Μεσοβυζαντινή Περίοδος (610-1057 μ.Χ.)
Γεώργιος Μανιάκης. Ο «Ανδρούτσος» του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Γεώργιος Μανιάκης. Ο «Ανδρούτσος» του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Γράφει ο αξιότιμος κ. Άγγελος Μανσόλας.

Βρισκόμαστε στα 1030 μ.Χ, μόλις 5 χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου «Στρατηγού – Αυτοκράτορα», Βασίλειου Β’ του επονομαζόμενου και Βουλγαροκτόνου, όταν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος της. Αν και αυτό θα αργούσε να γίνει αντιληπτό, έχει ήδη αρχίσει η εποχή της αργής, σταδιακής παρακμής η οποία θα διαρκούσε σχεδόν 55 χρόνια, όταν ο θρόνος της Βασιλεύουσας περιήλθε στα χέρια Αυτοκρατόρων οι οποίοι επαναπαύονταν στις δάφνες των προηγούμενων ένδοξων προκατόχων τους και για να το πούμε απλά, «έτρωγαν από τα έτοιμα».

Ένας «ανάξιος» Αυτοκράτορας.

Κατά τα έτη 1029-1030 τα αυτοκρατορικά τάγματα είχαν υποστεί δύο διαδοχικές ήττες στην προσπάθειά τους να εκστρατεύσουν κατά του Εμίρη του Χαλεπίου, το οποίο είχαν καταλάβει οι Άραβες μετά τον θάνατο του Βασίλειου Β’, αυτή ήταν μόλις η πρώτη από μία σειρά εδαφικών απωλειών που θα ακολουθούσαν μετά το τέλος της εποχής των τριών μεγάλων «Μακεδόνων» Στρατηγών – Αυτοκρατόρων, του Νικηφόρου Φωκά, του Ιωάννη Τσιμισκή και τέλος του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.

Η πρώτη είχε συμβεί υπό την ηγεσία του «Κατεπάνω» της Αντιόχειας, Μιχαήλ Σπονδύλη, το 1029. Το επόμενο έτος αποφάσισε να εκστρατεύσει ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ Ρωμανός Γ’ ο Αργυρός. Ο Ρωμανός ήταν ικανότατος όταν ασχολείτο με την φιλοσοφία και τα διοικητικά θέματα, αλλά απέτυχε οικτρά όταν επιχείρησε να διεξάγει μία νέα εκστρατεία κατά του Εμίρη του Χαλεπίου το 1030, με στόχο την ανάκτησή του. Οι στρατηγοί τον συνεβούλευσαν να το αποφύγει, αλλά εκείνος επέμεινε όχι μόνο στην διεξαγωγή της εκστρατείας η οποία θα μπορούσε να ανατεθεί σε κάποιον εμπειροπόλεμο στρατηγό, αλλά και στην ανάληψη της ηγεσίας της εκστρατείας.

Όταν το βασιλικό στράτευμα εισήλθε σε συριακό έδαφος ο Ρωμανός δέχθηκε αντιπροσωπεία Αράβων σταλμένη από τον Εμίρη, η οποία του υπενθύμισε την ισχύουσα συνθήκη ειρήνης μεταξύ των δύο κρατών, την οποία οι Άραβες δεν τηρούσαν από την πλευρά τους, καθώς και την χρηματική αποζημίωση την οποία ήταν πρόθυμοι να καταβάλουν για ζημιές οι οποίες πιθανόν να είχαν προκληθεί εξ αιτίας τους μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Εικόνα: Μικρογραφία από χειρόγραφο ψαλτήρι του 11ου αιώνα. Στο κέντρο απεικονίζεται ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, Μαρκιανή Βιβλιοθήκη.

Ο Ρωμανός απέρριψε και εκείνη την γενναιόδωρη προσφορά την οποία οι Άραβες δεν θα υποχρεούνταν να τηρήσουν. Προχωρώντας βαθύτερα σε εχθρικό έδαφος, την στιγμή που ήταν έτοιμοι να εισέλθουν σε μία ορεινή στενωπό, σε μια κλεισούρα δηλαδή, ακούστηκαν οι αραβικές πολεμικές ιαχές, βλέποντας τους αντίπαλους ιππείς να ξεχύνονται επάνω τους και από τις δύο πλευρές, με τις ασπίδες τους να αντανακλούν τον ήλιο. Η προαναφερθείσα, «χρυσή τριανδρία», ακόμα και εάν είχαν επιτρέψει στους εαυτούς τους να παγιδευτούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα είχαν παραμείνει στο πεδίο της μάχης να πολεμήσουν.

Ο Ρωμανός Αργυρός όμως, ετράπη πρώτος σε άτακτη φυγή, παρασύροντας πίσω του και ολόκληρο το στράτευμα. Εάν μάλιστα κάποιος από τους ακολούθους του δεν τον βοηθούσε εκείνη τη στιγμή να ιππεύσει το άλογό του, σχεδόν σίγουρα θα είχε αιχμαλωτισθεί. Αυτό που είχε συμβεί ήταν χειρότερο και από καταστροφή, ήταν όνειδος. Ακόμα και οι Άραβες είχαν μείνει άναυδοι από εκείνη την επαίσχυντη αντίδραση. Ευτυχώς, όμως, υπήρξε ένας άνδρας που μπορούσε να αναγεννήσει και πάλι την ελπίδα, ο στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης.

Η δράση του Μανιάκη στην Ανατολή.

Ο Μανιάκης είχε γεννηθεί στη Μακεδονία, πιθανότατα 998. Ήταν γιός του Γουδέλιου Μανιάκη, και απόγονος οικογένειας μεγαλοκτηματιών ευγενών της Μικράς Ασίας, μαζί με άλλους αριστοκρατικούς οίκους της περιοχής, όπως των Αργυρών, των Μελισσηνών και των Σκληρών. Ειδικότερα δε, με την οικογένεια των Σκληρών είχε αναπτυχθεί έντονη αντιπαλότητα επειδή τα κτήματά τους συνόρευαν. Ο τελευταίος απόγονος της οικογένειας, ο Ρωμανός Σκληρός ανά πάσα στιγμή υπονόμευε τον Μανιάκη, προσπαθώντας να οικειοποιηθεί την περιουσία του, διαβάλλοντας τον στην αυτοκρατορική αυλή.

Ο Μανιάκης νυμφεύθηκε μία επίσης ευγενικής καταγωγής Ελληνίδα από την Θεσσαλία, με την οποία απέκτησαν έναν γιό, τον Χρύσαφο Μανιάκη. Οι χρονογράφοι συμφωνούν ως προς την φυσική εμφάνιση και τον χαρακτήρα του. Ήταν επιβλητικός, γιγαντόσωμος, ρωμαλέος, οξύθυμος με βλοσυρό βλέμμα και βροντερή φωνή. Όταν εκτραχυνόταν μπορούσε να γίνει βάναυσος. Διοικούσε σκληρά, πάντοτε στην πρώτη γραμμή του στρατού του σε όλες τις μάχες και για αυτό τον λόγο οι αξιωματικοί και οι άνδρες του τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση Βαράγγων κατά την Εκστρατεία της Σικελίας.

Η φήμη του στο πεδίο της μάχης ήταν τέτοια, ώστε ακόμα και αντίπαλοι οι οποίοι δεν τον είχαν συναντήσει ποτέ, έτρεμαν στο άκουσμα της παρουσίας του. Ως γνήσιος Ακρίτας, περιφρονούσε και αντιπαθούσε τους αυλικούς και κόλακες της Βασιλεύουσας. Σε ηλικία περίπου 30 ετών, το 1030, διορίστηκε «πρωτοσπαθάριος», δηλαδή στρατηγός, των ακριτικών πόλεων στην περιοχή της «Βυζαντινής Μεσοποταμίας».

Με ανυψωμένο ηθικό μετά από εκείνον τον αναίμακτο θρίαμβό τους, οι Άραβες εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία να προελάσουν βαθύτερα στα Ρωμαϊκά εδάφη. Έτσι, λίγες ημέρες αργότερα, ένα απόσπασμα 800 Αράβων φορτωμένων ακόμα με λάφυρα της τελευταίας τους νίκης, εμφανίστηκε μπροστά από τα τείχη της Δολίχης, κομίζοντας στον στρατηγό Μανιάκη την είδηση της καταστροφής του αυτοκρατορικού στρατεύματος, όπου, σύμφωνα με την υπερβάλλουσα αραβική εκδοχή, ο ίδιος ο Αυτοκράτορας είχε βρει τον θάνατο και ολόκληρο το στράτευμα είχε σφαγιασθεί.

Κατόπιν αυτού ζήτησαν την παράδοση της πόλης του ή την λεηλασία και σφαγή του πληθυσμού της σε περίπτωση άρνησης. Δεδομένου ότι η νύχτα πλησίαζε, έδωσαν στον Μανιάκη διορία μέχρι το ξημέρωμα για να πάρει την απόφασή του. Ο Μανιάκης δεν χρειάστηκε την διορία. Σύμφωνα με την απαντητική επιστολή που τους απέστειλε, γραμμένη σε φανερά κλονισμένο ύφος, τους ανακοίνωνε την απόφασή του να παραδώσει την πόλη την επόμενη κιόλας ημέρα μαζί με όλους τους θησαυρούς της.

Προς ένδειξη μάλιστα, καλής πίστης τους απέστειλε άφθονες ποσότητες τροφών και ποτών. Το τέχνασμα του Μανιάκη πέτυχε. Μέσα στα βαθιά μεσάνυχτα, όταν οι Άραβες κοιμούνταν, μετά το πλούσιο δείπνο και ανεξοικείωτοι στην επίδραση της μέθης, ο στρατηγός, επικεφαλής των ανδρών της φρουράς του, διενήργησε αιφνιδιαστική νυκτερινή έφοδο κατά του αραβικού στρατοπέδου, καταπίπτοντας στους τρομοκρατημένους αντιπάλους του, έως ότου σφαγιάσθηκαν και οι 800. Κατόπιν διέταξε να κοπούν τα αυτιά και οι μύτες των βαρβάρων. Την επόμενη ημέρα ξεκίνησε προς αναζήτηση του ηττημένου αυτοκράτορα, τον οποίον βρήκε στρατοπεδευμένο και καταπτοημένο στην Καππαδοκία.

Εκεί εναπόθεσε στα πόδια του τους αιματοβαμμένους σάκους με τα ακρωτηριασμένα μέλη, καθώς και 280 καμήλες κατάφορτες με ανακτηθέντα ελληνικά λάφυρα. Ο Αυτοκράτορας αμέσως τον αναγόρευσε «Κατεπάνω» ολόκληρης της «Κάτω Μηδείας», δηλαδή όλων των πόλεων της άνω κοιλάδας του Ευφράτη, και αρχιστράτηγο δυνάμεων Ανατολικού μετώπου, με έδρα του τα Σαμόσατα. Από εκεί ο Μανιάκης θα εξαπέλυε μία σειρά νικηφόρων εκστρατειών η οποία θα κορυφωνόταν δύο χρόνια αργότερα με την ηρωική ανακατάληψη της Έδεσσας της Βόρειας Συρίας το 1032.

Εικόνα: Η πολιορκία της Έδεσσας από τον στρατό του Μανιάκη, το 1032. Οι Βυζαντινοί απεικονίζονται να έχουν καταλάβει ένα τμήμα της πόλης, ενώ παράλληλα δέχονται επίθεση από αραβικές ενισχύσεις. Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη.

Η πόλη αποτελούσε σημαντικότατο κομβικό και στρατηγικό σημείο της Μεσοποταμίας, αλλά λόγω θέσης, ήταν επίσης δυσπόρθητη, στο παρελθόν μόνο ο Ιωάννης Τσιμισκής την είχε καταλάβει. Ο Μανιάκης την πολιόρκησε μεν, αλλά μία νύχτα, δωροδοκώντας έναν Άραβα αξιωματούχο κατάφερε να παρεισφρήσει στην πόλη μαζί με ισχυρό απόσπασμα ανδρών του και να καταλάβει τρεις από τους πύργους της.

Όταν η αιφνιδιασμένη φρουρά της πόλης αντελήφθη την εχθρική παρουσία ήταν αργά. Οι Άραβες επεχείρησαν να ανακαταλάβουν τους πύργους, αλλά την ίδια στιγμή το υπόλοιπο ελληνικό πολιορκητικό στράτευμα διενεργούσε έφοδο κατά των τειχών. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι Άραβες βρέθηκαν πολιορκημένοι εκ των έσω και των έξω ταυτόχρονα, εξαναγκάζοντάς τους σε παράδοση. Έκτοτε η πόλη έμελλε να παραμείνει σε ελληνικά χέρια για αρκετές δεκαετίες, μέχρι και την εποχή των Σταυροφοριών.

Αυτή υπήρξε η τελευταία προσθήκη εδαφών στην Ανατολή. Στην πόλη ανακαλύφθηκε ένα σπουδαίο χριστιανικό κειμήλιο, η ιδιόγραφη επιστολή του Ιησού προς τον παλαιό ηγεμόνα της πόλης Άβγαρο, κατά το πρώτο μισό του 1ου μ.Χ. αιώνα γραμμένη στην Αραμαϊκή, η οποία εστάλη με τιμές στην Βασιλεύουσα. Μετά την επιτυχία του αυτή ίδρυσε μία νέα πόλη κοντά στην Έδεσσα με την ονομασία Ρωμανόπολη, προς τιμήν του Αυτοκράτορα.

Ο ίδιος διορίστηκε κυβερνήτης της πόλης και από την νέα του θέση σταθεροποίησε την ελληνική εξουσία και επιρροή στην περιοχή. Το 1034-35 διορίστηκε κυβερνήτης των περιοχών της, στο απώτατο ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας, πιθανότατα για να υπερασπιστεί την περιοχή από την εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων.

Η προετοιμασία της «Σικελικής Εκστρατείας».

Ο Ρωμανός πέθανε το Πάσχα του 1034. Εκ των υστέρων δεν θα αποδεικνυόταν τόσο κακός ηγεμόνας όσο άλλοι που τον διαδέχθηκαν. Ο Ρωμανός είχε σταθεί ευγνώμων στον Μανιάκη για τις νίκες που του χάρισε, πράγμα που δεν θα συνέβαινε με τον διάδοχό του, τον Μιχαήλ Δ’ των Παφλαγόνα. Ο Μιχαήλ ήταν ένας επιληπτικός 18 χρονος έφηβος και μικροαπατεώνας ταπεινής καταγωγής, που δεν είχε ποτέ ονειρευτεί να βρεθεί θαλαμηπόλος των αυτοκρατορικών διαμερισμάτων, αρκετά όμορφος όμως, για να κερδίσει την καρδιά και το κρεβάτι της 56χρονης τότε Ζωής Πορφυρογέννητης, χήρας του εκλιπόντος Αυτοκράτορα, ο οποίος είχε καταστεί απατημένος σύζυγος πριν ακόμα τον θάνατό του.

Εικόνα: Η κατάσταση στην Ιταλική Χερσόνησο και στην Σικελία το 1000 μ.Χ.

Όταν η ήδη επιβαρυμένη υγεία του τον εγκατέλειψε οριστικά, η Ζωή τον αντικατέστησε με τον νεαρό Μιχαήλ Παφλαγόνα, σχεδόν 40 χρόνια νεότερό της. Παρόλα αυτά, δεδομένου του νεαρού της ηλικίας του, η  υγεία του Μιχαήλ βρισκόταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση από εκείνη του προκατόχου του. Οι ολοένα αυξανόμενες επιληπτικές κρίσεις του, σε συνδυασμό με την υδρωπικία από την οποία έπασχε, τον καθιστούσαν όχι μόνο ανίκανο να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές επιθυμίες της συζύγου του,  αλλά και παντελώς ακατάλληλο να επιληφθεί των κρατικών υποθέσεων.

Περνούσε ώρες στην εκκλησία προσευχόμενος για την βελτίωση της υγείας του, κατανάλωνε τεράστια ποσά ιδρύοντας εκκλησίες και μοναστήρια και προσκαλούσε μοναχούς από τα ακρότατα σημεία της Αυτοκρατορίας ελπίζοντας ότι θα τον θεραπεύσουν. Όλα αυτά την ίδια στιγμή που η Βυζαντινή Σικελία και Κάτω Ιταλία, η πάλαι ποτέ «Μεγάλη Ελλάδα», κινδύνευε να καταληφθεί ολόκληρη από τους Άραβες της Βορείου Αφρικής.

Εν όψη του νέου εξωτερικού κινδύνου, ο Μιχαήλ, κατ’ εντολή των αυλοκολάκων οι οποίοι κυβερνούσαν αντ’ αυτού, αποφάσισε να οργανώσει μία υπέρμετρα φιλόδοξη εκστρατεία μεγάλης κλίμακος για την ανάκτηση της Σικελίας, μία εκστρατεία η οποία σχεδιαζόταν ήδη από τον Βασίλειο τον Β΄, αλλά είχε αναβληθεί επ’ αόριστων εξαιτίας του θανάτου του. Ως αρχιστράτηγος της εκστρατείας διορίστηκε ο Γεώργιος Μανιάκης, ο πρώτος τη τάξει στρατηγός, δοξασμένος από τις νίκες του στο μέτωπο της Συρίας, ο οποίος σύντομα βρέθηκε υπεύθυνος για την στρατιωτική κατάσταση ολόκληρης της Αυτοκρατορίας, από άκρη σε άκρη.

Ο εκστρατευτικός στόλος απέπλευσε στις αρχές του θέρους του 1038, αποτελούμενος από τακτικό στρατό των ελληνικών και μικρασιατικών εδαφών, κυρίως Αρμένιους και Μακεδόνες, υπό την διοίκηση του εξέχοντος ‘Κατεπάνω Αρμένιου» πρωτοσπαθάριου Κατακαλών Κεκαυμένου, ενός εκ των πλέον διακεκριμένων στρατηγών της Μακεδονικής δυναστείας. Επίσης, επαρχιακά στρατεύματα της Απουλίας και της Καλαβρίας, 300 Νορμανδούς μισθοφόρους από το Σαλέρνο υπό την διοίκηση του Φράγκου Αρντουέν, καθώς και 500 Σκανδιναβούς και Ρώσσους Βαράγγους της ανακτορικής φρουράς, υπό την διοίκηση του θρυλικού Νορβηγού πολέμαρχου Χάραλντ Χαρντράαντα, μετέπειτα βασιλιά της Νορβηγίας, και μόλις 23 χρονών την εποχή της Σικελικής εκστρατείας.

Εικόνα: Βιτρό με την μορφή του Χάραλντ Χαρντράαντα στο Lerwick Town Hall.

Τέλος την στρατιά συμπλήρωνε ο αυτοκρατορικός στόλος υπό την ηγεσία του απειροπόλεμου αυλοκόλακα πατρίκιου Στέφανου, γαμπρού του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε νυμφευθεί την αδελφή του. Επρόκειτο για έναν αμόρφωτο χωριάτη ο οποίος, όπως και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, εν μία νυκτί είχε βρεθεί αρχιναύαρχος στα ανάκτορα πριν καλά -καλά το καταλάβει.

Ο Μιχαήλ Ψελλός τον περιγράφει εξαιρετικά στην χρονογραφία του όπου μας αναφέρει πως, «Τον συνάντησα μετά την μεταμόρφωσή του. Ήταν σαν ένας πυγμαίος να προσπαθούσε να υποδυθεί τον Ηρακλή, καταβάλλοντας προσπάθεια προκειμένου να δείχνει σαν ημίθεος. Το άλογο, τα ενδύματά του, όλα έδειχναν εκτός τόπου και χρόνου. Όσο περισσότερο ένα τέτοιο άτομο προσπαθεί, τόσο περισσότερο τον προδίδει η εμφάνισή του, ενδεδυμένος την δορά του λέοντος, αλλά λυγίζοντας υπό το βάρος του ροπάλου». Ο ματαιόδοξος και συμπλεγματικός αυτός άνθρωπος, ο μοναδικός ανίκανος μεταξύ εμπειροπόλεμων παλαίμαχων στρατηγών, νικητών δεκάδων μαχών, θα έπαιζε τον πλέον ποταπό ρόλο στην τραγωδία της ζωής του Μανιάκη.

Οι επιχειρήσεις στην Σικελία.

Η εκστρατευτική δύναμη αποβιβάστηκε στο Ρήγιο της Νότιας Ιταλίας στα τέλη του θέρους και λίγες μέρες αργότερα η δεύτερη κυριότερη πόλη της Σικελίας μετά τις Συρακούσες, η Μεσσήνη πολιορκήθηκε και έπεσε αμέσως. Αιφνιδιασμένοι από την αναπάντεχη εμφάνιση των αυτοκρατορικών στρατευμάτων, οι Σαρακηνοί άρχοντες άρχισαν να υποχωρούν με τις φρουρές τους, παραδίδοντας τις πόλεις τους και καλώντας εσπευσμένα ενισχύσεις από την Βόρεια Αφρική για να αντιμετωπίσουν την ταχύτατη προέλαση του Μανιάκη.

Συγκεντρώνοντας έναν στρατό πολλών χιλιάδων ανδρών παρατάχθηκαν στην πεδιάδα της Ραμμέτα, 30 χιλιόμετρα από τη Μεσσήνη, όπου το παραπλήσιο, στρατηγικής σημασίας φρούριο ήλεγχε το πέρασμα μεταξύ Μεσσήνης και Παλέρμο. Εκεί ετοιμάστηκαν να αναμετρηθούν με τα αυτοκρατορικά τάγματα. Ο Μανιάκης ανταποκρίθηκε αμέσως στην πρόκληση και στην μεγάλης κλίμακος μάχη εκ παρατάξεως που ακολούθησε η αραβική στρατιά υπέστη πανωλεθρία.

Ο Ψελλός αναφέρει ότι ένα παρακείμενο ποτάμι βάφτηκε κόκκινο από το αίμα. Ο ρυθμός της προέλασης και των επιτυχιών του νέου στρατηγού ήταν τέτοιος ώστε μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο 13 σικελικές πόλεις κατά μήκος των ανατολικών παραλίων είχαν απελευθερωθεί, ενώ στα περισσότερα σημεία επισκευάζονταν ή κτίζονταν νέα φρούρια και παντού τοποθετούνταν φρουρές. Η ανάκτηση ολόκληρης της νήσου είχε αρχίσει να διαφαίνεται. Πράγματι, λιγότερο από ενάμιση χρόνο αργότερα, το 1040, η στρατιά του Μανιάκη πολιορκεί την πρωτεύουσα της Σικελίας, τις Συρακούσες.

Εικόνα: Οι Βυζαντινοί υπό τον Μανιάκη αποβιβάζονται στη Σικελία και πολιορκούν αραβοκρατούμενη πόλη. Μικρογραφία από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη.

Τα αραβικά στρατεύματα του νησιού εκτελούσαν μία τακτική υποχώρηση, καθώς ο Εμίρης Αμπντουλά της Σικελίας, εκμεταλλευόμενος το αστείρευτο ανθρώπινο δυναμικό της Αφρικής, κάλεσε εκ νέου ενισχύσεις, καταφέρνοντας να συγκεντρώσει και πάλι πολυάριθμο στράτευμα πίσω από τα βουνά των Συρακουσών. Η εχθρική συγκέντρωση δυνάμεων έγινε εγκαίρως αντιληπτή από τον Μανιάκη, ο οποίος στράφηκε εναντίον τους, διατάσσοντας ταυτόχρονα τον Στέφανο να αποκλείσει με τον στόλο του όλα τα δυτικά παράλια για να αποστερήσει τους αντιπάλους του από κάθε πιθανή οδό διαφυγής.

Με έναν ταχύτατο ελιγμό κατάφερε να βρεθεί στα νώτα των αντιπάλων του, να τους αιφνιδιάσει και να τους τρέψει σε άτακτη φυγή στη μάχη της Τρόϊνας, κοντά στην Αίτνα. Μετά την καθοριστική εκείνη νίκη, η Σικελία ουσιαστικά ανακτάται και ο Μανιάκης με τον στρατό του εισέρχονται θριαμβευτές στις Συρακούσες στα τέλη του 1040. Ο κατενθουσιασμένος απελευθερωμένος ελληνικός πληθυσμός ζητωκραύγαζε τον απελευθερωτή του, τη στιγμή που συμβαίνουν δύο μοιραία γεγονότα, επίσης καθοριστικής σημασίας, για την εξέλιξη των επιχειρήσεων.

Αρχικά, ο Μανιάκης συγκρούεται με τον αρχηγό των Νορμανδών μισθοφόρων για την διανομή των πλούσιων λαφύρων. Ο Αρντουέν, ένας αξιόπιστος βετεράνος αξιωματικός, ο οποίος ομιλούσε άπταιστα την ελληνική, θεωρεί ότι αδικείται για τις υπηρεσίες που προσφέρει ο ίδιος και οι άνδρες του. Στην διένεξη αναμιγνύεται και ο Χάραλντ, ο οποίος επίσης διαφωνεί με το μερίδιο που λαμβάνουν οι Βαράγγοι του. Ο Μανιάκης δεν ήταν άνθρωπος που φημιζόταν για την ανεκτικότητα ή την υπομονή του, με αποτέλεσμα να επέλθει οριστική ρήξη στις σχέσεις τους και τα δύο αυτά σώματα να εγκαταλείψουν την αυτοκρατορική στρατιά μαζί με το σύνολο των 800 ανδρών τους.

Ενώ ακόμα επικρατεί νευρικότητα και αναβρασμός λόγω του προηγούμενου επεισοδίου, ο ήδη εξοργισμένος Μανιάκης πληροφορείται ότι ο ίδιος ο Εμίρης Αμπντουλά μαζί με σημαντικό μέρος των δυνάμεών του είχε καταφέρει να διαφύγει από το νησί μέσω θαλάσσης. Ωρυόμενος για τον αμελή ναυτικό αποκλεισμό των παραλίων και του αρχιναύαρχου Στέφανου, προς το πρόσωπο του οποίου δεν έκρυψε ποτέ την περιφρόνησή του, τον κάλεσε να παρουσιαστεί αμέσως μπροστά του.

Ενώπιον αξιωματικών και ανδρών τον κατεξευτιλίζει και μαστιγώνει με τα ίδια του τα χέρια. Μοιραίο σφάλμα, μιλώντας για τον γαμπρό του ίδιου του Αυτοκράτορα. Ο ταπεινωμένος Στέφανος, ορκισμένος να εκδικηθεί, αποστέλλει αμέσως κατεπείγουσα επιστολή στον ίδιο τον Αυτοκράτορα, στην οποία κατηγορεί τον Μανιάκη για συνωμοτική δραστηριότητα κατά του θρόνου. Ο Μανιάκης ανεκλήθη εσπευσμένα στη Βασιλεύουσα, όπου συλλαμβάνεται και οδηγείται σιδηροδέσμιος στη φυλακή με την κατηγορία της προδοσίας.

Εικόνα: Ο Μανιάκης έρχεται σιδηροδέσμιος στην Κωνσταντινούπολη κατόπιν διαταγής του Αυτοκράτορα.

Με τα δύο πλέον αξιόμαχα σώματα πολεμιστών να έχουν εγκαταλείψει τη στρατιά και τον διοικητή τους φυλακισμένο στην Κωνσταντινούπολη με την θανατική ποινή να εκκρεμεί πάνω από το κεφάλι του, το ηθικό των ανδρών βυθίστηκε. Είναι σχεδόν βέβαιο πως αν σε εκείνο το κρίσιμο σημείο δεν υπονομευόταν το έργο του Μανιάκη, η Σικελία θα είχε περιέλθει ολοκληρωτικά σε ελληνικά χέρια. Ο αντικαταστάτης του Μανιάκη, ο «Κατεπάνω Λογγοβαρδίας» και ευνούχος Βασίλειος, με ανύπαρκτη στρατιωτική εμπειρία, αποδείχθηκε εξ ίσου ανίκανος με τον Στέφανο. Η υποχώρηση άρχισε και μάλιστα, με ραγδαίο ρυθμό.

Η επιστροφή στην «Μεγάλη Ελλάδα».

Χωρίς ικανή ηγεσία, το σικελικό μέτωπο κατέρρευσε. Δυο χρόνια μετά την φυλάκιση του Μανιάκη, μόνον η Μεσσήνη βρισκόταν ακόμα υπό βυζαντινή κυριαρχία, την οποία είχε υπερασπισθεί με απαράμιλλο ηρωισμό ο Κατακαλών Κεκαυμένος τον Μάϊο του 1041, έναντι διαδοχικών αραβικών επιθέσεων, με 350 άνδρες του. Στην Νότιο Ιταλία η κατάσταση ήταν εξ ίσου οικτρή.

Μετά την αποχώρησή του από το αυτοκρατορικό στράτευμα, ο Αρντουέν με τους  μισθοφόρους του είχε εξεγείρει κι άλλους Νορμανδούς άρχοντες κατά των Ελλήνων, αρχίζοντας να καταλαμβάνουν μία σειρά ελληνικών πόλεων. Κατά τη διάρκεια εκείνων των συγκρούσεων βρήκε τον θάνατο και ο προδότης Στέφανος, για την απώλεια του οποίου δεν δάκρυσε κανείς. Εκμεταλλευόμενοι την πολιτική και στρατιωτική αστάθεια, Άραβες και Νορμανδοί επεξέτειναν πλέον τις επικράτειές τους εις βάρος της Αυτοκρατορίας.

Ανάλογη ταχύτητα κατάρρευσης με εκείνη του σικελικού μετώπου όμως, ακολουθούσε και η εύθραυστη υγεία του Αυτοκράτορα, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 1041 άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 25 ετών. Τον διαδέχτηκε ο Μιχαήλ Ε’ ο Καλαφάτης, ένας επίσης ταπεινής καταγωγής, μακρινός ανηψιός του, ο οποίος θα καθόταν στον θρόνο για λιγότερο από ένα έτος, τον οποιο και διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος.

Στην πραγματικότητα, η ηλικιωμένη Αυτοκράτειρα Ζωή, ανιψιά του Βασίλειου Β΄ και μόνη νόμιμη κληρονόμος του θρόνου, ήταν το πρόσωπο πίσω από τα πράγματα, η οποία, αντιλαμβανόμενη το σφάλμα του μακαρίτη συζύγου της, θέλησε να αποκαταστήσει την κατάσταση στο «Θέμα της Κάτω Ιταλίας». Με διαταγή της ο Μανιάκης αποφυλακίσθηκε, απεκατεστάθη στον προηγούμενο βαθμό του, του «Μάγιστρου – Κατεπάνω Ιταλίας» και του χορηγήθηκαν σημαντικές δυνάμεις για την ανακατάληψή του.

Εικόνα: Η σημερινή είσοδος του Καστέλο ντι Μανιάκη στις Συρακούσες.

Η δεύτερη Σικελική εκστρατεία ξεκίνησε στα τέλη Απριλίου 1042 και θα αποτελούσε μία επανάληψη της πρώτης, σε κάθε τομέα. Όταν ο Μανιάκης αποβιβάσθηκε στον Τάραντα το Πάσχα του ιδίου έτους. αντελήφθη αμέσως ότι τα πάντα είχαν αλλάξει. Στο διάστημα της διετίας που απουσίαζε οι Άραβες είχαν ανακαταλάβει όλες σχεδόν τις πόλεις που είχαν χάσει. Από τις προηγούμενες κατακτήσεις του μόνο η Μεσσήνη και άλλες 4 είχαν απομείνει υπό ελληνική κυριαρχία, ενώ η ισχύς των Νορμανδών αυξανόταν και ο πληθυσμός της Απουλίας βρισκόταν στα πρόθυρα της εξέγερσης.

Όλες οι νίκες του είχαν αναιρεθεί εξ αιτίας ενός αηδιαστικού συκοφάντη. Χωρίς να ολιγωρήσει, ξεκίνησε αμέσως μία σειρά επιτυχών επιχειρήσεων, ανακαταλαμβάνοντας τη μία πόλη μετά την άλλη από Άραβες και Νορμανδούς. Ξεχειλίζοντας από οργή ξεχύθηκε στην Απουλία καθυποτάσσοντας διά της βίας τις πόλεις. Η υπομονή του είχε εξαντληθεί. Ο Νορμανδός Αρντουέν όχι μόνο τον είχε εγκαταλείψει στερώντας την στρατιά του από ένα αξιόμαχο σώμα μισθοφόρων, αλλά και είχε στρέψει όλες τις πόλεις εναντίον του για να τον εκδικηθεί.

Τώρα έπρεπε να αρχίσει τα πάντα από την αρχή, νέες μάχες, νέο αίμα, διπλοί κίνδυνοι.  Δεν διέθετε πλέον καιρό για τέτοια. Στο πέρασμά του άφηνε καμένη γη, δεν εφείσθη προ ουδενός. Άνδρες γυναίκες, παιδιά, μοναχοί και καλόγριες, κατασφάζονταν αδιακρίτως, απαγχονίζονταν ή θάβονταν ζωντανοί. Μέσα σε τρεις μήνες από την άφιξή του οι επαναστατημένες ή κατακτημένες πόλεις ικέτευαν για οίκτο. Λίγο πριν το έργο του ολοκληρωθεί όμως, η καταστροφή κτύπησε για δεύτερη φορά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Μια Επανάσταση που θα άλλαζέ την Αυτοκρατορία.

Τον Οκτώβριο του 1042 ο Μανιάκης δέχθηκε βασιλικό απεσταλμένο ο οποίος τον καλούσε να παρουσιαστεί ενώπιον του Αυτοκράτορα, προκειμένου να απαντήσει στις εναντίον κατηγορίες του περί συνωμοσίας κατά του θρόνου. Αυτή τη φορά υπαίτιος ήταν ο άσπονδος αντίπαλος του Μανιάκη, ο Ρωμανός Σκληρός. Αν ο Στέφανος τον είχε συκοφαντήσει επειδή είχε εξευτελιστεί από εκείνον, ο Σκληρός το έκανε, απλά γιατί μπορούσε.

Μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Ε’, ο νέος ευνοούμενος της 64χρονης Αυτοκράτειρας Ζωής και σύντομα Αυτοκράτωρας, ήταν ένας εμφανίσιμος ευγενής της οικογενείας των Μονομάχων, ο Κωνσταντινος Θ’. Όπως ήταν φυσικό επόμενο, μετά την αναγόρευσή του στον θρόνο, εγκατέλειψε γρήγορα την ηλικιωμένη Ζωή στον γυναικωνίτη για να συνευρίσκεται με τη νέα του ερωμένη, την γοητευτική Σκληρή, αδελφή του Ρωμανού Θεοδώρα.

Εικόνα: Το στέμμα του Μονομάχου. Αριστερά η Αυτοκράτειρα Ζωή, δεξιά η Θεοδώρα και στο κέντρο ο Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος.

Τώρα από θέση ισχύος, ο Ρωμανός Σκληρός, ως αδελφός της ερωμένης του Αυτοκράτορα, εκμεταλλεύθηκε την απουσία του Μανιάκη για να εξωτερικεύσει όλο το μίσος του. Εισέβαλε στο κτήμα του Μανιάκη, βίασε την σύζυγό του, πυρπόλησε και λεηλάτησε την πατρογονική περιουσία του. Για να ολοκληρώσει το διεστραμμένο έργο του, κατηγόρησε στον Αυτοκράτορα τον Μανιάκη για συνωμοσία.

Αυτή ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της απύθμενης οργής του Μανιάκη. Η ώρα της εκδίκησης είχε φτάσει. Συνειδητοποιώντας πλέον ότι η ίδια η εξουσία του είχε αποκλείσει κάθε άλλη επιλογή πήρε την απόφαση να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Το πρώτο θύμα της οργής του ήταν ο αγγελιοφόρος του Αυτοκράτορα, ονόματι Πάρδος, ο οποίος απαιτούσε με υπεροπτικό τρόπο να τον ακολουθήσει στη Βασιλεύουσα.

Ο Μανιάκης τον γνώριζε. Ήταν ένας από εκείνους που είχαν ξεπηδήσει μέσα από τα κακόφημα στενοσόκακα και βρέθηκαν ξαφνικά στο παλάτι επειδή το μοναδικό τους προσόν ήταν η γνωριμία τους με τον βασιλιά. Ο Πάρδος βρήκε φρικτό θάνατο από τα χέρια του ίδιου του Μανιάκη, όταν τον έπνιξε φράζοντας όλες τις αναπνευστικές του οδούς με κοπριά. Στη συνέχεια ανακοίνωσε στο στράτευμα την απόφασή του να επιστρέψει στη Βασιλεύουσα, όχι βέβαια, για να λογοδοτήσει, αλλά για να αναλάβει την εξουσία.

Οι άνδρες του οι οποίοι του είχαν τυφλή εμπιστοσύνη, ζητωκραύγασαν την απόφασή του και τον ανεκήρυξαν διά βοής Αυτοκράτορα. Μόλις η είδηση της απείθειας του έφθασε στη Κωνσταντινούπολη απεστάλη αμέσως στράτευμα εναντίον του υπό την διοίκηση του αντικαταστάτη του, του νέου «Κατεπάνω Ιταλίας», Θεοδωροκάνου. Η πρώτη σύγκρουση έλαβε μέρος στον Τάραντα όπου ο ατρόμητος Μανιάκης, έχοντας προβλέψει την κίνηση, είχε οχυρωθεί κατάλληλα.

Η στρατιά του Θεοδωροκάνου συνετρίβη  στην πολιορκία. Το τελευταίο πράγμα που ανησυχούσε πλέον τον Μανιάκη ήταν η ένοπλη σύγκρουση γνώριζε ότι, αν και ολιγάριθμο, διέθετε το πλέον εμπειροπόλεμο στράτευμα σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Στη συνέχεια επιβιβάστηκε στα πλοία και τον Φεβρουάριο 1043 αποβιβάστηκε στο Δυρράχιο, το οποίο παραδόθηκε αμαχητί, κατευθυνόμενος απειλητικά προς την Βασιλεύουσα, μέσω Εγνατίας Οδού.

Εικόνα: Ο Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος ήταν συναυτοκράτορας του Βυζαντίου μαζί με τις αυτοκράτειρες Ζωη και Θεοδώρα από τις 11 Ιουνίου 1042 έως τις 11 Ιανουαρίου 1055 .

Το «άδοξο» τέλος.

Στην πορεία του δεχόταν συνεχώς εθελοντικές ενισχύσεις Ακριτικών στρατιωτών από την περιοχή της ΒΔ Βαλκανικής, προφανώς δυσαρεστημένων από τα συνεχή σκάνδαλα μίας σειράς ανίκανων Αυτοκρατόρων. Ο πανικός είχε πλέον καταβάλει τον Κωνσταντίνο τον Μονομάχο, ο οποίος απέστειλε προτάσεις συνθηκολόγησης τις οποίες απέρριπτε περιφρονητικά ο στρατηγός. Συγκεντρώνοντας εκ των ενόντων μία ογκώδη στρατιά, υπό την ηγεσία ενός επίσης ανίκανου και άπειρου σεβαστοφόρου Στέφανου Περγαμηνού, ήλπιζε μήπως καταφέρει να ανακόψει την προέλασή του καθ’ οδόν προς την Κωνσταντινούπολη.

Η καθοριστική μάχη δόθηκε στο Όστροβο της Μακεδονίας, κοντά στην Αμφίπολη, στις αρχές Ιουνίου 1043. Οι άνδρες του Στέφανου τράπηκαν σε φυγή, καθώς οι άνδρες του Μανιάκη, με εκείνον να οδηγεί τη μάχη, κατέπεσαν σαν κεραυνός επάνω στα πολυπληθέστερα αυτοκρατορικά τάγματα, κραυγάζοντας τις πολεμικές ιαχές τους και διασκορπίζοντάς τα στους τέσσερις ανέμους.

Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης που ακολούθησε όμως, κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή της συμπλοκής, ο Μανιάκης πέφτει ξαφνικά από το άλογό του θανάσιμα κτυπημένος στο στήθος από ένα δόρυ. Οι αντίπαλοί του ήταν τόσο τρομοκρατημένοι από τον αντίπαλό τους που δεν τολμούσαν ούτε καν να τον πλησιάσουν, πιστεύοντας ότι πρόκειται περί κάποιου τεχνάσματος. Μόνο όταν συνειδητοποίησαν την αλήθεια όρμησαν στο πλημμυρισμένο στο αίμα σώμα του, αποκόπτοντας το κεφάλι του.

Οι άνδρες του, οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή τον επευφημούσαν ήδη σαν Αυτοκράτορα, πανικοβλήθηκε και ετράπη σε φυγή, ενώ πολλοί άλλοι προτίμησαν την αιχμαλωσία για να σώσουν τη ζωή τους. Οι αιχμάλωτοι επαναστάτες οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου με ταπεινωτικό τρόπο κόσμησαν τον θρίαμβο του κατά τύχη νικητού, Στέφανου Περγαμηνού, ο οποίος μετέφερε την αποκομμένη κεφαλή του στρατηγού. Μόλις ο Κωνσταντίνος αντίκρισε την κεφαλή του ανθρώπου που από μία διαστροφή της μοίρας δεν κατάφερε να καταλάβει τον θρόνο της Βασιλεύουσας. ανέπνευσε με ανακούφιση, σαν να του έφευγε το βάρος που τον έπνιγε σαν κύμα.

Εικόνα: Η Αυτοκρατορία και η διοικητική της διαίρεση επί Κωνσταντίνου Θ’, το 1045.

Υστεροφημία του Γεώργιου Μανιάκη.

Οι κάτοικοι της Μεγάλης Ελλάδος δεν ξέχασαν τα κατορθώματα του απελευθερωτού τους. Μέχρι σήμερα στις Συρακούσες διασώζεται ένα φρούριο, καθώς και μία εκκλησία κοντά στη Μεσσήνη, τα οποία φέρουν ακόμα το όνομα του τραγικού στρατηγού εις ανάμνησιν των μεγάλων του θριάμβων, αναφερόμαστε στο Καστέλο ντι Μανιάκη & Σάντα Μαρία ντι Μανιάκη.

Αναμφίβολα, ο Γεώργιος Μανιάκης συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγάλους στρατηγούς της Μακεδονικής Δυναστείας , όπως οι Νικηφόρος Φωκάς, Ιωάννης Κουρκούας, Κατακαλών Κεκαυμένος, Λέων Φωκάς, Νικηφόρος Ουρανός και Νικηφόρος Ξιφίας. Ο Μανιάκης άφησε εποχή ως ένας δεύτερος Βελισάριος στα δυο μεγάλα μέτωπα της αυτοκρατορίας, στην Ανατολή κατά των Αράβων και στη νότιο Ιταλία και Σικελία κατά Αράβων και Νορμανδών.

Θεωρείται συνεχιστής της πολεμικής παράδοσης της εποποιίας των «Μακεδόνων Αυτοκρατόρων» της περιόδου 963-1025. Δυστυχώς, η ζηλοφθονία και η συνεχής υπονόμευσή του από την αυτοκρατορική αυλή, ιδιαίτερα εκείνη του απειροπόλεμου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Μονομάχου, οδήγησε τελικά στην εξόντωσή του.

Είχε υπηρετήσει πιστά και αποτελεσματικά τέσσερις διαφορετικούς Αυτοκράτορες και είχε προδοθεί από δύο εξ αυτών. Αν το κίνημα του είχε επιτύχει και ο Μανιάκης είχε καθίσει στον θρόνο, θα είχε ανακόψει την επιταχυνόμενη παρακμή της αυτοκρατορίας ενώ είναι βέβαιο ότι οι δυο νέοι μεγάλοι εξωτερικοί εχθροί της αυτοκρατορίας, οι Σελτζούκοι Τούρκοι και οι Νορμανδοί, θα είχαν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικότερα.

Πηγές:

  • Αλεξίου Γ.Κ. Σαββίδη, «Γεώργιος Μανιάκης Κατακτήσεις και υπονόμευση στο Βυζάντιο του ενδέκατου αιώνα».
  • Α.Α. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453».
  • Cyril Mango, Βυζάντιο, «Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης».
  • Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Ιστορία».
  • Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, «Βυζαντινή Ιστορία».
  • Ι. Καραγιαννόπουλος, «Το Βυζαντινό Κράτος».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.