Νεότερη Ελληνική Ιστορία
«Ντά ζίβι Γκάρτσια!!!» Η ιστορία ενός «Γραικομάνου».

«Ντά ζίβι Γκάρτσια!!!» Η ιστορία ενός «Γραικομάνου».

Αναλογιζόμενος κανείς τις εθνικές διαφορές που καταλήγουν σε συγκρούσεις και πολέμους, αναρωτιέται: ποιο είναι το καθοριστικό στοιχείο για τον αυτοπροσδιορισμό ενός έθνους; Η φυλετική καταγωγή; Η θρησκεία; Η γλώσσα; Όλα αυτά μαζί; Στη σημερινή εποχή της σαρωτικής ανάμιξης των πολιτισμών, ποιο στοιχείο ξεχωρίζει; Η γλώσσα είναι μάλλον αξιόπιστο στοιχείο, κλείνοντας μέσα της την πεμπτουσία κάθε εθνικού πολιτισμού.

Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις που η χρήση της γλώσσας δε συμβαδίζει με την εθνική συνείδηση. Το αντίθετο μάλιστα, μπορεί να είναι εξόχως παραπλανητική. Αυτή είναι η περίπτωση του καπετάν Κώττα, τη ζωή του οποίου θα σκιαγραφήσουμε παρακάτω, καθώς και των ελληνικών σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας.

Η γέννηση ενός θρύλου και η κατάσταση στην Μακεδονία.

Για να κατανοήσει κανείς τη ζωή του καπετάν Κώττα, θα πρέπει να γνωρίζει το γεωγραφικό και ιστορικό υπόβαθρο της εποχής του. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου, που αργότερα έλαβε το υποκοριστικό Κώττας, γεννήθηκε το 1863 στο χωριό Ρούλια του σημερινού Νομού Φλώρινας σε μια εποχή, που οι εθνικοί ανταγωνισμοί των χριστιανικών πληθυσμών βρίσκονταν σε έξαρση.

Στη Μακεδονία διαβιούσαν πολυάριθμοι ελληνικοί σλαβόφωνοι πληθυσμοί, απομεινάρι από τις επιμιξίες και τη γειτνίαση με Σλάβους, που παρατηρήθηκαν στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου αιώνα. Ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα είχαν από αιώνες αφομοιωθεί τα τελευταία λείψανα Σλάβων, σε Μακεδονία και Θράκη η ειρηνική κάθοδος συνεχίσθηκε ως την εποχή του Κώττα. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες κάτοικοι της Μακεδονίας έχασαν με τις επιμιξίες της γλώσσα τους κι έγιναν σλαβόφωνοι. Ένας εξ αυτών ήταν ο Κώττας, που ήταν παράλληλα αρβανιτόφωνος.

Εικόνα: Ο “Γραικομάνος”, Κώττας Χρήστου σε κοινή φωτογραφία με τα παιδιά του και έναν συναγωνιστή του.

Αν και οι ανταγωνισμοί στη Μακεδονία προϋπήρχαν, η κρίσιμη καμπή για την αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού ήταν το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου το 1856. Η Ρωσία, ηττημένη στρατιωτικά και διπλωματικά, επιδίωξε την επέκταση της ισχύος της και κινήθηκε υπέρ των Βουλγάρων, βοηθώντας στον εκσλαβισμό της Μακεδονίας. Η χρήση της γλώσσας αποτελούσε διαχωριστικό στοιχείο των χριστιανών.

Ξέσπασαν προστριβές των Βούλγαρων επισκόπων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις οποίες υποδαύλιζε και η Πύλη με την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Μετά από μια δεκαετία έντονων διενέξεων επήλθε τελικά «σχίσμα» το 1870. Δημιουργήθηκε αυτοκέφαλη βουλγαρική εκκλησία, η Εξαρχία, στη βορειότερη γεωγραφική ζώνη της Μακεδονίας. Θεσμοθετήθηκε, όμως, με σχετικό φιρμάνι η δυνατότητα να υπαχθούν στην Εξαρχία και άλλες περιοχές της Μακεδονίας, εφόσον το επιθυμούσε η ολότητα ή τα δύο τρίτα του πληθυσμού. Αυτό υποβοήθησε ακόμη παραπάνω τους εθνικούς ανταγωνισμούς, ώστε πλέον ο πληθυσμός να χωρίζεται σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς.

Η «Μεγάλη Βουλγαρία» και η «Εξαρχία».

Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877, με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878, δημιουργήθηκε η Μεγάλη Βουλγαρία, στην οποία παραχωρείτο το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας. Με την επιμονή των Μεγάλων Δυνάμεων, όμως, ιδίως της Αγγλίας και της Γερμανίας, η συνθήκη αυτή αναθεωρήθηκε στο συνέδριο του Βερολίνου, περιορίζοντας την έκταση της αυτόνομης Βουλγαρίας.

Οι Βούλγαροι, επιδιώκοντας την προσάρτηση της Μακεδονίας, συγκρότησαν πρώτοι ένοπλες αντάρτικες ομάδες, «τα κομιτάτα», τα οποία εισβάλλοντας στη Μακεδονία προσπαθούσαν με βίαια μέσα να εντάξουν τους χριστιανούς στην Εξαρχία. Δημιούργησαν μάλιστα την «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (Ε.Μ.Ε.Ο), η οποία ισχυριζόταν ότι σκοπό είχε την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Εκτός απο τους Βουλγάρους, οι ελληνικές κοινότητες της Μακεδονίας είχαν ν’ αντιμετωπίσουν την σκληρή φορολογία και διάφορα άλλα μέτρα, με τα οποία η Πύλη επιδίωκε την εξασθένιση του ελληνικού στοιχείου στη Μακεδονία και τη διαμάχη μεταξύ των χριστιανών. Τα μέτρα αυτά ανάγκασαν πολλούς Έλληνες να καταφύγουν στην ένοπλη δράση στα βουνά, όπως ο Κώττας στις αρχές του 1897.

Εικόνα: Η “Μεγάλη Βουλγαρία” σύμφωνα με την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878.

Όταν ο Κώττας βγήκε στο «κλαρί».

Άρχισε να καταδιώκει Οθωμανούς άρχοντες, έδωσε αρκετές μάχες με οθωμανικά στρατεύματα και απέκτησε γρήγορα φήμη πολέμαρχου, όντας επικεφαλής ανεξάρτητου σώματος, που δρούσε στις περιοχές Πρεσπών και Φλώρινας. Την εποχή εκείνη, το 1898, ήρθε σε επαφή με την «Ε.Μ.Ε.Ο». Παρόλο που διατήρησε την αυτονομία των κινήσεών του, εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ και συνεργάστηκε σε πολλές επιχειρήσεις με αρκετά στελέχη της. Για τον Κώττα, είχε μεγαλύτερη σημασία η συσπείρωση όλων των χριστιανών κατά του οθωμανικού ζυγού. Συνήθιζε να λέει πως, «Ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και για το τομάρι, είναι εύκολο να το μοιράσουμε».

Γρήγορα, όμως, συνειδητοποίησε ότι η «Ε.Μ.Ε.Ο» είχε σκοπό την τρομοκράτηση του μακεδονικού Ελληνισμού κι αποφάσισε να διαχωρίσει τη θέση του. Οι Βούλγαροι επιχείρησαν να διατηρήσουν επαφή μαζί του για να εκμεταλλευτούν την απήχησή του στη Δυτική Μακεδονία, εκείνος όμως αρνήθηκε. Έκτοτε, οι Βούλγαροι επιχείρησαν πολλές φορές να τον σκοτώσουν σε ενέδρες, να εξαγοράσουν άνδρες της ομάδας του, καθώς και να τον καταδώσουν στους Τούρκους.

Η «αλλαγή» στρατοπέδου.

Ο Κώττας ξέφευγε από τις ενέδρες και έβρισκε καταφύγιο σε φιλικά ελληνικά σπίτια, ενώ μία φορά το 1900, μετά από ανοιχτή συμπλοκή με κομιτατζήδες, τραυματίσθηκε στην ωμοπλάτη. Μετά τη ρήξη του με τη βουλγαρική πλευρά, ήλθε σε επαφή με τον Έλληνα πρόξενο Μοναστηρίου Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά, με τον οποίον έκτοτε ήταν σε συχνή επικοινωνία, ενώ το 1901 είχε την πρώτη συνάντηση με το νέο μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος άρχισε να τον βοηθά υλικά και ηθικά.

Η συνεργασία του με τον Καραβαγγέλη ήταν καθοριστική, καθώς η «Ε.Μ.Ε.Ο» είχε εξαπολύσει βία κατά των ελληνικών πληθυσμών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας με αθρόες δολοφονίες ιερέων, προκρίτων και δασκάλων κι είχε τρομοκρατήσει τους ελληνικούς πληθυσμούς, που άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τα χωριά της υπαίθρου και να συσσωρεύονται ως πρόσφυγες στην πόλη της Καστοριάς. Περιοδεύοντας στα χωριά της υπαίθρου, έπεισε τους ντόπιους να δηλώνουν φανερά τα εθνικά τους αισθήματα και καλλιέργησε το κλίμα για δημιουργία αντιστασιακών πυρήνων.

Το ίδιο έτος οι κομιτατζήδες συνέλαβαν τον Κώττα, αιφνιδιάζοντάς τον. Σε μια προσπάθεια να εκβιάσουν την επιστροφή του στο Βουλγαρικό κομιτάτο, τον υποχρέωσαν δέσμιο να τους ακολουθήσει στη Ρούλια και να παρακολουθήσει ιδίοις όμμασι τη φρικτή δολοφονία φίλων και συντρόφων του. Ενώ αρχικά τελώντας υπό πίεση ο Κώττας δέχθηκε να συνεργασθεί, μόλις βρέθηκε ανάμεσα σε συμπατριώτες του όμως, στράφηκε κατά της «Ε.Μ.Ε.Ο». Έκτοτε, οι κομιτατζήδες σχεδίαζαν αρκετές φορές να τον απομονώσουν και να τον δολοφονήσουν, χωρίς όμως επιτυχία.

Εικόνα: Ο Γερμανός Καραβαγγέλης διατέλεσε Μητροπολίτης Καστορίας και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς και στην γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού, αργότερα, οργανώνοντας αντιανταρτικά σώματα με ντόπιους οπλαρχηγούς, με συνέπεια να αναδειχθεί μία από τις σημαντικότερες μορφές των Αγώνων του Έθνους.

Η εξέγερση του Ίλιντεν.

Στις 20 Ιουλίου του 1903 ξέσπασε στη Βορειοδυτική Μακεδονία η εξέγερση του Ίλιντεν. Είχε αναμφίβολα πλατιά λαϊκά ερείσματα, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν ήταν μαζική και εκούσια επανάσταση, αφού επιβλήθηκε με τη βία από την «Ε.Μ.Ε.Ο» ακόμη και στον εξαρχικό πληθυσμό. Βούλγαροι πράκτορες προετοίμαζαν για μήνες το έδαφος δολοφονώντας αθρόα Έλληνες σλαβόφωνους για να πιέσουν τους υπόλοιπους σε συμμετοχή, ενώ επιβλήθηκε πριν την εξέγερση καταβολή εισφοράς προς την «Ε.Μ.Ε.Ο». Αρκετοί Έλληνες χωρικοί αναγκάστηκαν τότε να πουλήσουν τη γη και τα ζώα τους για να εξασφαλίσουν αυτήν την εισφορά.

Κατά την διάρκεια της εξέγερσης ζητήθηκε και από τον Κώττα να συμμετέχει. Αυτός δέχθηκε, αλλά ζήτησε να αναβληθεί χρονικά η εξέγερση καθώς θεωρούσε ότι θα οδηγούσε σε καταστροφή των χριστιανικών πληθυσμών. Γι’ αυτό, η συμμετοχή του περιορίστηκε στην προστασία των περιοχών του από ενδεχόμενα οθωμανικά αντίποινα, τα οποία με την αποτυχία της εξέγερσης αποδείχθηκαν ιδιαίτερα σκληρά επί όλων των χριστιανών, καθώς  οι Οθωμανοί κατέστρεψαν εκ βάθρων ολόκληρα χωριά στη Δυτική και Βόρεια Μακεδονία.

Η «έκρηξη» του Μακεδονικού Αγώνα.

Η Ελληνική απάντηση στην Ιουλιανή εξέγερση ήταν η δράση αντάρτικων σωμάτων με επικεφαλής πλέον αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, όπως ο Παύλος Μελάς, ο Γεώργιος Τσόντος (καπετάν Βάρδας), ο Τέλλος Αγαπηνός (καπετάν Άγρας) καθώς και άλλοι, που ανέλαβαν να συντονίσουν την άμυνα των ελληνικών χωριών. Οι αξιωματικοί αυτοί βασίσθηκαν σε ντόπιους μακεδονομάχους, όπως ο Κώττας για καθοδήγηση και πληροφορίες.

Στις αρχές του 1904, ο Καπετάν-Κώττας με τούς οπλαρχηγούς Νικόλαο Πύρζα, Παύλο Κύρου, Γεώργιο Κολίτση, Σίμο Ιωαννίδη, τους συντρόφους του Βασίλειο Ράμμο από την Όστιμα και τον Ηλία Γκαδούτση από το Ζέλοβο και τον μεγαλέμπορο του Μοναστηρίου και ιδρυτή της «Εσωτερικής Οργάνωσης Μοναστηρίου», Σπυρίδωνα Δούμα, μετέβησαν στην Αθήνα για να καταστρώσουν από κοινού με τους αξιωματικούς, την επίσημη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα.

Εκεί, ο Στέφανος Δραγούμης μεσολάβησε, ώστε ο Καπετάν-Κώττας να συναντήσει τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Τότε, ο σλαβόφωνος, «Γρεκομάνος» χωρικός, με τα λίγα διαλεγμένα ελληνικά του, εξέθεσε στον διάδοχο Κωνσταντίνο την κρίσιμη κατάσταση του Ελληνισμού της Βορειοδυτικής Μακεδονίας και ζήτησε την αρωγή του ελληνικού κράτους. Η συνάντηση αυτή, τον Ιανουάριο του 1904 έμελλε να αποτελέσει την επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους στην υπόθεση της Μακεδονίας.

Εικόνα: Προτομή του Κώττα Χρήστου.

Πράγματι, στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904, πραγματοποιήθηκε η πρώτη περιοδεία στη Μακεδονία, του Παύλου Μελά, με τους Αλέξανδρο Κοντούλη, Αναστάσιο Παπούλα και Γεώργιος Π. Κολοκοτρώνη. Τον Μάιο ο Κώττας είχε συμπεριλάβει στο σώμα του, μαζί με τους παλιούς συντρόφους του και τους πρώτους Κρητικούς μαχητές που είχαν καταφτάσει μερικούς μήνες νωρίτερα και αγωνίζονταν επίσης, στο πλευρό του Στρεμπενιώτη όπλαρχηγού.

Μεταξύ αυτών οι Ευθύμιος Καούδης, Γεώργιος Δικώνυμος Μακρής και Γεώργιος Περάκης. Ο Παύλος Μελάς αναγνώρισε πάραυτα την ηγετική μορφή του Καπετάν-Κώττα στη Δυτική Μακεδονία. Αλλά και η βουλγαρική πλευρά αντελήφθη αμέσως ότι ό Κώττας είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον της Ελληνικής κυβέρνησης που έως τότε ήταν αμέτοχη και οι απειλές τους εντάθηκαν συνεχώς με επιστολές.

Τόν παγίδευσαν μάλιστα με πλαστή επιστολή του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου, η οποία έγραφε του ότι «πρόσωπο» του προξενείου επιθυμούσε να τον συναντήσει στην Όστιμα. Όταν ο Κώττας με τον Ευθύμιο Καούδη και τους άνδρες τους έφτασαν εκεί, ειδοποιήθηκε ο οθωμανικός στρατός, αλλά οι Έλληνες κατάφεραν να διαφύγουν. Έως το Μάιο του 1904 τα ενωμένα σώματα των Μακεδόνων καί Κρητικών όπλαρχηγών, υπό τις γενικές οδηγίες του Καπετάν-Κώττα έδρασαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, προσπαθώντας να εξοντώσουν τους Βούλγαρους κομιτατζήδες.

Η προδοσία και το ένδοξο τέλος.

Στα μέσα Μαΐου ο Κώττας με τους άνδρες του στρατοπέδευσαν στην Όστιμα και μετέβη με αρκετούς άνδρες στο χωριό του Ρούλια για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Το ίδιο βράδυ, η ομάδα του Μήτρου Βλάχου εισέβαλε στην Όστιμα και εξανάγκασε τους κατοίκους να υπογράψουν ότι προσέρχονται στην Εξαρχία και δεν επιθυμούν πλέον Έλληνα δάσκαλο.

Η μικρή ομάδα που είχε αφεθεί εκεί από τον Κώττα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πολυπληθή ομάδα του Βλάχου. Ό Κώττας μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα, επέστρεψε στην Όστιμα αλλά εκτιμώντας την κατάσταση προτίμησε να μην συγκρουστεί με την ομάδα του Βλάχου και τον προσκάλεσε σε διαπραγμάτευση. Στη συνέχεια, κάποιες πρωτοβουλίες και χειρισμοί του Κώττα παρεξηγήθηκαν και κρίθηκαν λανθασμένες, γεγονός που οδήγησε αρκετά παλικάρια του, Μακεδόνες και Κρητικούς να αποχωρήσουν από το σώμα.

Στης 9 Ιουνίου 1904, Οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε το κρησφύγετο του Καπετάν-Κώττα στη Ρούλια όπου είχε καταφύγει με τρεις στενούς συνεργάτες του. Μετά τη σύλληψή του ο Καπετάν-Κώττας, μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές Καστοριάς, στη συνέχεια στις φυλακές Κορυτσάς και τελικά στις φυλακές Μοναστηρίου. Η σύζυγός του, Ζωή, για λόγους ασφαλείας εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της στην Καστοριά και επανήλθε στη Ρούλια το φθινόπωρο του 1904. Τον Αύγουστο του 1905 ο Μήτρο Βλάχος εισέβαλε με το πολυπληθές σώμα του στη Ρούλια, πότισε με πετρέλαιο την οικία του Κώττα και έβαλε φωτιά. Με τη συμπαράσταση των κατοίκων του χωριού, η Ζωή με τα τέκνα της κατάφεραν να σωθούν.

Κατά την κράτησή του στην φυλακή, ο Έλληνας πρόξενος του Μοναστηρίου Σταμάτιος Κιουζές Πεζάς και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, προσπάθησαν να τον αποφυλακίσουν αλλά οι οθωμανικές αρχές ήταν ανένδοτες, καθώς εκκρεμούσαν σε βάρος του πολλές καταδίκες. Ο Μητροπολίτης με υπομονή και επιμονή κατάφερε να πετύχει συμφωνία με τους Όθωμανούς, ώστε να αποφυλακιστεί ο Κώττας με αντάλλαγμα την υπηρεσία του στον Οθωμανικό στρατό, κάτι που φυσικά ο ίδιος αρνήθηκε.

Εικόνα: Άποψη του χωριού Κώττας, πρώην Ρούλια, στην Φλώρινα.

Μεγάλη συμμετοχή στις ενέργειες για τη διάσωση του είχε και η περίφημη εταίρα του Μοναστηρίου Κία (Βασιλική), η οποία κατά τον Μακεδονικό Αγώνα επέδειξε μεγάλο πατριωτισμό και αυτοθυσία, παρέχοντας σπουδαία βοήθεια τόσο στο Προξενείο, όσο και στά ανταρτικά σώματα. Δυστυχώς όμως, ή περίοδος χάριτος είχε τελειώσει για τον «Αητό των Κορεστείων».

Ό απαγχονισμός του αποφασίστηκε για το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου του 1905. Απαίτησε να του φέρουν Έλληνα Όρθόδοξο ιερέα να εξομολογηθεί και να μεταλάβει και στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πλατεία Άτ Παζάρ του Μοναστηρίου. Κατά τη διαδρομή προς την πλατεία ο Καπετάν-Κώττας, σε μία απέλπιδα προσπάθεια διαφυγής από τούς φρουρούς του και διέφυγε στα στενά, ενώ ακολούθησε τεράστια κινητοποίηση και ανθρωποκυνηγητό στους δρόμους της πόλης και τελικά συνελήφθη.

Φθάνοντας τελικά στον τόπο της εκτελέσεως στην πλατεία Άτ Παζάρ, ο Κώττας απαίτησε να του λύσουν τα χέρια. Ανέβηκε μόνος του στο ικρίωμα και αφού φώναξε για τελευταία φορά, «Ντά ζίβι Γκράτσια!», δηλαδή «Ζήτω η Ελλάς», κλώτσησε μόνος του το υποπόδιο που τον κρατούσε στην ζωή.

Επίλογος.

Αυτό ήταν το τέλος του ανήσυχου, τολμηρού και γενναίου άνδρα ο οποίος ενσάρκωσε για την περίοδο 1901 – 1904 τον πρωτοπόρο Έλληνα μαχητή που κυριάρχησε στο προσκήνιο της νεότερης ελληνικής ιστορίας στο μεταίχμιο δύο κρίσιμων αιώνων. Η ηγετική του παρουσία στην περιοχή και η μεγάλη επιρροή που ασκούσε σε μεγάλους πληθυσμούς, τον κατέστησαν το βασικό εκφραστή της «ελληνικής ιδέας» στην περιοχή και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα των Ελλήνων κατοίκων, ανυψώνοντας το ηθικό τους, σε περιόδους που η βουλγαρική τρομοκρατία ήταν ολοκληρωτική. Η «λαϊκή μούσα» δεν ξέχασε ποτέ την μνήμη του ανυπότακτου «Γραικομάνου», ο οποίος υμνήθηκε όπως του άξιζε.

 

«Το κάθε μας χωριό τον Κώττα υμνεί,

της Ρούλιας τα αντάρτικα τ’ ασκέρια,

πούτ’ όνομα τους πήραν οι ουρανοί,

χρυσό να το κεντήσουν με τ’ αστέρια.

Αιώνια τα ντουφέκια τους βροντούν,

στον κάμπο στα βουνά σε κάθε ράχη

και μπρος από τα μάτια μας περνούν,

αγέρωχοι οι Μακεδονομάχοι.

Τον Κώττα μυστικά τα χείλη υμνούν

και στήνουν στη θυσία του μνημεία,

οι Έλληνες που μάθαν ν’ αγαπούν,

τούς ήρωες και την Μακεδονία».

Πηγές:

  • Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, «Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα».
  • Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, «Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894–1904)».
  • Νικόλαος Γ. Κοεμτζόπουλος, «Καπετάν Κώττας, Ο Πρώτος Μακεδονομάχος».
  • Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, «Το Μακεδονικό Ζήτημα».
  • Γ. Μόδης, «Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες αρχηγοί».
  • Αλέξανδρος Κοντούλης, «Βιογραφία Καπετάν-Κώττα».

2 thoughts on “«Ντά ζίβι Γκάρτσια!!!» Η ιστορία ενός «Γραικομάνου».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.