Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Ιωάννης Γ’  Βατάτζης. Η “ασπίδα και το ξίφος” της Αυτοκρατορίας.

Ιωάννης Γ’ Βατάτζης. Η “ασπίδα και το ξίφος” της Αυτοκρατορίας.

Συνετός κυβερνήτης και ικανός στρατιωτικός, υπήρξε συνεχιστής του έργου του προκατόχου του, Θεοδώρου Λάσκαρη, πετυχαίνοντας να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις που παρέλαβε και να ανορθώσει κοινωνικά και οικονομικά την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, θέτοντας έτσι τις βάσεις για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Η τριανταδιάχρονη βασιλεία του χαρακτηρίζεται από συνεχή πρόοδο σε όλους τους τομείς της ζωής τής εξόριστης αυτοκρατορίας.

Αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του αναγνωρίστηκε ως Άγιος και η μνήμη του ετιμάτο με ιδιαίτερη ευλάβεια από τους Μικρασιατικούς πληθυσμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Μπροστά σε αντίξοες συνθήκες, στάθηκε πάντα στο ύψος του, μπροστά στις δύσκολες περιστάσεις, που ομολογουμένως δεν ήταν και λίγες, κατά την μακρόχρονη παραμονή του στον θρόνο. Όπως γίνεται κατανοητό δεν αναφερόμαστε σε άλλων από τον Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη, τον άνθρωπο που βρέθηκε την κατάλληλη ώρα στην κατάλληλη θέση.

Εικόνα: Οι διάδοχοι της Ρωμανίας.

Τα πρώτα ταραγμένα χρόνια στον θρόνο.

Γεννήθηκε στο Διδυμότειχο της Θράκης το 1193. Είχε προγόνους στην περίφημη οικογένεια των Δουκών, ενώ αδελφός του ήταν ο περίφημος «σεβαστοκράτωρ», Ισαάκιος Δούκας. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της «Δ΄ Σταυροφορίας» βρέθηκε στην Νίκαια Βιθυνίας, προφανώς ακολουθώντας το ρεύμα μετανάστευσης από τις λατινοκρατούμενες προς τις υπό Ρωμαϊκό έλεγχο περιοχές.

Εκεί, οι αρετές του αλλά και η ευγενική του καταγωγή εκτιμήθηκαν από τον Θεόδωρο Α΄, ο οποίος τίμησε τον νεαρό Ιωάννη με το αξίωμα του επικεφαλής του πρώτου τμήματος της αυτοκρατορικής φρουράς. Τέλος, ελλείψει άρρενος διαδόχου, ο Θεόδωρος επέλεξε τον Ιωάννη ως διάδοχό του δίδοντάς του την κόρη του Ειρήνη ως σύζυγό του.

Η άνοδος του Ιωάννη στον θρόνο της Νικαίας δεν βρήκε σύμφωνους τους αδερφούς του Θεοδώρου, Ισαάκιο και Αλέξιο Λάσκαρη. Δυσαρεστημένοι, κατέφυγαν στην αυλή του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ροβέρτου Β΄ ντε Κουρτεναί ζητώντας βοήθεια για την ανατροπή του Ιωάννη. Μάλιστα προς επισφράγιση της συμμαχίας τους, τού πρόσφεραν το χέρι της ανηψιάς τους, κόρης του Θεοδώρου, Ευδοκίας, την οποία είχαν απαγάγει και φέρει μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη.

Το συνοικέσιο μάλλον δεν ευόδωσε αλλά ο Ροβέρτος βοήθησε τους αδερφούς Λάσκαρη να στρατολογήσουν μισθοφόρους όπως επίσης και προσφέροντάς τους στρατό. Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις αρχές του 1223 όταν ο φραγκικός στρατός των Λασκαριδών διεκπεραιώθηκε στην Βιθυνία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Ποιμανηνό το επόμενο έτος, όπου ο στρατός του Βατάτζη, με τον ίδιο επικεφαλής, συνέτριψε τους αντιπάλους.

Η ακριβής θέση του αρχαίου Ποιμανηνού δεν μπορεί να εξακριβωθεί. Πρέπει όμως να βρίσκεται στο σημερινό «Εσκι Μανιας», στα νότια της Αφνίτιδος λίμνης, Παρόλα αυτά, όμως, πρόκειται για μεγάλης σπουδαιότητας νίκη, διότι οι Φράγκοι έχασαν τις περισσότερες κτήσεις τους στην Μικρά Ασία, προς όφελος της Νίκαιας, εξαιρουμένων των παράλιων απέναντι από την Πόλη και της Νικομήδεια, η δε εξασθένιση τους λόγω της καταστροφής μεγάλου τμήματος του στρατού τους, έκανε τον Ιωάννη ακόμα τολμηρότερο. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και τα αδέρφια Λάσκαρη, τα οποια και τυφλώθηκαν.

Πράγματι ο αυτοκράτορας της Νίκαιας μετέφερε τον πόλεμο στα ευρωπαϊκά, λατινοκρατούμενα εδάφη καθώς και στα απέναντι των παράλιων της Μικράς Ασίας νησιά του Αιγαίου. Με τη βοήθεια στόλου που ναυπηγήθηκε κοντά στην Λάμψακο, απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι Ενετοί, τα στρατεύματα του Βατάτζη διέσχισαν τον Ελλήσποντο και κυρίευσαν αρκετές πόλεις της Θράκης, ενώ οι Λατίνοι περιορίστηκαν πίσω από τα τείχη της Πόλης, μη δυνάμενοι να υπερασπίσουν τις κτίσεις τους.

Εικόνα: Πορτραίτο του αυτοκράτορα Θεόδωρου Α΄ από χειρόγραφο του 15ου αιώνα.

Από τα νησιά του Αιγαίου κατελήφθησαν η Χίος, η Λέσβος, η Σάμος, η Ικαρία, η Κως και άλλα μικρότερα. Το σημαντικό νησί της Ρόδου, καθώς και άλλα των Δωδεκανήσων, εκυβερνάτο από τον βυζαντινό άρχοντα Λέοντα Γαβαλά, ο οποίος, κατόπιν αρκετών αμφίρροπων εχθροπραξιών, δέχτηκε εν τέλει την επικυριαρχία του Βατάτζη το 1233.

Ενώ όμως όλα έβαιναν καλώς για το κράτος της Νίκαιας, και ενώ ο Ιωάννης είχε ξεκινήσει τη βασιλεία του με τόσο καλούς οιωνούς, άρχισε να εξυφαίνεται στην Νίκαια συνωμοσία κατά του αυτοκράτορα. Επικεφαλής των συνωμοτών, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του αυτοκράτορα, ήταν ο εξάδελφος και στενός συνεργάτης του, Ανδρόνικος.  Ο Ιωάννης, όμως, πληροφορήθηκε εγκαίρως τα περί συνωμοσίας και εγκαταλείποντας τις επιχειρήσεις, επέστρεψε ταχέως στην Νίκαια σώζοντας έτσι τον θρόνο του. Ωστόσο μέχρι το 1235 δεν επιχείρησε να ηγηθεί προσωπικά στρατιωτικών επιχειρήσεων για την επέκταση των συνόρων, έχοντας ως πρώτιστο σκοπό την εδραίωση της θέσης του και την ρύθμιση εσωτερικών ζητημάτων.

Η αντιπαράθεση με το Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Στον αντίποδα της μικρασιατικής αυτοκρατορίας είχε δημιουργηθεί το Δεσποτάτο της Ηπείρου, το οποίο ενσάρκωνε τις ελπίδες των Βυζαντινών της Βαλκανικής χερσονήσου για την αποτίναξη του λατινικού όσο και του βουλγαρικού ζυγού. Το Δεσποτάτο, με πρωτεύουσα την Άρτα, περιλάμβανε τμήματα της σημερινής Αλβανίας, Δυτικής Ελλάδας την Ήπειρο, την Δυτικη Μακεδονία και την Δυτικη Στερεά.

Σύντομα, υπό την ηγεσία του ικανού, θυελλώδους όσο και τυχοδιώκτη Θεοδώρου Δούκα Αγγέλου, ακολούθησε επεκτατική πολιτική καταλαμβάνοντας το 1223 την Θεσσαλονίκη καθώς και μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Θράκης. Φαινόταν λοιπόν, ότι η Ήπειρος θα πετύχαινε την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας.

Το 1227 μάλιστα ο μονάρχης της Ηπείρου εγκατέλειψε τον τίτλο του Δεσπότη και στέφθηκε αυτοκράτορας στην Θεσσαλονίκη. Επίσης, ο βασιλέας των Βουλγάρων Ιωάννης Β΄ Ασάν διεκδικούσε κι αυτός τον αυτοκρατορικό τίτλο φέροντας την προσωνυμία «αυτοκράτωρ Βουλγάρων και Ρωμαίων». Μέσα σ’ αυτόν τον γεμάτο αυτοκράτορες βυζαντινό κόσμο, ο Ιωάννης Βατάτζης έπρεπε να υπερασπιστεί τον αυτοκρατορικό τίτλο που είχε κληρονομήσει από τον προκάτοχό του. Η πρώτη σύγκρουση με το Δεσποτάτο της Ηπείρου ήρθε το 1225 για την κατοχή της Αδριανούπολης.

Οι κάτοικοι της πόλης έστειλαν πρεσβεία στον Βατάτζη ζητώντας του να στείλει δυνάμεις για την εκδίωξη την φραγκικής φρουράς. Ο τελευταίος άδραξε την ευκαιρία και το απόσπασμα που έστειλε κατέλαβε αναίμακτα την πόλη. Επίσης αναίμακτα αποχώρησαν, όταν ο Θεόδωρος Δούκας, ευρισκόμενος στην Θράκη, έσπευσε με τον στρατό του να εκδιώξει τη μικρασιατική φρουρά.

Κατά τη στιγμή της παράδοσης, ο διοικητής των Νικαέων Ιωάννης Καμμύτζης δεν αφίππευσε, ούτε προσκύνησε τον Θεόδωρο μη αναγνωρίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο άλλον αυτοκράτορα Ρωμαίων, πέραν του Βατάτζη. Τα πνεύματα οξύνθηκαν αλλά τελικά δεν δόθηκε συνέχεια. Το γεγονός αυτό είναι χαρακτηριστικό της έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ηπείρου και Νικαίας.

Εικόνα: Το Δεσποτάτο της Ηπείρου από το 1205 έως το 1230. Με το ανοιχτό πράσινο σημειώνονται οι κατακτήσεις τού Θεοδώρου Κομνηνού Δούκα

Μάλιστα, ο Καμμύτζης για την πράξη αυτή, τιμήθηκε με αξιώματα από τον Βατάτζη, κατά την επιστροφή του στη Νίκαια, αφού έδειξε στους κατοίκους της Θράκης ότι μόνον ο μονάρχης της Νικαίας ήταν ο γνήσιος «αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ασχολούμενος με εσωτερικά θέματα, όπως προαναφέρθηκε, και με στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, ο Ιωάννης δεν αντέδρασε σθεναρά στην απώλεια της Αδριανούπολης.

Απέστειλε πρεσβεία με τον πατριάρχη Γερμανό Β΄ στον Θεόδωρο απαιτώντας να αποποιηθεί τον τίτλο του αυτοκράτορα και να δεχθεί αυτόν του δεσπότη, κυβερνώντας ανενόχλητος τα εδάφη του υπό την τυπική επικυριαρχία της Νίκαιας. Ωστόσο και πάλι δεν προχώρησε σε ουσιαστικές ενέργειες εναντίον του Θεοδώρου όταν εκείνος απέρριψε τις προτάσεις του.

Αυτό επειδή είχε να αντιμετωπίσει νέα εισβολή των «Φράγκων της Πόλης», που υπό την ηγεσία του νέου τους αυτοκράτορα, του ηλικιωμένου όσο και ιπποτικού Ιωάννη Βριέννου προσπάθησαν να ανακαταλάβουν τα μικρασιατικά εδάφη που είχαν χάσει μετά τη μάχη στο Ποιμανηνό. Τελικά οι Φράγκοι εκδιώχθηκαν, ενώ οι βλέψεις της Ηπείρου εξανεμίστηκαν μετά τη μάχη της Κλοκοτνίτσα, κατά την οποία ο Ιωάννης Ασάν συνέτριψε τον στρατό του Θεοδώρου Δούκα.

Η «Συμμαχία» με τους Βουλγάρους.

Στον θρόνο της Θεσσαλονίκης ανήλθε ο αδελφός του Θεοδώρου και γαμπρός τού Ασάν, Μανουήλ, ο οποίος εξακολουθούσε να φέρει τα αυτοκρατορικά διάσημα μολονότι ήταν ουσιαστικά υποτελής τού πεθερού του. Ο ισχυρότερος, πλέον, άνδρας της Βαλκανικής ήταν ο Βούλγαρος ηγεμόνας και ο Βατάτζης έσπευσε να συμμαχήσει μαζί του. Η συμμαχία επισφραγίστηκε, κατά το ήθος της εποχής, με τον γάμο τού γιου τού Βατάτζη, Θεοδώρου, με την κόρη του Ασάν Ελένη. Μετά την υπογραφή των συμφωνιών, οι δύο σύμμαχοι ξεκίνησαν κοινές εκστρατείες στην Θράκη.

Αμφότεροι έφτασαν μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης την οποία και πολιόρκησαν από κοινού το 1235 και το 1236, χωρίς όμως επιτυχία. Η επέμβαση Βενετών και Φράγκων της Πελοποννήσου αντίστοιχα απέτρεψε την πτώση της Πόλης. Είχε γίνει όμως σαφές ότι η πτώση της λατινοκρατούμενης Κωνσταντινούπολης δεν ήταν παρά θέμα χρόνου.

Ο ίδιος ο Πάπας αφόρισε τον Ασάν, απαίτησε από τον βασιλέα της Νίκαιας να σταματήσει τις εχθροπραξίες και κάλεσε τους ηγεμόνες της Δύσης να συνδράμουν με στρατεύματα τους τους «εν τη Πόλει ομόδοξους τους». Τότε, ο ηγεμόνας των Βουλγάρων αποκήρυξε τη συμμαχία του με τον Βατάτζη, αντιλαμβανόμενος ότι ο «σύμμαχός» του ωφελείται πολύ περισσότερο από τον ίδιο. Επεδίωξε, μάλιστα, και πέτυχε να προσεταιριστεί τους Λατίνους της Πόλης, με την ελπίδα να γίνει κύριός της κατόπιν κάποιου διακανονισμού ή συνοικεσίου.

Τελικά, εξ αιτίας αστάθμητων παραγόντων, η συμμαχία Βουλγάρων και Φράγκων δεν ευόδωσε. Εγκαταλείποντας τις κοινές με τους Λατίνους επιχειρήσεις, ο Ιωάννης Ασάν ανανέωσε τις συνθήκες και τις συμφωνίες με τον Βατάτζη. Το 1241 ο Βούλγαρος ηγεμόνας απεβίωσε, αφήνοντας στον θρόνο τον δεκαετή γιο του, Καλλιμάν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αυτοκρατορία της Νίκαιας απαλλάχθηκε από έναν επικίνδυνο και ικανό αντίπαλο και ο Βατάτζης έστρεψε την προσοχή του στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Ήθελε να στερεώσει τις ευρωπαϊκές κτίσεις του πριν δώσει το οριστικό χτύπημα στην παραπαίουσα Κωνσταντινούπολη.

Εικόνα: Ο Ιβάν-Ασέν Β΄, ήταν τσάρος της Βουλγαρίας από το 1218 έως το 1241. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του ιδρυτή του Β΄ Βουλγαρικού κράτους Ιβάν-Ασέν Α΄ και της Έλενας, κόρης του Στεφάνου Α΄ των Νεμάνια της Σερβίας.

Εν τω μεταξύ, τα πράγματα στην αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης δεν εξελίσσονταν καλά. Ο Θεόδωρος Δούκας, μετά τη μάχη της Κλοκότνιτζα, κατέστη αιχμάλωτος του Ιωάννη Ασάν. Μερικά χρόνια αργότερα, συνελήφθη να συνωμοτεί εναντίον του τελευταίου και τιμωρήθηκε με την ποινή της τύφλωσης. Τον θρόνο της Θεσσαλονίκης τωρα είχε καταλάβει ο Μανουήλ, αδερφός του τυφλού Θεοδώρου και την Ήπειρο ο Μιχαήλ Β’ Κομνηνός Δούκας, ανιψιός του τελευταίου.

Όταν ο Ιωάννης Ασάν χήρεψε, ο Θεόδωρος του πρόσφερε την κόρη του. Έτσι, κατάφερε τελικά να αφεθεί ελεύθερος. Μπήκε κρυφά στην Θεσσαλονίκη όπου ανέτρεψε τον αδερφό του, Μανουήλ, και ανέβασε στον θρόνο τον γιο του, Ιωάννη.  Ο Μανουήλ κατέφυγε αρχικά στους Σελτζούκους του Ικονίου και κατόπιν στη Νίκαια. Υποσχέθηκε στον Βατάτζη ότι αν τον συνέδραμε ώστε να καταλάβει τη συμβασιλεύουσα, θα την κυβερνούσε υπό την επικυριαρχία του.

Όντως, ο αυτοκράτορας του έδωσε στρατό και στόλο και ο Μανουήλ απέπλευσε για την Ελλάδα. Αποβιβάστηκε στην Θεσσαλία, στον Παγασητικό το 1239. Χρησιμοποιώντας τον στρατό του ως μέσω πίεσης και χωρίς να πραγματοποιηθούν στρατιωτικές επιχειρήσεις, κατάφερε να γίνει διανομή των εδαφών του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος έλαβε την Θεσσαλία, ο αδερφός του, Θεόδωρος τη δυτική Μακεδονία και ο Ιωάννης παρέμεινε στην Θεσσαλονίκη.

Δύο χρόνια αργότερα, απεβίωσαν ο Μανουήλ και ο Ιωάννης Β΄ Ασάν, αφήνοντας τον Θεόδωρο και τον Μιχαήλ Β΄ της Ηπείρου κυρίαρχους στη νότια Βαλκανική. Με τον θάνατο του Μανουήλ, ο Βατάτζης βρήκε το κατάλληλο πρόσχημα για να διεκδικήσει ενεργά την υποταγή της περιοχής. Πρώτη ενέργειά του ήταν ο αφοπλισμός του ενεργητικού και πανούργου Θεοδώρου. Το πέτυχε με έναν ειρηνικό και «έντιμο» τρόπο όταν προσκάλεσε τον Θεόδωρο στη Νίκαια όπου τον υποδέχτηκε με τιμές. Όταν όμως αυτός ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Μακεδονία πληροφορήθηκε ότι ήταν αιχμάλωτος.

«Ξεκαθαρίζοντας» παλιούς λογαριασμούς.

Την άνοιξη του 1242, ο αυτοκράτορας εκστράτευσε κατά της Θεσσαλονίκης με στρατό και στόλο. Δεν πολιόρκησε την πόλη, αλλά απέσπασε όρκο υποταγής από τον συνονόματό του κυβερνήτη της και γύρισε εσπευσμένα στη Μικρά Ασία. Αιτία της αιφνίδιας διακοπής των επιχειρήσεων ήταν η εμφάνιση των μογγολικών ορδών που σάρωσαν την ανατολική Μικρά Ασία καθιστώντας υποτελείς τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Βυζαντινούς της Τραπεζούντας.

Μπροστά στον κοινό κίνδυνο η Νίκαια και οι Σελτζούκοι συμμάχησαν. Η τύχη όμως ευνόησε ακόμα μια φορά τον Ιωάννη. Οι Μογγόλοι εγκατέλειψαν ξαφνικά την περιοχή, λόγω εσωτερικών προβλημάτων, αφήνοντας αλώβητο το κράτος της Νίκαιας. Έτσι ακολούθησε μια περίοδος ανάπαυλας καθώς όλα τα γύρω κράτη ήταν εξασθενημένα ή υποτελή στον Βατάτζη. Το 1246 βρέθηκε στην Θράκη, όπου επιθεωρούσε τις φρουρές των πόλεων, εν όψει της λήξης ανακωχής με τους Φράγκους. Μαθαίνοντας ότι ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Καλιμάν, πέθανε αφήνοντας στον θρόνο τον ανήλικο αδερφό του, επετέθη κατά των Βουλγάρων. Σε σύντομο διάστημα προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Νικαίας ολόκληρη η νότια και νοτιοδυτική Βουλγαρία και τμήματα της Μακεδονίας.

Εικόνα: Το Βουλγαρικό κράτος από το 1235 έως το 1251.

Σημαντικές πόλεις, όπως οι Σέρρες, η Βέροια, το Μελένικο και τα Σκόπια περιήλθαν υπό βυζαντινό έλεγχο, οι περισσότερες εξ αυτών αμαχητί. Στράφηκε τότε και κατά της Θεσσαλονίκης την οποία κατέλαβε σε συνεργασία με δυσαρεστημένους από τη διακυβέρνηση του νέου δεσπότη Δημήτριου, αριστοκράτες της πόλης.

Με τη συμβασιλεύουσα υπό την κατοχή του, ο Βατάτζης εδραίωσε τη θέση του ως μοναδικός βυζαντινός αυτοκράτορας στη συνείδηση του λαού. Προσεταιρίστηκε, επίσης, τον δεσπότη της Ηπείρου, Νικηφόρο, διάδοχο του Μιχαήλ Β΄ με την προοπτική συνοικεσίου. Μα ο Νικηφόρος αθέτησε τη συμφωνία και το 1251 επιτέθηκε κατά των πόλεων της Μακεδονίας που υπάγονταν στη Νίκαια. Χρειάστηκε μια ακόμα εκστρατεία και πολλές αμφίρροπες μάχες μέχρι τελικά να συνθηκολογήσει ο Νικηφόρος.

Έτσι λοιπόν με τους Σελτζούκους κατεστραμμένους από τις Μογγολικές επιδρομές, τους Βουλγάρους εξασθενημένους λόγο ενός αδύναμου βασιλέα που έχασε την μισή Βουλγαρία στους Ρωμιούς και το σημαντικότερο με το Δεσποτάτο της Ηπείρου εκτός του παιχνιδιού ο Βατάτζης μπορούσε πλέον να ασχοληθεί αναπόσπαστος με την παραπαίουσα «Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης». Ο καιρός της ανακατάληψης της Πόλης όλο και πλησίαζε.

Η «Δυτική» πολιτική του Ιωάννη.

Μονάρχης της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» την εποχή του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη ήταν ο Φρειδερίκος Β΄ Χοενστάουφεν. Μεγαλωμένος στην νορμανδική Σικελία, όπου συνυπήρχαν Άραβες, Έλληνες, Ιταλόφωνοι και Ιουδαίοι, είχε αναπτύξει μια πολύ διαφορετική αντίληψη και νοοτροπία από τους υπόλοιπους ηγεμόνες της Δύσης. Υπέρμαχος της «ελέω Θεού μοναρχίας», δεν συμμεριζόταν την τάση του ποντίφηκα για επιβολή και κυριαρχία της εκκλησιαστικής εξουσίας επί της πολιτικής. Δεν άργησε, λοιπόν, να έρθει σε σύγκρουση με το παπικό κράτος.

Από την άλλη πλευρά ο Βατάτζης, για να αντισταθμίσει την επιρροή και τη δύναμη του πάπα, του οποίου οι ενέργειες μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να κατευθύνουν ακόμη μία σταυροφορία εναντίον των βυζαντινών κτήσεων, αναζητούσε έναν βάσιμο σύμμαχο στη Δύση. Τα κοινά συμφέροντα, αλλά και οι κοινές εκκλησιαστικές και πολιτικές αντιλήψεις των δύο μοναρχών, οδήγησαν στη σύναψη συμμαχίας με τον Ιωάννη. Η συμμαχία σφραγίστηκε με τον γάμο του Ιωάννη Γ΄ με την κόρη του Φρειδερίκου Β΄, την Κονστάνς, το 1245. Μετά από αυτό το γεγονος, ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ’ αφόρισε τον Φρειδερίκο Β΄.

Εικόνα: Ο Φρειδερίκος Α’, το έργο ειναι χαλκογραφία του Κρίστιαν Ζήντεντοπφ.

Ενδεικτική των αντιλήψεων του Γερμανού μονάρχη είναι η επιστολή που έστειλε στον Ιωάννη, σχολιάζοντας την πολιτική του πάπα. Θεωρεί ότι κακώς η Κωνσταντινούπολη είχε αφαιρεθεί από τους Βυζαντινούς, τους δικαιωματικούς κατόχους της και ότι κακώς πάλι οι τελευταίοι θεωρούνταν σχισματικοί, αφού ο πρωταίτιος του σχίσματος ήταν ο ίδιος ο Πάπας.

Αν και η συμμαχία δεν απέδωσε όσο θα ήθελε ο Βατάτζης, υπήρξε αρκετά συμφέρουσα και για τα δύο κράτη. Ο Φρειδερίκος Β΄ εμπόδισε τα στρατεύματα, που κατόπιν αιτήματος του Πάπα ετοιμαζόταν να συνδράμουν τους Λατίνους της Πόλης, να περάσουν από την επικράτειά του στην Βόρειο Ιταλία, ενώ έλαβε από τον σύμμαχό του ενισχύσεις για τις επιχειρήσεις του στην Νότιο Ιταλία.

Η «έντονη» σχέση με την «Αγία Έδρα».

Έντονη διπλωματική δραστηριότητα αναπτύχθηκε μεταξύ Νίκαιας και Αγίας Έδρας, επί των ημερών του Βατάτζη. Έχοντας απέναντί του τον πανίσχυρο Πάπα Γρηγόριο Θ΄, που ακολουθούσε την ανατολική πολιτική των προκατόχων του, προτρέποντας του ηγεμόνες της Δύσης να ενισχύσουν τους Λατίνους της Πόλης, ο Αυτοκράτορας απέστειλε αίτηση διά του Πατριάρχη Γερμανού Β΄ για την ένωση των Εκκλησιών.

Συνήλθε, λοιπόν, σύνοδος στο Νυμφαίο της Μικράς Ασίας το 1232, που όμως γρήγορα διαλύθηκε χωρίς να επέλθη κάποια συμφωνία. Ο Βατάτζης είχε θέσει ως όρο την μη αποστολή βοήθειας προς τους Φράγκους της Κωνσταντινούπολης, πράγμα που ο Πάπας απέρριπτε ασυζητητί. Παρόμοια προσπάθεια κατά το 1234 κατέληξε σε ανταλλαγή ύβρεων.  Μολονότι ο Αυτοκράτορας αντιλήφθηκε, ότι δεν μπορούσε να κερδίσει πολλά μέσω διαπραγματεύσεων, εξακολούθησε να κρατά επαφές με το Βατικανό. Οι θέσεις και οι επιδιώξεις του, όμως, παρέμεναν σταθερές, έτσι ώστε οι υπήκοοί του, κλήρος και λαός, δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι θίγονται οι θρησκευτικές πεποιθήσεις τους χάριν πολιτικών στόχων.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ είχε ενεργό ρόλο στη λύση της συμμαχίας μεταξύ Βουλγάρων υπό τον Ιβάν Ασέν Β΄ και Νίκαιας, αφού αφόρισε τον Βούλγαρο βασιλιά. Κατόπιν έστειλε μια επιπληκτική επιστολή στον Βατάτζη, απαιτώντας να σταματήσει τις εχθροπραξίες εναντίον της Πόλης. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του αυτοκράτορα. Θεωρεί το γένος των Ρωμαίων ως το μόνο που έχει δικαιώματα στον θρόνο του Μεγάλου Κωνσταντίνου Α’, «Τις αγνοεί ότι ο κλήρος της διαδοχής εκείνου εις το ημέτερον διέβη γένος και ότι ημείς είμεθα οι τούτου κληρονόμοι και διάδοχοι;»

Επίσης βεβαιώνει τον πάπα, ότι δεν θα σταματήσει τις εχθροπραξίες, εάν δεν καταλάβει την Πόλη, «ως ουδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι και πολεμούντες τοις κατέχουσι την Κωνσταντινούπολιν». Στις δε απειλές περί σταυροφορίας υπέρ των δοκιμαζόμενων Φράγκων, απαντά ότι «εάν δε τις δια τούτο αγανακτή και δυσχεραίνη και οπλίζηται καθ’ ημών, έχομεν πως κατά τούτου να αμυνθώμεν, πρώτον μεν διά της βοηθείας του Θεού, έπειτα δε διά των υπαρχόντων και παρ’ ημίν αρμάτων και ίππων και πλήθους ανδρών μαχίμων και πολεμιστών, οίτινες πολλάκις επολέμησαν τους σταυροφόρους».

Εικόνα: O Πάπας Γρηγόριος Θ΄, γεννημένος ως Ugolino di Conti, ήταν Πάπας από τις 19 Μαρτίου 1227 μέχρι τον θάνατό του, το 1241.

Μετά το γεγονός αυτό, οι σχέσεις Ρώμης και Νικαίας επιδεινώθηκαν περισσότερο. Μάλιστα, ο Πάπας απέτρεψε και σύναψη συμμαχίας μεταξύ Νίκαιας και Ουγγαρίας, εξοργισμένος από την κατάληξη της συνόδου στο Νυμφαίο. Όμως και πάλι, όμως, ο μονάρχης της Νίκαιας δεν διέκοψε τις επαφές με την παπική έδρα. Πληροφόρησε τον διάδοχο τού Γρηγορίου Θ΄, Ιννοκέντιο Δ΄, ότι επιθυμεί την ένωση των Εκκλησιών και άρχισαν εκ νέου συζητήσεις με τους απεσταλμένους του Πάπα στην Νίκαια. Πάντως, φαίνεται ότι δεν έτρεφε, πλέον, ελπίδες για κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα πέραν της καθυστέρησης αποστολής φραγκικών ενισχύσεων στην Κωνσταντινούπολη.

Εν τούτοις, ο νέος Πάπας ήταν πιο διαλλακτικός και διατεθημένος να θυσιάσει την Κωνσταντινούπολη με αντάλλαγμα την υποταγή την Ανατολικής Εκκλησίας. Από την άλλη, ο Αυτοκράτορας χάριν της Κωνσταντινούπολης σκεπτόταν σοβαρά να συμβιβαστεί στο θέμα του πρωτείου της Παπικής Έδρας. Η αντίδραση όμως του ορθόδοξου Πατριάρχη επάνω σε δογματικά ζητήματα, εμπόδισε την περαιτέρω προσέγγιση.

Ένας ακόμη βασικός λόγος καθυστέρησης των προσπαθειών προσέγγισης, η οποία, ομολογουμένως, ήταν μεγαλύτερη από ποτέ, ήταν η ισχυροποίηση της θέσης της Νίκαιας έναντι όλων των γειτονικών κρατών. Ο Ιωάννης Γ΄ δεν ήθελε να έρθει σε σύγκρουση με το ιερατείο, αλλά και τον λαό του από την στιγμή που δεν συνέτρεχε κάποια ουσιαστική εξωτερική αιτία. Οριστικό τέρμα στο θέμα αυτό έθεσε ο σχεδόν ταυτόχρονος θάνατος των Ιννοκέντιου Δ’ και Βατάτζη.

Η σύγκρουση με της Ναυτικές Δημοκρατίες.

Τον 13ο αιώνα η Μεσόγειος βρισκόταν υπό την κυριαρχία και τον έλεγχο των Ιταλικών Ναυτικών Δημοκρατιών. Ιδίως η Βενετία διήνυε το χρυσό αιώνα της. Είχε αποκομίσει τεράστια οφέλη από την υποταγή της Κωνσταντινούπολης στους σταυροφόρους το 1204, από τα οποία προσπαθούσε ζηλότυπα να κρατήσει μακριά τις υπόλοιπες ανταγωνίστριές της, κυρίως τη Γένουα.

Ο Ιωάννης Γ΄, εκμεταλλευόμενος τις αντιζηλίες των ιταλικών πόλεων, που αρκετές φορές έφταναν μέχρι και την ανοικτή σύγκρουση, προσπάθησε να αποκομίσει ποικίλα οφέλη, κυρίως την οικονομική αποδέσμευση από αυτές και τον περιορισμό του εμπορικού μονοπωλίου, από τα οποία υπέφερε το Βυζάντιο κατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν την άλωση. Έτσι αρνήθηκε επίμονα να ανανεώσει τα προνόμια, που ο προκάτοχός του είχε παραχωρήσει στην Βενετία. Επιπλέον, εκδίωξε τους Βενετούς από αρκετές παραλιακές πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως η Λάμψακος. Εναντίον της Βενετίας στρεφόταν και οι κινήσεις προσέγγισης με την Γένουα, που επιδίωξε κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του, αν και δεν τελεσφόρησαν.

Ωστόσο, φρόντισε για την κατασκευή στόλου, ώστε να έχει τη δυνατότητα έμπρακτης αμφισβήτησης της κυριαρχίας των Ιταλών στο Αιγαίο. Σε ευθεία σύγκρουση με την Βενετία ήρθε, όταν η τελευταία υποστήριξε τον άρχοντα της Ρόδου Λέοντα Γαβαλά στην προσπάθειά του να μείνει μακριά από την επιρροή του Βατάτζη. Την ίδια εποχή, ο στόλος της Νίκαιας έφτασε μέχρι την Κρήτη προς βοήθεια των επαναστατημένων Κρητών.

Εικόνα: Επισείων του Ιταλικού Ναυτικού, με τα εμβλήματα των σημαντικότερων ναυτικών δημοκρατιών. Ο Λέοντας του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, ο Σταυρός του Αγίου Γεωργίου της Γένοβας, ο Σταυρός της Μάλτας του Αμάλφι και ο Τριφυλλωτός Σταυρός της Πίζας.

Τελικά οι Βενετοί απώθησαν τους Νικαείς από την Κρήτη, αλλά η Ρόδος δέχτηκε την επικυριαρχία του Ιωάννη. Η ένοπλη αντιπαράθεση με τους Βενετούς συνεχίστηκε, καθώς ο κλοιός έσφιγγε γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Επανειλημμένως ο μικρασιατικός στόλος της Νίκαιας καταναυμαχήθηκε από τον αντίστοιχο βενετικό, αλλά και πάλι, χάριν της οικονομικής ευρωστίας της Νίκαιας, αναγεννιόταν και εμφανιζόταν στο Αιγαίο και την Προποντίδα.

Οι σχέσεις με τη Γένουα ήταν πιο πολύπλοκες. Τις προσπάθειες προσέγγισης και συνεργασίας διαδεχόταν περίοδοι συγκρούσεων μικρής εμβέλειας. Η οριστική ρήξη ήρθε το 1247, όταν ο συνασπισμένος στόλος της Γένουας και του Πριγκιπάτου της Αχαΐας επιτέθηκε κατά της Ρόδου, τη στιγμή που ο Αυτοκράτορας ετοιμαζόταν να πολιορκήσει την Πόλη. Εν τούτοις, αντέδρασε ταχύτατα αποσπώντας μεγάλο μέρος των δυνάμεών του για να υπερασπίσει το σημαντικό αυτό νησί, που πάντοτε εποφθαλμιούσαν οι ιταλικές πόλεις.

Η ανασυγκρότηση του κράτους.

Σπουδαίο έργο επιτέλεσε ο Βατάτζης και ως προς την εσωτερική αναδιοργάνωση της χώρας, σε όλα τα επίπεδα. Ακολουθώντας ένα πρόγραμμα οικονομικής ανόρθωσης, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ευημερία των υπηκόων του και κυρίως των χαμηλών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Αναζωογονήθηκαν η γεωργία και η κτηνοτροφία, το εμπόριο γνώρισε σπουδαία άνθηση, ενώ παράλληλα υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στις καταχρήσεις και σπατάλες, που παρατηρούντο από την μεριά της διοίκησης.

Έτσι μπόρεσε να εφαρμόσει πολιτική ελαφριάς φορολογίας, χωρίς να παρατηρηθεί ποτέ έλλειψη οικονομικών πόρων. Περιόρισε τις εισαγωγές ειδών πολυτελείας και με το προσωπικό του παράδειγμα προέτρεψε τον λαό να αποφεύγει την πολυτέλεια και τη χλιδή χάριν της λιτότητας. Αναφέρεται ότι επέπληξε τον γιο και διάδοχό του, όταν κάποια μέρα τον είδε ντυμένο με ακριβά ενδύματα.

Στην ιστορία έμεινε το «ωάτον» στέμμα που πρόσφερε στην γυναίκα του. Επρόκειτο για ένα στέμμα κατασκευασμένο από μαργαριτάρια, το οποίο χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από τις πωλήσεις αυγών του κτήματός του. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να δείξει, πού μπορεί να φτάσει κάποιος με συνετή και συνεπή διαχείριση. Μάλιστα αναφέρεται, ότι ασχολείτο και ο ίδιος με αγροτικές εργασίες στα κτήματά του, όταν του το επέτρεπαν οι κρατικές υποθέσεις. Η μείωση των εισαγωγών ακολουθήθηκε από αύξηση των εξαγωγών. Ειδικά μετά την επιδρομή των Μογγόλων, το κατεστραμμένο Σουλτανάτο του Ικονίου εισήγαγε από την Νίκαια είδη διατροφής έναντι χρυσού, ακριβών υφασμάτων και άλλων πολυτελών ειδών.

Εικόνα: Στους Ακρίτες δωρίζονταν κτήματα για να τα καλλιεργούν και απαλλάσσονταν από τους φόρους, με μόνη υποχρέωση να φυλάσσουν τα σύνορα από τις επιδρομές και απο τους απελάτους δηλαδή τους μεσαιωνικούς “κλέφτες”.

Σπουδαία άνθηση, επίσης, γνώρισαν τα γράμματα και οι τέχνες. Ο Αυτοκράτορας έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την παιδεία και τις επιστήμες. Σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης και ο μοναχός και λόγιος Νικηφόρος Βλεμμύδης, έδρασαν την εποχή εκείνη στην Νίκαια. Ακόμη, με ειδική μέριμνα του Ιωάννη Γ΄ και της πρώτης συζύγου του, ιδρύθηκαν μοναστήρια, ναοί, νοσοκομεία και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Όλα αυτά διασφαλίστηκαν με την ισχυρή φρούρηση των συνόρων, που επετεύχθη με μια σειρά αποτελεσματικών μέτρων, τα οποία ελήφθησαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα χτίστηκαν ή και επανδρώθηκαν ισχυρά φρούρια κατά μήκος των συνόρων και χορηγήθηκαν ατέλειες και πρόνοιες σε συνοριακούς πληθυσμούς. Ουσιαστικά αναβίωσε ο θεσμός των ακριτών, χάρη στην επανίδρυση των στρατιωτικών αγροκτημάτων.

Επίλογος και υστεροφημία.

Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης απεβίωσε την 3η Νοεμβρίου του 1254 στο Νυμφαίο Μικράς Ασίας και ενταφιάστηκε με μεγάλες τιμές και λαϊκό πένθος στη Μονή Σωτήρος Χριστού Σωσάνδρων Μικράς Ασίας, που ο ίδιος είχε κτίσει. Έπασχε από επιληψία, που με τον καιρό εκδηλωνόταν όλο και πιο έντονα.

Ωστόσο η βασιλεία του υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη και η δράση του υμνείται ομόφωνα από όλους τους ιστορικούς, σύγχρονους ή μεταγενέστερους, κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην Ιστορία. Υπήρξε πολύ αγαπητός στον λαό του και αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως άγιος με το όνομα Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο Ελεήμων και η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Νοεμβρίου.

Ο Βατάτζης υπήρξε, κατά κοινή ομολογία όλων των ιστορικών, ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Στην περίπτωσή του επαληθεύεται η ρήση του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, του τελευταίου Αυτοκράτορα, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον αδελφό του, Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο, είπε τα εξής, «Από την ιστορία μας έχουμε το δίδαγμα πως όσο κυβερνούσαν βασιλιάδες στρατιώτες, η Ρωμανία δοξαζόταν, ενώ μόλις έπαιρναν την αρχή οι ευνούχοι, το κράτος διαλυόταν».

Τα επιτεύγματά του μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα, εάν ληφθεί υπόψιν το ιστορικό πλαίσιο, εντός του οποίου έδρασε. Ο Βυζαντινός κόσμος, μετά το 1204, βρισκόταν σε πλήρη αποσύνθεση, με τοπικιστικά και αυτονομιστικά κινήματα να διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι ιταλικές δημοκρατίες μονοπωλούσαν το εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου, ενώ παράλληλα αποτελούσαν σημαντικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα, εξαιτίας των πειρατικών επιχειρήσεων στις οποίες επιδιδόταν.

Εικόνα: Ο άγιος Ιωάννης Δούκας Βατάτζης.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, ο Ιωάννης Γ΄ κατάφερε να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις του κράτους του με μακρόχρονους και πολυμέτωπους αγώνες σε Μικρά Ασία, Βαλκάνια και Αιγαίο. Οι αγώνες αυτοί τροφοδοτήθηκαν από μια στιβαρή και ανθούσα οικονομία, που ήταν το αποτέλεσμα συνετής και συνεπούς εσωτερικής πολιτικής. Δεν συμμεριζόταν την οπτική της κωνσταντινουπολίτικης αριστοκρατίας, η οποία ήθελε το κράτος της Νίκαιας ως απλό μέσο για την επάνοδο στην Βασιλεύουσα. Η οπτική αυτή είχε δημιουργήσει προστριβές μεταξύ των αριστοκρατών προσφύγων από την Πόλη και των ντόπιων μικρασιατικών πληθυσμών, ιδίως κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α΄.

Παλαιότερα, παρόμοια οπτική αλλά και πρακτική αδιαφορίας για τις επαρχίες από μέρους της κεντρικής διοίκησης είχε οδηγήσει στην αποξένωση της πρωτεύουσας από τις επαρχίες, με συνέπεια οι τελευταίες να αδιαφορήσουν με την σειρά τους για την τύχη της Βασιλεύουσας το 1204. Για να αποφευχθεί κάτι παρόμοιο, ο Αυτοκράτορας δόμησε και οργάνωσε την επικράτειά του σε υγιείς βάσεις, ώστε η ευημερία να απλωθεί και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα από όπου αντλούσε μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών του.

Όλα αυτά είχαν ως άμεση συνέπεια η Αυτοκρατορία της Νίκαιας να καταστεί σημαντική δύναμη στον Βαλκανικό και Μικρασιατικό χώρο και να επιτύχει, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιωάννη, το 1261 την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο.

Πηγές:

  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου».
  • Ηλία Νεσσερη, «Η άνοδος και η πτώση του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα».
  • Κωνσταντινος Παπαρηγοπουλος, «Η Ιστορια του Ελληνικου Εθνους».
  • Αλεξάντερ Βασίλιεφ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Michael Angold, «A Byzantine Government in Exile».
  • Νικηφόρου Γρηγορά, «Ρωμαϊκή Ιστορία».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.