε συνθηκολογήσει με τους Δυτικούς Συμμάχους.

Εικόνα: Χάρτης που δείχνει, μαζί με τα εσωτερικά μέτωπα, τις θέσεις των ξένων δυνάμεων στη δυτική Σοβιετική Ρωσία το Μάρτιο του 1919. Δε φαίνονται άλλες δύο επεμβάσεις που εξελίσσονται στην ανατολική Σοβιετική Ρωσία.

Οι πρώτες επαφές.

Η αρχική διάθεση της Σοβιετικής Ένωσης για συνεργασία και υποστήριξη, της ανερχόμενης τουρκικής αντίστασης το 1919 εκφράστηκε μέσα από δύο διαφορετικούς διαύλους. Ο πρώτος δίαυλος υπήρξαν οι τούρκοι κομμουνιστές του Μουσταφά Σουμπχί που είχαν φτάσει στη Μικρασία από την Κριμαία τον Μάιο του 1919. Οι κομμουνιστές αυτοί, μόλις αφιχθέντες από τη Σοβιετική Ρωσία και απολύτως ελεγχόμενοι από τους Ρώσους Μπολσεβίκους έχουν συναντήσεις με τον Κεμάλ αμέσως μετά την αποβίβασή του στη Σαμψούντα, στις 19 Μαΐου, και την έναρξη της εθνικιστικής του εκστρατείας.

Η διάθεση της τουρκικής κομμουνιστικής οργάνωσης για συνεργασία με τον Κεμάλ είναι υψηλή και εκφράζεται ενεργά καθ΄ όλο του 1919, εν αναμονή των ζυμώσεων στο εσωτερικό της τουρκικής εθνικιστικής μερίδας, καθώς και της αποκρυστάλλωσης της κεμαλικής στάσης απέναντί τους.

Ο δεύτερος, λιγότερο γνωστός αλλά εξ ίσου σημαντικός δίαυλος επικοινωνίας υπήρξε ο αυτοεξόριστος Εμβέρ Πασάς. Ο πρώην ντε φάκτο ηγέτης της Οθωμανικής Τουρκίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη λήξη του είχε διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη μαζί με επτά άλλα κορυφαία στελέχη του Κομιτάτου επιβιβαζόμενος σε γερμανικό υποβρύχιο που τον μετέφερε στην Οδησσό και πριν το τέλος του 1918 είχε φτάσει στο Βερολίνο.

Ο Εμβέρ πασάς, που κατά την πρώτη μεταπολεμική φάση παρέμενε άνθρωπος εξαιρετικής επιρροής στο χώρο του Κομιτάτου, ξεκίνησε συνομιλίες στη Γερμανία με το φυλακισμένο σοβιετικό μπολσεβίκο Καρλ Ράντεκ, που λίγο μετά την συντριβή των Σπαρτακιστών είχε αναγνωριστεί από τους γερμανούς ως ο «ντε φάκτο» εκπρόσωπος της Σοβιετικής Ρωσίας στη Γερμανία, καθώς και υψηλόβαθμους γερμανούς αξιωματικούς σχετικά με τη σύμπηξη Γερμανοσοβιετοτουρκικής συμμαχίας εναντίον της νικήτριας «Εγκάρδιας Συνεννόησης».

Η ανάθεση της ηγεσίας του μεταπολεμικού γερμανικού στρατού στον φον Σέεκτ, που από το 1917 μέχρι το τέλος του πολέμου εκτελούσε χρέη επιτελάρχη του οθωμανικού στρατού και ο οποίος ήταν θιασώτης της γερμανοσοβιετικής προσέγγισης, έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στην προσπάθειά του. Τον Ιούλιο του 1920  ο Εμβέρ βρεθηκε στη Μόσχα ως απεσταλμένος του Σέεκτ, όπου συνέχισε τις επαφές με την ίδια επιδίωξη. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους επιστρέφει από τη Μόσχα εφοδιασμένος με σημαντικό χρηματικό ποσό προκειμένου να ενισχύσει την τουρκική αντίσταση.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ειδικά κατά την αρχική φάση της της τουρκικής αντίστασης, η γερμανική βοήθεια, προερχόμενη πάντα δια μέσου σοβιετικών διαύλων, φαίνεται ότι έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ενίσχυσή της. Τα απομνημονεύματα τούρκων πολιτικών, πρωταγωνιστών της εποχής, κάνουν επίμονες, αν και ασαφείς και συχνά αντιφατικές, αναφορές σε αυτήν, τονίζοντας την κεντρική της σημασία κατά την πρώτη φάση της τουρκικής αντίστασης.

Στα μέσα του Ιουλίου του 1920 φαίνεται ότι οι Γερμανοί είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν την αποστολή πολεμικού υλικού στην Τουρκία μέσω Σοβιετικής Ρωσίας, και θέτουν ως λιμένα διεκπεραίωσης του υλικού αυτόν της Τραπεζούντας. Την ίδια περίοδο οι Βρετανοί φαίνεται να έχουν ισχυρές υποψίες αλλά καμία συγκεκριμένη πληροφορία σχετικά με τον αποκαθιστάμενο σύνδεσμο μεταξύ των τριών χωρών.

Η πρώτη επίσημη επαφή μεταξύ των δύο μερών έγινε με την επιστολή που απήυθυνε ο Μουσταφά Κεμάλ στις 26 Απριλίου του 1920 με την οποία καλούσε τη Σοβιετική Ρωσία να αναγνωρίσει την κυβέρνησή του και να τον βοηθήσει να εκδιώξει τις δυτικές δυνάμεις από την τουρκική επικράτειά. Εξειδίκευε ζητώντας εξοπλισμό, εφόδια και χρήματα, καθώς και βοήθεια προκειμένου να σπάσει το φράγμα της Αρμενίας και της Γεωργίας που η Εγκάρδια Συμμαχία είχε υψώσει μεταξύ των δύο χωρών.

Εικόνα: Ο Εμβέρ Πασάς, ηγετικό στέλεχος των Νεοτούρκων και ντε φάκτο ηγέτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η επιστολή έφτασε στη Μόσχα την 1η Ιουνίου. Η απάντηση του Τσιτσέριν, κατόπιν υποδείξεως του Λένιν, δόθηκε δύο ημέρες αργότερα. Η σοβιετική πλευρά καλωσόριζε θερμά το νέο τουρκικό κράτος, καλώντας σε αποκατάστση διπλωματικών σχέσεων και συμφωνώντας επί της αρχής σε συναργασία αλλά αποφεύγοντας προσεκτικά να απαντήσει στα συγκεκριμένα θέματα που είχε θέσει ο Κεμάλ. Στην απάντησή του ο Κεμάλ έκανε πάλι νύξη για τη διευθέτηση των συνόρων και ταυτόχρονα ενημέρωνε ότι ο υπουργός εξωτερικών είχε ήδη αναχωρήσει για τη Μόσχα.

Ο τούρκος υπουργός εξωτερικών Μπεκίρ Σαμί αφίχθη στη Μόσχα στις 19 Ιουλίου του 1920, συνοδευόμενος από τον υπουργό οικονομικών Γιουσούφ Κεμάλ. Οι διαφορές για το εδαφικό καθεστώς στον Καύκασο καθιστούν αρχικά τις διαπραγματεύσεις ψυχρές, με βασική διαφωνία την τύχη της Αρμενίας, ενώ οι σοβιετικοί, για λόγους τακτικής παγώνουν διπλωματικά τις συζητήσεις μέχρι να υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών προκειμένου η τουρκική πλευρά να αισθανθεί πιο αδύνατη.

Η τουρκική πλευρά ζήτησε αρχικά μία επιθετική-αμυντική στρατιωτική συμμαχία. Ο Τσιτσέριν το απέρριψε άμεσα και κατηγορηματικά λέγοντας ότι, «η Σοβιετική Ρωσία μπορεί να παράσχει περιορισμένη πολιτική, στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη αλλά δε μπορεί να δεσμευτεί σε στρατιωτική συμμαχία», με ό,τι αυτό σημαίνει. Χαρακτηριστική της αρχικής δυσπιστίας ήταν ότι ο Μπεκίρ Σαμί εξέφρασε ευθέως την υποψία ότι η Μόσχα ήταν έτοιμη να θυσιάσει την Τουρκία προκειμένου να επιτύχει την υπογραφή συνθήκης με τη Βρετανία, σημείο στο οποίο ο Τσιτσέριν ανταπάντησε διατυπώνοντας την υποψία ότι η Τουρκία είναι διατεθειμένη να θυσιάσει τη Ρωσία προκειμένου να επιτύχει την υπογραφή συνθήκης με τη Γαλλία.

Οι υποψίες και των δύο πλευρών βασίζονταν στις πληροφορίες τους για τις εξελισσόμενες παράλληλες διαπραγματεύσεις τους. Τελικώς οι συνομιλίες απέδωσαν κάποιους καρπούς που στις 20 Αυγούστου οδήγησαν στη μονογραφή, αλλά όχι υπογραφή, του σχεδίου συνθήκης φιλίας μεταξύ των δύο χωρών. Το σχέδιο προέβλεπε την αμοιβαία αναγνώριση, την ακύρωση παρωχημένων διμερών συμφωνιών, τη μη αναγνώριση τετελεσμένων που επιχειρείτο να επιβληθούν βιαίως στα δύο μέρη από τρίτους, την αποδοχή εκ μέρους των σοβιετικών των τουρκικών συνόρων όπως τα καθόριζε το Εθνικό Σύμφωνο, τη μελλοντική διευθέτηση του καθεστώτος των Στενών με μέριμνα για τα συμφέροντα ασφαλείας των δύο πλευρών καθώς και την αμοιβαία ενημέρωση σχετικά με διαπραγματεύσεις που κάθε μέρος θα έκανε μελλοντικά με τρίτους. Η συμφωνία αυτή όμως δεν υπεγράφη γιατί τα δύο μέρη εξακολουθούσαν να διαφωνούν εντονότατα σχετικά με την Αρμενία.

Το «θέμα» της Αρμενίας και η υπογραφή της Σοβιετοτουρκικής συμμαχίας.

Πέραν του καθεστώτος της Αρμενίας, εκ μέρους της τουρκικής πλευράς η διαφαινόμενη συνεργασία ως ένα βαθμό καθυστέρησε εξ αιτίας της δυσπιστίας και της ανησυχίας που δημιούργησε στην κεμαλική ηγεσία τη δραστηριότητα των τούρκων κομμουνιστών στην Ανατολία. Για τη δράση τους χρησιμοποίησαν δύο οργανωτικά σχήματα. Το πρώτο σχήμα ήταν, προφανώς, το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, μέλος της Τρίτης Διεθνούς. Όμως ιδιαίτερα ανησυχητική στάθηκε η δημιουργία της «Ένωσης του Πράσινου Στρατού», μιας οργάνωσης που ιδρύθηκε την άνοιξη του 1920 και κατευθυνόταν από στελέχη του τουρκικού κομμουνιστικού κόμματος προκειμένου να επιτύχουν μεγαλύτερη διείσδυση στο συντηρητικό μουσουλμανικό πληθυσμό της Ανατολίας.

Η «Ένωση του Πράσινου Στρατού», η οποία ίδρυσε πολιτική πτέρυγα με το όνομα «Λαϊκή Ομάδα» η οποία συμμετείχε στη «Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση» της Άγκυρας, υιοθέτησε μια ισλαμιστική και ταυτόχρονα αντι-καπιταλιστική, αντι-αποικιοκρατική και αντι-μιλιταριστική ρητορική. Οι αρχικά φιλικές σχέσεις με το κεμαλικό καθεστώς άλλαξαν άρδην όταν το θέρος του 1920 στην Ένωση προσχώρησε ο Κιρκάσιος Ετέμ, που μέχρι τότε έφερε το κύριο βάρος των ανταρτικών επιχειρήσεων εναντίον των ελληνικών δυνάμεων.

Εικόνα: Διαπραγματεύσεις στη Μόσχα: αριστερά οι αντιπρόσωποι της τουρκικής πλευράς, όπου στην κεντρική τριάδα διακρίνονται (απο αριστερά προς τα δεξιά) οι Ριζά Νουρ, υπουργός Παιδείας και ειδικός απεσταλμένος για τη διαπραγμάτευση, Γιουσούφ  Κεμάλ, υπουργός Οικονομικών και Αλί Φουάτ, ειδικός απεσταλμένος και πρέσβυς της Τουρκιας στη Μόσχα. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη την ημέρα της υπογραφής, 16 Μαρτιου 1921.

Ο Κεμάλ, που ήταν ήδη εξαιρετικά ανήσυχος έναντι του Ετέμ εξ αιτίας της ισχύος που είχε και της φήμης που έχαιρε, ανησύχησε ακόμη περισσότερο από την ένταξη του σε έναν πολιτικό χώρο και τις πιθανές προεκτάσεις που θα μπορούσε να έχει μία τέτοια εξέλιξη. Το πρόβλημα της Αρμενίας ουσιαστικά επιλύθηκε από τα γεγονότα του φθινοπώρου του 1920. Οι Αρμένιοι, εμπνεόμενοι από την Συνθήκη των Σεβρών εισέβαλαν στην κατεχόμενη δυτική Αρμενία. Οι τούρκοι άδραξαν την ευκαιρία και εκμεταλλευόμενοι τη στρατιωτική τους ισχύ στην περιοχή αντεπετέθησαν αποφασιστικά, εκδιώκοντας τους Αρμένιους από την περιοχή και προχωρώντας απειλητικά προς τα ανατολικά.

Οι σοβιετικοί, που τη στιγμή εκείνη είχαν εξαιρετικά αδύναμες στρατιωτικές δυνάμεις στον Καύκασο, προσφέρθηκαν να διαμεσολαβήσουν, πρόταση που οι Αρμένιοι, εγκαταλελειμένοι τόσο από τη Δύση όσο και από τους σοβιετικούς, αποδέχτηκαν. Μετά από μια διαδοχή πολύπλοκων εξελίξεων, το αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της Αρμενίας, οι σοβιετικοί το υπόλοιπο, η άμεση εδαφική επικοινωνία των δύο μερών να αποκατασταθεί και το φθινόπωρο του 1920 το θέμα της Αρμενίας ως αιτία τριβής τουρκο-σοβιετικής τριβής είχε πλέον εκλείψει.

Έχοντας εξασφαλίσει την επαφή με τη Σοβιετική Ρωσία, ο Κεμάλ απαλλάχτηκε και από τις δύο ενοχλητικές παρουσίες στο εσωτερικό της Τουρκίας. Αφ΄ ενός προς το τέλος του 1920 συγκρούστηκε ανοικτά με τον Ετέμ που αρνήθηκε να προσχωρήσει στις τακτικές κεμαλικές στρατιωτικές δυνάμεις, αφ’ ετέρου στις αρχές του 1921 δολοφόνησε, με «διακριτικότητα» όλη την ηγεσία του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τερματίζοντας την απειλή που μπορεί να συνιστούσαν.

Ενδιαφέρον είναι το σκεπτικό του Κεμάλ, που διατυπώθηκε σε επιστολή του προς τον Καραμπεκίρ, ότι η εξουδετέρωση του Τ.Κ.Κ ήταν κρίσιμη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της σοβιετικής συμμαχίας, αφού οι σοβιετικοί θα υποστήριζαν τους κεμαλικούς κατ΄ αποκλειστικότητα μόνον εάν ήταν πεπεισμένοι ότι δεν υπήρχε προοπτική για το Τ.Κ.Κ.

Με την εσωτερική κομμουνιστική δραστηριότητα κατεσταλμένη χωρίς ιδιαίτερη αντίδραση από τη Μόσχα, κυρίως όμως με το ζήτημα του Καυκάσου λυμένο, οι δύο πλευρές είχαν πλέον σχεδόν μόνον κοινά συμφέροντα. Μετά την δολοφονία του Σουμπχί και των συνεργατών του, αναχώρησε πολυμελής τουρκική αντιπροσωπεία για τη Μόσχα. Στις 20 Ιανουαρίου του 1921 αναχώρησε από την Άγκυρα για τη Μόσχα μεγάλη τουρκική αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τέσσερεις διακριτές επιτροπές και με αποστολή να ολοκληρώσει την υπογραφή της συνθήκης που πέντε μήνες πριν είχε παραμείνει στις μονογραφές.

Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 26 Φεβρουαρίου και ολοκληρώθηκαν με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης και Αδερφοσύνης στις 16 Μαρτίου. Η συνθήκη ουσιαστικά επικύρωνε τα όσα είχαν συμφωνηθεί κατά την προηγούμενη φάση ενώ αναγνώριζε το εδαφικό καθεστώς του Καυκάσου όπως είχε, πλέον, διαμορφωθεί. Ενδιαφέρον είναι ότι ένας από τους όρους της συνθήκης αφορούσε την υποχρέωση της κάθε πλευράς να εμποδίσει τη «διάδοση της δικής της προπαγάνδας στο έδαφος της άλλης χώρας».

Η Σοβιετική πλευρά ζήτησε τα σχετικά με την οικονομική και υλική βοήθεια προς την κεμαλική Τουρκία που θα συνόδευε τη συνθήκη και τα οποία θα καθορίζονταν στη συνέχεια, με τη συνέχιση των συνομιλιών, να παραμείνουν απόρρητα προκειμένου να μην προκαλέσει τη Μεγάλη Βρετανία. Πράγματι, την εποχή εκείνη η Σοβετική Ρωσία ακροβατούσε προκειμένου να αντιμετωπίσει τη βρετανική απειλή στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς όμως να έρθει σε άμεση σύγκρουση με τη Γηραιά Αλβιώνα, κι αυτό για δύο λόγους.

Αφ΄ ενός προκειμένου να αποφύγει την άμεση βρετανική δυναμική αντίδραση, αφ΄ετέρου προκειμένου να επιτύχει την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας μαζί της, συμφωνία που ήταν ήδη υπό διαπραγμάτευση. Οι σοβιετικοί απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην υπογραφή της συμφωνίας γιατί αυτή αφ΄ενός αποτελούσε μια «ντε φάκτο» νομική αναγνώριση του νέου κράτους το οποίο τη στιγμή εκείνη παρέμενε παρίας της διεθνούς κοινότητας και άρα υποκείμενος συνεχώς στον κινδυνο επεμβάσεων προκειμένου να «επαναφερθεί» στη νομιμότητα, αφ΄ ετέρου γιατί το οικονομικό σκέλος της συμφωνίας θα αποτελούσε μια απολύτως απαραίτητη εκείνη τη στιγμή ανακούφιση της σοβιετικής οικονομίας. Το ότι η σοβιετική πλευρά ισορροπούσε ανάμεσα στους δύο αυτούς στόχους ήταν και ο λόγος που απέφυγε εξ αρχής συστηματικά το  θέμα της ανοικτής συμμαχίας ή εμφανούς συνεργασίας στην αντιμετώπιση των ελληνικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία.

Εικόνα: Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ ως διοικητής του στρατού το 1918.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1921 αφίχθη στην Άγκυρα ο Μιχαήλ Φρούντζε επικεφαλής «Ουκρανικής» αντιπροσωπείας. Η επίσκεψη αυτή έδωσε ιδιαίτερη ώθηση στις ήδη στενές τουρκο-σοβιετικές σχέσεις. Ο Φρούντζε απήυθυνε χαιρετισμό στη «Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση», ενώ επισκέφθηκε τουρκικά στρατεύματα και παρακολούθησε ασκήσεις.

Κυρίως, όμως, ο Κεμάλ επεδίωξε και αποκατέστησε σχέση ιδιαίτερης προσωπικής εμπιστοσύνης και φιλίας με τον Φρούντζε, όπως αποτυπώνεται στις υπηρεσιακές αναφορές του τελευταίου. Στις αναφορές του προς τον Τσιτσέριν ο Φρούντζε τονίζει τις ελλείψεις του τουρκικού στρατού και εισηγείται ένθερμα τη χορήγηση υλικής βοήθειας καθώς και την καταβολή της εκκρεμούς δόσης 3,5 εκατομμυρίων ρουβλίων (βλέπεται παρακάτω). Η επίσκεψή του λήγει στις 5 Ιανουαρίου του 1922, αφού στις 3 Ιανουαρίου έχει υπογραφεί «τουρκο-ουκρανική» συμφωνία ειρήνης.

Κατά την αναχώρησή του ο Φρούντζε συναντά τον προσερχόμενο νέο ρώσο πρέσβυ στην Άγκυρα Συμεών Αραλώφ. Ο Αραλώφ δεν είναι ένας απλός διπλωμάτης ή επαναστάτης. Ο Αραλώφ ήταν αξιωματικός πληροφοριών του τσαρικού στρατού που είχε μεταπηδήσει στους μπολσεβίκους κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και ήταν κεντρικό πρόσωπο των νέο-ιδρυθεισών μυστικών υπηρεσιών.

Ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της «Τσέκα», ενώ τον Οκτώβριο του 1918 ορίστηκε οργανωτής και επικεφαλής της νέας στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, της «G.R.U». Από τη θέση αυτή αποχώρησε το 1920 προκειμένου να αναλάβει κρίσιμες πολιτικο-στρατιωτικές αποστολές στο εξωτερικό. Μία από τις κυριότερες ήταν η τοποθέτησή του στην Άγκυρα, όπου δεν ήταν απλώς πρέσβυς αλλά ταυτόχρονα και οργανωτής και επικεφαλής του ισχυρότατου δικτύου πληροφοριών της «G.R.U» στη χώρα.

Το «Ανατολίτικο παζάρι» για το ύψος της βοήθειας.

Σχετικά με το ακριβές ύψος και περιεχόμενο της σοβιετικής βοήθειας υπάρχουν αρκετές διαφορετικές εκδοχές που όμως αποτελούν παραλλαγές μίας βασικής εικόνας. Καθώς δεν υπάρχει ένα μοναδικό επίσημο σοβιετικό ή τουρκικό έγγραφο που να συνοψίζει τη βοήθεια, η εικόνα σχετικά με αυτήν συντίθεται από τις διάφορες αναφορές σε αυτήν που συχνά είναι αποσπασματικές, χωρίς πάντως να υπάρχουν  αντιφάσεις ή σημαντικές διαφοροποιήσεις.

Η σοβιετική βοήθεια παρασχέθηκε σε δύο βασικές φάσεις. Η πρώτη φάση ξεκίνησε με την αρχική μονογραφή της τουρκο-σοβιετικής συμφωνίας του Αυγούστου του 1920, η οποία οδήγησε στη σύσφιξη των σχέσεων αλλά όχι και στην υπογραφή συμφωνίας εξ αιτίας του θέματος της Αρμενίας. Παρ’ όλα αυτά, οι συνομιλίες για την οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση των κεμαλικών είχε σαν αποτέλεσμα την έναρξη της βοήθειας.

Τον Σεπτέμβριο του 1920 ο σοβιετικός πρόξενος στη Θεοδοσιούπολη, δηλαδή το σημερινό Ερζερούμ, Ούπμαλ-Ανγκάρσκυ μεταβίβασε στους κεμαλικούς 1.000.000 χρυσά ρούβλια και 200,6 κιλά χρυσού. Η πρώτη αυτή βοήθεια αναφέρεται και σε απομνημονεύματα τούρκων πολιτικών, πιθανόν χωρίς πρωτογενή γνώση της μεταβίβασης. Η εφεκτική στάση των σοβιετικών εξ αιτίας του θέματος της Αρμενίας κατά την αμέσως επόμενη περίοδο οδήγησε στη διακοπή της βοήθειας μέχρι τη συμφωνία του Μαρτίου του 1921.

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η συμφωνία για τη χρηματική και υλική βοήθεια που θα παραχωρούσε η Σοβιετική Ρωσία στην Τουρκία δεν συμπεριελήφθη στη βασική «Συνθήκη Ειρήνης και Αδερφοσύνης» του Μαρτίου του 1921 αλλά συμφωνήθηκε να καθοριστεί στις συνομιλίες που ακολούθησαν τη σύναψη της συνθήκης ώστε να παραμείνουν απόρρητες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι εξ αρχής, ρητώς και από τις δύο πλευρές η παροχή της βοήθειας προς την Τουρκία είχε ως σκοπό τη συνέχιση του πολέμου κατά της Ελλάδος. Το αρχικό αίτημα της τουρκικής αντιπροσωπείας αφορούσε την παροχή 150.000.000 χρυσών ρουβλίων ως χρηματική ενίσχυση. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Σοβιετικής Ρωσίας, για την ακρίβεια, η «Λαϊκή Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων» όπως ήταν η επίσημη ονομασία, η περίφημη «Ναρκομιντέλ», χαρακτήρισε σε εσωτερικό της έγγραφο το αίτημα ως «καθαρή υπερβολή ανατολίτικης νοοτροπίας».

Εικόνα: Με το διακανονισμό των Σεβρών τέθηκαν οι βάσεις για την ανάδειξη της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Η έκταση της ελληνικής επικράτειας έφθασε τα 173.779 τετρ. χιλιόμετρα και 7.156.000 πληθυσμό. Ουσιαστικά, τόσο η έκταση όσο και ο πληθυσμός του ελληνικού Βασιλείου τριπλασιάστηκε μέσα σε μια δεκαετία (1910-1920).

Το ποσόν που συμφωνήθηκε ήταν ύψους 10.000.000 χρυσών ρουβλίων. Σύμφωνα με τα τα σοβιετικά, επίσης, αρχεία, η βοήθεια αυτή φαίνεται να άρχισε να παρέχεται αμέσως. Τα 5.400.000. χρυσά ρούβλια μεταφέρθηκαν σε τρείς δόσεις τον Απρίλιο, το Μάιο και τον Ιούνιο του 1921, ενώ προς το τέλος του 1921 μεταφέρθηκαν ακόμη 1.100.000. χρυσά ρούβλια. Στις 3 Μαΐου του 1922 φαίνεται να μεταφέρθηκαν ακόμη 3.500.000 χρυσά ρούβλια που, σύμφωνα με τις, μάλλον πιο αξιόπιστες, σοβιετικές πηγές φαίνεται να ολοκλήρωναν την συμφωνημένη χρηματική βοήθεια.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ρωσίας Γεώργιος Τσιτσέριν, για την ακρίβεια «Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων», σε έγγραφό του προς τον Στάλιν αναφέρει ότι στις 20 Σεπτεμβρίου του 1921 οι τούρκοι επέμειναν να τους παρασχεθεί ποσόν 50.000.000 χρυσών ρουβλιών επιπλέον των 10.000.000 συμφωνημένων, αίτημα που δε φαίνεται να έγινε ποτέ δεκτό.

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η αποστολή μέρους της βοήθειας, και ειδικότερα μερους της δεύτερης δόσης, περί το 1.000.000 χρυσά ρούβλια, στον τούρκο ταγματάρχη Σαφφέτ προκειμένου αυτός να προμηθευτεί εξοπλισμό από τη Γερμανία επανέρχεται από όλες τις πηγές, χωρίς όμως αναφορές στο τι απέφερε η προσπάθεια αυτή.

Την ίδια εικόνα σοβιετικής βοήθειας, αν και με τα ποσά πολλαπλασιασμένα, αναφέρουν οι βρετανικές αναφορές πληροφοριών που φαίνεται να έχουν σχετική, αλλά όχι ιδιαίτερα ακριβή, πρόσβαση σε σοβιετικές πηγές. Οι βρετανικές μυστικές αναφορές επιβεβαιώνουν την αποστολή του 1.000.000 χρυσών ρουβλίων στην αρχή του θέρους του 1921 προκειμένου να αποκτηθεί γερμανικός εξοπλισμός.

Τελικά με της σημερινές αναλογίες πόσα λεφτά δόθηκαν στην Τουρκία;

Για να γίνει πιο κατανοητή η σημασία της σοβιετικής οικονομικής βοήθειας θα πρέπει να γίνει μια αναγωγή των αναφερομένων μεγεθών σε σύγχρονες τιμές. Το γενικότερο πρόβλημα της αναγωγής της αξίας οικονομικών μεγεθών του παρελθόντος σε σύγχρονες τιμές είναι ένα εγγενώς δύσκολο τεχνικό πρόβλημα. Για το λόγο αυτό οι αναγωγές δε διεκδικούν απόλυτη ακρίβεια αλλά γίνονται για να αποδοθεί η τάξη μεγέθους της βοήθειας που παρασχέθηκε από τους μπολσεβίκους στους κεμαλικούς.

Η πρώτη φάση της βοήθειας, που δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1920, συνίστατο σε 1.000.000 χρυσά ρούβλια και σε 200,6 κιλά χρυσού. Στις τρέχουσες τιμές εποχής τα δύο ποσά ισοδυναμούσαν σε 500.000 δολάρια και περίπου 140.000 δολάρια αντίστοιχα. Σε σύγχρονες τιμές τα ποσά αυτά αντιστοιχούν σε 50.000.000 δολάρια και 14.000.000 δολάρια αντίστοιχα, δηλαδή ένα σύνολο 65.000.000 δολαρίων.

Η δεύτερη φάση της βοήθειας, αυτή που δόθηκε τμηματικά από τον Απρίλιο του 1921 μέχρι τον Μάιο του 1922 ανερχόταν συνολικά σε 10.000.000. χρυσά ρούβλια, που αντιστοιχούσαν σε 5.000.000 δολάρια (ΗΠΑ) της εποχής και που ισοδυναμούν με περίπου 500.000.000 δολάρια ΗΠΑ σε σημερινές τιμές.

Έτσι, το σύνολο της οικονομικής βοήθειας προς τους κεμαλικούς ανέρχεται χοντρικά σε 5.640.000 δολάρια της εποχής εκείνης ή σε 564.000.000 σημερινά δολάρια ΗΠΑ. Αν λάβει κανείς υπ΄ όψιν το γεγονός ότι η Οθωμανική οικονομία, ούτως ή άλλως αδύναμη για το μέγεθος της αυτοκρατορίας προπολεμικά, είχε σχεδόν καταστραφεί από τα πέντε έτη εντατικού πολέμου, το γεγονός ότι το σύνολο της όποιας οικονομικής παραγωγής ήταν εμπράγματο με τη ανύπαρκτη νομισματική σταθερότητα, το γεγονός ότι οι κρατικοί θεσμοί, και δη οι φοροεισπρακτικοί είχαν ουσιαστικά ατονήσει, τότε αντιλαμβάνεται κανείς την κρίσιμη σημασία της οικονομικής αυτής βοήθειας.

Σε μία διαλυμένη χώρα και σε μία διαλυμένη οικονομία, η κεμαλική πλευρά βρέθηκε κατά τη διάρκεια της διεκδίκησης της εξουσίας να είναι η μόνη πλευρά με μεγάλες ποσότητες ρευστού, και μάλιστα στο μόνο νόμισμα που θα είχε βαρύτητα και αξιοπιστία στην Ανατολία και στο εξωτερικό, τα χρυσά νομίσματα. Η σημασία της βοήθειας, όχι μόνον στη στρατιωτική ενίσχυση της κεμαλικής μερίδας αλλά, πολύ περισσότερο στην πολιτική της επικράτηση είναι, προφανώς, καίρια.

Εικόνα: Ο πρώτος τούρκος κομμουνιστής ηγέτης Μουσταφά Σουμπχί.

Η βοήθεια υπό την μορφή υλικού εξοπλισμού.

Πέραν της χρηματικής βοήθειας, η τουρκο-σοβιετική συμφωνία αφορούσε και την παροχή υλικής υποστήριξης προς τους κεμαλικούς, βοήθεια για την οποία υπάρχει λιγότερο σαφής εικόνα, τουλάχιστον ως προς συγκεκριμένους τύπους που αυτή αφορούσε. Κατά την πρώτη φάση στις κεμαλικές δυνάμεις παραδόθηκαν το καλοκαίρι του 1920 6.000 τυφέκια, περισσότερα από 5.000.000 σφαίρες ελαφρού οπλισμού και 17.600 βλήματα πυροβολικού.

Οι παραδόσεις σταμάτησαν το Νοέμβριο του 1920 εξ αιτίας της τουρκικής εισβολής στην Αρμενία, αλλά επανελήφθησαν τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Η υλική βοήθεια δόθηκε, κατ΄ αντιστοιχία με την οικονομική, σε δύο φάσεις, με την μονογραφή της συμφωνίας του Αυγούστου του 1920 το πρώτο και λιγότερο σημαντικό μέρος, και μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Μαρτίου του 1921 το μείζον μέρος της.

Η δεύτερη και σημαντικότερη φάση της παροχής βοήθειας ξεκίνησε μετά τη συνθήκη του Μαρτίου του 1921. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής εστάλησαν προς την Τουρκία από το 1921 έως το 1922 μέσω των λιμένων του Νοβοροσίσκ, της Τοπσίδας και του Μπατούμι πολεμικός εξοπλισμός που συνίσταται σε 33.275 τυφέκια, 327 πολυβόλα, 63.000.000 φυσίγγια, 54 πυροβόλα, 130.000 βλήματα πυροβολικού, 20.000 αντιασφυξιογόνες προσωπίδες, 1500 σπάθες και μεγάλη ποσότητα λοιπού εξοπλισμού.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1921 παραχωρήθηκαν από τη σοβιετική κυβέρνση στους κεμαλικούς στην Τραπεζούντα τα αντιτορπιλικά «Ζιβόυ» και «Ζούτκιυ». Πέραν του πολεμικού εξοπλισμού, η σοβιετική κυβέρνηση παραχώρησε τον εξοπλισμό για δύο εργοστάσια παρασκευής πυρίτιδας καθώς και τον εξοπλισμό και την τροφοδότηση με πρώτες ύλες για ένα εργοστάσιο πυρομαχικών, πιθανότατα κατά το 1922.

Σκέψεις και συμπεράσματα.

Η πολιτική και οικονομική υποστήριξη της Σοβιετικής Ρωσίας υπήρξε για την Κεμαλική Τουρκία όχι απλώς η κρισιμότερη στρατηγική της σχέση αλλά ένας από τους κρισιμότερους παράγοντες της νίκης της. Η αρχική ανασυγκρότηση της τουρκικής αντίδρασης κατά το 1920, και η δυνατότητά της να επιβιώσει κατά τις μείζονες ελληνικές επιχειρήσεις του 1921, και η δυνατότητά της να αντεπιτεθεί με αποφασιστικές επιχειρήσεις κατά το θέρος του 1922 οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη σοβιετική υποστήριξη και θα ήταν απολύτως αδύνατη χωρίς αυτήν.

Οι ρίζες της υποστήριξης οφείλονται στη στενότατη σύγκλιση των γεωπολιτικών συμφερόντων των δύο πλευρών, σύγκλιση που ήταν μάλλον προφανής και στα δύο μέρη και η οποία συνετέλεσε στο να ξεπεραστούν ταχύτατατα οι δυσκολίες που οφείλονταν σε δευτερεύοντες ιδεολογικούς ή πολιτιστικούς λόγους. Η μοναδική στιγμή που ετέθη σε κάποιο κίνδυνο η στρατηγική αυτή σύγκλιση υπήρξε το καλοκαίρι του 1921, όταν υπό την πίεση των ελληνικών επιθέσεων και της ελληνικής διείσδυσης σε μεγάλο βάθος, οι Γάλλοι επιχείρησαν να προσεγγίσουν τους κεμαλικούς προκειμένου να τους αποσπάσουν από τη σοβιετική επιρροή.

Παρά τη γαλλική προσέγγιση, η κεμαλική πλευρά είχε αποκαταστήσει τέτοια σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους μπολσεβίκους που απλώς βελτίωσε τη διαπραγματευτική της θέση έναντι των τελευταίων χωρίς ποτέ να τεθεί σοβαρά σε αμφισβήτηση η στρατηγική σχέση των δύο πλευρών.

Επισημαίνεται ότι παρά το ετεροβαρές της συμμαχίας, η σχέση υπήρξε πάντοτε ισότιμη και σε καμία στιγμή το ασθενέστερο, και πλέον πιεζόμενο μέρος, η Κεμαλική Τουρκία, δεν δέχθηκε ή δε φέρθηκε ως εξαρτώμενο ή υποδεέστερο μέρος της σχέσης. Αντίθετα, η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε το διάστημα αδυναμίας της Σοβιετικής Ρωσίας στον Καύκασο κατά το φθινόπωρο του 1921 προκειμένου να αποσπάσει για την ίδια την μεταξύ τους διαφιλονικούμενη περιοχή της Αρμενίας, υπολογίζοντας ορθά ότι η γενικότερη σύγκλιση των στρατηγικών συμφερόντων θα υπερίσχυε του εκνευρισμού που η στάση τους προκαλούσε.

Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι το σύνολο της πολύ μεγάλης βοήθειας, οικονομικής και στρατιωτικής, δε δόθηκε υπό μορφή δανείου αλλά ως δωρεά, ούτε ετέθη ποτέ τέτοιο θέμα. Από οικονομικής απόψεως, η σοβιετική βοήθεια υπήρξε ο βασικός λόγος για τον οποίον το κεμαλικό κράτος διατηρούσε την ευχέρεια να λειτουργεί ως τέτοιο, εν απουσία ιδίων χρηματικών αποθεμάτων και με ελάχιστη δυνατότητα αγροτικής και μηδαμινή δυνατότητα βιομηχανικής παραγωγής κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Από στρατιωτικής απόψεως, η σημασία της σοβιετικής υποστήριξης υπήρξε επίσης ιδιαίτερα σημαντική. Επιχειρησιακά, οι φιλικές σχέσεις με τους μπολσεβίκους, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική τους αδυναμία στην περιοχή του Καυκάσου λόγω των εμπλοκών τους αλλού, επέτρεψε τη μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων από το μέτωπο του Καυκάσου στο ελληνικό μέτωπο, ιδιαίτερα μετά τη σύναψη της συμφωνίας του Μαρτίου του 1921 και την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων.

Οι δυνάμεις που μεταφέρθηκαν κατά τη φάση εκείνη εκ πρώτης όψεως δεν ήταν μαζικές. Όμως υπήρξαν ιδιαίτερα σημαντικές για τον εξής λόγο. Μετά την ανόητη «επιθετική αναγνώριση» του Δεκεμβρίου του 1920 και πολύ περισσότερο μετά τις ανεπιτυχείς επιχειρήσεις του Μαρτίου του 1921, η νέα ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία συνειδητοποίησε ότι οι κεμαλικές δυνάμεις ήταν σοβαρός αντίπαλος και απαιτούσε την κινητοποίηση όλου του δυναμικού που ήταν δυνατόν να κινητοποιηθεί προκειμένου να επιτύχουν οι επόμενες σχεδιαζόμενες επιχειρήσεις του Ιουνίου.

Εικόνα: Σοβιετική στρατιωτική βοήθεια: Βαρύ πολυβόλο Maxim PM M1910 με τη χαρακτηριστική ρωσική βάση και ασπίδιο (τύπου Sokolev), λάφυρο του ΕΣ. (Πολεμικό Μουσείο Αθηνών)

Η αποδέσμευση τουρκικών δυνάμεων από το προσανατολισμένο προς τον Καύκασο όπως το τουρκικό XV Σώμα Στρατού, σε συνδυασμό με τις δυνάμεις που αποδεσμεύονταν από το XIII Σώμα Στρατού, εξουδετέρωνε την ελληνική στρατηγική υπερπροσπάθεια. Μάλιστα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι πέραν των σχηματισμών που κινήθηκαν προς τα δυτικά, το τουρκικό δυτικό μέτωπο τροφοδοτήθηκε κατά την περίοδο αυτή με υλικό και άντρες από τους σχηματισμούς της ανατολής, γεγονός που δεν αποτυπώνεται στη διάταξη μάχης των κεμαλικών δυνάμεων.

Η οριακή έκβαση και ο επιχειρησιακά αμφίρροπος χαρακτήρας των μαχών του Ιουνίου και του Αυγούστου καθιστούσε κρίσιμη ακόμη και την κάθε μία επιπλέον μεραρχία που μπορούσε να εμπλακεί στον αγώνα. Η ίδια εύνοια παρασχέθηκε στον Κεμάλ κατά μείζονα λόγο κατά τον Αύγουστο του 1922, όταν ο τουρκικός στρατός είχε τη δυνατότητα να επιτύχει μια πρωτοφανή στρατηγική συγκέντρωση των δυνάμεών του νότια της εξέχουσας του Αφιόν Καραχισάρ.

Από πλευράς εξοπλισμού, η σοβιετική υποστήριξη υπήρξε κρίσιμος παράγων. Η ενίσχυση του τουρκικού πυροβολικού με 54 πυροβόλα είναι σημαντική αλλά όχι εντυπωσιακή, καθώς συνεισέφερε περίπου το 15% της δυνάμεως πυροβολικού του Αυγούστου 1922. Χωρίς όμως  πληροφορίες σχετικά με τους τύπους που αυτή αφορούσε δε μπορεί να αποτιμηθεί με ακρίβεια. Πολύ σημαντικότερη είναι βέβαιο ότι υπήρξε η προμήθεια ελαφρού οπλισμού που έλειπε δραματικά από τον κεμαλικό στρατό, ακόμη και κατά την τελική φάση των επιχειρήσεων. Τα πολυβόλα που παραχωρήθηκαν επαρκούσαν για τον εξοπλισμό περίπου 9 μεραρχιών, ενώ τα τυφέκια επαρκούσαν για τον εξοπλισμό περισσοτέρων από 6 μεραρχίες.

Πολύ σημαντικότερη όλων φαίνεται να είναι η ροή πυρομαχικών και λοιπόν εφοδίων που επέτρεπαν στον κεμαλικό στρατό να παραμένει επιχειρησιακός. Ο όγκος των βλημάτων πυροβολικού που παραχωρήθηκαν, καθώς και η πολύ περιορισμένη δυνατότητα ίδιας παραγωγής πυρομαχικών εκ μέρους της τουρκική πλευράς, που μέχρι την παραχώρηση της επιπλέον υποδομής από τους μπολσεβίκους περιοριζόταν στην υποδομή του πυριτιδοποιείου «Τοπ Χανέ» που οι τουρκικές υπηρεσίες είχαν μεταφέρει μυστικά και τμηματικά προς την Άγκυρα, έκαναν την σοβιετική υποστήριξη κρίσιμη για τη δυνατότητα διεξαγωγής μειζόνων επιχειρήσεων.

Η σημασία της σοβιετικής υποστήριξης φαίνεται και από την διαβόητη ρήση του Κεμάλ μετά την Εκστρατεία ο οποίος αναφερόμενος στον βομβαρδισμό της Ινεπόλεως από το Βασιλικό Ναυτικό τον Ιούνιο του 1921 δήλωσε ότι, «ενώ τα μάτια μου ήταν στο Σαγγάριο, τα αυτιά μου ήταν τεταμένα προς την Ινέπολη».

Εικόνα: Πλατεία Ταξίμ, Μνημείο Της Πολιτείας: Πίσω από τον Μουσταφά Κεμάλ και τον Φεβζί Τσακμάκ, στη δεύτερη σειρά, ο Μιχαήλ Φρούντζε (δεξιά) και ο Κλιμέντιος Βοροσίλωφ (αριστερά).

Οι Ρωσικοί λιμένες Νοβοροσίσκ, Τοπσίς, Μπατούμ και ο δρομος Ινέπολη – Κασταμονή – Άγκυρα ήταν πιθανότατα η μία από τις δύο βασικές οδούς στρατηγικού εφοδιασμού κατά το θέρος του 1921.Ατυχής υπήρξε για την ελληνική πλευρά η λήξη των σοβιετο-πολωνικών εχθροπραξιών τον Οκτώβριο του 1920, που οδήγησε στην υπογραφή ειρήνης μεταξύ των δύο πλευρών τον Μάρτιο του 1921. Ο τερματισμός των μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων της Σοβιετικής Ρωσίας, που απορροφούσαν πολύτιμους πόρους, σήμαινε ότι είχε πλέον τη δυνατότητα να αποδεσμεύσει ουσιώδεις πόρους προς την Τουρκία. Η στιγμή αυτή συνέπεσε με την έναρξη της ελληνικής εξόρμησης προς την ανατολή, προκειμένου να καταβληθεί η τουρκική αντίσταση.

Η οριακή τουρκική επιβίωση την άνοιξη και το θέρος του 1921 δείχνουν πόσο κρίσιμη υπήρξε η σοβιετική παρέμβαση. Τέλος, η παρέμβαση αυτή ουσιαστικά σήμαινε την αντίστροφη πορεία της ισχύος των δύο εμπολέμων πλευρών. Στις αρχές του 1921 αρχίζει από την ελληνική πλευρά, ταυτόχρονα με την έναρξη της μεγάλης τελικής στρατιωτικής προσπάθειας, η φθίνουσα πορεία της συνολικής της ισχύος λόγω της αποκοπής της από τη συμμαχική υποστήριξη. Την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή η κεμαλική Τουρκία αρχίζει να δέχεται συνεχείς και έντονες ενέσεις υλικής, οικονομικής και πολιτικής βοήθειας από τη Σοβιετική Ένωση.

Πηγές:

  • «Νέα Ρωσία και Νέα Τουρκία: τα πρώτα βήματα συνεργασίας 1920-1930», ΥΠ.ΕΞ. Ρωσίας, 2010.
  • Earl Ziemke, «The Red Army 1918-1941: From Vanguard of the World Revolution to US Ally».
  • George Gawrych, «The Young Atatürk: From Ottoman Soldier to Statesman of Turkey».
  • Sean McMeekin, «History’s greatest heist – Τhe looting of Russia by the Bolsheviks».
  • Ανδρέας Ζαπάντης, «Ελληνο-σοβιετικές Σχέσεις 1917-1940», Εστία, 1989.
  • Richard Debo, «The Foreign Policy of Soviet Russia».
  • Goekay Buelent, «Soviet Eastern Policy and Turkey».

2 thoughts on “Η “συνεργασία” Τούρκων και Σοβιετικών κατά την διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

    • Author gravatar

      Μια χαρά εναντίον όλου αυτού του πλήθους του μπολσεβίκικου πολεμικού υλικού αλλά ακόμη κ η ενίσχυσή του από δυτικούς πρώην συμμάχων μας, πάλεψε ο εγκατελειμένος από την βασιλευομένη ελληνική κυβερνηση κ δίχως συμμάχους ο στρατός μας.
      Οι μπολσεβίκοι μας φταίνε καο όχι το ελληνικό κατεστημένο που συνέχισε ξεβράκωτο τον πόλεμο καταργώντας την Συνθήκη των Σεβρών;
      Γιατί μας άφησαν οι άγγλοι γάλλοι ιταλοί κ συμμάχησαν με τον Κεμάλ Ατατούρκ.
      Υπεράνω όλων τα ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥΣ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.