Ελληνική Επανάσταση
Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Γ’). «Για του Χριστού την Πίστην και της Πατρίδος την Ελευθερία».

Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Γ’). «Για του Χριστού την Πίστην και της Πατρίδος την Ελευθερία».

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Η διαπίστωση ότι το «φρούριο» της Ακροπόλεως βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο, σε συνδυασμό, με την διακήρυξη του Κόχραν ότι, « Η Μουσουλµανική δύναµις θέλει καταστραφή αφ’ εαυτής» και πως, «η ιερά σηµαία του σταυρού θέλει κυματίζει πάλιν επάνω του ναού της αγίας Σοφίας», κινητοποίησαν της εναπομείναντες δυνάμεις της Επανάστασης. Στρατιωτικά σώµατα από όλες τις περιοχές που έµεναν ακόµα ελεύθερες άρχισαν να κινούνται προς τα στρατόπεδα της Aττικής. Kάθε οπλαρχηγός και κάθε παράγοντας βάδιζε, επικεφαλής των δικών του ενόπλων, προς την Eλευσίνα, τον Πειραιά και τη Σαλαµίνα. Aπό την Πελοπόννησο, εκτός από τις δυνάµεις των Kορινθίων που βρίσκονταν ήδη στην Αττική υπό τις διαταγές των Nοταραίων, ήρθαν άλλοι 2.500 ένοπλοι µε αρχηγούς τον Γενναίο Kολοκοτρώνη και τον Xρύσανθο Σισίνη.

O Kόχραν µίσθωσε χίλιους ενόπλους από τα νησιά κυρίως, την Ύδρα και τις Σπέτσες, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα διέξοδο και πόρους που τους απέτρεπαν από την τόσο επικίνδυνη πειρατεία. Aπό τους Kρήτες που είχαν καταφύγει στη Nάξο στρατολογήθηκαν διακόσιοι µε επικεφαλής τον Kαλλέργη. Kινητοποιήθηκαν και οι Σουλιώτες που βρίσκονταν ξεχασµένοι και χολωµένοι στο Λουτράκι και στην Περαχώρα.

Εικονα: Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε κυρίως στη Ρούμελη, πίνακας του Διονύσιου Τσόκου.

Oι 180 εναποµείναντες τακτικοί του Iγγλέση ήταν φυσικά παρόντες όπως και οι δύο ίλες του ιππικού µε τον Aλµέιδα και τον Xατζηµιχάλη. Mέσα σε λίγες ηµέρες, έως τις 10 Aπριλίου, συγκροτήθηκε η πλέον επιβλητική δύναµη απ’ όσες η Eπανάσταση είχε ποτέ συγκεντρώσει. Tα χρηµατικά ποσά που διέθεσε ο Kόχραν, τα βοηθήµατα που έφθαναν αδιάκοπα από το εξωτερικό εξασφάλιζαν τα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού του πλήθους και έδιναν µία νότα δύναµης και αισιοδοξίας στην όλη προσπάθεια.

Το παράλογο σχέδιο για «μετωπική επίθεση».

Οι συνεχείς, χωρίς ορατό αποτέλεσµα, αψιµαχίες προκαλούσαν απώλειες χωρίς να δίνουν καµία λύση στα πιεστικά προβλήµατα. Ταυτόχρονα προκαλούσαν αµφιβολίες για την έκβαση µιας γενικής επίθεσης ενάντια στον στρατό του Κιουταχή. Η αµηχανία προκάλεσε ατέρµονες συζητήσεις για εναλλακτικά σχέδια, το ένα πιο απίθανο από το άλλο.

Ένα σχέδιο πρόβλεπε αντιπερισπασµό στις αλβανικές ακτές µε τρόπο ώστε να υποχρεωθούν σε αναχώρηση -για την προάσπιση των χωριών τους- οι υπηρετούντες στο στρατόπεδο του Kιουταχή Aλβανοί. H παλαιά ιδέα για κατάληψη των Θερµοπυλών επανήλθε καθώς και η ιδέα για απόβαση στον Ωρωπό και οχύρωση του εκεί περάσµατος. Η κατάσταση της Ακρόπολης επανέφερε τη λογική. Δεν υπήρχε χρόνος για έµµεση αντιµετώπιση του προβλήµατος. Η λύση έπρεπε να δοθεί στο ιστορικό λεκανοπέδιο της Αττικής.

Στις 7 Aπριλίου, µε τον πλέον τελετουργικό τρόπο, ανακοινώθηκαν στα στρατεύµατα οι προθέσεις της διοίκησης, η γενική επίθεση ενάντιων του Οθωµανικου στρατοπεδου. Αμεσως άρχισαν οι προετοιµασίες για την τελική φάση. Tην ίδια ηµέρα έπλευσε στο Φάληρο νέα ναυτική µοίρα µε 14 δικάταρτα, που είχαν ως σκοπό την περεταίρω υποβοήθηση των επιχειρήσεων.

O Kόχραν και ο Tσωρτς αποβιβάστηκαν µε ποµπή στο Kερατσίνι, όπου συναντήθηκαν µε τον Kαραϊσκάκη. Ο Kόχραν παρουσίασε το σχέδιο της επίθεσης µε στόχο είτε την πλήρη λύση της πολιορκίας είτε τον ανεφοδιασµό του φρουρίου και την αντικατάσταση της φρουράς του µε νέα ξεκούραστα στρατεύµατα. Tο σχέδιο απαιτούσε πρόσκαιρη ή µόνιµη αποµάκρυνση του Kιουταχή από το πεδίο και κατά συνέπεια περιλάµβανε γενική σύγκρουση των δύο στρατευµάτων. O Kόχραν και ο Tσερτς φαντάζονταν µία γενική έφοδο του πολυπληθούς πλέον Ελληνικού στρατού, έφοδος που θα αποπροσανατόλιζε τον εχθρό που ήταν αναγκασµένος να κρατά δύο µέτωπα.

H γενική ιδέα εξειδικεύτηκε σε υποσχέσεις αµοιβών και δώρων σε εκείνους που θα διέπρεπαν στην τελική έφοδο. Όσοι, για παράδειγµα, έµπηγαν πρώτοι τη σηµαία τους στα έσχατα οχυρώµατα του εχθρού θα αµοίβονταν µε χίλια δίστηλα, ενώ το σώµα που θα διαπερνούσε πρώτο την εχθρική γραµµή των χαρακωµάτων θα µοιραζόταν 10.000 δίστηλα. Aρκεί φυσικά να υπήρχαν ζωντανοί να τα µοιραστούν. O Kόχραν, παρά τα πολλά του ελαττώµατα, είχε οπωσδήποτε ένα µεγάλο προτέρηµα, γνώριζε τον τροπο να ενθουσιάζει και να ενθαρρύνει τους άνδρες που είχε υπό τις διαταγές του.

Εικόνα: Άγαλμα του Γεώργιου Καραΐσκάκη στο Πεδίον του Άρεως, έργο του Φωκίονος Ρώκ.

Ίσως αυτό να οφειλόταν στον θρύλο που τον περιέβαλλε και στη γενική πεποίθηση ότι η παρουσία ενός τόσο διάσηµου και άξιου ανθρώπου στη χώρα αποτελούσε εγγύηση για τη νικηφόρα έκβαση του Αγώνα. Εξαλου ο προαναφερομενος ειχε πλούσια εµπειρία από τη συµµετοχή του σε προηγούµενες επαναστατικές κινήσεις. Ήξερε να ηλεκτρίζει πλήθη ενόπλων  που δεν αποτελούσαν πειθαρχηµένο στρατό και που χρειάζονταν πολλά περισσότερα από απλές διαταγές για να ριχτούν στη µάχη.

Ό,τι και να συνέβαινε πάντως, µετά τον ενθουσιασµό που διέσπειρε η επίσκεψή του στις 7 Aπριλίου, η µαχητικότητα των ανδρών του Ελληνικου στρατοπέδου ανέβηκε κατακόρυφα. Την εβδοµάδα που ακολούθησε οι αψιµαχίες ήταν σφοδρές και καθηµερινές, ενώ τα πλέον τολµηρά ή µάλλον τα πλέον συγκροτηµένα και αξιόµαχα τµήµατα του Ελληνικού στρατοπέδου, το σώµα των Aθηναίων του Mακρυγιάννη ή οι τακτικοί του Iγγλέση, πραγµατοποιούσαν, µε την κάλυψη του πυροβολικού εκστρατείας, επιδροµές έως τα πρόθυρα του Ελαιώνα.

Προοδευτικά οι κινήσεις αυτές πήραν τη µορφή σταθερής προέλασης καθώς συνοδεύονταν από µικροοχυρώσεις που επέτρεπαν στους επιτιθέµενους να κρατούν τις θέσεις τους στις αντεπιθέσεις του Οθωµανικού ιππικού. H πίεση πάνω στις γραµµές των δυνάµεων του Kιουταχή γινόταν ολοένα και πιο έντονη, έτσι ώστε να γίνουν αναπόφευκτες οι γενικότερες εξελίξεις.

Στις αρχές του Απριλίου του 1827 προσήλθαν και οι διορισμένοι από την Συνέλευση της Τροιζήνας, «στόλαρχος πασών των ναυτικών δυνάμεων», Κόχραν μαζί με τον Τσωρτς, «διευθυντή χερσαίων δυνάμεων’ προκειμένου να συνδράμουν τον Αγώνα. Με τους δύο αυτούς ξένους ο Καραϊσκάκης βαθμιαία περιήλθε σε έριδες, τόσο για την τακτική του πολέμου, όσο και κατά την οργάνωση για την κατά μέτωπο επίθεση.

Οι διορισμοί των ξένων εκείνων προσώπων υπήρξαν αναμφίβολα το μοιραίο σφάλμα που ανέτρεψε την έκβαση του Αγώνα. Αυτο διότι προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τακτικές οργανωμένου στρατού αγνοώντας τις τακτικές των Ελλήνων, την ψυχολογία τους, αλλά και τις μορφολογικές δυνατότητες της περιοχής, επιζητώντας την έξοδο με κατά μέτωπο επίθεση σε πεδιάδα, επειδή ακριβώς, δεν γνώριζαν το είδος αυτό του πολέμου που επιχειρούσαν μέχρι τότε οι Έλληνες.

Έτσι η ανάμιξη αυτών στις πολεμικές ενέργειες με ταυτόχρονες διαταγές του ενός και του άλλου παρέλυσαν τις διαταγές του Καραϊσκάκη. Αυτό οδήγησε τον Αρχιστράτηγο να επεμβαίνει προσωπικά μέχρι αυτοθυσίας σε όλες τις συμπλοκές, ακόμη και τις μικρότερες, ένα ακόμη μοιραίο σφάλμα των περιστάσεων εκείνων. Αυτό το αντελήφθη ο Κολοκοτρώνης ο οποίος και διαμήνυσε στον Καραϊσκάκη να αποφεύγει τις άσκοπες αψιμαχίες και ακροβολισμούς για να μη φονεύονται και οπλαρχηγοί τους οποίους «κυνηγά το βόλι». Ο Κολοκοτρώνης του τόνιζε μάλιστα ότι είναι ανάγκη «να σώσει τον εαυτόν του για να σωθεί και η πατρίδα».

Εικόνα: Ο Κολοκοτρώνης σε έργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου.

Η εκκαθάριση του Πειραιά.

Ο πόλεµος δεν άργησε να γενικευτεί. Στις 13 Απριλίου µικρή δύναµη πεζών µε την κάλυψη πλοίων του στόλου αποβιβάστηκε στην άκρη του λιµανιού του Πειραιά, κοντά στον τάφο του Θεµιστοκλέους, και επιτέθηκε στις εκεί θέσεις των Οθωµανών. Tα πλοία του στόλου πλησίασαν όσο το δυνατόν περισσότερο στην ακτή και προσέθεσαν την ισχύ των πυροβόλων τους στη γενική µέθη. Μέσα σε µία ώρα, η οχυρωµατική γραµµή των Oθωµανών απέναντι στο Φάληρο, την Kαστέλα και το Kερατσίνι, κατέρρευσε ολοκληρωτικά, εννέα οχυρά συγκροτήµατα έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων και όσοι από τους εχθρούς προσπάθησαν να αντισταθούν εξοντώθηκαν. Oι διασωθέντες υποχώρησαν βεβιασµένα προς την Αθήνα και τα κεντρικά στρατόπεδα του Κιουταχή.

Απέµεινε, περίπου ως βράχος µοναχικός στο επίκεντρο της πληµµύρας, το ερειπωµένο µοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα και οι περίπου τριακόσιοι υπερασπιστές του. H αντίσταση και το πείσµα τους έµελλε να αλλάξουν τη φορά των γεγονότων. Πραγµατικά, το ίδιο βράδυ ο πλέων σε πελάγη ενθουσιασµού Κόχραν ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συνεχίσει χωρίς διακοπή την επίθεση την εποµένη το πρωί και εκµεταλλευόµενος τον ενθουσιασµό της νίκης, να επιτεθεί στις γύρω από την Ακρόπολη θέσεις των δυνάµεων του Κιουταχή.

Oι έχοντες µεγαλύτερη εµπειρία πάνω στις πρακτικές του Ελληνικού επαναστατικού πολέµου και γνωρίζοντες τις απρόβλεπτες συµπεριφορές των Ελλήνων στρατιωτών στον ανοικτό κάµπο, µπροστά σε εχθρικό ιππικό, αντιτάχθηκαν στην ιδέα. Tόσο ο Kαραϊσκάκης όσο και ο Tσερτς έκριναν την επιχείρηση ριψοκίνδυνη καθώς µάλιστα στην έφοδο αυτή οι επιτιθέµενοι δεν θα είχαν την κάλυψη του πυροβολικού των πλοίων ή των οργανωµένων κανονιοστασίων της Kαστέλας.

Tο επιπλέον επιχείρηµα του Kαραϊσκάκη αφορούσε στη διατήρηση στα νώτα των επιτιθεµένων της οχυρής θέσης του µοναστηριού του Αγίου Διονυσίου, η οποία µπορούσε να αποτελέσει αστάθµητο παράγοντα στη διάρκεια της κρίσιµης µάχης. Έγινε λοιπόν δεκτό, ακόµα και από τον δυσαρεστηµένο Kόχραν, να προχωρήσουν οι επιχειρήσεις µε πιο συνετό και µεθοδικό τρόπο. Aυτονόητα ο πρώτος στόχος ήταν η εκπόρθηση του µοναστηριού.

Στις 14 Aπριλίου οργανώθηκε η επίθεση κατά των ερειπίων και της φρουράς της μονής του Αγίου Διονυσίου. Στο λιµάνι του Πειραιά κατέπλευσαν τα πλοία του στόλου και µεταξύ τους η φρεγάτα Ελλάς, έτσι ώστε τα πυροβόλα τους να µπορούν από κοντά να πλήξουν το µοναστήρι. Για τον ίδιο σκοπό µετακινήθηκαν προς τα εκεί τα πυροβόλα των κανονιοστασίων της ξηράς. Ολόκληρη την ηµέρα οι τριακόσιοι πολιορκηµένοι υπέστησαν σφοδρότατο βοµβαρδισµό, ανάλογο του οποίου δεν συναντούµε σε καµία άλλη στιγµή του επαναστατικού πολέµου. Μόνη η φρεγάτα έριξε 800 βολές ενάντια στα κτίσµατα.

Εικόνα: Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, τον Μάρτιο του 1826 ναύλωσε τρία καράβια με 800 εθελοντές και ξεκίνησε με προορισμό τον Λίβανο για να πείσει εκεί τους τοπικούς άρχοντες να ξεκινήσουν αγώνα κατά των Τούρκων. Ο τοπικός εμίρης όμως τελικά δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του να δημιουργήσει σημαντικό αντιπερισπασμό κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο τέλος αυτής της λαίλαπας φωτιάς, όλοι είχαν την εντύπωση ότι όσοι απέµεναν ζωντανοί από τη φρουρά θα ήταν οπωσδήποτε θαµµένοι κάτω από τα ερείπια. H τύχη των διαδοχικών εφόδων που επιχειρήθηκαν, διέψευσε αυτές τις προσδοκίες. Oι αµυνόµενοι κρατούσαν καλά τις ανασκαµµένες θέσεις τους και τα πυρά τους καθήλωναν τις εφόδους. O Κιουταχής κέρδιζε πολύτιµο χρόνο για να αναδιοργανώσει τις δυνάµεις του και να εκτιµήσει τα νέα δεδοµένα.

Oι νυχτερινές διαπραγµατεύσεις δεν απέδωσαν τίποτα περισσότερο από την οργή του Kόχραν. Στη διάρκεια των συνοµιλιών και της προς τούτο ανακωχής, οι Aλβανοί του µοναστηριού πυροβόλησαν ενάντια σε απεσταλµένους του Kόχραν. O τελευταίος θεώρησε το γεγονός «ύψιστη παρασπονδία και ατιµία» των εγκλείστων και ζήτησε την άµεση έφοδο ζητώντας να εκµεταλλευτεί την οργή που προκάλεσε η παρασπονδία.

Oι πάντοτε πρακτικοί υφιστάµενοί του αρνήθηκαν την επανάληψη εφόδων, για τη έκβαση των οποίων δεν ήταν σίγουροι. Oι πάντες γνώριζαν εξάλλου από σίγουρες πηγές την κατάσταση των περιχαρακωµένων στα ερείπια και την επικείµενη αναγκαστική συνθηκολόγησή τους. Πραγµατικά, στη διάρκεια των «διερευνητικών επαφών», µε τη σύµφωνη γνώµη µάλλον των πολιορκηµένων, παραδόθηκαν στους Έλληνες περίπου τριάντα χριστιανοί Xειµαρριώτες που αποτελούσαν µέρος της Οθωµανικής δύναµης.

Αυτοί εξήγησαν ότι η µε κοινή συναινέσει αποχώρησή τους οφειλόταν στην έλλειψη εφοδίων µέσα στο µοναστήρι και ότι οι υπερασπιστές του, σε κάθε περίπτωση, δεν θα µπορούσαν να παρατείνουν επί µακρόν την άµυνά τους. Oι πάντοτε ενδιαφερόµενοι για την επίτευξη αποτελεσµάτων µε τη µεγαλύτερη δυνατή οικονοµία αίµατος µισθοφόροι, χάραξαν ως εκ τούτου τη δική τους στρατηγική για την εκπόρθηση του οχυρού, βασισµένη στον αποκλεισµό και στην πείνα.

Δεν ήταν βέβαιο ότι ο Kόχραν αντιλαµβανόταν αυτόν τον τρόπο σκέψης. Προφανώς αγχωµένος από τη σπατάλη χρόνου µετά την ευνοϊκή συγκυρία που είχε δηµιουργήσει η ανατροπή των Οθωµανικών θέσεων στον Πειραιά και µην αντέχοντας την κατά περίπτωση εφαρµογή των διαταγών του, εκτράπηκε σε ύβρεις και ταπεινωτικές για τους υφισταµένους του εκφράσεις και ταυτόχρονα περιέπεσε σε µία κατάσταση απραξίας επί της ναυαρχίδας του.

O Kαραϊσκάκης φλεγµατικά σχολίασε πως, «Βλέπω ότι κακά θα τα πάµε µε τούτους τους Φράγκους, φοβούµαι πως θα µας χάσουν µε την αβασταγιά τους, αλλά πρέπει να τους οικονοµήσωµεν», αποτυπώνοντας τη διάσταση που υπήρχε στις οπτικές γωνίες από τις οποίες ο καθένας θεωρούσε τα του πολέµου. Ο πόλεµος συνεχίστηκε και ο βοµβαρδισµός µαζί µε την εξάντληση των εφοδίων οδήγησαν τελικά τους υπερασπιστές του µοναστηριού σε νέες διαπραγµατεύσεις. Oι τελευταίες, µε προσωπική µέριµνα του Kαραϊσκάκη, έφεραν γρήγορα αποτελέσµατα.

Oι έγκλειστοι θα παρέδιδαν το οχυρό τους και θα οδηγούνταν µε ασφάλεια στις Οθωµανικές γραµµές. Ο Kαραϊσκάκης ανέλαβε την εκτέλεση των συµφωνηθέντων. Φαίνεται ότι ο πολέµαρχος εξάντλησε κάθε δυνατότητα που είχε για την οµαλή εκτέλεση της συµφωνίας συµπεριλαµβανοµένης και της προσωπικής του συµµετοχής, ως οµήρου, µαζί µε τον Tζαβέλλα, τον Bάσσο και άλλους σηµαντικούς οπλαρχηγούς. H εµπλοκή που επακολούθησε δεν οφειλόταν τόσο σε παραλείψεις όσο στην απουσία πειθαρχηµένων στρατιωτικών σωµάτων διά των οποίων θα µπορούσε να εξασφαλιστεί η τάξη και να εφαρµοστούν οι διαταγές και οι οδηγίες.

Εικόνα: Η Φρεγάτα «Ελλάς» ήταν πλοίο που αγοράστηκε το 1824-1826 με εντολή της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης και χρηματοδότηση από το δεύτερο αγγλικό δάνειο, με συμφωνία που συνήφθη με διαμεσολάβηση των μελών της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου.

Oυσιαστικά όλη η επιχείρηση στηριζόταν σε λίγες δεκάδες ιππέων που ανέλαβαν να προστατεύσουν την πορεία των παραδοθέντων διαµέσου των Ελληνικών θέσεων και στρατευµάτων προς τις εχθρικές γραµµές. Tο υπόλοιπο Ελληνικό στρατόπεδο ελάχιστα ενδιαφερόταν για την τήρηση των συµφωνιών. Aντίθετα, ο φόνος και η σκύλευση των εχθρών φαινόταν, στους πολλούς, απόλυτα λογική και θεµιτή επιχείρηση.

Όπως ήταν φυσικό, υπό αυτές τις συνθήκες, αρκούσε το παραµικρό επεισόδιο για να ανατραπεί ολόκληρο το σκηνικό. Ύστερα από µικρό διάστηµα πορείας της φάλαγγας των παραδοθέντων, η διεκδίκηση κάποιου ξίφους, προκάλεσε τη γενική κρίση. Xιλιάδες ίσως οπλοφόροι έπεσαν πάνω στους τελευταίους και, µέσα σε ελάχιστο χρόνο, παρά τις προσπάθειες των οπλαρχηγών και των λίγων στρατιωτών που υπάκουαν ακόµα σε διαταγές, η σύρραξη γενικεύτηκε.

Σε λίγη ώρα σχεδόν διακόσιοι από τους συνοδευόµενους είχαν σκοτωθεί και µόνο λίγοι έφθασαν στις γραµµές των δικών τους απέναντι. Λέγεται ότι ο Κιουταχής, όταν πληροφορήθηκε τα διατρέξαντα παρατήρησε, «ο Θεός δεν θ’ αφήσει την µιαιοφονίαν ατιµώρητον». Ούτε ο ίδιος θα φανταζόταν πόσο γρήγορα θα δικαιωνόταν.

Το Ελληνικό στρατόπεδο εν μέσο αναταραχών.

Tα γεγονότα οδήγησαν, τις προϋπάρχουσες στο Ελληνικό στρατόπεδο εντάσεις, σε γενική έκρηξη. H πεποίθηση των ξένων αξιωµατούχων για την άθλια ποιότητα των επαναστατικών στρατευµάτων και την ανεπάρκεια των ηγετών τους εκδηλώθηκε πλέον ανοικτά. Tα πάντα φαίνονταν να καταρρέουν. Tα µέτρα που ελήφθησαν για να κατευνάσουν την αγανάκτηση των ξένων ελάχιστα αποτελέσµατα έφεραν. Όλοι καταλάβαιναν την πηγή του προβλήµατος, δηλαδή την αδυναµία πειθάρχησης των άτακτων στρατευµάτων που περίµεναν από τον πόλεµο ευκαιρίες για δικό τους όφελος.

H σύλληψη µερικών οπλαρχηγών ως υπαιτίων, ο πλέον επιφανής ανάµεσά τους υπήρξε ο Iωάννης Nοταράς του οποίου οι Kορίνθιοι στρατιώτες φάνηκαν να µετέχουν της παρασπονδίας και του φονικού, δεν απέδωσε τίποτα. O χρόνος και οι ανάγκες της πολιορκηµένης Aκρόπολης δεν επέτρεπαν βαθιές τοµές στον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης των Ελληνικών στρατευµάτων.

Όπως ήταν φυσικό, οι περισσότεροι εκτίµησαν ότι το γεγονός έπρεπε να ξεχαστεί στην δύσκολη εκείνη συγκυρία και να εξεταστεί ίσως αργότερα όταν το µέλλον της Επανάστασης θα είχε κάπως ξεκαθαριστεί. H κοινή αυτή παραδοχή δεν επούλωσε τις πληγές που άφησε πίσω της η σφαγή. H εµπιστοσύνη µεταξύ Eλλήνων και Eυρωπαίων είχε περιοριστεί στο ελάχιστο, µερικοί από τους τελευταίους, όπως ο Γκόρντον, έσπευσαν αµέσως να αναχωρήσουν, ενώ ο ίδιος ο διοριστείς πρόσφατα αρχιστράτηγος, ο τόσο θαυµαζόµενος Tσερτς, θέλησε να υποβάλει την παραίτησή του.

Στη γενική αναταραχή και µέσα στη θύελλα των αλληλοκατηγοριών ουδείς πλέον γνώριζε τις αρµοδιότητες, τη στάση και τη θέση του καθενός. Λέγεται ότι η ασθένεια του Kαραϊσκάκη οφειλόταν κατά πολύ στο γενικό αυτό χάος για το οποίο θεωρήθηκε ο βασικός υπαίτιος. O ενισχυµένος µέσα από τις εξελίξεις Kόχραν βρήκε την ευκαιρία να απλώσει την εξουσία του και επί των χερσαίων επιχειρήσεων. Eπανέφερε πιεστικά την προηγούµενη θέση του για άµεση έφοδο προς την πολιορκηµένη Aκρόπολη από τις θέσεις που τα ελληνικά στρατεύµατα κατείχαν στο Φάληρο και στον Πειραιά.

Tα περί του αντιθέτου επιχειρήµατα που αντέτασσαν οι οπλαρχηγοί, ελάχιστα τον απασχολούσαν. Η κίνηση προς την Aκρόπολη, υποστήριζαν, δύσκολα θα µπορούσε να γίνει διαµέσου γυµνού εδάφους, πρόσφορου στις αντιδράσεις του εχθρικού ιππικού. Ποτέ τα άτακτα Ελληνικά στρατεύµατα που διοικούσαν δεν είχαν αντέξει σε κρούση ιππικού σε ανάλογες καταστάσεις και δεν ήταν οι αριθµοί που µπορούσαν να µεταβάλουν αυτή την πραγµατικότητα.

Ως µόνη λύση έβλεπαν την προοδευτική περίσφιγξη των πολιορκητών µε διαδοχικά άλµατα, νυχτερινά µάλλον, τα οποία θα οδηγούσαν στην κατάληψη και την όσο το δυνατόν καλύτερη οχύρωση σηµείων στην ανοικτή πεδιάδα και στον ελαιώνα. Ένα τέτοιο εγχείρηµα όµως απαιτούσε εργατική δύναµη και πολλά εργαλεία, πτύα και σκαπάνες, τα οποία όµως δεν είχαν ακόµα συγκεντρωθεί στο Ελληνικό στρατόπεδο.

Εικόνα: Πίνακας που απεικονίζει τον Καραϊσκάκη στο Φάληρο, πίνακας του Κ. Βολανάκη.

Ακόµα και στην περίπτωση όµως που επιτέλους άνοιγε δίοδος προς την πολιορκηµένη Aκρόπολη, ο ανεφοδιασµός του φρουρίου ήταν αµφίβολος µε τα διαθέσιµα αποθέµατα. H συγκέντρωση τόσων ενόπλων στο Ελληνικό στρατόπεδο είχε εµποδίσει τη δηµιουργία επαρκών πλεονασµάτων σε τρόφιµα και άλλα απαραίτητα, κάτι που µπορούσε να διαπιστωθεί από τις κακές συνθήκες διατροφής των ανδρών.

Οπωσδήποτε δεν υπήρχαν πολλά από τα αναγκαία για την εξοικονόµηση του φρουρίου, τουλάχιστον έως την επόµενη χειµερινή περίοδο. Στον τοµέα των πυροµαχικών η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη, καθώς η διαθέσιµη πυρίτιδα προερχόταν σε µεγάλο ποσοστό από τα φορτία των Οθωµανικών πλοίων που κυρίευσε το Ελληνικό ναυτικό στην επιδροµή του στον Bόλο.

Επρόκειτο για πολύ ταλαιπωρηµένη πυρίτιδα, ανασφαλή και κακής ποιότητας, που µόνο αµφίβολες υπηρεσίες µπορούσε να προσφέρει σε ένα πολιορκηµένο κάστρο. Όλα αυτά ήταν οπωσδήποτε ισχυρά επιχειρήµατα. Όµως ο Kόχραν ήταν απόλυτα κυρίαρχος της κατάστασης. Tο κύρος του µεσορανούσε µετά τα θλιβερά γεγονότα, σε αντίθεση µε το αντίστοιχο των αρχηγών της ξηράς.

Επιπλέον, κάθε διαφορετικό σχέδιο, όπως λόγου χάρη οι επιχειρήσεις αντιπερισπασµού στον Ωρωπό, απαιτούσαν τη σύµπραξη του στόλου, αρχηγός του οποίου ήταν ο Κόχραν. H ιδέα λοιπόν της µετωπικής επίθεσης επικράτησε και η εφαρµογή της ξεκίνησε αµέσως. Καθώς δε η ανάγκη βελτίωσης των θέσεων εξόρµησης έγινε γενικά αποδεκτή, οι προσπάθειες ξεκίνησαν από αυτόν ακριβώς τον τοµέα.

Από τη νύχτα της 18ης Απριλίου και για τρεις διαδοχικά νύχτες οι Ελληνικές δυνάµεις προωθούσαν τις θέσεις τους φτιάχνοντας οχυρώµατα προς τον Ελαιώνα, κυρίως από την πλευρά του Δαφνιού. Ήταν ένα πλέγµα που θα υποστήριζε την τελική έφοδο και έως τότε θα πίεζε τις διάσπαρτες εχθρικές δυνάµεις, αριθµητικά ανεπαρκείς στο να κρατήσουν κάποιο συνεχόµενο µέτωπο.

Tο αδύνατο σηµείο της µεθοδικής προέλασης ήταν η έλλειψη εργαλείων και χρόνου. Η ολοκλήρωση των σχεδίων θα χρειαζόταν µέρες ή εβδοµάδες ενώ η ποιότητα των νυκτερινών κατασκευασµάτων δεν ενέπνεε εµπιστοσύνη στην περίπτωση µιας αποφασιστικής αντίδρασης του εχθρού. Στις 21 Απριλίου, λοιπόν, σε νέα σύσκεψη, οι οπλαρχηγοί, παρόντος του Καραϊσκάκη, επαναδιατύπωσαν τους φόβους και τις αντιρρήσεις τους, µε µόνη διαφωνία εκείνη του Αθηναίου Μακρυγιάννη.

Oι ανανεωµένες απειλές του Kόχραν επανέφεραν την τάξη και η ιδέα της γενικής εφόδου κρατήθηκε και πάλι ως βασική επιλογή. Προσδιορίστηκαν µάλιστα και οι λεπτοµέρειες της επιχείρησης. Eπιλέχθηκαν τα στρατεύµατα που θα αντικαθιστούσαν την ταλαιπωρηµένη φρουρά, µοιράστηκαν αποστολές στους υπόλοιπους και οργανώθηκε ο στόλος ενόψει της µεταφοράς και αποβίβασης στρατευµάτων στην παραλία του Φαλήρου. H επιχείρηση θα γινόταν τη νύχτα της 22ας Aπριλίου και έως εκείνη την ώρα τα στρατεύµατα έπρεπε να προετοιµαστούν όσο το δυνατό πιο ήσυχα και σιωπηλά, ώστε να παραπλανήσουν ως προς τις προθέσεις τους τον εχθρό. Το απρόοπτο όµως παραµόνευε.

Ο θάνατος του «Αρχιστρατήγου».

Την τελική ακριβώς ηµέρα, στις 22 Απριλίου, περίπου στο τέλος της ελληνικής παράταξης προς το Φάληρο, µία οµάδα Κρητών στρατιωτών έκριναν σκόπιµο, πιθανόν έπειτα από οινοποσία διοτι όπως μας πληροφορει ο  Γκούσταβ Φρίντριχ Χέρτσβεργκ στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», «ης ήρξαντο ανωφελώς μέθυσοι τινές Κρήτες και Υδραίοι εν τη εκβολή του Ιλισού», να προσβάλουν τα εκεί τρία οχυρώµατα του εχθρού. Η ένταση ήταν εξαιρετικά βαριά εκείνη την ηµέρα στο Ελληνικό στρατόπεδο και το αιφνίδιο ξέσπασµα έντονου τυφεκιοβολισµού προκάλεσε γενική κινητοποίηση και αναταραχή.

Πολλοί έσπευσαν προς το µέρος της σύρραξης, άλλοι για να πάρουν µέρος σε αυτήν και άλλοι για να τη σταµατήσουν ενόψει των µεγάλων επιχειρήσεων της νύχτας. Οι Οθωµανοί από την άλλη πλευρά, περιµένοντας από ώρα σε ώρα τις εχθρικές κινήσεις, έσπευσαν να προωθήσουν προς την περιοχή τις εφεδρείες τους. Η επέµβαση του ιππικού εκατέρωθεν έδωσε νέα ένταση στη µάχη.

Λέγεται ότι εκείνη την ώρα ο Kαραϊσκάκης, άρρωστος και υπό την επήρεια φαρµάκων, κοιµόταν στη σκηνή του. O θόρυβος της µάχης διέκοψε την ανάπαυσή του και, φοβούµενος τα χειρότερα, αρµατώθηκε και ξεκίνησε έφιππος για τον χώρο της συµπλοκής, μαζι με πολλούς έφιππους αξιωματικούς και το άτακτο ιππικό. Πηγαινοερχόταν σε διάφορα σημεία και μετά από 3 ώρες περίπου η κατάσταση έδειχνε να ομαλοποιείται. Το ισχυρότερο από τα οχυρώματα των Τούρκων ήταν μια μάντρα σε πεδινό έδαφος.

Καθώς ο Καραϊσκάκης πήγαινε προς τη μάντρα, δέχτηκε μια σφαίρα στο υπογάστριο. Αν και κατάλαβε ότι η πληγή του ήταν σοβαρή, συνέχισε έφιππος να «μαζεύει» τους στρατιώτες και τελικά γύρισε στη σκηνή του. Η µάχη προοδευτικά κόπασε, εφόσον µάλιστα καµία από τις δύο πλευρές δεν είχε αποκτήσει ουσιαστικό πλεονέκτηµα. Στη σύγκρουση πάντως οι Έλληνες είχαν 17 νεκρούς και τραυµατίες, πολλούς από το ιππικό, το οποίο έσπευσε και πάλι να επανορθώσει τα δεινά που η απειθαρχία προκαλούσε. Μεταξύ των πληγωμένων ήταν ο Νικηταράς και ο Άγγλος Χουίτκομ ενώ, ο υπασπιστής του οπλαρχηγου Χατζημιχάλη Νταλιάνη, Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, έχασε το δεξί του χέρι.

Όταν έφτασε στη σκηνή του, ο τραυµατισµένος Καραϊσκάκης, κατέβηκε από το άλογο και οι στρατιωτες του τον μετέφεραν στον γιατρό, που διαπίστωσε ότι είχε τραυματιστεί θανάσιμα στη βουβωνική χώρα. Τότε τον πήγαν στην  πλοίο του Τσορτς, την ναυαρχίδα Ελλάς στο Φάληρο, όπου και προετοιµάστηκε για το επερχόµενο. Όταν κατάλαβε ότι το τέλος ήταν κοντά, εξοµολογήθηκε, µετάλαβε, ζήτησε συγχώρεση από τους παριστάµενους και άφησε τις τελευταίες του εντολές και επιθυµίες. Αστειεύτηκε με τους συναγωνιστές του, τους συμβούλευσε να παραμείνουν ενωμένοι για το καλό της οατρίδας και τουλάχιστον ως τις 3 π.μ. της 23ης Απριλίου, είχε πλήρη διαύγεια.

Εικόνα: Ο Τύμβος Γεώργιου Καραϊσκάκη στο Φάληρο.

«Αφ’ ού δε ετέλεσε τα νενοµισµένα ως Χριστιανός, ελάλησε προς τους περιεστώτας και ως πατριώτης και ως πατήρ. Kαι ως πατριώτης µεν είπε να µη δειλιώσι, να έχωσι τας ελπίδας των εις την εξ’ Υψους αντίληψιν, να δοξάσωσι και εις το εξής την πατρίδα καθώς την εδόξασαν µέχρι τούδε, και να ήναι βέβαιοι ότι η Eλλάς, όσα κι αν πάθη, θ’ αποτινάξει επί τέλους τον ζυγόν. Ως πατήρ δε παρήγγειλε να συστήσωσιν εξ’ ονόµατός του εις την αγάπην και προστασίαν της κυβερνήσεως τα τέκνα του».

Κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, συγγραφεα της «Ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης»), πέθανε γύρως τις 4 π.μ. «Εν μέσω δριμύτατων πόνων». Ο θάνατός του προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού στους αντιπάλους. Ο Κασομούλης αναφέρει πως ήδη από το βράδυ της 22ας Απριλίου οι Τουρκαλβανοί φώναζαν στους φρουρούς των ελληνικών θέσεων, «Ωρέ ο Καραϊσκάκης ο γιος της καλόγριας πέθανε. Όλοι να βάλετε μαύρα γιατί άλλον σαν κι αυτόν δεν έχετε». Πραγματικά, κανένας άλλος Έλληνας δεν είχε τις αρχηγικές του ικανότητες. Η σορός του μεταφέρθηκε στο ναό του Αγίου Δημητρίου της Σαλαμίνας.

H Συνέλευση στην Τροιζήνα συγκλονίστηκε µε την είδηση και οι πληρεξούσιοι, µαζί και πολύς λαός, έσπευσαν στην απέναντι στον Πόρο παραλία όπου και συγκεντρώθηκαν όλοι, µαζί και τα µέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής. Στο σηµείο αυτό, µέσα σε γενικό θρήνο, τελέστηκε µεγαλοπρεπές και επιβλητικό µνηµόσυνο. Για λίγες στιγµές η συµφορά είχε ενώσει τις πλέον αντιφατικές δυνάµεις στο επαναστατικό στρατόπεδο. Περισσότερο δε από κάθε άλλη απώλεια, αυτός ο θάνατος θεωρήθηκε από όλους προµήνυµα δεινών και σηµείο δυσαρέσκειας της «θείας πρόνοιας» απέναντι στο επαναστατηµένο Γένος.

Η «μοιραία» μάχη στον Ανάλατο.

O θάνατος του Kαραϊσκάκη ήταν η δυσµενέστερη δυνατή εξέλιξη στις παραµονές της αποφασιστικής επίθεσης προς την πολιορκηµένη Aκρόπολη. Σε ένα στράτευµα ατάκτων, τα κοινής εµπιστοσύνης πρόσωπα και η δυναµική της νίκης ή και της ασφάλειας που αυτά µπορούν να εµνεύσουν είναι αποφασιστικοί παράγοντες για τη συνοχή και τη µαχητικότητα.

H απώλεια του Kαραϊσκάκη υπονόµευε ακριβώς τις Ελληνικές δυνάµεις στους καίριους αυτούς τοµείς. H έκφραση των αµφιβολιών και των ταλαντεύσεων παρουσιάστηκε εξάλλου σχεδόν αµέσως, δανειζόµενη µάλιστα φωνή και επιχειρήµατα από τη µεταφυσική. O θάνατος του ηγέτη δεν µπορούσε παρά να είναι προµήνυµα, προειδοποίηση της θείας πρόνοιας.

Ας µην ξεχνάµε ότι στα πικρά αυτά χρόνια η µορφή του Kαραϊσκάκη είχε αναχθεί σχεδόν σε σύµβολο. Δεν ήταν µόνο οι τελευταίες του επιτυχίες στην εκστρατεία στη Στερεά που τροφοδοτούσαν τη µεταφυσική του υπόσταση. O προηγούµενος βίος του, γεµάτος αντιφάσεις, παλινδροµήσεις και σκοτεινά σηµεία, γοήτευε τους απελπισµένους, ενώ η ύστερη βαθιά αφοσίωση αυτού του κατ’ αρχή «άσωτου υιού» στην υπόθεση της ανεξαρτησίας, εµπεριείχε καθεαυτή δίδαγµα, εκπορευόµενο σχεδόν από το Θείο.

Εικόνα: Η μάχη του Αναλάτου όπως την εξέφρασε η Λαϊκή τέχνη.

Προφανώς ο θάνατος ενός τέτοιου προσώπου µπορούσε εύκολα να συνδεθεί µε τις µαχητικές προοπτικές των δυνάµεων στα πρόθυρα της Αθήνας. O Κόχραν αντιλήφθηκε πιθανότατα τη ροή των πραγµάτων και τις δυσάρεστες εξελίξεις που µπορούσαν να προκύψουν µέσα σε τέτοια ατµόσφαιρα. H αντίδρασή του ήταν ένα είδος φυγής προς τα εµπρός. Ενώ ακόµα ο ετοιµοθάνατος Καραϊσκάκης βρισκόταν κατάκοιτος στη ναυαρχίδα, ο Κόχραν συγκάλεσε εκ νέου συµβούλιο των οπλαρχηγών και των αξιωµατικών στο οποίο και επανέλαβε την πρόθεσή του για ακριβή εκτέλεση του σχεδίου της επίθεσης παρά το τραγικό συµβάν.

Tο αποφασιστικό αυτό συµβούλιο δεν διεξήχθηκε ήρεµα, το αντίθετο µάλιστα. Η ατµόσφαιρα ήταν εξαιρετικά τεταµένη και πολλοί αντέτειναν τη γενική κατάσταση δυσπραγίας στην οποία βρισκόταν το ελληνικό στρατόπεδο. Το πένθος για τον χαµένο αρχηγό επιστρατεύθηκε επίσης ως επιχείρηµα υπέρ της αναβολής. Από την άλλη, αρκετοί ήταν εκείνοι που υποψιάζονταν ότι τυχόν αναβολή και απραξία µέσα σε αυτές τις συνθήκες θα οδηγούσε το Ελληνικό στρατόπεδο σε απογοήτευση και διάλυση. Σε τελευταία ανάλυση η κατάσταση των πολιορκηµένων της Ακρόπολης δεν επέτρεπε νέα πειράµατα και µακρόχρονες αναβολές.

O Κόχραν διέγνωσε ότι οι αντιρρήσεις που εκφράζονταν ήταν προάγγελος άλλων, πιθανώς πιο κατηγορηµατικών αντιρρήσεων, που δεν θα µπορούσε ίσως να καταπολεµήσει στο άµεσο µέλλον. Mε την ήδη γνωστή τακτική του θυµού και των συνακόλουθων περί αποχωρήσεώς του απειλών, επέβαλε τις απόψεις του. Mε µικρή καθυστέρηση, οι προετοιµασίες για τη µεγάλη έφοδο ξαναπήραν τον ρυθµό τους. Οι τελευταίες λεπτοµέρειες του σχεδίου της επίθεσης καθορίστηκαν λίγο µετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, τα ξηµερώµατα της 23ης Απριλίου 1827.

Ο κύριος όγκος των Ελληνικών δυνάµεων, περίπου 7.000 µάχιµοι άνδρες, θα πορεύονταν προς την πολιορκηµένη Αθήνα διαµέσου του ελαιώνα όπου, σε κάποιον βαθµό, θα προστατεύονταν από τις επιθέσεις του εχθρικού ιππικού. Η προέλαση αυτή θα καθήλωνε τις κυριότερες δυνάµεις του Κιουταχή, οι οποίες ήταν ήδη προσανατολισµένες προς αυτήν την κατεύθυνση. Το αδύνατο σηµείο βρισκόταν στο γεγονός ότι η µάζα των στρατευµάτων αυτών αποτελείτο από σώµατα οπλαρχηγών, όπου απουσίαζε κάθε έννοια πειθαρχίας.

Τα καθήκοντα του επικεφαλής του εγχειρήµατος, του Τζαβέλλα, ήταν ως εκ τούτου εξαιρετικά δύσκολα, πέρα από τις δυνατότητες ενός ανθρώπου. Το κύριο σώµα της επίθεσης όµως θα ερχόταν από αλλού. Τα πιο εκλεκτά και πειθαρχηµένα στρατεύµατα και σώµατα του Ελληνικού στρατοπέδου επιβιβάστηκαν στα πλοία και αποβιβάστηκαν στην ακτή του Φαλήρου, στον Άγιο Κοσµά, µακριά από το µέτωπο που ξεκινούσε από τις παρυφές του ελαιώνα και απλωνόταν έως τις εκβολές του Ιλισού και το Δαφνί.

Επρόκειτο για 3.000 επίλεκτους στρατιώτες και ανάµεσά τους βρίσκονταν οι φιλέλληνες, τα τµήµατα του τακτικού, οι Σουλιώτες περίπου 250 στον αριθμο και άλλοι παλαιοί της «Φρουράς του Μεσολογγίου» και τα πιο αξιόπιστα από τα τµήµατα των οπλαρχηγών. Η κεντρική ιδέα ήταν ότι αυτό το σώµα θα προχωρούσε απαρατήρητο στα νώτα των δυνάµεων του Κιουταχή που θα είχαν στραφεί προς την αντιµετώπιση της απειλής διαµέσου του ελαιώνα και θα εµφανιζόταν αιφνιδιαστικά στα πέριξ της πολιορκηµένης Ακρόπολης όπου και µε τη βοήθεια της φρουράς, θα διασκόρπιζε τις εκεί δυνάµεις των Οθωµανών, θα κατέστρεφε τα πυροβολεία και τις θέσεις τους και θα έλυνε, έστω και πρόσκαιρα, την πολιορκία.

Εικόνα: Ο Κίτσος Τζαβέλλας πολέμησε στην Αττική, στον Αγώνα για την απελευθέρωση της Αθήνας με τον Γ. Καραΐσκάκη, μετά το θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του στρατοπέδου στον Πειραιά. Ο πινακας είναι εργο του Καρλ Κράτσαϊζεν.

Το σχέδιο ήταν καλό, υπήρχαν όµως δύο σηµεία που ουσιαστικά το ακύρωναν. Το πρώτο είναι το γεγονός ότι η προηγηθείσα δυσπραγία και απογοήτευση είχε ουσιαστικά διαλύσει τους συνδετικούς ιστούς και την πειθαρχική ιεραρχία στο Ελληνικό στράτευµα µε αποτέλεσµα όλες οι κινήσεις να γίνουν σπασµωδικά, χωρίς συντονισµό και οργάνωση. Oι αριθµητικά ισχυρές Ελληνικές δυνάµεις αναπτύχθηκαν σε µεγάλη έκταση χωρίς να αλληλοϋποστηρίζονται και να επικοινωνούν µεταξύ τους. Το δεύτερο σηµείο ήταν ο Κιουταχής.

O τελευταίος, θυµίζουµε ότι επρόκειτο για τον καλύτερο στρατηγό της Οθωμανικης «Αυτοκρατορίας», διέγνωσε αµέσως το πρόβληµα. Επισήµανε τις κινήσεις των αντιπάλων του και δεν έχασε φυσικά την ευκαιρία. Η ευκαιρία του δόθηκε και µάλιστα απλόχερα. Οι δυνάµεις που θα έπρεπε να κινηθούν από τον ελαιώνα και να τραβήξουν πάνω τους τα στρατεύµατα του Κιουταχή, πρακτικά δεν κινήθηκαν και περιόρισαν τη δράση τους σε µικροεπιχειρήσεις και αψιµαχίες. Με τη γνωστή τακτική των άτακτων στρατευµάτων, περίµεναν να δουν ποια θα είναι η έκβαση της αναµέτρησης των εκλεκτών που προχωρούσαν από το Φάληρο.

Οι ρόλοι αντιστράφηκαν και ο Κιουταχής είχε όλη την ευχέρεια να συγκεντρώσει τις δυνάµεις του ενάντια στην πλέον επικίνδυνη αιχµή της Ελληνικής προέλασης, στις δυνάµεις που σε ανοικτό πεδίο προχωρούσαν από το Φάληρο. Η αποφασιστική σύγκρουση έγινε στον σηµερινό Νέο Κόσµο, σχετικά κοντά στην Ακρόπολη, στον Aνάλατο. Tο Οθωµανικό ιππικό ανέτρεψε εύκολα την αντίσταση των Ελλήνων και η µάχη εξελίχθηκε γρήγορα σε καταδίωξη σε σφαγή. Σκοτώθηκαν εκεί 700 Έλληνες, και κατ’ άλλες εκτιµήσεις 940, και αιχµαλωτίστηκαν 240 που θανατώθηκαν σε αντίποινα για τους σφαγιασθέντες Aλβανούς στον Πειραιά.

Πολλοί από τους νεκρούς ανήκαν στο τακτικό στράτευµα, ενώ σκοτώθηκαν και 22 από τους 26 φιλέλληνες που βρέθηκαν στη µάχη. Οι υπόλοιποι υποχώρησαν δροµαίως για τα πλοία. Εξυπακούεται ότι το κύριο σώµα των ελληνικών δυνάµεων, οι 7.000 του Τζαβέλλα, απλά παρακολούθησαν αµέτοχοι τα γεγονότα. Παραδόξως, για τη γενικότερη πορεία της Επανάστασης η µεγάλη καταστροφή δεν είχε άµεσες επιπτώσεις.

Όπως ήταν αναµενόµενο το µεγαλύτερο µέρος των µεγαλοπρεπών Ελληνικών δυνάµεων διαλύθηκε, διατηρήθηκε όµως ο σηµαντικός στόλος και ικανά στρατεύµατα στην Ύδρα, στην Κόρινθο και στην Τροιζήνα. Σε τελευταία ανάλυση οι Οθωµανικοί θρίαµβοι είχαν έρθει πολύ αργά. Η υπόθεση της Ελλάδας κρινόταν πλέον στα σαλόνια της Ευρωπαϊκής διπλωµατίας και όχι στα πεδία των µαχών. Εξάλλου, ο «θρίαµβος» του Κιουταχή απείχε µόλις έξι µήνες από τον «όλεθρο» του Ναβαρίνου.

Εικόνα: Ο Κιουταχής πέτυχε την παράδοση της Ακρόπολης στις 24 Μαΐου του 1827.

Το «άδοξο τέλος» του φρουρίου της Ακροπόλεως.

Απέµενε φυσικά το κάστρο της Ακροπόλεως και οι υπερασπιστές του. Την επαύριο της καταστροφής ο Τσερτς εξουσιοδότησε τον Φαβιέρο να συνθηκολογήσει και να παραδόσει το φρούριο. Η πρωτοβουλία αυτή προκάλεσε γενική δυσαρέσκεια ακόµα και µεταξύ των εγκλείστων στο φρούριο. Η επιθυµία τους όµως να αντισταθούν δεν αντιστάθµιζε τη ζοφερή γενική τους κατάσταση.

Ο Κιουταχής µάλιστα, µετά τον θρίαµβό του, αύξησε την πίεση που ασκούσε. Καθηµερινά η Ακρόπολη δεχόταν καταιγιστικό βοµβαρδισµό από σχεδόν 200 οβίδες και 100 εκρηκτικές βόµβες που προκαλούσαν νέα αιµορραγία στη φρουρά. Ταυτόχρονα, ο βράχος περιζώθηκε από ελεύθερους σκοπευτές που, ηµέρα και νύχτα, τιµωρούσαν την παραµικρή απροσεξία των πολιορκηµένων. Τα εφόδια τελείωναν. Οι πολιορκηµένοι έκαναν µία τελευταία απελπισµένη απόπειρα να τραφούν κυνηγώντας τα πολυάριθµα όρνεα που γέµισαν την Αθήνα, αλλά και την Ακρόπολη, µετά την καταστροφή, προσελκυόµενα από τα εκατοντάδες πτώµατα που σάπιζαν στον κάµπο.

Στις 16 Μαίου, µε τη µεσολάβηση του Γάλλου ναυάρχου Δεριγνύ, οι διαπραγµατεύσεις για την παράδοση του φρουρίου ξεκίνησαν επίσηµα. Δεν κράτησαν πολύ. Δέκα ηµέρες αργότερα η συµφωνία επιτεύχθηκε και υπογράφηκε η συνθήκη παράδοσης του φρουρίου. Ο Κιουταχής µερίµνησε, ώστε η συµφωνία να τηρηθεί µέχρι την τελευταία της λεπτοµέρεια, θέλοντας ίσως να αποδείξει στους Ευρωπαίους ότι τα δικά του στρατεύµατα ήταν σαφώς πιο πειθαρχηµένα και αξιόπιστα και ότι η υποταγή των εχθρών της «Αυτοκρατορίας» µπορούσε να γίνει µε τον πλέον πολιτισµένο τρόπο. Με αυτόν τον τρόπο, οι πολιορκηµένοι, 2.110 άτοµα, αληθινά ανθρώπινα ράκη, διεκπεραιώθηκαν στη Σαλαµίνα.

Η συνθήκη παραδόσεως της Αθήνας και του φρουρίου της Ακροπόλεως αποτελούνταν από 11 άρθρα.

  1. Όλα τα στρατεύματα της φρουράς θα εξέλθουν με τα όπλα και τα υπάρχοντά τους.
  2. Οι οικογένειες των Αθηναίων θα βγουν χωρίς όπλα, με τα υπάρχοντά τους όμως.
  3. Οι Μουσουλμάνοι πάσης τάξεως, ηλικίας και γένους θα παραδοθούν στα χέρια του Βεζύρη τους.
  4. Ο τόπος όλος εκτός από το Χαβαλέ (Φιλοπάππου) θα είναι κενός από στρατεύματα μέχρι την θάλασσα.
  5. Τρεις αξιωματικοί Γεντεκλήδες Καφτάν Αγάς, Τζιαντάραγας και Σελιάμαγας να δοθούν όμηροι.
  6. Θα δοθούν 60 ζώα προς μετακόμιση των ασθενών και πληγωμένων.
  7. Η Ακρόπολη θα παραδοθεί όπως ήταν με τα πολεμοφόδια και πυροβόλα.
  8. Τρεις Τούρκοι επόπτες θα σταλθούν στην Ακρόπολη για να περιεργαστούν το μέρος και να διαπιστώσουν την κατάστασή της.
  9. Να δοθεί ενέχυρο ανταλλαγής για να εξασφαλιστεί η επιστροφή των τριών Τούρκων εποπτών.
  10. Η συνθήκη θα ακυρωθεί αν οι τρεις επόπτες διαπιστώσουν βλάβες στις πηγές, στο Πύργο ή αλλού μετά την παράδοση της Ακρόπολης.
  11. Θα οριστεί μια συγκεκριμένη ώρα για την έναρξη της εξόδου.

24 Mαΐου του 1827

Bεζύρης Mεχµέτ Pεσής Πασάς

Εικόνα: Ο Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ, σε πίνακα του Φρανσουά-Γκαμπριέλ Λεπώλ.

Σκέψεις και συμπεράσματα.

Η μυθιστορηματική πολιορκία της Ακροπόλεως αποτελεί μια εξαιρετικά ιδιάζουσα περίπτωση για την παγκόσμια στρατιωτική ιστορία. Όλα ξεκίνησαν όταν ακόμα τα ερείπια της «Ιερής Πόλης», του Μεσολογγίου, κάπνιζαν ακόμα και οι πληγές από τον τελευταίο εμφύλιο ήταν ακόμα ανοιχτές.

Από τα χρόνια κιόλας που προηγήθηκαν της πολιορκίας η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, από άνδρες του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου, πόλωσαν έτι περισσότερο την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα μεταξύ της «Διοίκησης» και των «Στρατιωτικών», γεγονός που θα κάνει τις μελλοντικές αποφάσεις ακόμα πιο δύσκολες και για της δυο πλευρές.

Ο εκλεκτός της διοίκησης, Γιάννης Γκούρας, δεν έκανε απολύτως τίποτα για την ενίσχυση της άμυνας του φρουρίου, από το πόστο του φρουράρχου που του ανατέθηκε ως πληρωμή για τα «ανδραγαθήματα» του κατά του ευεργέτη του. Έτσι λοιπόν όταν έφτασε το 1826 και οι Οθωμανοί του Κιουταχή άρχισαν την κάθοδο τους στην Αττική ως άλλοι Πέρσες κανείς δεν ήταν σε θέσει να τους σταματήσει έστω και πρόσχερα.

Όμως σε εκείνην την τραγική, για την επανάσταση συγκυρία, έστω και με της κατά καιρούς κακοφωνίες έγινε ορατή μια προσπάθεια συσπείρωσης μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του κοινού εχθρού. Αυτό διότι μπορεί ναι μεν οι «Διοικητηκοι» να είχαν τις έριδες τους με τους «Στρατιωτικούς» αλλά πλέον ήταν εμφανείς ένας κίνδυνος για την υπόσταση της ίδιας της επανάστασης.

Ακόμα και μετα την απομάκρυνση του υπαρξιακού κινδύνου για την επανάσταση, ένας άλλου είδους πνιγμός άρχισε να κάνει την εμφάνιση του. Πλέον μια «θηλιά» απειλούσε να περιορίσει το μελλοντικά νεοφώτιστο Ελληνικό κράτος, μόνον στην Πελοπόννησο και στα νησιά.

Έτσι λοιπόν εύκολα γίνεται αντιληπτό πως υπήρχαν κάποιοι βασικοί πυλώνες που οδήγησαν στην ήττα στον «Ανάλατο» και κατ’ επέκταση στην πτώση του φρουρίου της Ακροπόλεως. Αρχικά η ανάμιξη ξένων, ως προς το έθνος, δυνάμεων υπό την μορφή του Κόχραν και του Τσωρτς είχαν ευθείς εξ αρχής ως σκοπό την αποτυχία του Ελληνικού εγχηρήματος, ειδικά όταν ο υποτιθέμενος διορισμός τους έγινε σε μιάν τόσο κρίσιμη περίοδο για τον Αγώνα.

Έπειτα ο θάνατος του Αρχιστρατήγου είχε σαν αποτέλεσμα να χαθεί κάθε ίχνος συνοχής και στρατηγικής σκέψης στο Ελληνικό στράτευμα. Αυτό διότι όπως μας πληροφορεί ο Κλάουζεβιτς, «ο ηγέτης θα πρέπει να διαθέτει χαρακτήρα ισχυρό, ικανό να ελέγξει τις διαθέσιμες σε αυτόν δυνάμεις», όποιες και αν είναι αυτές. Μετα τον θάνατο του Καραϊσκάκη κανένας τέτοιος «στρατιωτικός νους» δεν διαφαίνονταν πουθενά στον ορίζοντα.

Εικόνα: Μνημείο για τον Γ. Καραϊσκάκη στο Φάληρο.

Αυτό είναι φανερό διότι η καταστρεπτική και ανεφάρμοστη στρατηγική της μετωπικής επίθεσης, αντανακλούσε μια στρατηγική σκέψη που σε καμιάν περίπτωση δεν ανταποκρινόταν ούτε στην δυναμική, αλλά ούτε και στις δυνατότητες του συγκεντρωμένου Ελληνικού στρατεύματος. Αυτό διότι οι επαναστατικές δυνάμεις, εκείνη την εποχή, δεν παρομοίαζαν τίποτα που να μοιάζει σε τακτικό στρατό, που να μπορούσε να φέρει σε πέρας μιάν τέτοιαν επιχείρηση.

Όμως δεν γίνεται να αφήσουμε εκτός της εξίσωσης αυτούς που πραγματικά και με αυταπάρνηση υπέφεραν τα πάνδεινα της πολιορκίας της Ακροπόλεως. Ο παραπάνω «λόγος» δεν αναφέρετε σε κανέναν άλλο από τον απλό Έλληνα πολεμιστή, τον Αθηναίο, τον Ρουμελιώτη, τον Πελοπονήσιο και τον νησιώτη, αλλά και τόσους άλλους που ενώ μπορούσαν απλά να προσκυνήσουν και να το πούμε απλά «να πάνε σπίτι τους» αποφάσισαν ως άλλοι Σπαρτιάτες να «ταμπουρωθούν εκεί ψηλά, μαζί με τα μάρμαρα της Ακροπόλεως» και να υπομένουν όλα εκείνα τα δεινά της πολιορκίας. Και αναρωτιέται κανείς σήμερα, «Γιατί κάποιος να τα κάνει όλα αυτά;» που λίγο πολύ σήμερα αγνοούμε. Μα όσο και αν μας ταλανίζει το ερώτημα αυτο, η απάντηση είναι πολύ απλή. «Για του Χριστού την Πίστην την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία». Τόσο απλά.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Τερτσέτης, Γεώργιος, «Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836».
  • Τάσος Βουρνάς, «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα του Γουδί το 1909».
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση», Τόμος Ζ’.
  • Δημήτριος Αινιάν, «Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, «Ιστορία του νέου ελληνισμού».
  • Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, «Ιστορία της Ελλάδος από το 1800».
  • Ιωάννης Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη».
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Γεώργιος Καραϊσκάκης».
  • Αγαπητός Σ. Αγαπητός, «Οι Ένδοξοι Έλληνες του 1821».
  • Ν. Πετσάλης, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».

1 thought on “Η πολιορκία της Ακροπόλεως. (Μερος Γ’). «Για του Χριστού την Πίστην και της Πατρίδος την Ελευθερία».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.