Πρωτοβυζαντινή Περίοδος (330-610 μ.Χ.)
«Βυζαντινή χρονολόγηση». Η Άλωση έγινε το 1453 μ.Χ. ή μήπως το 6961 «από κτίσεως κόσμου»?

«Βυζαντινή χρονολόγηση». Η Άλωση έγινε το 1453 μ.Χ. ή μήπως το 6961 «από κτίσεως κόσμου»?

Πολλοί έχουν την εντύπωση πως οι «Ρωμαίοι της Ανατολής» χρησιμοποιούσαν το σημερινό χρονολόγιο, σύμφωνα με το οποίο έχουμε έτη «από Χριστού γεννήσεως» και έτη «προ Χριστού γεννήσεως». Αυτό όμως δεν είναι τίποτα άλλο από μια ψευδαίσθηση που κανένας δεν έκανε τον «κόπο» να μας εξηγήσει κατά τα σχολικά μας χρόνια.

Το συγκεκριμένο σύστημα, το σύγχρονο δηλαδή, ανάγεται στον Σκύθο μοναχό Dionysius Exiguus, ο οποίος έζησε στη Ρώμη κατά το πρώτο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ. Ο Διονύσιος, συγγραφέας του έργου «Liber de paschate», έθεσε τις βάσεις για τον χρονικό υπολογισμό των χριστιανικών εορτών και προσδιόρισε την αρχή της χριστιανικής εποχής. Ο τρόπος χρονολόγησης του Διονυσίου όμως, επιβλήθηκε πολύ αργότερα στα ελληνικά χειρόγραφα.

Στους κώδικες βυζαντινής μουσικής και λειτουργικής τον βλέπουμε να εφαρμόζεται σπάνια κατά την πρώιμη μεταβυζαντινή εποχή και να αρχίζει να επικρατεί από την όψιμη μεταβυζαντινή περίοδο, την εποχή του Ουμανισμού (16ος -17ος αιώνα) και μετά. Στις ποικίλες πηγές (νομικές, θεολογικές, ιστοριογραφικές, εικονογραφικές αλλά και άλλες) των ένδεκα αιώνων ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας συναντούν διάφοροι άλλοι τρόποι χρονολόγησης, εκ των οποίων αναφέρονται, ενδεικτικά, οι εξής:

  • Με βάση τις Ολυμπιάδες.
  • Με βάση την ίδρυση της Ρώμης συμβάντα.
  • Έτη των Ελλήνων ή των Σελευκιδών.
  • Έτη του Διοκλητιανού ή των μαρτύρων.
  • Ινδικτιώνες.
  • Κόσμου έτη κατ’ Ἀλεξανδρεις.
  • Έτη σύμφωνα με την επιτομή των χρόνων.
  • Έτη γενέσεως κόσμου κατά Ρωμαίους.

Το βυζαντινό χρονολογικό σύστημα – Έτη γενέσεως κόσμου.

Ο σημαντικότερος τρόπος χρονολόγησης για τις μεσαιωνικές και μεταβυζαντινές ελληνικές πηγές είναι ο τελευταίος, το λεγόμενο βυζαντινό χρονολογικό σύστημα. Κατά τη βυζαντινή εποχή συνδυάζεται συνήθως με ένα άλλο σύστημα χρονολόγησης, αυτό των Ινδικτιώνων (αυτό «κρατήστε» το θα μας χρειαστεί παρακάτω). Το βυζαντινό χρονολογικό σύστημα παίρνει ως σημείο αναφοράς την, κατά τους Βυζαντινούς, ημερομηνία δημιουργίας του κόσμου (Anno Mundi), «από κτίσεως κόσμου».

Με την εύρεση του έτους της δημιουργίας του κόσμου ασχολήθηκε πληθώρα συγγραφέων της Ελληνιστικής, πρωτοχριστιανικής και παλαιοχριστιανικής εποχής, όπως ο Ιωσήφ Φλάβιος, ο Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ευσέβιος Καισαρείας και πολλοί άλλοι. Ως βάση του υπολογισμού στάθηκε η Παλαιά Διαθήκη στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, και ιδιαίτερα το βιβλίο της Γένεσης και τα κεφάλαια γενεαλογιών τα οποία περιέχονται σ’ αυτό και σε άλλα βιβλία της Αγίας Γραφής.

Σύμφωνα με το βυζαντινό χρονολογικό σύστημα, το οποίο πιθανότατα ανάγεται στην εποχή του Αυτοκράτορα Ηρακλείου, η δημιουργία του κόσμου υπολογίστηκε αρχικά την 25η Μαρτίου του έτους 5508 π.Χ., οπότε κάθε χρονιά ξεκινούσε με τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Ωστόσο, η αποκρυστάλλωση του συστήματος έφερε, για πρακτικούς λόγους, τη μετάθεση της «αρχής» του έτους από την 25η Μαρτίου του 5508 π.Χ, στην 1η Σεπτεμβρίου του έτους 5509. Ο λόγος αυτής της αλλαγής βρίσκεται, σύμφωνα με το V. Grumel, στην προσαρμογή του βυζαντινού χρονολογικού συστήματος προς έναν άλλο τρόπο μέτρησης χρόνου, τη λεγόμενη «ινδικτιών».

Τι είναι λοιπόν οι «Ινδικτιώνες».

Σε αντίθεση με τα κοσμολογικά χρονολογικά συστήματα, τα οποία μετρούν το χρόνο σχεδόν «γραμμικά», από μια σταθερή αφετηρία (τη δημιουργία του κόσμου για τους Βυζαντινούς), το σύστημα της «Ινδικτιώνας» υπολογίζει τα έτη βάσει μιας κυκλικά εναλλασσόμενης αφετηρίας.

Πιο συγκεκριμένα, η ετυμολογία της λέξης ἡ ἰνδικτιών (γενική: -ῶνος), ή ἡ ἴνδικτος, προέρχεται από το λατινικό ουσιαστικό «indictio», που σημαίνει ανακοίνωση ‘η ποιο συγκεκριμένα «Αυτοκρατορικό διάταγμα» και μετωνυμικά, «Εξαιρετική φορολογία». Με λίγο ψάξιμο, γίνεται αντιληπτό πως, στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η «Ινδικτιών» προσδιόριζε αρχικά το ποσό φορολογίας σε ετήσια βάση, ενώ αργότερα η σημασία της λέξης επεκτάθηκε στην έννοια της φορολογικής χρονιάς ή μιας περιόδου περισσότερων φορολογικών ετών.

Η επικρατέστερη μορφή «Ινδικτιώνας» είναι εκείνη των 15 ετών, η οποία εισήχθη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία για πρώτη φορά από το Μέγα Κωνσταντίνο, την 1η Σεπτεμβρίου του έτους 312. Στη βιβλιογραφία είναι γνωστή και ως η «Βυζαντινή Ινδικτιώνα». Η αναφορά της «Ινδικτιώνας» σε επίσημα έγγραφα του Βυζαντίου θεσπίστηκε ως υποχρεωτική από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄, το έτος 537 με την Νεαρά υπ’ αριθμόν 47.

Η αναφορά της «Ινδικτιώνας» από μόνη της, δεν μπορεί να προσδιορίσει μια ημερομηνία, αλλά λειτουργεί επικουρικά, διασαφηνίζοντας και επιβεβαιώνοντας την ημερομηνία η οποία δίνεται σύμφωνα με το βυζαντινό ή άλλο χρονολογικό σύστημα. Όπως προαναφέρθηκε, το γεγονός ότι η «Ινδικτιών» ξεκινούσε την 1η Σεπτεμβρίου, επηρέαζε και το βυζαντινό χρονολογικό σύστημα, με συνέπεια το δεύτερο να μεταφέρει την απαρχή του έτους από τις 25 Μαρτίου στην 1η Σεπτεμβρίου. Σαν να μην ήταν ήδη αρκετά περίεργο οι βυζαντινοί έγραφαν τις ημερομηνίες με τα ελληνικά αριθμογράμματα και όχι με τους αραβικούς αριθμούς.

Ένα παράδειγμα.

Σκεφτείτε την «Ινδικτιώνα» ως εξής. Έχουμε στον υπολογιστή μας, στην επιφάνεια εργασίας δυο φακέλους. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ονομάζουμε και τους δυο «Α». Αυτό όμως δεν είναι δυνατόν και το σύστημα μπερδεύεται. Έτσι λοιπόν ονομάζουμε τον ένα «Α-1» και τον άλλο «Α-2». Με αυτόν τον τρόπο το σύστημα κάνει αποδεκτό το όνομα των φακέλων.

Έχοντας τώρα αυτά στο μυαλό σας σκεφτείτε πως είστε ο Ιουστινιανός. Βασιλεύετε σε μια Αυτοκρατορία όπου ο κάθε λαός έχει και ένα δικό του σύστημα χρονολόγησης. Έρχονται λοιπόν στα χέρια σας δυο έγγραφα. Αφορούν και τα δυο τα φορολογικά έσοδα της επικράτειας σας, ταυτοχρόνως και τα δυο είναι από τον έπαρχο της Αιγύπτου αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα.

Το ένα είναι από τον προηγούμενο έπαρχο που χρονολογεί τα έγγραφα με βάση την χρονολόγηση «έτη κατ’ Ἀλεξανδρεις», ενώ ο νεοδιορισθέντας με «Έτη γενέσεως κόσμου» διότι είναι ξάδερφος σας, έχει μεγαλώσει στην Μακεδονία και έτσι του έμαθε ο μπαμπάς του. Εκεί λοιπόν μπαίνει στο παιχνίδι η «Ινδικτιώνα» και κατ’ αυτό τον τρόπο εντάσσει και τα δυο έγγραφα στη ιδιά φορολογική περίοδο, παρόλο που είναι χρονολογημένα με διαφορετικό σύστημα χρονολογήσεως.

Οι απαραίτητες αριθμητικές πράξεις για την εύρεση της χρονολογίας.

Συνοψίζοντας όλα τα προαναφερθέντα, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής σημαντικά στοιχεία για τη μετατροπή των βυζαντινών χρονολογιών στις αντίστοιχες σημερινές.

  1. Το έτος καταγράφεται με ελληνικά αριθμογράμματα.
  2. Το έτος που καταγράφεται στο χειρόγραφο, συνήθως μετριέται από τη δημιουργία του κόσμου.
  3. Όταν έχουμε το έτος από τη δημιουργία του κόσμου, σύμφωνα με το βυζαντινό χρονολογικό σύστημα, και θέλουμε να μάθουμε το αντίστοιχο έτος από τη Γέννηση του Χριστού, θα αφαιρέσουμε από το νούμερο που δίνεται τον αριθμό 5509 για τους μήνες Σεπτέμβριο με Δεκέμβριο, ή τον αριθμό 5508 για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Αύγουστο.
  4. Δίπλα στο έτος από τη δημιουργία του κόσμου, υπάρχει συνήθως και η ένδειξη της «Ινδικτιώνας», επίσης σε ελληνικά αριθμογράμματα.
  5. Για να επιβεβαιώσουμε την αντιστοιχία των δύο χρονολογικών συστημάτων, θα διαιρέσουμε το μεγάλο έτος από τη δημιουργία του κόσμου διά 15. Το υπόλοιπο της διαίρεσης είναι η ινδικτιών. Εάν το υπόλοιπο είναι μηδέν, τότε η ινδικτιών είναι η 15η.

Επίλογος.

Έτσι λοιπόν γίνεται κατανοητό πως οι Βυζαντινοί «δεν έζησαν ποτέ» τις χρονολογίες σταθμούς του 1000 ή 1500 μ.Χ, απλούστατα διότι ποτέ δεν υπολόγισαν τον χρόνο με αφετηρία τη γέννηση του Ιησού. Οι όροι «π.Χ.» και «μ.Χ.» που ισχύουν σήμερα σε όλο τον δυτικό κόσμο έγιναν αποδεκτοί στην Ανατολή μόλις το 1628 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Α΄ Λούκαρι. Αλλά στη Δύση αυτό το σύστημα είχε τεθεί σε ισχύ ήδη από τον 8ο αιώνα.

Πηγές:

  • Grumel, «La chronologie – Traité d’études byzantines».
  • Kazhdan, «The Oxford Dictionary of Byzantium».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.