Ελληνιστική Περίοδος (323-146 π.Χ.)
Πολεμικοί ελέφαντες. Τα “τεθωρακισμένα” των Ελληνιστικών χρόνων.

Πολεμικοί ελέφαντες. Τα “τεθωρακισμένα” των Ελληνιστικών χρόνων.

Για πρώτη φορά ο Ελληνικός κόσμος ήρθε σε επαφή με πολεμικούς ελέφαντες κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην μάχη των Γαυγαμήλων, ο γιγαντιαίος Περσικός στρατός διέθετε κάποιες πολύ περιορισμένες μονάδες πολεμικών ελεφάντων οι οποίες δεν πρόλαβαν να λάβουν μερος στην μεγάλη μάχη, λόγο της άνανδρης φυγής του Δαρείου.

Εκεί που πραγματικά η «Αλεξανδρινή εκστρατεία» διαπίστωσε την πραγματική δυναμική τον πολεμικών αυτών θηρίων ήταν κατά την διάρκεια της Ινδικής εκστρατείας και πιο συγκεκριμένα στην «θηριώδη» μάχη του Υδάσπη. Ξεπερνώντας το πλήρες σοκ της πρώτης σύγκρουσης, με τα μεγαλειώδη αυτά θηρία της Ινδικής υποηπείρου, οι Μακεδονικές δυνάμεις και πιο συγκεκριμένα οι πεζαίτεροι, σαρισσοφόροι, φαλαγγίτες συνέτριψαν τον Πώρο.

Εικόνα: Χαρακτηριστικό παράδειγμα Ινδικού ελέφαντα, ο οποίος ειναι κατά πολύ μεγαλύτερος του αντίστοιχου Αφρικανικού.

Πάρα, όμως, την μεγάλη αυτή νίκη, το καθαρά ψυχολογικό όπλο των πολεμικών ελεφάντων, τρόμαξε τους Έλληνες και έκανε το μέλλον της Ινδικής εκστρατείας στο εσωτερικό της Ινδίας να μοιάζει με ένα εφιαλτικό σενάριο. Εξάλλου οι φήμες και για άλλους Ινδούς ηγεμόνες που θα ευρίσκαν μπροστά τους, όπως ο Ινδός Αυτοκράτορας, έλεγαν πως διέθεταν στρατούς με έως και 30.000 πολεμικούς ελέφαντες, γεγονός που κατά την γνώμη μου δεν φαντάζει και απίθανο.

Έτσι λοιπόν οι φήμες αυτές, γύρο από την μαζική χρήση πολεμικών ελεφάντων, έκαναν τους στρατιώτες του Αλεξάνδρου απρόθυμους να συνεχίσουν την εκστρατεία και στασίασαν στον Υφαση. Οι, όσες, απώλειες προκάλεσαν στο πανίσχυρο φαλαγγιτικό πεζικό έπεισαν τον Αλέξανδρο ότι με ένα σωστό δόγμα χρήσης είχαν πολλά να προσφέρουν. Έτσι λοιπόν ο Αλέξανδρος επέλεξε να υιοθετήσει μια απλή μεταφορά της ιδέας του ιππικού στα μεγαλύτερα αυτά κτήνη.

Τα «πολεμικά θηρία» στον στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ο «ελέφας» ήταν το βασικό όπλο, με τον οδηγό του «μαχούτ» στο σβέρκο και έναν σαρισσοφόρο Μακεδόνα καθισμένο στην πλάτη του και δεμένο με ιμάντες επί αυτής, ώστε να μην πέσει και στους πλέον βίαιους ελιγμούς του ζώου. Ο πολεμιστής αυτός έφερε θώρακα, ανοικτό κράνος, κάποιο ξίφος για αυτοάμυνα και μια σάρισσα, για τον ευχερή χειρισμό της οποίας χρειαζόταν δύο χέρια.

Σε τέτοιες συνθήκες η σάρισσα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη επιδεξιότητα απ’ ότι μέσα από τους ζυγούς της φάλαγγας, όπου παλλόταν ίσια μπροστά. Εδώ έπρεπε να υπάρχει η δυνατότητα νύξης και από τις δύο πλευρές του ζώου, οπότε ο απαιτούμενος χώρος για κίνηση των βραχιόνων του πολεμιστή απέκλειε τη χρήση ασπίδας. Αυτό σημαίνει ότι στηρίζεται αποκλειστικά στη θωράκισή του για προστασία. Περικνημίδες και σανδάλια θα είχαν απορριφθεί για να μπορεί με τα πόδια του να στερεώνεται καλύτερα επί της ράχης του ζώου.

Οι ελέφαντες που χαρίστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή παραχωρήθηκαν στον Αλέξανδρο είχαν διαμορφωθεί έτσι και με αυτή την σύνθεση παρέλασαν στην νεκρική του τελετή. Σαφώς, ο «Μεγάλος στρατηλάτης», τους είχε συλλάβει ως ένα νέο είδος ιππικού, με τρομερά αποτελέσματα εναντίον εχθρικού ιππικού, χάρη στο διμελές πλήρωμα, που άφηνε τον πολεμιστή απερίσπαστο στη μάχη και τον «μαχούτ» επίσης απερίσπαστο στην οδήγηση.

Το πλεονέκτημα ύψους και όγκου θα έκανε την κρούση του ζώου επί ιππικού τρομερή, εκτός από τον τρόμο που ενέπνεε με τον όγκο, την όψη, τους θορύβους και τη μυρωδιά του σε μη εκπαιδευμένα στο συγχνωτισμό μαζί του άλογα. Η απώθηση του ρωμαϊκού ιππικού από τους ελέφαντες του Πύρρου στην Ηράκλεια 43 χρόνια αργότερα, δείχνει την ορθότητα της ιδέας αυτής.

Εικόνα: Ινδικοί πολεμικοί ελέφαντες εναντίον του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πίνακας ζωγραφικής του Γιοχάνες βαν ντεν Άβελε.

Ο οπλισμός, η θωράκιση και η διάρθρωση των πολεμικών ελεφάντων.

Σύντομα εμφανίστηκαν ελέφαντες με πύργο στη ράχη, το λεγόμενο «Θωράκιον», όπου εφέροντο οι πολεμιστές. Η πρώτη αξιόπιστη αναφορά σε ελέφαντες με πύργο έχει σχέση με την ιταλική εκστρατεία του Πύρρου, που πιθανώς, μεταξύ άλλων καινοτομιών φέρεται να εφηύρε και τους πύργους αυτούς. Έκαστος έφερε δύο ακοντιστές με ελαφριά θωράκιση και πιθανόν και κάποια ασπίδα στα πλαϊνά του πύργου για επιπρόσθετη προστασία, αφού το ξύλο δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαγές, για λόγους ελαφρότητας.

Στους ελέφαντες του Πύρρου αναφέρεται επικάλυψη των χαυλιόδοντων με σίδηρο, κάνοντάς τους έτσι ακόμη καλύτερο όπλο. Είναι πιθανό ο Πύρρος να παρείχε θωράκιση και στους οδηγούς των ελεφάντων, καθώς καταλάβαινε ότι από την τρωτότητά τους κρινόταν η αποτελεσματικότητα του ζώου ως σύστημα μάχης, πράγμα που είχε φανεί στον Υδάσπη αλλά και στο Μπενεβέντο, όπου η τελική απώθηση των ελεφάντων επέφερε την ήττα του Ηπειρώτη βασιλιά. Σημειώνεται ότι ο πολεμικός ελέφαντας εκπαιδευόταν για να χρησιμοποιηθεί επιθετικά, όπως και την προβοσκίδα του.

Επόμενο βήμα ήταν οι βαρειά φορτωμένοι και θωρακισμένοι Σελευκιδικοί ελέφαντες. Μεγαλύτεροι πύργοι κατασκευάζονται, που φέρουν τρεις ή και τέσσερις μαχητές, οι οποίοι αναρτούν τις ασπίδες τους στα πλευρά του πύργου για καλύτερη προστασία. Στερεώνονται επί του ζώου με τρεις ομάδες ιμάντων ή συνηθέστερα, αλυσίδες, μία περί το στήθος, μια περί την κοιλιά και μία κάτω από την ουρά.

Ο ίδιος ο ελέφαντας έχει υπενδεδυμένους με μέταλλο χαυλιόδοντες αλλά φέρει και θωράκιση, προμετωπίδα και θώρακα, πιθανότατα φολιδωτό, κλιμακωτό ή ελασματικό. Ακόμη, μπορούσε να φέρει τηλεσκοπική θωράκιση για τα πόδια του, τουλάχιστον στην κλείδωση του γόνατος. Αργότερα εμφανίζονται αναφορές για πλήρως θωρακισμένους με ελασματική ή φολιδωτή θωράκιση ελέφαντες, αντίστοιχους των Κατάφρακτων.

Η προβοσκίδα τους έφερε και αυτή θωράκιση, ενώ οι αλυσίδες στήριξης του πύργου αντικαθίσταντο από ταινίες φολιδωτής ή ελασματικής θωράκισης που έδιναν έτσι αυξημένη προστασία. Η σάρισσα, περνώντας από διάφορα στάδια εξέλιξης, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες, με μερικές τροποποιημένες εκδόσεις της, όπως και το ακόντιο θα εξοπλίσουν τα πληρώματα των ελεφάντων.

Το τριμελές, τετραμελές ή πενταμελές πλήρωμα, περιλαμβανομένου του «μαχούτ» που έφερε το «άνκ» για τον έλεγχο του ζώου και ενίοτε ήταν οπλισμένος με ακόντια, του 3ου και του 2ου αιώνα αρκούσαν για πρόσδοση ισορροπημένης σύνθεσης πληρώματος με έναν σαρισσοφόρο, έναν τοξότη και έναν ακοντιστή. Το πιθανό, πέμπτο μέλος, μάλλον θα ήταν επίσης ακοντιστής. Όλοι οι πολεμιστές έφεραν θώρακες και κράνη καθώς και σπαθιά, κατά πάσαν πιθανότητα.

Όταν, επί Αντιόχου Γ’, υπήρξε στροφή προς τη ρωμαϊκή οργάνωση και εξοπλισμό, πιθανόν τα πληρώματα των ελεφάντων να χρησιμοποίησαν τους νέους, αλυσιδωτούς θώρακες, ενώ επίσης πιθανό είναι, από μια εποχή και μετά και οι οδηγοί των ελεφάντων να έφεραν πανοπλία, θώρακα και περικεφαλαία, διότι ήταν ιδιαίτερα τρωτοί έτσι όπως κάθονταν ακριβώς πίσω από το κεφάλι του ζώου, καθώς απώλεια ή τραυματισμός τους σήμαινε και την απώλεια του ελέφαντα, αν όχι και την εξόντωση του πληρώματος.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση Σελευκιδικού πολεμικού ελέφαντα.

Οι ελέφαντες, γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι λειτουργούσαν καταλυτικά κατά την διάρκεια της μάχης όταν βέβαια χρησιμοποιούνταν σωστά. Αυτά τα «υπερόπλα» έδωσαν στον Αντίοχο τον Α’ την ανέλπιστη νίκη του εναντίον των Γαλατών, που ονομάστηκε «Νίκη των Ελεφάντων» το 275 π.Χ. Ο Σελευκιδικός στρατός μάλλον διαιρούσε το δυναμικό του σε ελέφαντες σε δυάδες, της επονομαζόμενες «θηριαρχίες» και σε τετράδες, της λεγόμενες «επιθηριαρχίες». Δυο «επιθηριαρχίες» αποτελούσαν μίαν «ίλη», ενώ δυο «ίλες» αποτελούσαν μια «ελεφανταρχία», αποτελούμενη από 16 ελέφαντες.

Η τρωτότητα των ελεφάντων στο ελαφρύ πεζικό αλλά και το δυναμικό τους στην διάσπαση κάθε είδους πυκνής παράταξης οδήγησε τους Σελευκίδες να αποδώσουν μια ομάδα ελαφρού και μέσου πεζικού ώστε να φρουρεί, να προφυλάσσει και να εκμεταλλεύεται άμεσα την επιτυχία του ζώου. Αυτή είναι εξέλιξη, στο μέγεθος και την ιδιαιτερότητα του ελέφαντα, της παλιάς ιδέας του «Άμιππου», που ο Αλέξανδρος τελειοποίησε με τα επιθετικά μίγματα ιππέων, υπασπιστών, ακοντιστών και τοξοτών.

Αυτό το συνοδεύον ελαφρύ πεζικό φέρει πάλι ακόντια αλλά και μια νέα έκδοση του παλιού, νυκτικού δόρατος, πιθανότατα με μεγάλου εκπετάσματος αιχμή για αποτελεσματική δράση εναντίον εχθρικών ελεφάντων, ενώ χρησιμοποιεί στρογγυλές ασπίδες, μάλλον μεταλλικές μακεδονικές, νέας έκδοσης πέλτες ή και θυρεούς, ανοικτά κράνη, κοπίδες ή άλλα σπαθιά.

Το πλέον πιθανό είναι ότι δεν θα χρησιμοποιεί θωράκιση, διότι χρειάζεται μεγάλη ταχύτητα για να ακολουθήσει άνθρωπος ελέφαντα που τρέχει, όπως θα γινόταν κατά την διάρκεια της εφόδου, ενώ η ευκαμψία είναι απαραίτητη για να ελίσσεται κανείς πέριξ και υπό το ζώο. Είναι πολύ πιθανό ότι αυτή η «φρουρά του ελέφαντα», που θα τον φρόντιζε, θα του συνέλεγε τροφή και θα τον φρουρούσε το βράδυ και όταν υδρευόταν, ονομαζόταν «στίφος» και μάλλον αριθμούσε 32 άνδρες στο Σελευκιδικό στρατό. Παραμένει άγνωστο αν συμπεριλαμβάνονταν σε αυτόν τον αριθμό και ο «μαχούτ» με τους άνδρες του πληρώματος του πύργου.

Τα υπόλοιπα ελληνιστικά βασίλεια.

Το ότι οι καλύτεροι ελέφαντες βρίσκονταν σε υπηρεσία στους Σελευκίδες δεν σημαίνει ότι μόνο αυτοί τους χρησιμοποιούσαν. Οι Λαγίδες της Πτολεμαΐκής Αιγύπτου χρησιμοποιούσαν και αυτοί αυτό το όπλο, αν και σαφώς με μικρότερη επιτυχία λόγω του είδους των ζώων αλλά και της σαφούς υστέρησης σε σχέση με τους Σελευκίδες σε θέματα στρατιωτικής οργάνωσης.

Ακόμη και οι Αντιγονίδες διέθεταν σε ορισμένες περιπτώσεις ελέφαντες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πύρρου, που χωρίς να είναι Αντιγονίδης, διεκδικούσε αυτό το θρόνο της Μακεδονίας. Μετά τους Σελευκίδες, οι Ελληνοβάκτριοι βασιλείς είχαν το καλύτερα συγκροτημένο σώμα. Περί της οργάνωσής τους λίγα είναι γνωστά. Έφερε, όπως και οι ελέφαντες των Σελευκιδών, «μαχούτ» και πύργο από σανίδες, ενίοτε με μεταλλικές επικαλύψεις και στερεωμένο με τρεις ιμάντες ή αλυσίδες.

Το πλήρωμα του πύργου ήταν διμελές. Το πλέον πιθανό ήταν ο ένας πολεμιστής να ήταν εθνολογικός Έλληνας, φέρων ελληνικού τύπου ξίφος, μακρύ δόρυ και πανοπλία, δηλαδή μυώδη θώρακα, κράνος και πιθανόν πτέρυγες και περικνημίδες, αν και μέσα στον πύργο η ανάγκη για τα δύο τελευταία θα ήταν ελάχιστη. Ο δεύτερος, αντίθετα, θα ήταν ντόπιος, πιθανότατα χωρίς πανοπλία και ίσως τοξότης ή ακοντιστής.

Πηγές:

  •  Donald Engels, «Alexander the Great and the Logistics of the Macedonian Army».
  • Peter Green, «Αλέξανδρος ο Μακεδόνας: 356-323 π.Χ.».
  • Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι: Βίος Αλεξάνδρου».
  • Droysen J.G, «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου».
  • Καλλισθένης, «Βίος Αλεξάνδρου του Μακεδόνος».
  • Διόδωρος Σικελιώτης, «Βιβλιοθήκη Ιστορική».
  • Σπυρίδων Λάμπρου, «Ιστορία της Ελλάδος».
  • Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.