Ελληνική Επανάσταση
Ο «αφανισμός» των Τουρκαλβανών της Πελοποννήσου. Η άνοδος και η πτώση των «Λαλαίων».

Ο «αφανισμός» των Τουρκαλβανών της Πελοποννήσου. Η άνοδος και η πτώση των «Λαλαίων».

Δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση να διαβάσει κανείς για την Επανάσταση του ΄21 και να μην συναντήσει, ευθείς εξ΄ αρχής, αναφορές στο χωριό Λάλα και τους κατοίκους του, τους «Λαλαίους», που για τέσσερεις περίπου αιώνες ζήσαν στον Μωριά και διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης. Άνθρωποι σκληροί και πολεμοχαρείς, όπως άλλωστε «πρόσταζε» η εποχή, κλήθηκαν να σηκώσουν το βάρος της καταστολής της Επαναστάσεως στην Ηλεία, αλλά και εν μερη την παρενόχληση των Ελληνικών δυνάμεων που πολιορκούσαν την πρωτεύουσα του Μωριά.

Όντας ο φόβος και ο τρόμος της δυτικής Πελοποννήσου, αδιαφορούσαν για της προσταγές των Τούρκων, ενώ θεωρούσαν τους «Ραγιάδες» τίποτα περισσότερο από σκλάβους και προς απόδειξη αυτού, φρόντιζαν να συμπεριφέρονται με την ανάλογη σκληρότητα στους τοπικούς πληθυσμούς. Κατά την διάρκεια λοιπόν των αιώνων της δουλείας και εν μέσω πολλών κακουχιών και αποτυχιών, ο φόβος του «Ραγιά» έγινε απελπισία και η απελπισία μετατράπηκε σε απύθμενη οργή, που αργά ή γρήγορα θα έπεφτε και στα κεφάλια των Λαλαίων, αναγκάζοντας τους να εγκαταλείψουν τον Μωριά δια παντός. Αλλά ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα από την αρχή.

Εικόνα: Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κηρύσσει την έναρξη της μεγάλης Επανάστασης του Γένους.

Ο εποικισμός του Λάλα και τα προεπαναστατικά χρόνια.

Ο «Λάλας» είναι οικισμός του νομού Ηλείας χτισμένος σε υψόμετρο 600 μέτρων. Πρωτοκατοικήθηκε τον 14ο αιώνα από Αλβανούς που έφερε από τα «Ακροκεραύνια Όρη», παράκτια οροσειρά της νοτιο-δυτικής Αλβανίας, ο Μιχαήλ Δούκας. «Σούλι του Μοριά», χαρακτηρίζει τον Λάλα, ο Δημήτριος Φωτιάδης που γράφει ότι βρίσκεται στο οροπέδιο του Μπαστηρά, κοντά στην αρχαία «Φολόη», στο όρος Ερύμανθος. Στα πόδια του απλώνεται ο κάμπος της Ηλείας που διασχίζει ο ποταμός Αλφειός, ενώ για πρώτη φορά εμφανίζεται ως αλβανόφωνο χωριό με το όνομα «Lala» σε οθωμανικό έγγραφο του 15ου αιώνα και προέρχεται πιθανότατα από το αλβανικό επώνυμο «Λάλα», το οποίο ίσως να ανήκε σε κάποιον από τους πρώτους οικιστές του.

Οι Λαλαίοι ήσαν μουσουλμάνοι αλβανικής καταγωγής. Το πότε εγκατασταθήκαν στο Λάλα δεν είναι ξεκάθαρο. Ο Σπυρίδων Τρικούπης θεωρεί ότι το Λάλα κατοικήθηκε από Αλβανούς των Βυζαντινών χρόνων, όπως και τα «Μπαρδουνοχώρια», στη Λακωνία. Ο Κ. Ηλιόπουλος γράφει ότι μετά την Άλωση, στίφη Αλβανών εγκαταστάθηκαν στο Λάλα, ενώ ο Γ. Χρυσανθακόπουλος αναφέρει ότι οι πρώτοι οικιστές του ήταν ο Ισμαήλ Αγάς με ομάδα Αλβανών που είχαν καταλάβει την Μεθώνη ή την Κορώνη το 1438. Ο Αμβρόσιος Φρατζής αναφέρει ότι, «η πόλις του Λάλα υπήρξε κατά το 1714 και επληθύνθει μετά τα Ορλωφικά». Ο πληθυσμός του Λάλα κατ’ άλλους ήταν 7.000, ενώ κατά τις παραμονές του αγώνα ο Φρατζής μας πληροφορεί πως είχε περίπου 1.000 οικίες.

Όταν κατά το 1715 οι Βενετοί αποσύρθηκαν από τον Μωριά, ολόκληρη η Πελοπόννησος πέρασε στους Τούρκους, με τα πλούσια μέρη της Ηλείας να δίνονται σε πρίγκιπες από τα σουλτανικά χαρέμια. Οι «Χοττομαναίοι» της Γαστούνης, όπως ονομάστηκαν οι Οθωμανοί πρίγκιπες, χρησιμοποίησαν τους Λαλαίους που συντηρούνταν από επιδρομές σε ελληνικά χωριά, για να κρατούν υποταγμένα τα γειτονικά μέρη, ενώ παράλληλα είχαν αρχίσει στα βουνά να εμφανίζονται οι πρώτοι Έλληνες κλέφτες, με τους Λαλαίους να χρησιμοποιούνται κατά κόρον εναντίον τους.

Μετά τα Ορλοφικά, οι Λαλαίοι συνέπραξαν με τους Τουρκαλβανούς, οι οποίοι στάλθηκαν για την κατάπνιξη του κινήματος. Χιλιάδες Πελοποννήσιοι πλήρωσαν με τη ζωή τους την εφήμερη αυτή συμμαχία. Όμως Λαλαίοι και Τουρκαλβανοί έγιναν εφιάλτες ακόμα και για τους Τούρκους μπέηδες και αγάδες. Έτσι λοιπόν στάλθηκε στον Μωριά ο φοβερός πασάς, Χασάν Τζεσαερλής, ο οποίος με τη βοήθεια Ελλήνων κλεφτών κατόρθωσε να εξολοθρεύσει τους νεοαφιχθέντες Τουρκαλβανούς, ενώ όσοι από αυτούς γλύτωσαν κατέφυγαν στο Λάλα και κατ’ επέκταση στην ασφάλεια που τους προσέφεραν οι όμοιοι τους.

Εικόνα: Μουσουλμάνοι Αλβανοί του Λάλα παίζουν «Κυρία». Ο πίνακας ειναι έργο του Ζαν-Λεόν Ζερόμ.

Σύντομα έγιναν τόσο ισχυροί που δεν υπολόγιζαν ούτε και τον Τούρκο πασά της Τριπολιτσάς, πρωτεύουσας τότε του Μωριά. Οι Χοττομαναίοι ζούσαν τρυφηλά και έδιναν τις κόρες τους στους Λαλαίους για να έχουν τη βοήθειά τους, ενώ αυτοί αποκτούσαν κτήματα, είτε ως προίκα είτε αγοράζοντάς τα κι έτσι σύντομα έγιναν κυρίαρχοι της Ηλείας. Περί το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα η οικονομική ισχύς των Λαλαίων λόγο της ληστείες μεγάλωσε, όπως και η στρατιωτική τους ισχύ, μετά και την πτώση των Χοτομαναίων που κυριαρχούσαν στη Γαστούνη. Έτσι οι Αλβανοί του Λάλα εισχώρησαν στην Οθωμανική κυβέρνηση του Μωριά.

Η περιουσιακή αύξηση των Λαλαίων αύξησε και την εξουσία τους στη Γαστούνη, τον Πύργο και τα Καλάβρυτα. Με το εμπόριο δεν ανακατεύονταν, αντιθέτως το εμπόριο ήταν στα χέρια των Ελλήνων. Περίφημος ήταν ο αρχηγός τους Αλή Φαρμάκης, τον οποίο κατάφερε να διώξει από την Πελοπόννησο ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Βελή πασάς μετά από μεγάλη εκστρατεία του. Ωστόσο η ισχύς των Λαλαίων δεν είχε μειωθεί καθόλου ως την έκρηξη της Επανάστασης του 1821.

Στηριζόμενοι στη δύναμή τους και μάλιστα κατά την εποχή του Αλή Φαρμάκη, αρνήθηκαν να καταβάλουν τον επιβαλλόμενο φόρο στην Υψηλή Πύλη. Αυτό έκαμε το Σουλτάνο να υποπτεύεται ότι οι Λαλαίοι με τους άλλους ομοεθνείς τους, θα προέβαιναν σε πράξεις ανεξαρτησίας κι επεδίωξε την εξόντωσή τους ή την υποταγή τους. Κατά τον Π. Παπατσώνη, ο Σουλτάνος, «υπέβλεπε τους δυνατούς και ήθελε να τους βγάλει από την αράδα».

Στην Πηνεία, ολόκληρα χωριά είχαν μεταβληθεί σε τσιφλίκια των Λαλαίων. Ακόμα και στην Αχαΐα, στην επαρχία Καρυταίνης και του Φαναριού, οι Λαλαίοι προσπαθούσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους, εκμεταλλευόμενοι τις αντιπάθειες που είχαν οι Έλληνες προεστοί μεταξύ τους. Ο Σ. Τρικούπης αναφέρει ότι οι ανδρείοι και εμπειροπόλεμοι Λαλαίοι ζούσαν καταρχάς ως ληστές ή ως υπομίσθιοι των Χοτομαναίων της Γαστούνης. Πολλές φορές βλέπουμε συνεργασία Ελλήνων και Αλβανών σε ορισμένες περιπτώσεις. Ο Κολοκοτρώνης είναι γνωστό ότι είχε σχέσεις με τους Λαλαίους, ενω άλλοι από αυτούς ήταν φίλοι του και άλλοι εχθροί του.

Η Ηλεία περνά «δια πυρός και σιδήρου».

Οι Λαλαίοι με τη δύναμη που διέθεταν ήταν ένας φοβερός υπολογίσιμος αντίπαλος για κάθε εξέγερση. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση όλοι οι Τούρκοι του Μωριά έτρεξαν να βρουν καταφύγιο στα γειτονικά τους φρούρια ή στην Τριπολιτσά. Ανάμεσα τους και οι φοβεροί «Μπαρδουνιώτες». Οι μόνοι που παρέμειναν εκτός των τειχών των φρουρίων ήταν οι Λαλαίοι που υπολογίζεται ότι στις αρχές του αγώνα είχαν δύναμη 1.900 ανδρών, 400 από τους οποίους ήταν ιππείς. Οι Λαλαίοι κινητοποιήθηκαν για να βοηθήσουν τους ομόθρησκούς τους, ενώ παράλληλα αρχικά προσπάθησαν να κρατήσουν την Ηλεία έξω από τις επαναστατικές ενέργειες.

Ωστόσο οι Ηλείοι ξεσηκώθηκαν από τις αρχές του Αγώνα. Ήταν όμως απειροπόλεμοι, εκτός από ορισμένους που είχαν υπηρετήσει ως αξιωματικοί και οπλίτες στα αγγλικά τάγματα στη Ζάκυνθο. Επικεφαλής των προκρίτων της Γαστούνης ήταν ο Γεώργιος Σισίνης, ο οποίος αναγνωρίστηκε αμέσως ως αρχηγός των επαναστατημένων Ελλήνων που πολιόρκησαν τους Τούρκους της Γαστούνης. Όταν όμως μαθεύτηκε ότι σπεύδουν σε βοήθεια των τελευταίων οι Λαλαίοι σχεδόν όλοι οι επαναστάτες εγκατέλειψαν τον Σισίνη, με εξαίρεση ελάχιστους άνδρες.

Εικόνα: Ο Γεώργιος Σισίνης γεννήθηκε στη Γαστούνη της Ηλείας και καταγόταν από πλούσια και ιστορική οικογένεια της περιοχής.

Μετά την αναίμακτη αυτή επιτυχία τους, οι Λαλαίοι, άρχισαν τις επιδρομές σε όλη την περιοχή της Ηλείας για να αποτρέψουν οποιαδήποτε ενίσχυση των Ελλήνων που πολιορκούσαν την Πάτρα. Επρόκειτο για τη μοναδική αντίσταση των Τούρκων της Πελοποννήσου, εκτός βέβαια από εκείνες των πολιορκημένων στα διάφορα κάστρα της Πελοποννήσου.

Στη συνέχεια οι Λαλαίοι κινήθηκαν προς το πλουσιότερο Ελληνικό κέντρο της Ηλείας, τον Πύργο με σκοπό να κυριεύσουν και να λεηλατήσουν την πόλη. Ο αρχηγός των επαναστατών του Πύργου, ο Χαράλαμπος Βιλαέτης ήταν ο μόνος επαγγελματίας στρατιωτικός στην περιοχή, έχοντας υπηρετήσει στα αγγλικά τάγματα της Ζακύνθου και είχε λάβει τον βαθμό του Λοχαγού. Στις 2 Απριλίου 1821 οι Λαλαίοι εμφανίστηκαν έξω από τον Πύργο και ζήτησαν την άμεση παράδοσή του.

Ωστόσο εκείνη την ημέρα στην πόλη εκείνη τη μέρα βρίσκονταν 100 Ζακυνθινοί, 70 πολεμιστές από την Αγουλινίτσα και οι γιοι του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γενναίος, που έρχονταν από την Ζάκυνθο με προορισμό τη Γορτυνία, ώστε να συναντήσουν τον πατέρα τους. Έγινε λοιπόν πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο πήραν μέρος όλοι οι οπλαρχηγοί. Οι υπερασπιστές του Πύργου ήταν 550 ενώ οι Λαλαίοι 1.000. Όμως οι Έλληνες ήταν απειροπόλεμοι και ο Πύργος δεν είχε κάποια οχυρή θέση.

Η αξίωση όμως των Λαλαίων γέμισε οργή τους Έλληνες. Έτσι συγκεντρώθηκαν στ’ αλώνια έξω από την πόλη περιμένοντας τους εχθρούς εντελώς ακάλυπτοι. Οι Λαλαίοι τους περικύκλωσαν διαιρεμένοι σε τρία σώματα. Μόνο 200 Έλληνες πρόλαβαν να σωθούν τρέχοντας στα πρώτα σπίτια του Πύργου όπου και οχυρώθηκαν. Στην πόλη του Πύργου επικράτησε πανικός. Ο άμαχος πληθυσμός εγκατέλειψε τα σπίτια του. Τα περισσότερα γυναικόπαιδα κατέφυγαν στο Κατάκολο και στον όρμο του Αγίου Ανδρέα, απ’ όπου Ζακυνθινά πλοιάρια τους μετέφεραν στο «φιόρο του Λεβάντε».

Τη διαφυγή των γυναικόπαιδων, βοήθησε η ηρωική αντίσταση των κλεισμένων στα σπίτια του Πύργου 200 ενόπλων, ανάμεσα στους οποίους και ο 15χρονος, τότε Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο 21χρονος αδελφός του Πάνος, που το 1824 δολοφονήθηκε από τους κυβερνητικούς στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Μετά από οχτάωρη πολιορκία, οι γενναίοι υπερασπιστές του Πύργου αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, καθώς οι Λαλαίοι άρχισαν να βάζουν φωτιά στα οχυρωμένα σπίτια. Η έρημη πόλη, έμεινε έρμαιο στις άγριες διαθέσεις του εχθρού.

Η πρώτη υποχώρηση των Λαλαίων.

Στις 24 Απριλίου, οι Λαλαίοι εμφανίστηκαν μπροστά στην Αγουλινίτσα, το σημερινό Επιτάλιο. Αρχηγός των λίγων ντόπιων, ήταν ο πρόκριτος Αλέξης Μοσχούλας, που με 70 συμπολίτες του είχε πολεμήσει και στον Πύργο. Οργάνωσε την άμυνα της κωμόπολης όσο καλύτερα μπορούσε, ενισχυόμενος από μερικούς Πυργιώτες που βρέθηκαν κοντά. Παράλληλα, άλλοι 70 Πυργιώτες και 70 μαχητές από την Κυπαρισσία και τα Φιλιατρά, κατέλαβαν τη στρατηγικής σημασίας θέση Κλειδί.

Οι Λαλαίοι παρέμειναν τη νύχτα στον Αλφειό και τα ξημερώματα επιτέθηκαν εναντίον της Αγουλινίτσας. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, ωστόσο ήταν αποφασισμένοι να αμυνθούν μέχρι τέλους. Τότε έφτασαν για βοήθεια οι υπόλοιποι Έλληνες από το Κλειδί. Στο βουνό Δάρβιζα, πάνω από την Αγουλινίτσα, βρήκαν Τούρκους να φρουρούν τη θέση και τους επιτέθηκαν. Εκείνοι, βλέποντας πολλούς επαναστάτες να φορούν μαύρες βράκες, τους πέρασαν για Μανιάτες και έντρομοι έτρεξαν στην Αγουλινίτσα.

Εικόνα: Κάτοικοι του Λάλα σε κάποια ληστρική εξόρμηση τους.

Αλλά και οι Λαλαίοι, φοβήθηκαν ότι θα αποκλειστούν από ισχυρότερες ελληνικές δυνάμεις μέσα στην Αγουλινίτσα και υποχώρησαν καταδιωκόμενοι από τον Μοσχούλα και τους άντρες του, που κατόρθωσαν κοντά στον Αλφειό να σκοτώσουν εννιά και να συλλάβουν δεκατρείς.

Ήταν η πρώτη φορά που οι Λαλαίοι υποχώρησαν μπροστά στους Έλληνες. Οι Ηλείοι, ήταν οι μόνοι από τους Πελοποννήσιους που υποχρεώθηκαν να αντιμετωπίσουν επιτιθέμενους εχθρούς και όχι αμυνόμενους. Το μίσος μεταξύ Ελλήνων και Λαλαίων, ήταν αβυσσαλέο και μακροχρόνιο. Ήταν φανερό, ότι κάποιοι από τους δύο, στο τέλος της Επανάστασης ή και νωρίτερα, θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τον Μοριά.

Ο «Αθανάσιος Διάκος» της Ηλείας.

Πέντε μέρες μετά το πάθημά τους στην Αγουλινίτσα, οι Λαλαίοι επιτέθηκαν ξανά εναντίον του έρημου Πύργου και των γειτονικών, προς τον Αλφειό, χωριών της Ολυμπίας. Ο Χαράλαμπος Βιλαέτης, στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, κατέλαβε με 500 Πυργιώτες αιφνιδιαστικά το χωριό Στρέφι. Στο κοντινό χωριό Λατζόι, τοποθέτησε μικρή φρουρά από Ζακυνθινούς και Πυργιώτες, με επικεφαλής τους αδελφούς Παναγιώτη και Δημήτρη Καμπάση από τη Ζάκυνθο. Ήταν η πρώτη φορά που Έλληνες στρατοπέδευαν τόσο κοντά στον Λάλα.

Στις 10 Μαΐου 1821, 1.000 Λαλαίοι περικύκλωσαν το Λατζόι. Η ορμή τους ήταν φοβερή, αλλά και οι Έλληνες μάχονταν ηρωικά. Ο Βιλαέτης, από το Στρέφι όπου βρισκόταν, ξεκίνησε να βοηθήσει τους πολιορκημένους στο Λατζόι. Τον ακολούθησαν μόνο 100 από τους άντρες του. Θέλοντας να φτάσει γρηγορότερα στο Λατζόι, δεν κινήθηκε από τα υψώματα των χωριών Αρβανίτι και Καράτουλα, αλλά από τον ακάλυπτο πεδινό δρόμο.

Οι Λαλαίοι τους αντιλήφθηκαν και κατάφεραν να αποκόψουν τον Βιλαέτη από το κύριο μέρος των ανδρών του. Μόνο 28 πολεμιστές έμειναν μαζί του. Ο Βιλαέτης, αν και μπορούσε να διαφύγει, προτίμησε να πολεμήσει και να πράξει το καθήκον του προς το Γένος. Οι Λαλαίοι άρχισαν να χτυπούν από παντού. Μια σφαίρα βρήκε στο κεφάλι τον Βιλαέτη που άρχισε να αιμορραγεί, ωστόσο συνέχισε να πολεμά.

Η άγρια συμπλοκή συνεχίστηκε κι έμειναν να πολεμούν ο Βιλαέτης και τρεις ακόμα γενναίους αγωνιστές. Σε λίγο, ο Ηλείος αρχηγός δέχθηκε βροχή από σφαίρες έπεσε νεκρός. Οι Λαλαίοι ενθουσιάστηκαν και δεν ασχολήθηκαν άλλο με το Λατζόι και το Στρέφι. Έκοψαν το κεφάλι του Βιλαέτη, το κάρφωσαν σ’ ένα κοντάρι και επέστρεψαν πανηγυρικά στον Λάλα. Γι’ αυτούς, κάθε αντίσταση στην Ηλεία έπαψε με τον θάνατο του Βιλαέτη.

Είναι όμως χαρακτηριστικό, ότι ενώ οι Λαλαίοι περιφρονούσαν τους πάντες, τον Βιλαέτη, όμως τον θαύμαζαν, αποκαλώντας τον «Φραγκοπαλικάρι». Αυτό ήταν το ηρωικό τέλος του Χαράλαμπου Βιλαέτη. Ο Νίκος Γιαννόπουλος, στο βιβλίο του «1821. Οι Μάχες των Ελλήνων για την Ελευθερία», γράφει ότι του αρμόζει μια θέση δίπλα στον Αθανάσιο Διάκο και τον Παπαφλέσσα και δεν έχει άδικο. Να σημειώσουμε επίσης για τον Βιλαέτη, ότι ήταν αυτός που ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης στον Πύργο, στις 26 Μαρτίου 1821 και πριν τις συμπλοκές του με τους Λαλαίους, είχε πολιορκήσει τους Τούρκους στο κάστρο Χλεμούτσι.

Εικόνα: Το κάστρο στο Χλεμούτσι το οποίο χτίστηκε από τους Γάλλους κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας και αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα της Πελοποννήσου.

Η συνεισφορά των Επτανήσιων.

Εκείνη την κρίσιμη στιγμή που οι Ηλείοι είχαν κυριευθεί από απαισιοδοξία εμφανίστηκαν, «σαν από μηχανής θεοί», οι Κεφαλλονίτες Ανδρέας Μεταξάς και Γεράσιμος Φωκάς, με 350 άνδρες και ο Βαγγέλης Πανάς με 100 άνδρες. Να θυμίσουμε ότι τα Επτάνησα τότε ήταν αγγλοκρατούμενα και οι «γνωστοί ανθέλληες», Βρετανοί έδειχναν μεγάλη αυστηρότητα σε όσους Επτανήσιους έσπευδαν να πολεμήσουν στο πλευρό των επαναστατημένων συμπατριωτών τους.

Μάλιστα, οι Κεφαλλονίτες εμφανίστηκαν ως «αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της Επτανήσου» και κυκλοφόρησαν φήμες ότι αποτελούν το πρώτο τμήμα μεγαλύτερου στρατεύματος. Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, αδελφός του Ανδρέα, αγόρασε στις 17 Μαΐου με δικά του χρήματα, δύο πεδινά τροχοφόρα πυροβόλα από έναν Κεφαλλονίτη πλοίαρχο. Ήταν ένας από τους χιλιάδες Έλληνες που έδωσαν μέρος της προσωπικής τους περιουσίας για τον Αγώνα. Πολλοί, από αυτούς, πριν το 1821 ήταν πάμπλουτοι και αφού έδωσαν τα πάντα για την Επανάσταση, πέθαναν πάμφτωχοι και αγνοημένοι.

Στις 20 Μαΐου 1821, οι Κεφαλλονίτες ξεκίνησαν με κατεύθυνση τον Πύργο. Στην πορεία, ενώθηκαν με πολλές ομάδες χωρικών με ντόπιους αρχηγούς. Στον Πύργο, συναντήθηκαν με 160 Ζακυνθινούς, υπό τον Διονύσιο Σεμπρικό και Πυργιώτες, υπό τον Νικόλαο Βιλαέτη, αδελφό του Χαράλαμπου. Έτσι στους Επτανήσιους, προστέθηκαν και 700 περίπου Ηλείοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και 100 πολεμιστές από το χωριό Δίβρη, τη σημερινή Λάμπεια, υπό τους Ιωάννη και Αγγελή Πετραλιά, ο οποίος μισθοδοτούσε τους αγωνιστές αυτούς και ξόδεψέ για τον Αγώνα 100.000 γρόσια.

Στις 13 Μαΐου, 600 αγωνιστές από την Ολυμπία υπό τους Τ. Χριστόπουλο και Ν. Ζαριφόπουλο, 600 Γορτύνιοι, υπό τον Γ. Πλαπούτα και 250 άνδρες από την Κυπαρισσία, υπό τον Κ. Μέλλιο, κατέλαβαν τη θέση Συκιά. Είχαν σταλεί από τον Θ. Κολοκοτρώνη για να εμποδίσουν τυχόν βοήθεια των Λαλαίων προς την πολιορκούμενη Τριπολιτσά. Αυτό αποτελεί δείγμα του πόσο υπολόγιζε τους Λαλαίους ο «Γέρος του Μοριά».

Μας είναι γνωστός ένας διάλογος ανάμεσα σε κάποιον σημαντικό ανάμεσα στους Λαλαίους και στον Κολοκοτρώνη όπου φαίνεται κάποιος από αυτούς να λέει στον «Γέρο», «Αχ, βρε Κολοκοτρώνη, αν γινόσουν μουσουλμάνος, τέτοιο παλικάρι που είσαι, θα γινόσουν άρχοντας τρανός!». Εκείνος φέρεται να τον ρωτά, «Δηλαδή, θα έκανα και σουνούτεμα», δηλαδή περιτομή.

Ο Λαλαίος του απαντά πως, «Βέβαια αυτό είναι απαραίτητο». Τότε ο «Γέρος» του ανταπαντά με αφοπλιστική ευθύτητα, «Άσε μπέη μου, δε γίνεται. Όταν βαφτιζόμαστε εμείς οι χριστιανοί, ο παπάς κόβει λίγο μαλλί απ΄ το κεφάλι μας και το βάζει πίσω από το εικόνισμα του Χριστού, σημάδι ότι είμαστε δικοί του. Αν κάνω λοιπόν σουνούτεμα και γίνω μουσουλμάνος, θα έχει κι ο Μουχαμέτης το … αυτό και όταν πεθάνω θα με θέλει να πάω στο δικό του παράδεισο. Για σκέψου λοιπόν, να με τραβάει ο ένας από το μαλλί κι ο άλλος από την ψωλή. Να βάλω σε μάχη, για το χατίρι μου, τέτοιους μεγάλους προφητάδες; Θα βρω το μπελά μου… Άστο, καλύτερα!».

Εικόνα: Ο Δημήτρης Πλαπούτας ήταν επικεφαλής του αγώνα στην Αρκαδία μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Η επίθεση στον Λάλα.

Στις 29 Μαΐου, το σώμα των Επτανησίων, ξεκίνησε από το Στρέφι και κατέλαβε το Γούμερο, ενώ η δύναμή του είχε αυξηθεί σε 1.500 άτομο. Ήταν η πρώτη φορά που Έλληνες πλησίαζαν τόσο πολύ κοντά στον Λάλα. Οι Λαλαίοι, για να τους εμποδίσουν να καταλάβουν οχυρές θέσεις γύρω απ’ το χωριό τους, έστειλαν ένα μέρος της δύναμής τους εναντίον των Γορτυνίων και των Ολυμπίων, ενώ οι περισσότεροι κινήθηκαν εναντίον των Ηλείων κα των Επτανησίων.

Έχοντας πλέον τους Επτανήσιους δίπλα τους, οι Πελοποννήσιοι αισθάνονταν σιγουριά και αφού κατέλαβαν έναν κοντινό λόφο προς τη θέση «Μνήμα του Μπουτίνη», τοποθέτησαν τα πυροβόλα και άρχισαν να σφυροκοπούν τους Λαλαίους. Η μάχη κράτησε 7 ώρες. Οι Λαλαίοι υποχώρησαν με βαριές απώλειες, 70 από αυτούς σκοτώθηκαν ενώ οι Έλληνες έχασαν 14 άνδρες.

Η επιτυχία αυτή, τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων, ενώ οι Λαλαίοι θορυβήθηκαν ιδιαίτερα. Έβλεπαν για πρώτη φορά στα περίχωρά τους έναν ισχυρό αντίπαλο. Το ίδιο βράδυ, οι Έλληνες κατέλαβαν το χωριό Πούσι που απείχε μισή ώρα από τον Λάλα, όπου επικρατούσε ταραχή. Μάλιστα οι γυναίκες των Λαλαίων, ωρύονταν καθώς έβλεπαν Έλληνες τόσο κοντά τους. Ο Λάλας, για πρώτη φορά βρέθηκε πολιορκημένος. Αυτό οφειλόταν κυρίως στους Επτανήσιους, που ήταν πειθαρχημένοι και άψογα οργανωμένοι, ενώ είχαν υπηρετήσει στα γαλλικά και τα αγγλικά τάγματα της Επτανήσου.

Σε σύσκεψη που ακολουθούσαν, οι Επτανήσιοι πρότειναν άμεση επίθεση, αντίθετα οι Πελοποννήσιοι ,καθώς οι άνδρες τους δεν είχαν αρκετά πολεμοφόδια και ο οπλισμός τους ήταν ελλιπής, αντέδρασαν. Μάλιστα, ορισμένοι πολεμιστές, μόλις πληροφορήθηκαν ότι ετοιμάζεται επίθεση στον Λάλα, αποχώρησαν. Ξαφνικά, κυκλοφόρησαν φήμες ότι οι Λαλαίοι ήταν πρόθυμοι να δεχτούν προτάσεις από τους Κεφαλλονίτες για παράδοση. Οι φήμες αυτές προκάλεσαν αναστάτωση στο επτανησιακό στρατόπεδο.

Οι επικεφαλής των Επτανησίων, για να αποφύγουν αποχώρηση των ανδρών τους, έστειλαν στις 2 Ιουνίου επιστολή στους Λαλαίους με προτάσεις για παράδοση. Οι Λαλαίοι χρονοτριβούσαν. Έστειλαν μάλιστα ειρωνική επιστολή στον Ανδρέα Μεταξά, σύμφωνα με την οποια θα του έδιναν μόνον, «ολίγα κεράσια του Λάλα (σήμερα θεωρούνται τα καλύτερα του Μοριά) και δυο ρεβανιά δι’ αγάπην».

Η πτώση του Λάλα.

Έτσι οι Έλληνες αποφάσισαν επίθεση. Από κακή συνεννόηση, ο Πλαπούτας με τους άνδρες του επιτέθηκαν μόνοι τους στις 9 Ιουνίου. Οι Λαλαίοι τους επιτέθηκαν και τους έτρεψαν σε φυγή. Ο Γ. Πλαπούτας, μέσα στη γενική σύγχυση και τον καύσωνα, έπαθε συμφόρηση και πέθανε. Ωστόσο, οι Λαλαίοι έχασαν 60 άνδρες, ενώ οι Έλληνες είχαν 13 νεκρούς, 11 Πελοποννήσιους και 2 Επτανήσιους.

Οι Λαλαίοι βρίσκονταν σε δεινή θέση. Η πολιορκία της Τριπολιτσάς, είχε γίνει ασφυκτική, ο Ομέρ Βρυώνης καθηλώθηκε στη Βοιωτία, έτσι μπορούσαν να ελπίζουν μόνο σε βοήθεια από την Πάτρα. Έτσι ζήτησαν τη βοήθεια του Γιουσούφ Πασά, ο οποίος εκστράτευσε προσωπικά, επικεφαλής 1.000 έως 1.500 ανδρών, μεταξύ των οποίων 300 ιππείς (ντελήδες).

Όταν η δύναμη αυτή πλησίασε στο Λάλα, στις 11 Ιουνίου, οι Λαλαίοι επιχείρησαν επίθεση από την πλευρά τους, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να βρεθούν ανάμεσα σε δύο πυρά και να δώσουν την ευκαιρία στον Γιουσούφ να μπει στο Λάλα. Τελικά, ο Γιουσούφ επιχείρησε επίθεση στις 13 Ιουνίου. Θαρραλέα τους αντιμετώπισαν οι Ολύμπιοι και το σώμα των ανδρών της Ανδρίτσαινας.

Εικόνα: Ο κόμης Ανδρέας Μεταξάς ήταν Κεφαλλονίτης αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 3 Σεπτεμβρίου 1843 έως τις 16 Φεβρουαρίου του 1844. Οι οπλαρχηγοί του 1821 του έδωσαν το παρωνύμιο “Κόντε Λάλας” ένεκα του τραυματισμού του κατά τη μάχη του Λάλα.

Ο Γιουσούφ προσπάθησε να καταλάβει τα πυροβόλα, όμως οι Επτανήσιοι, αν και με βαριές απώλειες, κατάφεραν να τα κρατήσουν. Ο Ανδρέας Μεταξάς τραυματίστηκε και στα δύο χέρια. Ο Γιουρούφ, με βαριές απώλειες, αναφέρονται έως και 200 νεκροί, υποχώρησε προς τον Λάλα. Οι Έλληνες που έχασαν 22 Κεφαλλονίτες, 2 Ζακυνθινούς και 60 Πελοποννήσιους, μετακινήθηκαν στην ορεινή Δίβρη.

Την επόμενη μέρα ο Γιουσούφ με όσους Λαλαίους είχαν απομείνει και τα γυναικόπαιδα, αφού σούβλισαν μερικούς αιχμαλώτους, έφυγαν για την Πάτρα. Οι Έλληνες, μπήκαν θριαμβευτές στον Λάλα και έκαψαν το χωριό. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως σημειώνει ο Ν. Πολίτης, η πυρπόληση του χωριού έγινε από τους ίδιους τους Λαλαίους κατά την αναχώρησή τους «ώστε ελάχιστα απέμειναν προς λαφυραγωγίαν εις τους εισελθόντας ύστερον Έλληνας»

Οι Λαλαίοι, μπήκαν σε πλοία στις 25 Ιουνίου και έφυγαν για την Ανατολή. Αντίθετα, η Γ. Κολλέκα γράφει ότι σκόρπισαν σε διάφορα αρβανιτοχώρια, κυρίως της Ρούμελης και της Εύβοιας. Τα «καλύτερα ντουφέκια του Μοριά», οι Λαλαίοι, το φόβητρο της Ηλείας, και όχι μόνο, δεν φάνηκαν ποτέ πια στην Πελοπόννησο.

Αποτίμηση και επίλογος.

Ήταν μεγάλη η σημασία της Ελληνικής νίκης, καθώς οι Λαλαίοι θεωρούνταν «τα καλύτερα ντουφέκια του Μοριά». Εκτός από την ανακούφιση που επέφερε τους γειτονικούς ελληνικούς πληθυσμούς και την αναπτέρωση του ηθικού των Ελλήνων, των οποίων ο αγώνας άρχισε να εδραιώνεται στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, επέφερε ευνοϊκή εξέλιξη του αγώνα στο κέντρο της Πελοποννήσου και την τελείως διαφορετική στάση των Αλβανών της Τριπολιτσάς.

Χωρίς τη βοήθεια των Επτανησίων, πολύ δύσκολα οι Πελοποννήσιοι θα έδιωχναν τους Λαλαίους. Όμως, κατά την επιστροφή τους στα Επτάνησα, Ζακυνθινοί και Κεφαλλονίτες αντιμετώπισαν την άκρως εχθρική στάση των Βρετανών. Αρμοστής των Επτανήσων τότε, ήταν ο περιβόητος Τόμας Μέτλαντ, ο άνθρωπος που πούλησε, με έκπτωση όπως είδαμε, την Πάργα στον Αλή πασά.

Αποφασίστηκε δήμευση των περιουσιών όσων πολέμησαν στον Μωριά καθώς και ποινές φυλάκισης. Παράλληλα, βρετανικά πλοία περιπολούσαν διαρκώς για να αποτρέψουν μετακινήσεις των Επτανησίων σε Δυτική Στερεά και Μωριά. Οι πολυμήχανοι Έλληνες όμως, έβρισκαν πάντα τρόπους να ξεφεύγουν και να μάχονται δίπλα στους συμπατριώτες τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Ζακυνθινός Διονύσιος Σεμπρικός ή Κατσιλίβας. Πήρε μέρος στη μάχη του Λάλα και τραυματίστηκε. Επέστρεψε στη Ζάκυνθο για να θεραπευτεί. Ωστόσο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Με την καταβολή μεγάλης χρηματικής εγγύησης, αφέθηκε ελεύθερος. Μόλις θεραπεύτηκε, δραπέτευσε» πάλι για την Πελοπόννησο όπου συνέχισε να μάχεται.

Εικόνα: Οι Έλληνες – Τίτλος σελίδας της συλλογής προσωπογραφιών των ηγετών της ελληνικής επανάστασης του 1821, τυπωμένο από τον Άνταμ Φρίντελ στο Λονδίνο.

Τον Σεπτέμβριο του 1822, κανονιοβόλησε αγγλικό πλοίο που περιείχε εφόδια για τους πολιορκημένους Τούρκους του Ναυπλίου, που είχαν σταλεί από τον Άγγλο πρόξενο στην Πάτρα Γκριν και τα οποία πέρασαν σε ελληνικά χέρια. Πολέμησε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη εναντίον του Κιουταχή, ενώ επί Καποδίστρια, υπηρέτησε σε στρατιωτικές θέσεις.

Δεν αποκλείεται πως η ανταρσία των Λαλαίων κατά του Σουλτάνου, όταν είχαν αρνηθεί να πληρώσουν τον ετήσιο φόρο, όπως παραπάνω αναφέρεται, να ήταν και η αιτία να μην επιμείνει ο Γιουσούφ Πασάς, στην παράταση του πολέμου κατά των χριστιανών δίνοντας την εντολή της αναχώρησής τους για την Πάτρα, την προώθησή τους στον Πλαταμώνα Μακεδονίας και από εκεί την μετεγκατάστασή τους στη Βάρνα Βουλγαρίας, αλλά και την Μικρά Ασία κατά τον Ιωάννη Βασδραβέλη. Οι τρομοκρατία και οι παλικαρισμοί τους κατά των ραγιάδων ανταποδόθηκαν με την εξαφάνισή τους, Ενώ η «λαϊκή μούσα» απαθανάτισε την μοίρα τον Λαλαίων σε πολλά δημοτικά τραγούδια.

«Του Λάλα με τα κρυά νερά, με τοις βαρειές κυράδες

με τοις τραναίς αρχόντισσαις, τοις καλομαθημέναις

που δεν καταδεχόνταν της γης να την πατήσουν,

ποφόρηγαν χρυσά σκουτιά* και κόκκινα σαλβάρια

και τώρα πως κατάντησαν κοπέλλαις σ΄ τους ραγιάδες!

Φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμέναις*

να ΄χουν οι Έλληνες νερό, φωτιά να πυρωθούνε.

Και η μιά την άλλη λέγανε και η μια την άλλη λένε:

-Τι να ν΄ κείνα που φαίνονται, τι να ν΄ κείνα που ερχώνται;

Μήνα ειν΄ μπαϊράκια τούρκικα, μην τάστειλε ο Πασάς μας;

-Δεν είν΄ μπαϊράκια τούρκικα, δεν τάστειλε ο Πασάς μας

παρά είν. μπαϊράκια κλέφτικα, κ΄ είναι των Πλαπουταίων.

Κλαίνε μανούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες

κλαίει και μια χανούμισσα για το μοναχογιό της.

Σήμερα έχουν περάσει σχεδόν 200 χρόνια από τότε που κυμάτισε για πρώτη φορά η γαλανόλευκη στο Λάλα, στα χέρια του Δήμου, του «σημαιοφόρου του Λάλα», που του έμελλε να είναι και ο μετέπειτα σημαιοφόρος της Ενώσεως της Επτανήσου με την Ελλάδα το 1864. Ας μην αφήσουμε την μνήμη αλλά και τους «Αγώνες» των προγόνων μας να χαθούν στην λήθη της ιστορίας. Ας είναι αυτοί που μάτωσαν για εμάς ένα αιώνιο παράδειγμα των υποχρεώσεων μας προς το Γένος και την πατρίδα στης δύσκολες στιγμές και στους αιώνες που έπονται.

“Ζήτω η μια και αδιαίρετος Ελλάς”.

Πηγές:

  • Ντέιβιντ Μπριούερ, «Η φλόγα της ελευθερίας Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833».
  • Ντάγκλας Ντέικιν, «Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία, 1821-1833».
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821».
  • Σπυρίδων Τρικούπης, «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης».
  • Νικόλαος Πολίτης, «Δημοτικά τραγούδια – Οι Λαλιώτισσαις».
  • Εκδοτική Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.