Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Η προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Φοινίκη και η “επική” πολιορκία της Τύρου.

Η προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Φοινίκη και η “επική” πολιορκία της Τύρου.

Με τον Αλέξανδρο, νικητή στην μάχη της Ισσού και τον Δαρείο να υποχωρεί προς την Θάψακο, δυτικά του Ευφράτη, το Μακεδονικό στράτευμα ξεκίνησε την προέλαση του με πορεία προς την Φοινίκη. Φτάνοντας στην Μάραθο στρατοπέδευσε και ξεκούρασε τους άνδρες του για μερικές μέρες. Εκεί πληροφορήθηκε πως τα χρήματα που είχε στείλει ο Δαρείος στην Δαμασκό, για την ενίσχυση της άμυνας της πόλης, είχαν πέσει στα χέρια του Παρμενίωνα, γεγονός που έλυνε αρκετά προβλήματα.

Η απάντηση του Αλεξάνδρου.

Καθώς βρισκόταν στη Μάραθο, κατέφθασαν πρεσβευτές από τον Δαρείο και επιστολή, με την οποία ο μεγάλος βασιλέας ανέφερε πως, ο Φίλιππος είχε συνάψει «σύμφωνο φιλίας» με τον Αρταξέρξη, την οποία καταπάτησε ο Φίλιππος όταν βασίλεψε ο γιος του Αρταξέρξη, Αρσής κι ότι εκείνος αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τη χώρα του και να σώσει την βασιλεία των πατέρων του. Ζητούσε ως «Μεγαλος βασιλέας» προς βασιλέα την επιστροφή της μητέρας, της συζύγου και των τέκνων του, προτείνοντας φιλία και συμμαχία και προσθέτοντας να μην συνεχίσει ο Αλέξανδρος την αδικία του Φιλίππου.

Σε αυτή την επιστολή ο Αλέξανδρος έσπευσε να δώσει μια χαρακτηριστική απάντηση, η οποία διασώθηκε στην πληρέστερη μορφή της από τον Αρριανό. Ο Αλέξανδρος απευθυνόμενος γενικώς και όχι στον Δαρείο μόνο, είχε τη δυνατότητα να αιτιολογήσει τον κατά του Δαρείου πόλεμο, αναφερόμενος στις πολλές έριδες μεταξύ της Περσίας και της Μακεδονίας. Παρόλα αυτά, προκήρυξε ως πρωταρχική και κύρια αφορμή του πολέμου τη μεγάλη εκστρατεία των Περσών κατά της Ελλάδας. Το δε γράμμα του Αλεξάνδρου είχε ως εξής.

Εικόνα: Ο Αλέξανδρος νικά τον Δαρείο στη μάχη της Ισσού. Ψηφιδωτό από την Πομπηία, αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου, Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

«Οἱ δικοί σας πρόγονοι, οἱ ὁποῖοι ἦρθαν στή Μακεδονία καί τήν ἄλλη Ἑλλάδα, προξένησαν κακά σέ ἐμᾶς, χωρίς νά ἔχουν πάθει κανένα ἀδίκημα πρωτύτερα ἀπό ἐμᾶς. Ἐγώ δέ ἀφοῦ ἐκλέχτηκα ἀρχηγός τῶν Ἑλλήνων καί ἐπειδή ἤθελα νά τιμωρήσω τούς Πέρσες, πέρασα στήν Ἀσία, πού ἤσασταν ἐσεῖς. Διότι καί τούς Περινθίους βοηθήσατε, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦσαν τόν δικό μου πατέρα καί στή Θράκη, τήν ὁποία ἐμεῖς διοικούσαμε, ἔστειλε στρατιωτική δύναμη ὁ Ὦχος.

Ὅταν δέ φονεύθηκε ὁ πατέρας μου, ἀπό αὐτούς πού ἐπιβουλεύονταν τή ζωή του, τούς ὁποίους ἐσεῖς ὀργανώσατε, ὅπως ἐσεῖς οἱ ἴδιοι ὑπερηφανευόσασταν μέ τίς ἐπιστολές, πού στείλατε σέ ὅλους, καί ἐσύ μέ τήν βοήθεια τοῦ Βαγώα ἐσκότωσες τόν Ἄρσην καί κατέλαβες τήν βασιλεία κατά τρόπο ἄδικο καί ὄχι σύμφωνα μέ τόν νόμο τῶν Περσῶν, ἀλλά ἀδικῶντας τούς Πέρσες. Καί ἐνῶ διαβίβαζες ἐχθρικά γράμματα γιά ἐμένα στούς Ἕλληνες παρακινῶντας τους νά μέ πολεμοῦν, καί ἐνῶ ἀπέστειλες χρήματα στούς Λακεδαιμόνιους καί πρός μερικούς ἄλλους ἀπό τούς Ἕλληνες, καί τά ὁποῖα καμμία ἀπό τίς ἄλλες πόλεις δέν τά δέχτηκε, καί μόνο οἱ Λακεδαιμόνιοι τά ἔλαβαν, καί ἐνῶ αὐτοί πού ἐστάλησαν ἐκ μέρους σου διέφθειραν τούς φίλους μου καί ἐπιχειροῦσαν νά διαλύσουν τήν εἰρήνη τήν ὁποία ἐδημιούργησα εἰς τούς Ἕλληνες, ἐξεστράτευσα ἐναντίον σου, ἀφοῦ ἀπό ἐσένα προϋπῆρχε ἡ ἔχθρα.

Ἐπειδή νωρίτερα νίκησα στήν μάχη τούς στρατηγούς καί τούς διοικητές σου, τώρα δέ ἐσένα καί τό στρατό πού ἔχεις μαζί σου καί τήν χώρα σου κατέχω, ἀφοῦ μου τό ἐπέτρεψαν οἱ θεοί, ὅσοι ἀπό αὐτούς πού πολέμησαν μαζί σου καί δέν ἀπέθαναν στήν μάχη, ἀλλά κατέφυγαν σέ μένα, ἐγώ γι᾽ αὐτούς ἐπιμελοῦμαι, καί αὐτοί ὄχι χωρίς τή θέλησή τους μένουν δίπλα μου καί μέ τή θέλησή τους ἐκστρατεύουν μαζί μέ ἐμένα. Καθώς λοιπόν ἐγώ εἶμαι κύριος ὅλης τῆς Ἀσίας, ἔλα σέ ἐμένα. Ἐάν ὅμως φοβᾶσαι, μήπως, ἄν δέν ἔρθεις πάθεις κάτι δυσάρεστο ἀπό ἐμένα, στεῖλε μερικούς ἀπό τούς φίλους σου νά λάβουν ἐγγυήσεις.

Ὅταν δέ ἔρθεις σ᾽ ἐμένα, τή μητέρα, τή γυναίκα, τά παιδιά σου καί ἐάν κάτι ἄλλο θέλεις, ζήτησε καί λάβε. Διότι γιά ὅ,τι μέ πείσεις, αὐτό θά λάβῃς. Καί στό ἑξῆς, ὅταν στέλνεις κάποιον σέ ἐμένα, νά τόν στέλνῃς πρός τόν βασιλέα τῆς Ἀσίας, καί οὖτε νά μοῦ γράφῃς σάν ἴσος πρός ἴσον, ἀλλά ἐάν χρειάζεσαι κάτι, νά ἀναφέρεσαι πρός τόν κύριο ὅλων τῶν δικών σου· ἀλλοιῶς ἐγώ θά σκεφτῶ γιά ἐσένα ὅτι μέ ἀδικεῖς. Ἐάν δέ ἔχεις ἀντίρρηση γιά τήν βασιλεία, τολμῶντας ἀγωνίσου ἀκόμη γι᾽ αὐτήν καί μήν φεύγεις, διότι ἐγώ θά βαδίσω ἐναντίον σου ὁπουδήποτε κι αν εἶσαι».

Η πορεία προς την Τύρο.

Έπειτα από μερικές μέρες στράφηκε νοτιότερα, με σκοπό να καταλάβει, τις ημιανεξάρτητες, πόλεις-κράτη της Φοινίκης και με αυτόν τον τρόπο να αποκόψει το υπεράριθμο περσικό ναυτικό από κάθε ικανή πηγή ανεφοδιασμού. Η Βύβλος παραδόθηκε, ενώ η Σιδώνα άνοιξε της πύλες της προσφέροντας συμμαχία στους Μακεδόνες κατά των Περσών, μιας και οι Σιδώνιοι μισούσαν τους Πέρσες και τον Δαρείο, καθώς ευνοούσε περισσότερο τις υπόλοιπες Φοινικικές πόλεις-κράτει, πάρα τους ίδιους.

Τώρα σειρά είχε η αρχαιά πόλη της Τύρου, ένας από τους μεγαλύτερους ναυστάθμους του Περσικού ναυτικού, αν όχι ο μεγαλύτερος. Κατά την διάρκεια της πορείας, τον δρόμο του Αλεξάνδρου «ανέκοψαν» πρέσβεις των Τυρίων, τους οποίους τους είχαν στείλει οι συμπολίτες τους που αποφάσισαν να κάνουν ό,τι τους πει ο Αλέξανδρος. Ο Μακεδόνας Στρατηλάτης επαίνεσε την πόλη και τους πρέσβεις για την «σωφροσύνη» τους, αλλά και επειδή αυτοί ήταν κάποιοι από τους πιο επιφανείς πολίτες της Τύρου. Χαρακτηριστικό είναι πως ανάμεσα τους ήταν και ο γιος του βασιλιά των Τυρίων, Αζέμιλκου, που ακολουθούσε τον στόλο του Αυτοφραδάτη στο Αιγαίο.

Τελειώνοντας της συνομιλίες μαζί τους, τους διέταξε να γυρίσουν πίσω, στην πόλη τους, και να πουν στους συμπολίτες τους ότι, ο Μακεδόνας βασιλιάς, θα ήθελε να επισκεφτεί την Τύρο και να προσφέρει θυσίες στον φημισμένο ναό του Ηρακλή στην «Νέα Τύρο». Όταν οι πρέσβεις ανακοίνωσαν αυτά στην πόλη τους, οι Τύριοι, αποφάσισαν να ικανοποιήσουν όλες τις άλλες επιθυμίες του Αλέξανδρου, αλλά να μη δεχτούν ούτε κάποιο Πέρση, ούτε κάποιο Μακεδόνα στην πόλη τους. Νόμιζαν ότι αυτή ήταν η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσαν να πάρουν εκείνη τη στιγμή, που δεν είχε κριθεί ακόμα η τύχη του πολέμου.

Οι πρεσβευτές επανήλθαν στον Αλέξανδρο, δηλώνοντας μεν υποταγή, αλλά αρνούμενοι να επιτρέψουν στον Αλέξανδρο να θυσιάσει στο ιερό του Ηρακλή. Ο όρος τους ήταν, ούτως η άλλος, να μην εισέλθουν οι Μακεδόνες στην πόλη τους, γιατί κάτι τέτοιο δεν επέτρεψαν ούτε στους προηγούμενους κυρίαρχους, τους Πέρσες. Αντ’ αυτού πρότειναν, στον Αλέξανδρο, να προσφέρει της θυσίες του στον «μικρό» ναό του Ηρακλή στην «Παλαιά Τύρο». Στην πραγματικότητα θυσία στο ιερό του Ηρακλή στην «Νέα Τύρο» μπορούσε να προσφέρει μόνον ο βασιλέας της Τύρου και η όποια αποδοχή θυσίας του Αλέξανδρου, εμμέσως πλην σαφώς ήταν de facto αναγνώριση της κυριαρχίας του.

Ο Αλέξανδρος κατόπιν αρκετής σκέψης καθώς οι αξιωματικοί του έδειχναν αρκετά απρόθυμοι αναζητούσε, έναν ειρηνικό συμβιβασμό. Ωστόσο οι διαπραγματεύσεις δεν έμελλε να τελεσφορήσουν. Κατά την διάρκεια των συνομιλιών οι Τύριοι προέβησαν στην απόλυτη ιεροσυλία, σκοτώνοντας τους κήρυκές, των Ελλήνων, και ρίπτοντας τα άψυχα πτώματα τους από τα τείχει της πόλεως. Τότε αποφασίστηκε η κατάληψη της πόλης με την βία και η παραδειγματική τιμωρία των κατοίκων της.

Εικόνα: Η πορεία της Εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η έναρξη της πολιορκίας.

Ο Αλέξανδρος είχε στο μυαλό του πως δεν ήταν δυνατή η προώθηση της εκστρατείας στο εσωτερικό της Περσικής Αυτοκρατορίας, αν πρώτα δεν υποτάσσοταν η Τύρος. Αυτό διότι αν δεν «έπεφτε», η Φοινικική πόλη-κράτος ήταν αδύνατη η κατάληψη της Αιγύπτου, ενώ ο Περσικός στόλος θα μπορούσε να «ταλαιπωρεί», ουσιαστικά ανενόχλητος, τα νώτα της Μακεδονικής δύναμης.

Η Νέα Τύρος, όμως δεν ήταν ένας εύκολος στόχος. Η πόλη ήταν κτισμένη πάνω σε ένα νησί μήκους και πλάτους, περίπου 1.000 μέτρων, ενώ από την στεριά, το νησί χώριζε ένας πορθμός πλάτους 750 περίπου μέτρων. Ο Αλέξανδρος καταλαβαίνοντας πως οι Τύριοι πλεονεκτούν στη θάλασσα, γιατί οι Πέρσες ήταν ακόμη τότε θαλασσοκράτορες και οι ίδιοι είχαν πολλά πλοία, αποφάσισε να κλείσει με χώμα, ξύλα και πέτρες τον θαλάσσιο πορθμό φτιάχνοντας ένα πέρασμα από τη στεριά στην πόλη.

Όμως μπορεί από τη μεριά της στεριάς τα νερά ήταν ρηχά και αμμουδερά όμως, από την πλευρά του νησιού βρισκόταν το βαθύτερο σημείο του πορθμού, γύρω στις τρεις οργιές. Υλικά για το όλο έργο βρέθηκαν όταν, με εντολή του Αλεξάνδρου, «ξεθεμελιώθηκε» η «Παλαιά Τύρος», αλλά και με κέδρα από την κοιλάδα Μπεκάα και τα Όρη του Αντιλιβάνου. Όσο για τους Μακεδόνες, αυτοί δούλευαν με μεγάλη προθυμία. Αλλά το ίδιο έκανε και ο Αλέξανδρος που βρισκόταν εκεί, έδινε ο ίδιος οδηγίες για το καθετί, τους ενέπνεε με τα λόγια του και ενθάρρυνε με δωρεές αυτούς που δούλευαν ξεπερνώντας τις δυνάμεις τους.

Όσο λοιπόν η πρόσχωση βρισκόταν κοντά στη στεριά, το έργο προχωρούσε εύκολα, γιατί τα νερά ήταν ρηχά και δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο. Όταν όμως πλησίασαν στο πιο βαθύ μερος του πορθμού, κοντά στην πόλη, βάλλονταν από τα τείχη και είχαν πολλές απώλειες. Τότε οι Τύριοι, όντες ικανοί ναυτικοί, έπλεαν με τις τριήρεις τους γύρω από την πρόσχωση και έκαναν αδύνατη την συνέχιση των εργασιών για τους Μακεδόνες. Αυτοί πάλι, έστησαν δύο πύργους στην άκρη του μόλου, που είχε ήδη προχωρήσει αρκετά μέσα στη θάλασσα και τοποθέτησαν εκεί πολιορκητικές μηχανές. Έβαλαν μάλιστα, μπροστά από τους πυργους, δερμάτινα παραπετάσματα για να προστατέψουν τους πύργους από τα πυρφόρα βέλη που έρχονταν από το τείχος, αλλά και τους εργαζόμενους από τις βολές.

Παρόλο που οι Τύριοι αντιμετώπισαν αρχικά την προσπάθεια της πρόσχωσης με ελαφρότητα, βλέποντας την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα των εργασιών αποφάσισαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι άμεσα. Έτσι λοιπόν σκαρφίστηκαν τα ακόλουθα, γέμισαν ένα πλοίο που μετέφερε άλογα με ξερά κλήματα και άλλα εύφλεκτα ξύλα. Επέκτειναν το κατάστρωμα με κατάλληλο τρόπο ώστε να προφυλάσσει αρκετές αναμμένες δάδες, ενώ έμπηξαν στην πλώρη του δυο κοντάρια τα οποια κατέληγαν σε δυο ακροκέραια από τα οποια κρέμασαν καζάνια γεμάτα με εύφλεκτα υλικά. Τέλος, γέμισαν με πίσσα, θειάφι και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη πυρκαγιά τα κύτοι του πλοίου.

Όταν λοιπόν φύσηξε άνεμος προς τον μόλο και με συνοδεία τριήρων, έριξαν το πλοίο στο νερό. Οι τριήρεις ρυμούλκησαν το πλοίο προς την πρόσχωση και τους πύργους, βάζοντας φωτιά στο εύφλεκτο φορτίο την τελευταία στιγμή. Το πλήρωμα του καραβιού, που ήδη καιγόταν, έπεσε χωρίς προβλήματα στη θάλασσα. Οι πύργοι πήραν αμέσως φωτιά, ενώ οι κεραίες έσπασαν και όλα τα εύφλεκτα υλικά χύθηκαν, εντείνοντας ακόμα περισσότερο την πυρκαγιά. Τα πληρώματα των τριήρων, που ρυμουλκούσαν το πυρπολικό, πήραν θέση κοντά στον μόλο και έριχναν με τα τόξα τους στους πύργους, για να εμποδίσουν όποιον πλησίαζε να σβήσει τη φωτιά.

Ταυτόχρονος, πολλοί από τους υπερασπιστες της πόλη έκαναν έξοδο, μπήκαν σε βαρκάκια και πλησίασαν απ’ όλες τις πλευρές την πρόσχωση, κατέστρεψαν εύκολα το χαράκωμα που την προστάτευε και έκαψαν όλες τις πολιορκητικές μηχανές που δεν είχαν πάρει φωτιά από το πυρπολικό πλοίο. Μετα από αυτή την «καταστροφή», ο Αλέξανδρος διέταξε να διαπλατυνθεί η πρόσχωση από τη μεριά της στεριάς, για να χωρούν περισσότεροι πύργοι και να κατασκευάσουν οι μηχανοποιοί του άλλες πολιορκητικές μηχανές.

Εικόνα: Άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο ναυτικός αποκλεισμός της Τύρου.

Ενώ γίνονταν αυτές οι προετοιμασίες ο Αλέξανδρος πήρε τους υπασπιστές και τους Αγριάνες και πήγε στη Σιδώνα, για να συγκεντρώσει τις τριήρεις που ήταν στην διάθεση της πόλης, κρίνοντας πως η πολιορκία θα ήταν δυσκολότερη, όσο οι Τύριοι επικρατούσαν στη θάλασσα. Στο μεταξύ, ο Γηρόστρατος, βασιλιάς της Αράδου και ο Ένυλος, ο βασιλιάς της Βύβλου, μολις έμαθαν ότι οι πόλεις τους έχουν καταληφθεί από τον Αλέξανδρο, εγκατέλειψαν τον στολο του Αυτοφραδάτη και ένωσαν τη ναυτική τους δύναμη με τον στόλο του Αλέξανδρου. Έτσι λοιπον, γύρω στα ογδόντα φοινικικά πλοία πέρασαν με το μέρος του Αλέξανδρου.

Τις ίδιες μέρες έφτασαν από τη Ρόδο εννέα τριήρεις, τρεις από τους Σόλους και τον Μαλλό, δέκα από τη Λυκία και μια πεντηκόντορος από τη Μακεδονία. Λίγο αργότερα έφτασαν στη Σιδώνα και οι βασιλείς της Κύπρου, με εκατόν είκοσι πλοία, γιατί φοβήθηκαν επειδή έμαθαν την ήττα του Δαρείου στην Ισσό και την κατάληψη όλης της Φοινίκης από τον Αλέξανδρο. Όλους αυτούς ο Αλέξανδρος τους συγχώρεσε για την προηγούμενη στάση τους, καθώς «εξαναγκάστηκαν», όπως του είπαν, παρά συμφώνησαν να ενταχθούν στο περσικό ναυτικό.

Όλο αυτό το διάστημα οι μηχανές συναρμολογούνταν και τα καράβια ετοιμάζονταν για νηοπομπή και ναυμαχία Ο ίδιος ο Αλέξανδρος πήρε μερικές ίλες ιππικού, τους υπασπιστές, τους τοξότες και τους Αγριάνες και κατευθύνθηκε προς την Αραβία και το βουνό, που ονομάζεται Αντιλίβανο. Ανάγκασε τις φυλές που κατοικούσαν εκεί να συνθηκολογήσουν μαζί του με τη βία, ή επιβάλλοντας τους όρους. Μέσα σε δέκα μέρες λοιπόν ξαναγύρισε στη Σιδώνα και βρήκε εκεί τον Κλέανδρο, τον γιο του Πολεμοκράτη, που είχε έρθει από την Πελοπόννησο, με τέσσερις χιλιάδες περίπου Έλληνες μισθοφόρους.

Μόλις συγκεντρώθηκε ο στόλος, ο Μακεδόνας στρατηλάτης επιβίβασε στα πλοία τους υπασπιστές και απέπλευσε από τη Σιδώνα εναντίον της Τύρου με τα πλοία παραταγμένα για ναυμαχία. Ο ίδιος βρισκόταν στο δεξί κέρας, που έβλεπε προς την ανοιχτή θάλασσα. Είχε φροντίσει στο ίδιο πλοίο να έχει μαζί του τους βασιλείς των Κυπρίων και όλους τους Φοίνικες, εκτός από τον Πνυταγόρα. Αυτός, μαζί με τον Κρατερό, διοικούσαν ολόκληρη την αριστερή παράταξη.

Οι Τύριοι εν τω μεταξύ είχαν αποφασίσει από πριν να ναυμαχήσουν, αν ο Αλέξανδρος τους επιτεθεί από τη θάλασσα. Δεν είχαν μάθει ακόμη ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει με το μέρος του τα κυπριακά και όλα τα φοινικικά πλοία. Τα πλοία του Αλέξανδρου τώρα, λίγο πριν πλησιάσουν την πόλη κι ενώ βρίσκονταν ακόμη μεσοπέλαγα, πήραν τέτοια θέση, ώστε να προκαλέσουν τους Τύριους σε ναυμαχία, ενώ προχωρούσαν χτυπώντας δυνατά τα κουπιά στα κύματα.

Μόλις λοιπόν οι Τύριοι είδαν το απρόσμενα μεγάλο πλήθος των καραβιών και την παράταξή τους, αποφάσισαν τελικά να μη ναυμαχήσουν. Χρησιμοποίησαν όσες από τις τριήρεις τους, δεν χωρούσαν στο εσωτερικό των λιμανιών τους, για να τα φράξουν την είσοδο σε αυτά, αλλά και για να μην μπορέσει ο εχθρικός στόλος να προσορμιστεί σε «σχετικά» ασφαλές σημείο.

Όταν ο Αλέξανδρος είδε ότι οι Τύριοι δεν πολεμούν, έπλευσε εναντίον της πόλης. Αποφάσισε να μην προσπαθήσει να μπει στο λιμάνι, που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας, γιατί το στόμιο ήταν στενό και η είσοδος φραγμένη από πολλές τριήρεις, που είχαν βυθισθεί με την πλώρη προς τα έξω. Τότε, τα πλοία του Αλέξανδρου άραξαν στην παραλία, κοντά στην τεχνητή πρόσχωση, όπου το μέρος έδειχνε απάνεμο. Το ζητούμενο όμως είχε επιτευχθεί. Η Τύρος ήταν πλέον αποκλεισμένη και από την πλευρά της θάλασσας.

Ο κλοιός στενεύει.

Την επόμενη μέρα, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κύπριο ναύαρχο Ανδρόμαχο να επιτεθεί με τα καράβια του στην πόλη από το λιμάνι που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας και τους Φοίνικες να επιτεθούν προς το λιμάνι που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της πρόσχωσης, προς την Αίγυπτο, όπου βρισκόταν και η σκηνή του. ταυτοχρόνως στα πιο αργοκίνητα πλοία από αυτά είχαν φορτωθεί, σύμφωνα με της διαταγές του Αλεξάνδρου, διάφορες πολεμικές μηχανές για να καταστρέψουν της Τυριακές οχυρώσεις.

Οι Τύριοι έστησαν πύργους στις επάλξεις που βρίσκονταν προς τον μόλο, για να αμύνονται από κει. Σ’ όποιο άλλο σημείο πλησίαζαν τα μηχανοφόρα πλοία, οι αμυνόμενοι, εκτόξευαν πύρινα βλήματα, ώστε οι Μακεδόνες να φοβηθούν και να κρατηθούν μακριά από το τείχος. Στο σημείο που βρισκόταν ο μόλος, τα τείχη της Τύρου είχαν ύψος γύρω στα εκατόν πενήντα πόδια και ανάλογο πλάτος.

Εικόνα: Αναπαράσταση της πολιορκίας.

Τα ιππαγωγά πλοία και οι τριήρεις των Μακεδόνων που έφερναν τις μηχανές κοντά στο τείχος δεν μπορούσαν να πλησιάσουν την πόλη σ’ αυτό το σημείο, διότι τους εμπόδιζαν να έρθουν κοντά, ρίχνοντας στη θάλασσα μεγάλες πέτρες από τα τείχη. Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να βγάλει τις πέτρες από τη θάλασσα, επιχείρηση δύσκολη γιατί γινόταν από τα καράβια και όχι από στέρεο έδαφος.

Οι Τύριοι για να προστατεύσουν λοιπόν, αυτούς τους μεγάλους βράχους, έκοβαν τα σκοινιά από τις άγκυρες των ελληνικών πλοίων και κατ’ αυτών τον τρόπο έκαναν αδύνατη την σταθερή προσόρμισή τους. Τότε ο Αλέξανδρος, για να προστατέψει τα πλοία του, τα τοποθέτησε λοξά, μπροστά από τις άγκυρες τους ώστε να αποκρούεται η επίθεση των εχθρικών πλοίων. Αλλά πάλι οι Τύριοι βρήκαν την λύση, κόβοντας τα σκοινιά με δύτες.

Βλέποντας το αυτό οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν αλυσίδες, αντί για σκοινιά στις άγκυρες και τις χαμήλωσαν τόσο, ώστε να μην μπορούν να κάνουν πια τίποτα οι κολυμβητές. Έπειτα έριξαν θηλιές στους ογκόλιθους και από τον μόλο τράβηξαν τις πέτρες από τον πορθμό, με την βοήθεια μηχανών, ρίχνοντας τες  στα βαθιά νερά απ’ όπου δεν μπορούσαν πια να βλάψουν τα πλοία.

Οι Τύριοι, πιεσμένοι από παντού, αποφάσισαν να επιτεθούν με τα πλοία τους στα κυπριακά πλοία, που έκλειναν το λιμάνι προς την πλευρά της Σιδώνας. Από πολύ πριν είχαν κρύψει με κατάρτια από τις τριήρης τους, αφαιρώντας τα, για να μην είναι εμφανής η επάνδρωση των τριήρων. Κατά το μεσημέρι, που οι ναύτες είχαν σκορπιστεί για τον απαραίτητο ανεφοδιασμό και ο Αλέξανδρος είχε αφήσει τον στόλο στην άλλη πλευρά της πόλης για να πάει στη σκηνή του, επάνδρωσαν τρεις πεντήρεις, άλλες τόσες τετρήρεις και επτά τριήρεις με τα πιο αξιόμαχα και τα πιο θαρραλέα, στις ναυμαχίες, πληρώματά τους.

Στην αρχή, ξεκίνησαν αθόρυβα, το ένα πλοίο πίσω από το άλλο, κωπηλατώντας χωρίς παραγγέλματα. Μόλις στράφηκαν προς τους Κυπρίους και έφτασαν σε απόσταση τέτοια, ώστε να είναι ορατά, επιτέθηκαν κραυγάζοντας, διατάζοντας ο ένας τον άλλο και κωπηλατώντας με θόρυβο. Οι Τύριοι επιτέθηκαν ξαφνικά πάνω στα αραγμένα πλοία, μερικά τα βρήκαν εντελώς άδεια και άλλα πρόχειρα επανδρωμένα μέσα στη φασαρία και την ταραχή της μάχης.

Εμβόλισαν την πεντήρη του βασιλιά Πνυταγόρα και τη βύθισαν αμέσως. Κι ακόμη, βύθισαν τις πεντήρεις του Ανδροκλή, του γιου του Αμαθουσίου και του Πασικράτη, του γιου του Κουριέα. Μόλις ο Αλέξανδρος έμαθε την επίθεση των Τυριακών τριήρων, διέταξε να επανδρωθούν τα περισσότερα πλοία του και να πάρουν αμέσως θέση στο στόμιο του λιμανιού, για να μη βγουν έξω κι άλλα πλοία των Τυρίων. Ο ίδιος, με τις πεντήρεις που βρίσκονταν μαζί του και πέντε περίπου τριήρεις περιέπλευσε την πόλη και έφτασε στα πλοία των Τυρίων που είχαν βγει έξω.

Αυτοί που βρίσκονταν πάνω στο τείχος παρατήρησαν την κίνηση των εχθρών, ενώ ο  ίδιος ο Αλέξανδρος ήταν πάνω σε ένα από τα πλοία, διέταξαν με κραυγές τα δικά τους καράβια να γυρίσουν πίσω. Εξαιτίας όμως του αλαλαγμού της μάχης δεν ακούγονταν, γιατί οι δικοί τους ήταν απασχολημένοι με την επίθεση κι έτσι τους καλούσαν με πολλά και διάφορα σινιάλα. Όταν κατάλαβαν πως ήταν περικυκλωμένοι ήταν ήδη πολύ αργά.

Μόλις είδαν τα Μακεδονικά πλοία, έκαναν μεταβολή και κατέφυγαν στο λιμάνι. Λίγα καράβια γλίτωσαν, τα περισσότερα εμβολίστηκαν από τα πλοία του Αλέξανδρου, ενώ καταλήφθηκε μια πεντήρη και μια τετρήρη στο στόμιο του λιμανιού. Δε σκοτώθηκαν πολλοί από τα πληρώματα, γιατί, μόλις κατάλαβαν ότι τα πλοία τους ήταν καταδικασμένα, έπεσαν στο νερό και βγήκαν εύκολα στο λιμάνι κολυμπώντας. Η αιφνιδιαστική επίθεση όμως δεν είχε φέρει τα απαιτούμενα αποτελέσματα. Αργά και σταθερά η απελπισία άρχισε να κυριεύει τους Τυρίους.

Έπειτα από αυτό το γεγονός, οι Μακεδόνες πλησίασαν τις μηχανές τους ακόμα περισσότερο στο τείχος της πόλης. Όσες, από της πολιορκητικές μηχανές, πλησίαζαν από την πρόσχωση στα τείχη δεν κατάφερναν τίποτε αξιόλογο, γιατί το τείχος εκεί ήταν ισχυρό. Άλλες μηχανές μεταφέρθηκαν με τα μηχανοφόρα πλοία, στο τμήμα της πόλης που έβλεπε προς τη Σιδώνα. Ούτε κι εκεί όμως έκαναν τίποτα. Έτσι, ο Αλέξανδρος στράφηκε νότια, στο τμήμα του τείχους που αντίκριζε την Αίγυπτο και πρόσβαλε κάθε σημείο του οικοδομήματος με πυκνό βομβαρδισμό.

Η άλωση της Τύρου.

Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, στην νότια δηλαδή πλευρά της πόλης, το τείχος κλονίστηκε γερά για πρώτη φορά. Γκρεμίστηκε μάλιστα ένα κομμάτι του. Σε λίγο, ο Αλέξανδρος προσάρμοσε γέφυρες και προσπάθησε να εισβάλει από το γκρεμισμένο τμήμα του τείχους. Οι Τύριοι όμως, απέκρουσαν εύκολα τους Μακεδόνες. Τότε ήταν που ξέσπασε μια μεγάλη θαλασσοταραχή και όλες οι επιχειρήσεις αναβλήθηκαν, για λίγο.

Ο Αλέξανδρος περίμενε δυο μέρες να πέσει ο άνεμος. Την τρίτη ημέρα, παρακίνησε τους αξιωματικούς του να δράσουν και επιτέθηκε στην πόλη με τις μηχανές που βρίσκονταν πάνω στα πλοία. Στην αρχή, κλόνισε ένα μεγάλο κομμάτι του τείχους, ενώ μόλις φάνηκε το πλάτος του ρήγματος διέταξε τα μηχανοφόρα πλοία να γυρίσουν πίσω. Ήρθαν άλλα δύο φέρνοντας τις γέφυρες, που είχε σκοπό να προσαρμόσει στο ρήγμα.

Εικόνα: Τα ερείπια του Ανακτόρου της Τύρου.

Το ένα πλοίο επανδρώθηκε με τους υπασπιστές και είχε καπετάνιο τον Άδμητο, το άλλο με το «σώμα» του Κοίνου, που επονομαζόταν «πεζέταιροι». Ο Αλέξανδρος ήθελε να σκαρφαλώσει ίδιος στο τείχος μαζί με τους υπασπιστές του, όπου ήταν πρακτικά δυνατό. Διέταξε μερικές τριήρεις να επιτεθούν και στα δύο λιμάνια, για να κατορθώσουν να μπουν, όσο οι Τύριοι θα ήταν απασχολημένοι με τον ίδιο.

Διέταξε ακόμη τις τριήρεις, που μετέφεραν τοξότες ή πολεμικές μηχανές, να περιπλεύσουν το τείχος, να ρίξουν άγκυρα, όπου ήταν δυνατό και να παραμένουν σε απόσταση βολής, όπου δεν είναι δυνατόν να προσαράξουν. Έτσι, οι Τύριοι θα βάλλονταν από παντού και δεν θα ήξεραν πού να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους.

Μόλις τα πλοία του Αλέξανδρου πλησίασαν στην πόλη, έριξε τις γέφυρες στο τείχος και οι υπασπιστές άρχισαν να αναρριχώνται στα ερείπια. Ο Άδμητος έδειξε τότε μεγάλη ανδρεία. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Αλέξανδρος τους συντρόφευε. Το πρώτο τμήμα του τείχους που καταλήφθηκε ήταν εκεί που πολεμούσε ο Αλέξανδρος. Οι Τύριοι αποκρούστηκαν εύκολα σ’ αυτό το σημείο, γιατί για πρώτη φορά οι Μακεδόνες βρήκαν σίγουρη και λιγότερο απότομη πρόσβαση.

Ο Άδμητος σκαρφάλωσε πρώτος στο τείχος και κάλεσε τους άνδρες του να τον ακολουθήσουν. Εκεί όμως χτυπήθηκε από λόγχη και σκοτώθηκε. Ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε και κατέλαβε τείχος με τους εταίρους. Πήρε στην κατοχή του μερικούς πύργους και μεταπύργια και κινήθηκε, μέσω των επάλξεων, προς το παλάτι, αφού φαινόταν ότι από κει ήταν ο πιο εύκολος δρόμος για να κατεβεί στην πόλη.

Οι Φοίνικες, σύμμαχοι του Αλεξάνδρου, έτρεξαν προς το λιμάνι που έβλεπε στην Αίγυπτο, έσπασαν τα κλείθρα και κατέστρεψαν τα πλοία των Τυρίων στο λιμάνι χτυπώντας μερικά με λίθους από τους καταπέλτες και σπρώχνοντας άλλα στη στεριά. Οι Κύπριοι μπήκαν στο άλλο λιμάνι, που έβλεπε προς τη Σιδώνα και που δεν είχε κλείθρο και κατέλαβαν αμέσως εκείνο το τμήμα της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των Τυρίων εγκατέλειψε το τείχος, μόλις είδε ότι κυριεύτηκε.

Συγκεντρώθηκαν όμως στο λεγόμενο «Αγηνόριο» και γύρισαν να αντισταθούν στους Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος προχώρησε εναντίον τους με τους υπασπιστές του, σκότωσε μερικούς απ’ αυτούς που πολεμούσαν εκεί και καταδίωξε τους φυγάδες. Έγινε μεγάλη σφαγή, όσοι έρχονταν από το λιμάνι είχαν ήδη καταλάβει την πόλη και το «σώμα» του Κοίνου είχε μπει κιόλας μέσα. Οι Μακεδόνες ορμούσαν παντού αγανακτισμένοι, καθώς είχαν οργιστεί με την καθυστέρηση της πολιορκίας.

Εικόνα: Αεροφωτογραφία της Νέας Τύρου, το 1934. Ακόμα και τόσους αιώνες μετα ειναι εμφανής ο μόλος που κατασκεύασε ο Μακεδονικός στρατός.

Ο επίλογος της πολιορκίας.

Σκοτώθηκαν οκτώ χιλιάδες περίπου Τύριοι. Από τους Μακεδόνες τώρα, στην επίθεση εναντίον του τείχους, σκοτώθηκε ο Άδμητος, ο πρώτος που το πάτησε, φανερώνοντας την ανδρεία του και μαζί του είκοσι υπασπιστές. Σ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας σκοτώθηκαν περίπου τετρακόσιοι Μακεδόνες. Εν τω μεταξύ, κάποιοι είχαν καταφύγει στο ιερό του Ηρακλή. Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι άρχοντες των Τυρίων ο ίδιος ο βασιλιάς Αζέμιλκος και μερικοί Καρχηδόνιοι απεσταλμένοι, που κατά το παλιό έθιμο, έφτασαν στη μητρόπολη, για να αποδώσουν τιμές στον Ηρακλή. Αυτούς, ο Αλέξανδρος τους άφησε ελεύθερους. Εξανδραπόδισε όμως τους υπόλοιπους, περίπου 35.000 Τύριοι και ξένοι που βρίσκονταν στην πόλη πουλήθηκαν ως δούλοι. Κατόπιν, ο Αλέξανδρος θυσίασε στον Ηρακλή και διοργάνωσε αθλητικούς αγώνες και λαμπαδηδρομία στο ιερό. Τέλος αφιέρωσε στον ναό τη μηχανή με την οποία γκρέμισε το τείχος και το ιερό πλοίο του Ηρακλή που έπιασε κατά τη ναυτική επίθεση. Επάνω του, χάραξε επίγραμμα, το οποίο δε μας σώζεται μέχρις σήμερα.

Έτσι λοιπόν, «Η πολιορκία της Τύρου», θεωρείτε μια από τις σημαντικότερες νίκες του Αλέξανδρου, κατά την διάρκεια της εκστρατείας του εναντίων της Περσικής Αυτοκρατορίας. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις των διοικητών του και τη δυσαρέσκεια που προκάλεσε στο στράτευμα η εκτεταμένη εργασία για την πρόσχωση έως τη «Νέα Τύρο», ο Αλέξανδρος διέκρινε πως η στρατηγική θέση της πόλης ήταν αγκάθι στα νώτα του και ενήργησε βάσει της στρατιωτικής ιδιοφυίας του. Η πόλη έγινε σημαντική μακεδονική βάση και ναύσταθμος της επικράτειας και τη ίδια στιγμή αφαιρέθηκε ένα από τα ισχυρότερο εμπόδια στην πορεία του Αλέξανδρου νότια.

Έτσι λοιπόν, καταλήφθηκε η Τύρος, τον μήνα Εκατομβαιώνα,

όταν στην Αθήνα ήταν επώνυμος άρχων ο Νικήτας.

Πηγές:

  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», Μέγας Αλέξανδρος – Ιούλιος Καίσαρ.
  • Κουίντος Κούρτιος Ρούφος, «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου».
  • Peter Green, «Αλέξανδρος ο Μακεδόνας: 356-323 π.Χ.».
  • G. Droysen, «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου».
  • Διόδωρος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη».
  • Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.