Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
429 π.Χ. Ο Φορμίων συνθλίβει την Πελοποννησιακή συμμαχία στην διπλή ναυμαχία των Πατρών και της Ναυπάκτου.

429 π.Χ. Ο Φορμίων συνθλίβει την Πελοποννησιακή συμμαχία στην διπλή ναυμαχία των Πατρών και της Ναυπάκτου.

Ένα από τα πρόσωπα, που διέπρεψαν για τον ηρωισμό και τις εξαιρετικές του ικανότητες, στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, είναι χωρίς αμφιβολία ο ναύαρχος Φορμίων. Τολμηρός και εφευρετικός, θα πολεμήσει με σθένος για την πατρίδα του Αθήνα, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια του μεγάλου εμφύλιου σπαραγμού. Δικαίως ο Αριστοφάνης στους «Ιππής» τον αποκαλεί «προστατευόμενο του Ποσειδώνος». Απ’ αυτά, τα κατορθώματά του, κανένα δεν κατέχει πιο σεβαστή θέση από τις ναυμαχίες της Πάτρας και κυρίως της Ναυπάκτου και τις συντριπτικές νίκες, που κατήγαγε εναντίον του συνασπισμένου Πελοποννησιακού Ναυτικού.

Η κατάσταση στην Δυτική Ελλάδα.

Ο Φορμίων βρισκόταν προσορμισμένος στην Ναύπακτο, η οποία ελεγχόταν από τους Αθηναίους, με μια μικρή ναυτική δύναμη μόλις 20 τριήρων. Με αυτές ήλεγχε τον Κορινθιακό, «Κρισαίο» τοτε, Κόλπο δυσκολεύοντας πολύ την έξοδο των Κορινθίων και λοιπών συμμάχων των Λακεδαιμονίων προς τον Πατραϊκό, τον τότε «Καλυδώνιο», Κόλπο και κατ’ επέκταση προς το Ιόνιο. Έχοντας ήδη επιτελέσει σπουδαία ανδραγαθήματα, ο Φορμίων δέσποζε ως ο απόλυτος κύριος της περιοχής. Εκτός από τα 20 πλοία, ο Φορμίων είχε στην διάθεσή του σημαντικό αριθμό Μεσσηνίων στρατιωτών, τους οποίους είχαν εκδιώξει από την πατρίδα τους οι Σπαρτιάτες μερικά χρόνια νωρίτερα. Αυτούς τους Μεσσήνιους, οι Αθηναίοι, κάνοντας αντίπραξη στους Σπαρτιάτες, τους είχαν εγκαταστήσει στην Ναύπακτο. Αυτό διότι όπως είναι γνωστό «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου».

Εικόνα: Τα θέατρα επιχειρήσεων του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 429 π.Χ. ένα νέο μέτωπο του πολέμου έχει ανοίξει στην Δυτική Στερεά. Οι άσπονδοι εχθροί Ακαρνάνες και Αμπρακιώτες βρίσκονται σε πόλεμο μεταξύ τους, εμπλέκοντας φυσικά και τους συμμάχους τους, οι μεν τους Αθηναίους, οι δε τους Σπαρτιάτες. Οι τελευταίοι αποφάσισαν να στείλουν στην περιοχή εκστρατευτικό σώμα υπό την ηγεσία του Κνήμου. Τότε οι Ακαρνάνες ζητούν βοήθεια από τον Φορμίωνα, αλλά αυτός αρνείται.

Η Ναύπακτος είναι πολύ σημαντική για την Αθήνα και δεν θέλει να την αφήσει αφρούρητη, «Ναύπακτον ερήμην απολιπείν», ενώ και οι δυνάμεις του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες, ώστε να του επιτρέπουν να τις διασπάσει. Εξ άλλου έχει πληροφορία ότι επίκειται πλούς μεγάλης κορινθιακής και συμμαχικής μοίρας προς την Ακαρνανία για να βοηθήσει τον Κνήμο.

Λίγες μέρες μετά, σε μια σκληρή μάχη, που θα διεξαχθεί έξω από την μεγαλύτερη πόλη της Ακαρνανίας, την Στράτο, ο Κνήμος και οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους θα ηττηθούν από τους Ακαρνάνες Στράτιους, οι οποίοι θα κάνουν έξοδο και θα τους διασκορπίσουν σε μία μάχη ακροβολισμών, που θα κρατήσει μέχρι το βράδυ. Νικημένος, ο Κνήμος θα υποχωρήσει μέσω των Οινιάδων στην Πελοπόννησο. Τις ίδιες περίπου μέρες, που έλαβε χώρα η μάχη στην Στράτο, ξεκινάει για την Ακαρνανία ο Πελοποννησιακός στόλος για τον οποίο είχε νωρίτερα την πληροφορία ο Φορμίων. Αλλά ο Αθηναίος ναύαρχος δεν θα τον αφήσει να φτάσει ποτέ στον προορισμό του.

Η ναυμαχία της Πάτρας.

Πρόκειται για 47 τριήρεις και πλήθος μικρότερων φορτηγών πλοίων, που έφτασαν αρχικώς στην Πάτρα παραπλέοντας την βόρεια ακτή της Πελοποννήσου. Οι στρατηγοί των Κορινθίων Μαχάων, Ισοκράτης και Αγαθαρχίδας συνεννοούνται με τους στρατηγούς των λοιπών συμμάχων και αποφασίζουν να μην ναυμαχήσουν με τον Φορμίωνα, αλλά να προσπαθήσουν να περάσουν απέναντι χωρίς να τους αντιληφθεί.

Για να το πετύχουν αυτό, σκοπεύουν να αποπλεύσουν από το λιμάνι της Πάτρας το βράδυ. Το σχέδιό τους φαντάζει σωστό» έχουν ήδη καταφέρει να προσπεράσουν τόσο την Ναύπακτο όσο και το φίλα προσκείμενο στους Αθηναίους «Μολυκρικό Ρίο», το σημερινό Αντίρριο, ενώ και οι δυνάμεις τους είναι υπέρτερες. «Δεν φαντάζονταν» γράφει ο Θουκυδίδης, «ότι οι Αθηναίοι, με 20 μόλις πλοία που είχαν, θα τολμούσαν να ναυμαχήσουν με τα 47 δικά τους».

Όμως ο Φορμίων επαγρυπνεί. «Όσο έχει φως, τους παρακολουθεί παραπλέοντας την απέναντι Αιτωλική ακτή με σκοπό να ναυμαχήσει στην ανοιχτή θάλασσα. Αφήνει πίσω του την μικρή Αιτωλική πόλη της Χαλκίδας και κινήθηκε νότια-νοτιοδυτικά, ακολουθώντας τον εχθρό. Όταν άρχισε να δύει ο ήλιος, οι Πελοποννήσιοι βάζουν μπροστά το σχέδιό τους. Έχο-ντας το σκοτάδι για κάλυψη, η νηοπομπή των 47 τριήρων και των φορτηγών ξεκινάει από το λιμάνι της Πάτρας με κατεύθυνση δυτική-βορειοδυτική, για να περάσει απέναντι.

Εικόνα: Άγαλμα του στρατηγού Φορμίωνα στην Παιανία.

Φαίνεται όμως πως οι Κορίνθιοι στρατηγοί έχουν κάνει λάθος στους υπολογισμούς τους ή καθυστέρησαν για κάποιο άγνωστο λόγο τον απόπλου. Έτσι λοιπόν άρχισε να χαράζει προτού προλάβουν να περάσουν με ασφάλεια απέναντι. Διαπιστώνουν ότι το πρώτο φώς της μέρας έχει αποκαλύψει τον σκοπό τους στον Φορμίωνα και αναγκάζονται να ναυμαχήσουν στο χειρότερο γι’ αυτούς σημείο, στην μέση του πορθμού, όπου οι μικρότερες και πιο ευκίνητες αθηναϊκές τριήρεις διατηρούν σαφές πλεονέκτημα έναντι των μεγαλύτερων και βαρύτερων πελοποννησιακών.

Ο Φορμίων δεν χάνει χρόνο. Παρατάσσει τις 20 τριήρεις του σε θέση μάχης κοντά στις εκβολές του ποταμού Ευήνου και εφορμά. Οι Πελοποννήσιοι δεν τα χάνουν και ετοιμάζονται να αμυνθούν. Παρατάσσουν τις 42 από τις 47 τριήρεις τους σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κύκλο με τις πλώρες προς τα έξω και τις πρύμνες προς τα μέσα. Εντός του κύκλου τοποθετούν τις φορτηγίδες και τις υπόλοιπες 5 πιο γρήγορες τριήρεις, με σκοπό αυτές οι τελευταίες να εκπλέουν πολύ γρήγορα προς ενίσχυση των σημείων του κύκλου, όπου θα επετίθεντο οι Αθηναίοι.

Όταν ο Φορμίων φτάνει κοντά, εφαρμόζει τον λεγόμενο «περίπλου». Παρατάσσει τα πλοία του σε μονή γραμμή με την διαταγή να πλέουν περιμετρικα του πελοποννησιακού κύκλου. Η κίνησή του αυτή πιέζει τον κύκλο προς τα μέσα, γιατί οι αθηναϊκές τριήρεις, επανδρωμένες με άριστους ναυτικούς και κωπηλάτες, διατάσσονται από τον Φορμίωνα να περνούν ξυστά από τις πελοποννησιακές, χαλώντας την τάξη τους, προσποιούμενες ότι θα επι-τεθούν αμέσως. Όμως δεν επιτίθενται.

Ο Φορμίων τους έχει ζητήσει να μην το κάνουν μέχρι να δώσει το σύνθημα. Κάτι περίμενε. Έχει πλέον ξημερώσει για τα καλά και ο οξυδερκής Αθηναίος ναύαρχος γνωρίζει πώς η αυγή φέρνει μαζί της έναν άνεμο από τον κόλπο. Είναι αυτό που περιμένει ελπίζοντας πως έτσι θα προκληθεί αναταραχή στα εχθρικά πλοία. Κατι που πράγματι, έτσι συμβαίνει. Το κύμα που σηκώνει ο άνεμος αναταράζει τις πελοποννησιακές τριήρεις, οι οποίες, στριμωγμένες καθώς είναι, αρχίζουν να πέφτουν ή μία πάνω στην άλλη. Επιπλέον, τα φορτηγά του κέντρου πλησιάζουν κατά λάθος τις τριήρεις του κύκλου και τα κουπιά μπλέκονται μεταξύ τους, επιτείνοντας την σύγχυση.

Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως, «η μία ναύς έπιπτεν επάνω εις την άλλην και απωθούντο αμοιβαίως με τους κοντούς (κουπιά), και εφώναζαν οι ναύται δυνατά προφυλασσόμενοι οι μεν από τους δε και αλληλοϋβρίζοντο, και δεν ημπορούσαν ν’ ακούσουν ούτε τας διαταγάς των αρχόντων ούτε τα παραγγέλματα των κελεύστών, και λόγω της απειρίας των δεν κατόρθωναν κατά την ώρα του κλυδωνισμού να σηκώσουν τα κουπιά, και γενικώς έκαναν τα πλοία να μην πειθαρχούν εις τους κυβερνήτας».

Η πρώτη φάση του «περίπλου» του Φορμίωνα έχει φέρει αποτέλεσμα. Τώρα είναι η ώρα της επίθεσης. Δίνει το σύνθημα και οι τριήρεις του πέφτουν με ορμή πάνω στις πελοποννησιακές. Τις χτυπούν με τα έμβολα ανοίγοντας τρύπες στα σκαριά τους και τους σπάνε τα κουπιά, καθιστώντας τες άχρηστες. Το πρώτο μάλιστα θύμα της επίθεσης είναι μία από τις ναυαρχίδες, «στρατηγίδες» όπως τις αναφέρει ο Θουκυδίδης, την οποία οι Αθηναίοι καταβυθίζουν. Κατά την άτακτη υποχώρηση που επακολουθεί, οι Αθηναίοι συλλαμβάνουν δώδεκα πλοία, αιχμαλωτίζοντας τους περισσότερους από τους άνδρες των εχθρικών πληρωμάτων. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, όσοι από τους αιχμαλώτους ήταν ελεύθεροι μεταφέρθηκαν, περιπου τον Μάρτιο του 428 π.Χ, στην Αθήνα και αντηλλάγησαν άνδρας κατ’ άνδρα με Αθηναίους αιχμαλώτους, που κρατούσαν οι Λακεδαιμόνιοι.

Εικόνα: Ο κλασικός Έλληνας πεζοναύτης του 5ου π.Χ. αιώνα έφερε μόνο τη στοιχειώδη αμυντική θωράκιση, ασπίδα και κράνος, ώστε να μπορεί να κολυμπήσει με ασφάλεια και χωρίς περιττό βάρος σε περίπτωση βύθισης του πλοίου στο οποίο επέβαινε. Το επιθετικό του όπλο ήταν η βαριά τιμητική μάχαιρα, χαρακτηριστικό όπλο των Μηδικών πολέμων.

Ο Φορμίων είναι ο νικητής σε μία ναυμαχία, που εξελίχθηκε σε τόσο άνετη επικράτηση, ώστε δεν έχασε ούτε ένα πλοίο. Μετά την συμπλοκή στρέφεται ανατολικά και σταματάει στο Αντίρριο, όπου στήνει τρόπαιο και αφιερώνει ένα από τα αιχμαλωτισθέντα πλοία στον Ποσειδώνα, ευχαριστώντας τον για την νίκη, που τους βοήθησε να κατακτήσουν. Κατόπιν παραπλέει το Μολύκρειον και επανέρχεται θριαμβευτής στην βάση του στην Ναύπακτο. Όσο για τους ηττημένους, φεύγουν ταπεινωμένοι προς το επίνειο της Ηλείας, την Κυλλήνη, μαζί με τα πλοία, που διασώθηκαν. Στην Κυλλήνη συναντούν τα υπόλοιπα πελοποννησιακά πλοία, που μεταφέρουν πίσω τον Κνήμο και τους Λακεδαιμονίους μετά την ήττα τους στην Στράτο.

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Η νίκη του Φορμίωνα στην Ναυμαχία της Πάτρας εξοργίζει τους Λακεδαιμονίους. Με πληγωμένο φρόνημα και για να αποφύγουν μελλοντικές αρνητικές συνέπειες στην εξέλιξη του πολέμου, στέλνουν στον Κνήμο, που παραμένει στην Κυλλήνη, ενισχύσεις από συμμαχικά πλοία και μαζί τον Τιμοκράτη, τον Βρασίδα και τον Λυκόφρονα ώς συμβούλους σε ναυτικά θέματα με την διαταγή να προετοιμάσουν αμέσως νέα ναυμαχία. Ο έλεγχος του στενού του Ρίου πρέπει πάση θυσία να περιέλθει σ’ αυτούς. Έτσι, το σύνολο του πελοποννησιακού στόλου ανέρχεται τώρα σε 57 τριήρεις.

Ο Φορμίων απ’ την μεριά του δεν αδρανεί. Ζητάει με αγγελιοφόρους από την Αθήνα να του στείλουν ενισχύσεις, καθώς μαθαίνει ότι οι αντίπαλοι ετοιμάζονται για ένα δεύτερο γύρο σύγκρουσης. Πράγματι, οι Αθηναίοι του στέλνουν μία μοίρα από 20 επιπλέον τριήρεις, δίνουν όμως οδηγίες στον μοίραρχο να οδηγήσει τα πλοία πρώτα στην Κυδωνία της Κρήτης, στα σημερινά Χανιά δηλαδη, που ήταν πόλη εχθρική προς την Αθήνα, με σκοπό να την κυριεύσει.

Το γεγονός αυτό, μαζί με μια απρόσμενη κακοκαιρία, θα εμποδίσει τελικά την βοήθεια να φτάσει στον Φορμίωνα στην ώρα της και αυτη θα φτάσειστην Ναυπακτο μετά την ναυμαχία, όταν το αποτέλεσμα θα έχει κριθεί. Εν τω μεταξύ, ο πελοποννησιακός στόλος των 57 τριήρων ανεβαίνει από την Κυλλήνη, παραπλέει την Πάτρα και προσορμίζεται δίπλα στο Ρίο, στην Πάνορμο, όπου έχει φτάσει προς υποστήριξή του και το συμμαχικό πεζικό των Λακεδαιμονίων.

Εκεί παραμένουν. Απέναντι, ο Φορμίων πραγματοποιεί αντίστοιχη κίνηση. Με τις 20 τριήρεις του φεύγει από την Ναύπακτο και προσορμίζεται ξανά στο Αντίρριο, έχοντας κι αυτός πίσω του στην ξηρά το μεσσηνιακό πεζικό για υποστήριξη. Για έξι με έφτά μέρες οι δυο στόλοι μένουν ακίνητοι, περιμένοντας ο ένας την πρώτη κίνηση του άλλου. Οι μεν Πελοποννήσιοι από την μεριά του Ρίου φοβούνται να βγούν και να ναυμαχήσουν λόγω του προηγούμενου παθήματός τους. Οι δε Αθηναίοι στο Αντίρριο απέναντι διστάζουν να συναντήσουν τον εχθρό, αφού υστερούν αριθμητικά. Όμως οι Πελοποννήσιοι αδημονούν να ναυμαχήσουν. Έχουν 37 τριήρεις περισσότερες από τους Αθηναίους και επιπλέον φοβούνται πιθανή άφιξη βοήθειας από την Αθήνα. Έτσι αποφασίζουν να κάνουν αυτοί την πρώτη κίνηση και να παρασύρουν τον Φορμίωνα μακριά από το αραξοβόλι του.

Ο Κνήμος με τον Βρασίδα καλούν όλο το ναυτικό στράτευμα νά παρουσιαστεί στην παραλία της Πανόρμου. Τους απευθύνουν ενθαρρυντικό λόγο προσπαθώντας να ανυψώσουν το ηθικό τους. Τους καλούν να ξεχάσουν την ήττα τους στην προηγούμενη ναυμαχία, να στηριχθούν στην ανδρεία και την ευψυχία τους και να αδιαφορήσουν για την απειρία τους στην ναυτική τέχνη. Τους υπενθυμίζουν ότι διαθέτουν μεγαλύτερο στόλο και ότι πολεμούν κοντά στην δική τους γη με την υποστήριξη του πεζικού στρατού πίσω τους. Αναγγέλλουν ποινές για τους δειλούς και βραβεία ανδρείας για τους πιο γενναίους, οι δυο στρατηγοί κλείνουν τον λόγο τους και διατάζουν άμεση επιβίβαση.

Εικόνα: Ο Βρασίδας υπήρξε αξιωματικός της αρχαίας Σπάρτης κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, διακεκριμένος για τις στρατηγικές του ικανότητες. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ενσάρκωνε πλήρως τα Σπαρτιατικά ιδεώδη. Ο Βρασίδας ήταν γρήγορος στο να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις και να οργανώνει στρατηγικές κινήσεις χωρίς κανένα δισταγμό, επίσης υπήρξε και εύγλωττος ρήτορας.

Στο Αντίρριο ο Φορμίων κάνει το ίδιο με τα δικά του πληρώματα. Τους μιλάει για την ναυτική τους ανωτερότητα, η οποία με την σειρά της φέρνει και την πιο μεγάλη τόλμη. Τους υπενθυμίζει την θριαμβευτική τους νίκη μόλις λίγες μέρες πρίν, καθώς και τον φόβο, που προξενούν στον εχθρό. «Ο αγώνας αυτός», τους λέει, «είναι για σας μεγάλος, γιατί ή θα εξαφανίσετε για πάντα την ελπίδα των Πελοποννησίων για ναυτική επικράτηση ή θα φέρετε την κυριαρχία στην θάλασσα ακόμα πιο κοντά στους Αθηναίους».

Ξημερώνει. Ο συμμαχικός στόλος παρατάσσεται σε τετράδες και κινείται κοντά στην παραλία με κατεύθυνση βόρεια-βορειοανατολικά, με το δεξιό κέρας της παράταξης να προπορεύεται. Σ’ αυτό προσθέτουν τα 20 ταχύτερα πλοία τους, «είκοσι ναύς τάς άριστα πλεούσας». Ο Φορμίων βλέπει την κίνηση των εχθρών και πιστεύει αυτό που οι αντίπαλοι θέλουν να πιστέψεις ότι κατευθύνονται προς την αφρούρητη Ναύπακτο. Εσπευσμένα, οι Αθηναίοι επιβιβάζονται στις τριήρεις τους και αρχίζουν να παραπλέουν την ακτή σε μονή γραμμή παράταξης, έχοντας κι αυτοί την ίδια κατεύθυνση, την Ναύπακτο. Πίσω τους στην στεριά, τους ακολουθούν οι Μεσσήνιοι οπλίτες.

Ο Κνήμος με τον Βρασίδα βλέπουν ότι ο Φορμίων βρίσκεται τώρα μέσα στον κόλπο και κοντά στην ξηρά. Έχει έρθει η στιγμή, που περίμεναν. Σηκώνουν τις σημαίες και αιφνιδιαστικά στρέφουν τα πλοία τους, ώστε να έχουν μέτωπο προς τους Αθηναίους. Ή δεξιά πτέρυγα με τα 20 ταχύτατα πλοία κωπηλατεί φρενιασμένα προσπαθώντας να προλάβει να περικυκλώσει τα 20 αθηναϊκά. Πέφτουν με ορμή πάνω στην μονή αθηναϊκή παράταξη και την κόβουν στην μέση. Τα πρώτα έντεκα αθηναϊκά πλοία καταφέρνουν και ξεφεύγουν προς τα δεξιά, με κατεύθυνση προς την Ναύπακτο, όμως τα υπόλοιπα εννιά εγκλωβίζονται μεταξύ εχθρού και στεριάς. Οι Πελοποννήσιοι τα αχρηστεύουν ρίχνοντάς τα στην ακρογιαλιά και σκοτώνουν το μεγαλύτερο μέρος των πληρωμάτων και των επιβατών, εκτός από λίγους, που διασώζονται κολυμπώντας.

Κατόπιν αρχίζουν να τα δένουν και να τα ρυμουλκούν με τα δικά τους. Όμως εκείνη την στιγμή, οι Μεσσήνιοι πεζοί, που περιμένουν στην ξηρά ορμούν με τις πανοπλίες μέσα στο νερό, ανεβαίνουν στα καταστρώματα μερικών από τα συλληφθέντα πλοία και πολεμώντας με αυτοθυσία κατά των Λακεδαιμονίων επιβατών, καταφέρνουν και παίρνουν πίσω μερικά απ’ αυτά.

Πρόκειται για εντυπωσιακό επίτευγμα, αν υπολογίσει κανείς το βάρος της πανοπλίας τους, που μπορεί να έφτανε τα 25 με 30 κιλά. Εν τω μεταξύ, κωπηλατώντας όσο πιο γρήγορα μπορούν, οι Αθηναίοι με τις δέκα διασωθείσες τριήρεις τους, καθως μία είχε μείνει πίσω, φτάνουν στο λιμάνι της Ναυπάκτου. Κοντά στον Ναό του Απόλλωνος σχηματίζουν παράταξη με τις πλώρες προς την θάλασσα, έτοιμοι να αμυνθούν στα 20 ταχύτατα εχθρικά πλοία, τα οποία τους κυνηγούν ψάλλοντας τον παιάνα.

Εικόνα: Ο προαναφερόμενος “περίπλους” του Αθηναίικου πλοίου επί του αντίπαλου Λευκαδίτικου.

Μια λευκαδίτικη τριήρης κυνηγά το ενδέκατο αθηναϊκό πλοίο, που έχει καθυστερήσει και σπεύδει να ενωθεί με τα υπόλοιπα δέκα. Μέσα στον όρμο τυχαίνει να βρίσκεται αγκυροβολημένη μία «όλκάδα», δηλαδή ένα μεγάλο φορτηγό πλοίο.Το αθηναϊκό σκάφος κάνει μία ξαφνική στροφή γύρω από την ολκάδα και βρίσκεται διαγώνια απέναντι από το καταδιώκον αυτό λευκαδίτικο.

Στην συνέχεια το έμβολίζει με επιτυχία στην μέση και το βυθίζει. Αυτή η απροσδόκητη επιτυχία, ελάχιστη απόδειξη της ναυτικής κληρονομιάς των Αθηναίων από τα Περσικά, πανικοβάλλει τα πληρώματα στα υπόλοιπα πελοποννησιακά πλοία, μερικά μάλιστα εξωκείλουν λόγω άγνοιας της περιοχής. Οι Αθηναίοι εκμεταλλεύονται την στιγμή και αντεπιτίθενται μεκραυγές. Τους τρέπουν σε φυγή συλλαμβάνοντας τα πλησιέστερα έξι πλοία, ενώ παίρνουν πίσω και τα δικά τους, που οι Πελοποννήσιοι είχαν συλλάβει στην αρχή της ναυμαχίας.

Ο επίλογος.

Οι απώλειες των Πελοποννησίων είναι σημαντικές, με αδιευκρίνιστο όμως αριθμό νεκρών και αιχμαλώτων. Ένας από τους πεσόντες είναι και ο Τιμοκράτης, ο οποίος επέβαινε στην λευκαδίτικη τριήρη που εμβολίστηκε. Προτιμώντας τον θάνατο από την αιχμαλωσία, αυτοκτόνησε, καθώς το πλοίο βούλιαζε στα νερά του Κορινθιακού. Ο Θουκυδίδης μάλιστα αναφέρει ότι το σώμα του ξεβράστηκε αργότερα στο λιμάνι της Ναυπάκτου.

Ο Φορμίων επιστρέφει στο Αντίρριο και στήνει δεύτερο τρόπαιο, μαζεύει τους νεκρούς του και τα κατεστραμμένα του πλοία πρώτος, ενώ κατόπιν συνθήκης αποδίδει στους ηττημένους τα δικά τους. Όμως και οι Πελοποννήσιοι στήνουν στο Ρίο το δικό τους τρόπαιο για την νίκη τους στην πρώτη φάση της ναυμαχίας. Κατόπιν αποχωρούν, πλην των Λευκαδιτών, προς την Κόρινθο.

Έτσι έληξαν οι Ναυμαχίες της Πάτρας και της Ναυπάκτου. Με την διπλή τους νίκη, οι Αθηναίοι διατήρησαν τον έλεγχο της Ναυπάκτου αλλά και του Κορινθιακού Κόλπου, δυσκολεύοντας σημαντικά τις πολεμικές κινήσεις των Πελοποννησίων στην θάλασσα, αλλά και το εμπόριο μεταξύ Κορίνθου και Δύσης. Επιπλέον, κράτησαν ψηλά το πολεμικό φρόνημα των Αθηναίων, πράγμα πολύ σημαντικό για την εξέλιξη του Πολέμου και αποθάρρυναν ενδεχόμενες σκέψεις κάποιων συμμαχικών πόλεων για αποστασία από την Αθηναϊκή ηγεμονία. Αργότερα οι Αθηναίοι τίμησαν τον Φορμίωνα με ανέγερση ανδριάντα στην Ακρόπολη και ταφή του στο Δημόσιο Σήμα.

Πηγές:

  • Χρύσης Πελεκίδης, Άννα Ραμού-Χαψιάδη, «Ο Πελοποννησιακός πόλεμος».
  • Martin Hammond, «Thucydides – The Peloponnesian War».
  • Ντόναλντ Κέηγκαν, «Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος».
  • Donald Kagan, «The Peloponnesian War».
  • Θουκυδίδου, «Ιστορίαι».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.