Ελληνική Επανάσταση
«Με τη βοήθεια του Σταυρού, επιτεθείτε». Όταν τα μπουρλότα «μίλησαν».

«Με τη βοήθεια του Σταυρού, επιτεθείτε». Όταν τα μπουρλότα «μίλησαν».

Ο Παριανός Πατατούκος έμαθε στους σύγχρονούς του Έλληνες ναυτικούς πώς να το κατασκευάζουν, ενώ ο Ψαριανός Κωνσταντίνος Νικόδημος το τελειοποίησε. Το μπουρλότο, το «όπλο της ελληνικής επανάστασης», όπως χαρακτηρίστηκε από τους ξένους, κυριάρχησε στα πελάγη. Ήταν μια καθαρά ελληνική εφεύρεση, από τα αρχαία ακόμα χρόνια, καθώς πρώτοι οι Έλληνες χρησιμοποίησαν τη φωτιά ως αποτελεσματικό όπλο στη θάλασσα.

Η χρήση των πυρπολικών σε «ανατολή και δύση» κατά την αρχαιότητα.

Η ονομασία κατάγεται από το βυζαντινό «μπούρλος» που σήμαινε στουπί. Από τα 1825, καταμεσής της Επανάστασης, το είπαν «πυρπολικό». Το πρώτο γνωστό μας πυρπολικό χρησιμοποιήθηκε από τους Συρακούσιους εναντίον του αθηναϊκού στόλου, στα τέλη Αυγούστου του 413 π.Χ, κατά την διάρκεια της «Ναυμαχίας των Συρακουσών». Ήταν λίγο πριν από την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.

Στη ναυμαχία, οι Αθηναίοι έχασαν 18 πλοία αλλά στη μάχη της ξηράς κατόρθωσαν να απωθήσουν τους εχθρούς τους. Τότε, κατά τον Θουκυδίδη, οι Συρακούσιοι «θέλοντας να κάψουν τα υπόλοιπα πλοία των Αθηναίων, γέμισαν ένα παλιό φορτηγό με κληματίδες και δαδί, και όπως ο αέρας φυσούσε ευνοϊκός, το έσπρωξαν προς τον στόλο, αφού του έβαλαν φωτιά. Οι Αθηναίοι τότε φοβήθηκαν για τα πλοία τους και μεταχειρίστηκαν πολλά μέσα εναντίον της φωτιάς, κι αφού έσβησαν τη φλόγα και το φορτηγό δεν έφτασε κοντά στον στόλο, κατόρθωσαν να αποφύγουν τον κίνδυνο». Για λίγο, το πρώτο στην ιστορία «μπουρλότο» απέτυχε να κάψει τον στόλο του αντιπάλου, οι Αθηναίοι όμως, ελάχιστες μέρες αργότερα, νικήθηκαν ολοκληρωτικά.

Εικόνα: Η Ναυμαχία των Συρακουσών αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη χρήση πυρπολικών στην ανθρώπινη ιστορία.

Ογδόντα χρόνια αργότερα, το 332 π.Χ., το μπουρλότο έκανε και πάλι την εμφάνισή του, με απόλυτη επιτυχία αυτή τη φορά, αν και στόχος του δεν ήταν κάποιος εχθρικός στόλος αλλά δυο κινητοί ξύλινοι πολεμικοί πύργοι. Ήταν τότε που ο Μέγας Αλέξανδρος κατακτούσε την Ασία. Για να καταλύσει το περσικό κράτος, του ήταν απαραίτητο να κυριεύσει την καλά οχυρωμένη Νέα Τύρο, πόλη πάνω σε νησί που τότε, κατά τον Διόδωρο και άλλους, απείχε επτακόσια μέτρα από την ακτή, ενώ σήμερα, είναι ενωμένη με τα παραλία του Λιβάνου.

Είχε ισχυρά τείχη ύψους πενήντα μέτρων και δυο καλά προφυλαγμένα λιμάνια, όπου ναυλοχούσε αξιόμαχος στόλος. Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να την πολιορκήσει και, μια που δεν μπορούσε να την πάρει με άλλο τρόπο, ξεκίνησε να κατασκευάζει «μώλο», με προσχώσεις από την παραλία προς το νησί. Οι Τύριοι, στην αρχή, γελούσαν αλλά γρήγορα κατάλαβαν ότι ο «μώλος» προχωρούσε. Όταν τα έργα έφτασαν σε απόσταση βολής, οι Τύριοι ξεκίνησαν να τα χτυπούν με τόξα και καταπέλτες, ενώ πλοία τους τον πλαγιοκοπούσαν κι από τις δυο πλευρές.

Ο Αλέξανδρος δεν πτοήθηκε. Έβαλε και κατασκεύασαν δυο κινητούς πολιορκητικούς πύργους, καθένας τους με είκοσι ορόφους, ύψους ως και 53 μέτρα, τους μεγαλύτερους στον κόσμο ως τότε, και να τους ντύσουν με δέρματα ώστε να μην καίγονται όταν δέχονταν τα φλεγόμενα βέλη που εκτόξευαν οι Τύριοι. Η κατάσταση πήρε νέα μορφή. Τότε, οι Τύριοι μετασκεύασαν ένα πλοίο μεταφοράς αλόγων σε πυρπολικό, το γέμισαν με εύφλεκτα υλικά και, με συνοδεία στόλου, το έφεραν κοντά στον «μώλο».

Τότε του έβαλαν φωτιά και το άφησαν να το παρασύρει ο άνεμος, ενώ, από τα πλοία τους, δημιούργησαν φράγμα πυρός με φλεγόμενα βέλη και πέτρες από τους καταπέλτες, ώστε οι στρατιώτες του Αλέξανδρου να μην μπορούν να πλησιάσουν τους ξύλινους πύργους και να τους γλιτώσουν. Ταυτόχρονα, έκαναν απόβαση στον «μώλο». Οι πύργοι έγιναν παρανάλωμα του πυρός, μηχανήματα και υλικά καταστράφηκαν. Οπωσδήποτε, ο Αλέξανδρος κατάλαβε ότι η επιτυχία του πυρπολικού οφειλόταν στο γεγονός ότι ο «μώλος» ήταν στενός. Ξεκίνησε να κατασκευάζει νέο, πιο πλατύ. Επτά μήνες αφότου είχε ξεκινήσει την πολιορκία, η Τύρος έπεσε στους Έλληνες και τους συμμάχους τους.

Η χρήση του «μπουρλότου» βέβαια δεν περιορίστηκε στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο. Ο επόμενος που χρησιμοποίησε πυρπολικά εναντίον εχθρικού στόλου ήταν ο φημισμένος από την «επανάσταση των κίτρινων τουρμπανιών», το 180 μ.Χ, Κινέζος στρατηγός Χουάν Γκάι, που την εποχή των τριών βασιλείων υπηρετούσε στον στρατό του «Ανατολικού Γου». Ήταν οι τελευταίες μέρες της δυναστείας των Χαν, όταν το 208 μ.Χ ο φιλόδοξος πρωθυπουργός, Τσάο Τσάο έπεισε τον αυτοκράτορά του να κηρύξει πόλεμο στα βασίλεια «Ξου», στη Δύση, και «Ανατολικό Γου», στον Νότο, προκειμένου να ενώσει τους Κινέζους σε ένα απέραντο κράτος υπό το σκήπτρο του.

Εικόνα: Η διπλή μάχη του Κοκκίνου Λόφου υπήρξε ένα πραγματικό κατόρθωμα του τι μπορούσαν να καταφέρουν τα πυρπολικά.

Ο Τσάο Τσάο μπήκε επικεφαλής τεράστιας στρατιάς που αριθμούσε 1.000.000 άνδρες, στρατός ξηράς και ναυτικό, ξεκίνησε εκστρατεία. Τα βασίλεια «Ξου» και «Ανατολικό Γου» συμμάχησαν αλλά μπόρεσαν να συγκεντρώσουν μόλις 100.000 άνδρες. Μετά από μια ολόκληρη σειρά μαχών, οι αντίπαλοι βρέθηκαν στην περιοχή του «Πορφυρού Λόφου», όπου οι δυνάμεις του Τσάο Τσάο κυριολεκτικά κατέκλυζαν το έδαφος αλλά και τα τριγύρω νερά.

Τότε, ο Χουάν Γκάι ειδοποίησε τον αντίπαλό του ότι αυτός και οι δικοί του ήθελαν να αποστατήσουν και ζήτησε να τον δει. Ο Τσάο Τσάο δέχτηκε με χαρά. Ο Χουάν Γκάι γέμισε βάρκες με δέσμες προσάναμμα και ξερά καλάμια και τις περιέχυσε με πετρέλαιο. Κινήθηκαν προς τα πλοία του Τσάο Τσάο, τα οποία ήταν δεμένα με αλυσίδες μεταξύ τους, ώστε να μην κουνιούνται και προκαλούν ναυτία στους άμαθους στρατιώτες του.

Την κατάλληλη στιγμή, οι άνδρες του Χουάν Γκάι έβαλαν φωτιά στα πυρπολικά, προκαλώντας τρομερή σύγχυση στον εχθρό. Στη ναυμαχία που ξέσπασε, ο Χουάν Γκάι τραυματίστηκε από βέλος κι έπεσε στα νερά αλλά σώθηκε από τους άνδρες του. Στο τέλος της ημέρας, είχαν πυρποληθεί 2.000 πλοία του Τσάο Τσάο. Η μάχη και η ναυμαχία του «Πορφυρού Λόφου», άλλαξαν την πορεία της κινεζικής ιστορίας και το 2008 απαθανατίστηκαν στην επική ταινία, «Η μάχη του Πορφυρού Λόφου», την οποια και προτείνω ανεπιφύλακτα.

Τα «πυρφόρα» πλοία των Ρωμαίων της Ανατολής.

Τα πυρπολικά συνέχισαν να χρησιμοποιούνται και στην εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αλλά περί τα τέλη του 7ου αιώνα η χρήση τους υποχώρησε, καθώς στα χέρια των Βυζαντινών βρέθηκε νέο φοβερό όπλο, το «υγρόν πυρ», η λεγομενη και «ελληνική φωτιά», όπως το αποκαλούν ακόμα στη Δύση. Κατά τον Θεοφάνη τον Ομολογητή, ο μηχανικός Καλλίνικος από την Ηλιόπολη της Συρίας, το σημερινό Μπαλμπέκ, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γύρω στα 672, ανακάλυψε το υγρό πυρ. Κατ’ άλλους, το είχε εφεύρει ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος, ενώ είδος υγρού πυρός με βάση το θειάφι είχε χρησιμοποιηθεί, το 515, από τον στόλο του αυτοκράτορα Αναστασίου Α’ για να καταστρέψει τα πλοία του στασιαστή στρατηγού, Βιταλιανού, που πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη.

Η κρατούσα άποψη είναι ότι ο Καλλίνικος τελειοποίησε την εφεύρεση του Πρόκλου. Η συνταγή κρατιόταν κρυφή ως επτασφράγιστο μυστικό, σε σημείο που ακόμα και σήμερα αγνοούμε τα ακριβή συστατικά του. Στην πλώρη των πλοίων, οι Βυζαντινοί είχαν τοποθετήσει μπρούτζινα κεφάλια λιονταριών ή άλλων ζώων, με ανοιχτό τα στόματα τους. Σ’ αυτό κατέληγαν δυο σωλήνες, ένας για την είσοδο του αέρα, ο οποίος, με τη βοήθεια μιας χειροκίνητης αντλίας, προωθούσε το μίγμα του υγρού πυρός και άλλος από τον οποίο εξακοντιζόταν προς τα εχθρικά πλοία.

Οι Άραβες, αφού αφαίρεσαν από την Βυζαντινή αυτοκρατορία Συρία, Μεσοποταμία και Αίγυπτο, δημιούργησαν ισχυρό στόλο και το 673 μ.Χ, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος Δ’ Πωγωνάτος, πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη. Το υγρόν πυρ των Βυζαντινών αποδείχτηκε όπλο ακαταμάχητο. Μετά από προσπάθειες πέντε χρόνων, οι Άραβες αποχώρησαν άπρακτοι. Το όπλο αποδείχτηκε τόσο αποτελεσματικό, ώστε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος, άφησε διαθήκη στον γιο του, Ρωμανό, ποτέ να μη φανερώσει τη συνταγή παρασκευής του, γράφοντάς του ότι επρόκειτο για θεόσταλτο δώρο.

Ο Ρωμανός μάλλον δεν χρειάσθηκε να το χρησιμοποιήσει, αλλά οι πριν και οι μετά από αυτόν αυτοκράτορες, χάρη και στο υγρόν πυρ, αντιμετώπισαν νικηφόρα επτά εκστρατείες των Ρως εναντίον της Κωνσταντινούπολης, από το 807 μέχρι το 1043. Στη συνέχεια, όμως, το υγρό πυρ έπαυσε να χρησιμοποιείται. Τελευταία αναφορά σ’ αυτό γίνεται στην «Αλεξιάδα» που η Άννα Κομνηνή έγραψε περί το 1148, ενώ στο προσκήνιο ξαναβγήκαν τα πυρπολικά. Η χρήση τους είχε ενταθεί από την εποχή των σταυροφοριών. Έντονη δράση πυρπολικών υπήρξε και κατά την πολιορκία και κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις της Δ’ Σταυροφορίας, το 1204.

Εικόνα: Εικαστική απεικόνιση δρόμωνα να εκτοξεύει Υγρο πυρ.

Η πυρίτιδα «μεταμορφώνει» τα πυρπολικά.

Με τη διάδοση της πυρίτιδας, τα πυρπολικά έγιναν το φόβητρο των θαλασσών, καθώς πια τα γέμιζαν με μπαρούτι και λίπος και τα εξαπέλυαν εναντίον του εχθρού. Θρυλική έχει μείνει η ναυμαχία του «Solebay», στις δυτικές ακτές της Αγγλίας, που διεξήχθη στις 7 Ιουνίου του 1672, με τον νέο ημερολόγιο, και σηματοδότησε την έναρξη του τρίτου αγγλοολλανδικού πολέμου.

Υπήρχε τότε Αγγλογαλλική συμμαχία εναντίον της ανεξάρτητης Ολλανδίας, ήδη από το 1579 Ολλανδίας. Επικεφαλής ενός τεράστιου στόλου Αγγλογάλλων ήταν ο Ιάκωβος, δούκας της Υόρκης και μελλοντικός βασιλιάς Ιάκωβος Β’, με αντιναύαρχο τον Γάλλο κόμη d’ Estrées. Οι Ολλανδοί φάνηκαν νωρίς το πρωί, έχοντας εμπροσθοφυλακή μεγάλα πυρπολικά. Η ναυμαχία ξέσπασε τρομερή αλλά τα ολλανδικά πυρπολικά είχαν κύριους στόχους τις ναυαρχίδες του Άγγλου και του Γάλλου επικεφαλής, τις οποίες και έκαψαν.

Ο Ιάκωβος γλίτωσε και μεταφέρθηκε σε άλλο πλοίο. Οι Ολλανδοί το έκαψαν και αυτό. Μπήκε σε μια βάρκα μαζί με μερικούς άνδρες και, κωπηλατώντας, έφτασε στο Λονδίνο, ανεβαίνοντας τον ποταμό Τάμεση. Ο κόμης του Σάντουιτς δεν είχε την ίδια τύχη. Όταν το δικό του πολεμικό άρπαξε φωτιά, τον παρέσυρε στον βυθό. Στον βυθό κατέληξε και η γαλλική ναυαρχίδα. Χάρη στη δράση των πυρπολικών, οι Αγγλογάλλοι είχαν υποστεί μια από τις πιο μεγάλες ήττες τους στην ιστορία. Οι Ολλανδοί έχασαν δυο πλοία που αιχμαλωτίστηκαν, ένα που βυθίστηκε κι ένα που εξερράγη. Για μήνες, στις αγγλικές ακτές ξεβράζονταν πτώματα νεκρών της ναυμαχίας. Ο ζωγράφος Willem van de Velde ο Νεότερος, φρόντισε να απαθανατίσει την πυρπόληση της αγγλικής ναυαρχίδας σε έναν περίφημο πίνακά του.

Τα Ορλοφικά.

Εκατό χρόνια αργότερα, κατά την διαρκεια των Ορλοφικών, ο τουρκικός στόλος ελλιμενιζόταν στο Ναύπλιο, ενώ ο Ρωσικός στόλος υπό τον Αλέξιο Ορλόφ βρισκόταν στη Νάουσα της Πάρου. Κάποια στιγμή, ο Ορλόφ έμαθε ότι τα τουρκικά πλοία είχαν φύγει από το Ναύπλιο και βρίσκονταν ανάμεσα Χίο και στον Τσεσμέ. Έσπευσε να τα συναντήσει. Οι Ρώσοι είχαν 15 πολεμικά διαφόρων τύπων και 13 πλοιάρια, ενώ ο Οθωμανικός στόλος αποτελούνταν από 18 πολεμικά, 7 εξοπλισμένα πλοιάρια και πλήθος μικρότερων πλοίων. Τότε όμως έγινε κάτι αναπάντεχο, μόλις είδε τα ρωσικά πλοία, ο Τούρκος ναύαρχος, Ιμπραήμ Χοζαμεδδίν, θυμήθηκε ότι είχε κάποια επείγουσα δουλειά και βγήκε στη στεριά.

Τα μεσάνυχτα λοιπόν της 25ης προς 26η Ιουνίου του 1770, οι Ρώσοι αποφάσισαν να δράσουν. Τρία πλοιάρια άρχισαν να πλησιάζουν τον στόλο των Οθωμανών. Οι Τούρκοι, βλέποντας τα, νόμισαν ότι σε αυτά επέβαιναν Ρώσοι λιποτάκτες και άρχισαν να πανηγυρίζουν, σκεπτόμενοι ότι θα τους συλλάβουν, θα τους αλυσοδέσουν και θα τους μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη.

Εικόνα: Η Μάχη της Χίου, έργο του Ιβάν Αϊβαζόφσκι το 1848. Η μάχη έλαβε χώρα στις 24 Ιουνίου 1770.

Αντίθετα όμως με της προσδοκίες των Τούρκων τα τρία αυτά πλοιάρια δεν μετέφεραν λιποτάκτες αλλά φωτιά στα «σπλάχνα» τους. Οι Ρώσοι το είχαν βάλει σκοπό να κατακάψουν τον εχθρικό στόλο με την χρήση πυρπολικών. Στο πρώτο πυρπολικό όμως, επικεφαλής ήταν ο Ρώσος Υπολοχαγός Ιλίν, στο δεύτερο ο Ιωάννης Βαρβάκης με Ρώσους ναύτες και στο τρίτο ένας Άγγλος.

Τα πυρπολικά γλίστρησαν ανενόχλητα στο λιμάνι. Το πυρπολικό του Ιλίν κινήθηκε προς τα δεξιά, ενώ ο Βαρβάκης οδήγησε το δικό του στο κέντρο. Σε λίγο, το πρώτο τουρκικό καράβι ανατινάχθηκε από το πυρπολικό του Ιλίν. Πανικόβλητοι οι Τούρκοι κινήθηκαν προς τα εκεί. Ο Βαρβάκης βρήκε την ευκαιρία να πλησιάσει μια μεγάλη φρεγάτα και να προσκολληθεί πάνω της. Το πλήρωμά της, αντιλήφθηκε τον γενναίο Ψαριανό και τους Ρώσους ναύτες και άρχισε να πυροβολεί προς το μέρους τους. Όταν ο Βαρβάκης βεβαιώθηκε ότι το πυρπολικό του είχε γαντζωθεί για τα καλά στη φρεγάτα, είπε στους ναύτες να κατέβουν στη βάρκα και να φύγουν. Ο ίδιος, τελευταίος βούτηξε στη θάλασσα και ανέβηκε στη βάρκα με τους Ρώσους ναύτες του.

Στο μεταξύ, η φρεγάτα που πυρπόλησε ο Βαρβάκης, άρχισε να καίγεται. Η φωτιά μεταδόθηκε γρήγορα και στα άλλα πλοία, καθώς και στις μπαρουταποθήκες της παραλίας, μετατρέποντας το Τσεσμέ σε κόλαση. «Τις φλόγες των οθωμανικών πλοίων που καίγονταν, οι Ψαριανοί τις έβλεπαν πάνω από τα βουνά της Χίου», γράφει ο Ψαριανός μπουρλοτιέρης του ’21 Κωνσταντίνος Νικόδημος. Στις 6 το πρωί, η καταστροφή του τουρκικού στόλου είχε ολοκληρωθεί.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας, γράφει, «Το θέαμα ήταν φοβερό, ο κρότος ακούστηκε μέχρι την Αθήνα, στην Σμύρνη εσείετο η γη και τα ρωσικά καράβια που ήταν λίγο μακρύτερα χοροπηδούσαν πάνω στα κύματα. Οι Τούρκοι που ήσαν στα καράβια σώθηκαν κολυμπώντας στη στεριά κι εκεί έσφαξαν όσους βρήκαν Έλληνες και πυρπόλησαν πόλεις και χωριά».

Ο Greyg, που είχε αναλάβει την αρχηγία της επιχείρησης, γράφει: «Η πυρπόληση του τουρκικού στόλου έγινε κατά τις 3 το πρωί. Ευκολότερο είναι να φανταστείς παρά να περιγράψεις τον τρόμο, την έκπληξη και τη σύγχυση που κυριάρχησαν στον αντίπαλο. Ο φόβος των Τούρκων ήταν τόσο μεγάλος, ώστε δεν εγκατέλειψαν μόνο τα πλοία που δεν καίγονταν, αλλά και τα πυροβολεία της ακτής και αυτό ακόμα το φρούριο και την πόλη του Τσεσμέ».

Συνολικά πυρολύθηκαν 15 μεγάλα καράβια των 70-100 κανονιών, 9 των 15-30 κανονιών και πολλές γαλέρες. Μόνο ένα πλοίο με το όνομα «Ρόδος» που είχε 66 κανόνια και 5 γαλέρες δεν καταστράφηκαν, αλλά βέβαια πέρασαν στα χέρια των Ρώσων. Μόλις 10 Ρώσοι σκοτώθηκαν, ενώ 10.000-15.000 από τα πληρώματα των τουρκικών πλοίων, ανάμεσά τους πολλοί Έλληνες βίαια ναυτολογημένοι, έχασαν τη ζωή τους. Άλλοι 4.000 τραυματίστηκαν.

Εικόνα: Η Ναυμαχία του Τσεσμέ διεξήχθει τα μεσάνυχτα της 25ης προς 26η Ιουνίου του 1770.

Ο Ρώσος συγγραφέας της αφήγησης «Τσεσμέ», Βλαντιμίρ Σίγκιν, γράφει πως, «Τη μεγαλύτερη επιτυχία είχε το πυρπολικό του Βαρβάκη. Μανουβράροντας κατάλληλα είχε την ευκαιρία να πλησιάσει το μεγάλο τουρκικό πλοίο και έβαλε φωτιά στο δικό του πυρπολικό. Άναψε πύρινους πυρσούς και σε λίγο ακούστηκε τρομερός θόρυβος και η τουρκική φρεγάτα έπεσε σε μία από τις πλευρές του πλοίου. Ένα μετά το άλλο άρχισαν να εκρήγνυνται τα τουρκικά πλοία. Ο Τσεσμεϊκός Όρμος μεταμορφώθηκε σε ένα ηφαίστειο εν ενεργεία. Ο Ιωάννης Βαρβάκης βρισκόταν μέσα σ’ αυτή τη φωτιά, ριψοκινδύνεψε τη ζωή του και τραυματίστηκε βαριά».

Η τουρκική πανωλεθρία στο Τσεσμέ, ήταν η μεγαλύτερη μετά από την ήττα των Οθωμανών στη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571. Οι Έλληνες, για μία ακόμα φορά αναθάρρησαν, ωστόσο και πάλι δεν μπόρεσαν να ελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό. Έπρεπε να περιμένουν 51 χρόνια ακόμα, για να ξεκινήσουν μόνοι τους, τον δικό τους αγώνα εναντίον της επαχθής δουλείας που επέβαλαν οι Οθωμανοί στις «κεφαλές» τους.

Πυρπολικά, η «ψυχή» του Αγώνα.

Από τις αρχές του 1800 ως τα 1900, μια περίοδο που συχνά αναφέρεται ως η «χρυσή εποχή του πανιού» στην θαλάσσια ιστορία, τα πυρπολικά έδρασαν με μεγάλη επιτυχία. Τα πολεμικά πλοία κατασκευάζονταν από ξύλο με ραφές που καλαφατίζονταν με πίσσα, ενώ τα σχοινιά τους ήταν περασμένα με λίπος για να κουμαντάρονται πιο εύκολα. Κι ακόμα, ήταν φορτωμένα με μπαρούτι για τις ανάγκες των κανονιών τους. Έτσι κι αλλιώς, πολλά καταστρέφονταν από τυχαίες πυρκαγιές.

Τα πυρπολικά αποτελούσαν τρομακτική απειλή. Σκορπούσαν τον τρόμο, και μόνο στη θέα τους, πριν ακόμα πλησιάσουν τον στόχο. Κι αν το πλοίο στόχος ήταν αγκυροβολημένο ή για διάφορους λόγους είχε περιορισμένα περιθώρια κίνησης, η δουλειά των πυρπολικών γινόταν πιο εύκολη: Αφήνονταν να τα παρασύρει ο άνεμος και να τα στείλει στα υποψήφια θύματά τους. Στην ανοιχτή θάλασσα, ένας καλός χειρισμός μπορούσε να τα αποφύγει. Και, στη συνέχεια, μια εύστοχη βολή κανονιού να τα βυθίσει.

Στις πιο πολλές περιπτώσεις, όμως, τα πυρπολικά κατευθύνονταν στον στόχο τους με το πλήρωμά τους μέσα σ’ αυτά. Με γάντζους, οι πυρπολητές τα προσκολλούσαν στο εχθρικό πλοίο, έβαζαν φωτιά και τα εγκατέλειπαν. Πρώτοι Έλληνες μπουρλοτιέρηδες υπήρξαν οι Ψαριανοί. Έμαθαν να κατασκευάζουν τα πυρπολικά, από τον Παριανό Ιωάννη Δημουλίτσα, γνωστότερο με το παρατσούκλι «Πατατούκος», και κάποιον Αφάνασα, Ρώσο.

Ο ίδιος ο Πατατούκος βρισκόταν στο πλήρωμα του πυρπολικού με το οποίο ο Δημήτριος Παπανικολής έκαψε το τουρκικό δίκροτο, στο λιμάνι της Ερεσού της Λέσβου, στις 27 Μαΐου 1821. Μετά την επιτυχία αυτή, ο 27χρονος τότε Ψαριανός, Κωνσταντίνος Νικόδημος, διορισμένος από τη Βουλή του νησιού γραμματέας στο πλοίο του Νικολάου Αργύρη, τελειοποίησε την κατασκευή των πυρπολικών.

Εικόνα: Ο Δημήτριος Παπανικολής αναδείχτηκε από τους πιο γενναίους και ατρόμητους  θαλασσομάχους. Tο πρώτο κατόρθωμα πυρπολικού κατά του τουρκικού στόλου ήταν του Παπανικολή στην Eρεσσό της Μυτιλήνης τον Mάιο του 1821. Το Ελληνικό κράτος τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε υποβρύχιο που έδρασε ηρωικά κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πόλεμου.

Ο ίδιος τίναξε με μπουρλότο μια τουρκική κορβέτα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1824, ανδραγάθησε πολλές φορές κι έφτασε ως τον βαθμό του ναυάρχου. Οι πρόκριτοι των Ψαρών ενέκριναν την μετατροπή παλιών πλοίων σε μπουρλότα και διέθεταν 25.000 γρόσια για την αγορά τους κι άλλα 45.000 για τη μετατροπή τους.

Άνοιγαν στο κατάστρωμα μεγάλες τρύπες, τους λεγόμενους «ρούμπους», κι έβαζαν στα ανοίγματα βαρέλια με μπαρούτι, ενώ πότιζαν τα πανιά του πλοίου στην πίσσα και την νάφθα, ώστε να αναφλέγονται εύκολα. Κάτω από το κατάστρωμα κατασκευάζονταν αγωγοί, από την πλώρη ως την πρύμνη, τους οποίους γέμιζαν με μπαρούτι, αυτές είναι οι λεγόμενες «μίνες», που είχαν ως σκοπό την μεταδοση της φωτιάς σε όλο το μήκος του πλοίου.

Η επίθεση ξεκινούσε με το σύνθημα «Με τη βοήθεια του Σταυρού, επιτεθείτε». Το ρυμουλκό πλησίαζε τον στόχο από τη μεριά που φυσούσε ο άνεμος κι αγκιστρωνόταν πάνω στο εχθρικό πλοίο με γάντζους, τους «κόρακες». Το πλήρωμα, 20 με 25 άνδρες, περνούσε την κατάλληλη στιγμή από την πρύμνη σε ρυμουλκούμενη βάρκα, ενώ ο καπετάνιος έβαζε φωτιά στο μπαρούτι κι αποχωρούσε τελευταίος.

Ο τρόμος των Τούρκων στη θέα των μπουρλότων εξασφάλιζε ότι οι μπουρλοτιέρηδες θα αποχωρούσαν ασφαλείς. Οι Έλληνες είχαν χωρίσει τα πυρπολικά σε δυο κατηγορίες. Αυτά που είχαν «έδρα» και τα «πελαγίσια». Τα πρώτα έμεναν αγκυροβολημένα σε λιμάνια και επιστρατεύονταν για προγραμματισμένες επιχειρήσεις, τα άλλα έπλεαν στα πελάγη αναζητώντας στόχους.

Η ανατίναξη της Οθωμανικής ναυαρχίδας στην Χίο.

Στις αρχές Απριλίου του 1822 ισχυρός τουρκικός στόλος αποτελούμενος από 34 πλοία διενήργησε απόβαση στη Χίο με σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση των Ελλήνων κατοίκων της. Η επιχείρηση των Τούρκων κατέληξε στη Σφαγή της Χίου. Στη συνέχεια ο τουρκικός στόλος παρέμεινε αγκυροβολημένος στη Χίο και το στενό του Τσεσμέ.

Η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση, μετά από μερικές ημέρες αδράνειας, και ενώ οι Ψαριανοί αντιμετώπιζαν μεγάλο πρόβλημα επισιτισμού των χιλιάδων Χίων και Μικρασιατών προσφύγων που είχαν καταφύγει στο νησί τους, κατάφερε να συγκεντρώσει 342.000 γρόσια για τον εξοπλισμό στόλου. Ο στόλος αυτός αποτελούνταν από 29 υδραίικα, 19 σπετσιώτικα και 16 ψαριανά καράβια και οι επιχειρήσεις του θα είχαν σκοπό την εκδίωξη των Τούρκων από τη Χίο και την εξουδετέρωση της τουρκικής αρμάδας. Ο δεύτερος αυτός στόχος είχε επείγουσα σημασία καθώς είχε ήδη καταφθάσει στις ελληνικές θάλασσες ο αιγυπτιακός στόλος.

Επί σαράντα ημέρες οι Έλληνες περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να χτυπήσουν τον τουρκικό στόλο. Τελικά στις 10 Μαΐου και λίγο αργότερα έγιναν δύο επιθέσεις στο στενό του Τσεσμέ, χωρίς επιτυχία. Στις 18 Μαΐου νυκτερινή επιχείρηση των Ελλήνων προκάλεσε σύγχυση στο τουρκικό στόλο και σοβαρές ζημιές των τουρκικών πλοίων χωρίς όμως να πετύχει η προσπάθεια πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας.

Εικόνα: Ο Μπουρλοτιέρης, Ναύαρχος και Πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Κανάρης.

Την επιχείρηση πυρπόλησης ανέλαβαν να εκτελέσουν οι Κωνσταντίνος Κανάρης και Ανδρέας Πιπίνος. Ο Κανάρης ανέλαβε να κάψει τη ναυαρχίδα του Καρά Αλή ενώ ο Πιπίνος το δίκροτο του Μπεκήρ μπέη που χρησίμευε ως αντιναυαρχίδα. Τα δύο «μπουρλότα» θα συνοδεύονταν από τέσσερα πλοία των Ψαριανών, με πλοιαρχους τον Ν. Γιανίτση και Γ. Κουτσούκου και των Υδραίων Ι. Ζιάκα και Αντ. Ραφαλιά, τα οποία είχαν αποστολή τη διάσωση των πυρπολητών μετά την πυρπόληση.

Ο στολίσκος των πυρπολητών ξεκίνησε από τα Ψαρά, την 1η Ιουνίου, με κατεύθυνση το στενό της Χίου όπου ήταν αγκυροβολημένος ο στόχος του. Την νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου έχοντας ούριο άνεμο πλησίασαν τον τουρκικό στόλο. Εκτός από την ασέληνη νύχτα, ευνοϊκές συνθήκες για την επίθεση έδινε και η γιορτή του Μπαϊραμιού στην οποία θα υπήρχε μεγάλη συμμετοχή των Τούρκων και εορταστικός φωτισμός των πλοίων.

Ο Πιπίνος πλησίασε την αντιναυαρχίδα και πυροδότησε το πυρπολικό χωρίς το πλήρωμά του να έχει στερεώσει καλά το μπουρλότο, ενώ το πλήρωμα του τουρκικού πλοίου αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και απομάκρυνε το πυρπολικό. Το μπουρλότο του Κανάρη όμως, του οποίου ο πηδαλιούχος, Ιωάννης Θεοφιλόπουλος, εκτέλεσε άριστους ελιγμούς, κόλλησε γερά στη ναυαρχίδα, στην πλευρά που φυσούσε ο άνεμος.

Σε λίγα λεπτά η φωτιά μεταδόθηκε σε όλο το πλοίο με αποτέλεσμα να αρχίσουν να εκπυρσοκροτούν τα 84 κανόνια του με καταστροφικά αποτελέσματα και ελάχιστους διασωθέντες από το πλήρωμα των 2.000 ανδρών. Ο Καρά Αλή, στην προσπάθειά του να ξεφύγει, πληγώθηκε θανάσιμα από φλεγόμενο κατάρτι ενώ ο Κανάρης και οι σύντροφοί κατάφεραν να επιβιβαστούν στα πλοία που τους περίμεναν και να διαφύγουν. Στα Ψαρά, τους περίμεναν στην παραλία ο λαός και ο κλήρος και τους συνόδευσαν στον ναό του Αγίου Νικολάου όπου τελέστηκε δοξολογία.

Το γεγονός προκάλεσε τους πανηγυρισμούς ολόκληρου του Ελληνισμού και, όπως γράφει ο Τούρκος ιστορικός, Τζεβντέτ πασάς, «άφησε κατάπληκτα τα πληρώματα ολόκληρου του τουρκικού στόλου». Σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Τόμας Γκόρντον, η πυρπόληση της ναυαρχίδας «ήταν ένα από τα πιο καταπληκτικά κατορθώματα που αναφέρει η ιστορία» και ο Κανάρης «ο πιο έξοχος εκπρόσωπος του ηρωϊσμού που η Ελλάδα όλων των εποχών μπορεί να υπερηφανεύεται».

Εικόνα: Ο Κανάρης πυρπολεί την ναυαρχίδα του Καρά Αλή στην Χίο. Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα.

Η ναυμαχία του Γέροντα. Η μεγαλύτερη στιγμή του «μπουρλότου».

Μετά την καταστροφή της Κάσου, στις 29 Μαΐου 1824, και των Ψαρών, στις 21 Ιουνίου 1824, το ηθικό του ελληνικού ναυτικού είχε καταπέσει. Η βοήθεια που παρείχε ο «χεβίδης» της Αιγύπτου Μοχάμετ Άλι στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β’ έθετε σε κίνδυνο την Ελληνική Επανάσταση. Στόχος του Μοχάμετ Άλι ήταν να συντρίψει το ελληνικό ναυτικό για να μπορέσει ο γιος του Ιμπραήμ Πασάς να αποβιβασθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στη Πελοπόννησο και να καταστείλει την ελληνική επανάσταση.

Άλλωστε, το έπαθλο για τον πανέξυπνο Αλβανό εκ Καβάλας ήταν μεγάλο. Αν επιτύγχανε τον στόχο του, ο σουλτάνος θα τον επιβράβευε με την παραχώρηση της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Στο πλαίσιο του κοινού τουρκοαιγυπτιακού σχεδίου, ο Τούρκος ναύαρχος Χοσρέφ Πασάς επιχείρησε στις αρχές Αυγούστου του 1824 να καταλάβει τη Σάμο. Ο ελληνικός στόλος, που αποτελείτο από υδραίικα, σπετσιώτικα και λίγα ψαριανά πλοία, τον εμπόδισε να πλησιάσει το νησί με μια σειρά συγκρούσεων, που κράτησαν περίπου μία εβδομάδα.

Ο Χοσρέφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει με τον στόλο του ανάμεσα στην Κω και την Αλικαρνασσό και να περιμένει ενισχύσεις από τον στόλο του Ιμπραήμ, που κατέφθασε στην περιοχή στις 19 Αυγούστου. Πέντε ημέρες αργότερα έγιναν οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο στόλων, οι οποίες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Η αποφασιστική ναυμαχία δόθηκε στις 29 Αυγούστου, ημέρα Παρασκευή. Τα εχθρικά πλοία προσπάθησαν να κυκλώσουν τα ελληνικά, αλλά ο Μιαούλης με εννέα πλοία και δύο πυρπολικά προχώρησε προς τον κόλπο του Γέροντα.

Τα αιγυπτιακά πλοία, που κάλυπταν το δεξιό άκρο του εχθρικού στόλου, αποφάσισαν να τα χτυπήσουν, καθώς ήταν απομονωμένα. Ο Παπανικολής προσπάθησε να τα εμποδίσει να πλησιάσουν τα πλοία του Μιαούλη, αλλά δέχθηκε ομαδικό πυρ και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφού έκαψε πρώτα το πυρπολικό του. Η νηνεμία που επικρατούσε στη θάλασσα δεν επέτρεψε τη δράση των πυρπολικών του Ματρόζου, του Πιπίνου και του Νικόδημου.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε γύρω στο μεσημέρι, όταν ο άνεμος έγινε ευνοϊκός για τον ελληνικό στόλο. Τα ελληνικά πλοία διείσδυσαν ανάμεσα στα εχθρικά, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται πλέον για ναυμαχία εκ παρατάξεως , θα ήταν χαμένη υπόθεση για τον ελληνικό στόλο, λόγω της ποιοτικής και ποσοτικής υπεροχής του εχθρού, αλλά για μια σύγκρουση, όπου όλα μαζί τα πλοία μάχονταν ανακατεμένα. Η κίνηση τακτικής του Μιαούλη ευνοούσε τα πυρπολικά, που ανέλαβαν δράση, κρίνοντας την έκβαση της ναυμαχίας.

Ο σπετσιώτης μπουρλοτιέρης Λάζαρος Μουσούς κατόρθωσε να προσκολλήσει το πυρπολικό του σ’ ένα αιγυπτιακό μπρίκι. Έντρομοι οι 300 άνδρες που αποτελούσαν το πλήρωμά του έπεσαν στη θάλασσα και το μπρίκι ακυβέρνητο παρασύρθηκε από το ρεύμα και λίγο πιο κάτω ανατινάχθηκε. Δύο πυρπολικά υπό τους Παπαντώνη και Βατικιώτη κατόρθωσαν να κολλήσουν σε μια μεγάλη αιγυπτιακή φρεγάτα με 44 κανόνια, η οποία κάηκε μέσα σε λίγα λεπτά, παρασύροντας στον βυθό τούς περισσότερους από τους 1.100 άνδρες του πληρώματός της.

Εικόνα: Ο Μιαούλης σε έγχρωμη λιθογραφία του Τζιοβάνι Μπόγκι.

Μετά τη δυσμενή γι’ αυτόν εξέλιξη, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος άρχισε να υποχωρεί προς την Κω, ενώ ο ελληνικός αγκυροβόλησε και πάλι στον Γέροντα. Η επιτυχία αυτή του ελληνικού ναυτικού αναπτέρωσε το ηθικό των ανδρών του, διέσωσε τη Σάμο και καθυστέρησε την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

Η ναυμαχία του Γέροντα είναι μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης του ’21. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν τόσο πολύ άνισες, που η θετική έκβαση της ναυμαχίας για τους Έλληνες προκάλεσε τον θαυμασμό των ξένων. Ο Γάλλος ναύαρχος Εντμόν Ζιριέν ντε λα Γκραβιέρ, αναφερόμενος στη ναυμαχία του Γέροντα, παρατηρεί πως, «Η ναυτική ιστορία ίσως να μην έχει σελίδα περισσότερο ενδιαφέρουσα από αυτήν για έναν ναυτικό».

Επίλογος.

Θα ήταν μια τεραστίων διαστάσεων ιστορική αδικία αν πέρα από τους φημισμένους μπουρλοτιέρηδες, τον Κωνσταντίνο Κανάρη και τον Δημήτριο Παπανικολή, ξεχνούσαμε τους μπουρλοτιέρηδες εκείνους που και αυτοί έδωσαν ψυχή και σώμα για την επιτυχία της Επανάστασης.

  • Ο Υδραίος Ιωάννης Βατικιώτης, στα 1824, πυρπόλησε ένα τουρκικό μπρίκι στη ναυμαχία της Σάμου και μια φρεγάτα στη ναυμαχία του Γέροντα, στις 29 Αυγούστου 1824.
  • Ο πλοίαρχος Γ. Βρατσάνος, το 1822, στη ναυμαχία της Τενέδου.
  • Ο Υδραίος Α. Βώκος κατέστρεψε μια τουρκική φρεγάτα στη ναυμαχία της Σούδας, στις 2 Ιουνίου 1825.
  • Ο πλοίαρχος Α. Δημαμάς έκαψε μια κορβέτα στη ναυμαχία της Μεθώνης, στις 29 Απριλίου 1825.
  • Ο Υδραίος Γ. Θεοχάρης πυρπόλησε μια τουρκική φρεγάτα στη ναυμαχία του Γέροντα κι άλλη μια την επόμενη χρονιά 1825 στη ναυμαχία της Μεθώνης.
  • Ο επίσης Υδραίος Ιωάννης Ματρώζος, έκαψε ένα μπρίκι στη ναυμαχία του Γέροντα και μια φρεγάτα «εν πλω» στη ναυμαχία του Καφηρέα, το 1825.
  • Ο Σπετσιώτης Λέκκας Ματρώζος έκαψε ένα τεράστιο πολεμικό στη ναυμαχία της Σάμου, το 1824.
  • Ο Σπετσιώτης Λάζαρος Μουσούς το 1822 πυρπόλησε ένα εχθρικό μπρίκι κι έκαψε τουρκικά πλοία στη ναυμαχία του Καφηρέα, το 1825.
  • Ο πλοίαρχος Μ. Μπούτης έκαψε τουρκικά πλοία στη ναυμαχία του Καφηρέα, στην εκστρατεία στην Αλεξάνδρεια και στο Μεσολόγγι.
  • Ο πλοίαρχος Α. Παυλής, γνωστός ως Μπίκος, πυρπόλησε μια κορβέτα στη ναυμαχία της Μεθώνης.
  • Ο Υδραίος Ανδρέας Πιπίνος κατέστρεψε ένα τουρκικό πλοίο το 1822 στη Χίο κι άλλο ένα στη ναυμαχία του Γέροντα κι ακόμα πυρπόλησε εχθρικά πλοία στον Άθω και στις Σπέτσες.
  • Ο Υδραίος Γ. Πολίτης πυρπόλησε μια κορβέτα στη ναυμαχία του Γέροντα, τουρκικά πλοία στη ναυμαχία της Μεθώνης κι άλλη μια τουρκική κορβέτα στο Μεσολόγγι, το 1826.
  • Ο Υδραίος Αναστάσιος Σπαχής έκαψε εχθρικό μπρίκι έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας.
  • Ο Υδραίος Δ. Τζάπελης, στα 1823, επιτέθηκε σε δυο φρεγάτες με αποτέλεσμα η μία να ξεστρατίσει και να πυρποληθεί από τον Κανάρη, την ίδια χρονιά κατέστρεψε τα τουρκικά πλοία που ναυλοχούσαν στο Τρίκερι και το 1825 πυρπόλησε τουρκικό πολεμικό στη ναυμαχία της Μεθώνης.

Εικόνα: Ο Κωνσταντίνος Νικόδημος ήταν συμπολεμιστής του Kανάρη και του Παπανικολή. Στον Nικόδημο είχε αναθέσει η Bουλή  των Ψαρών την κατασκευή των πυρπολικών. Έλαβε μέρος σ’ όλες τις επιχειρήσεις του Ψαριανού στόλου. Μετά την  απελευθέρωση υπήρξε ένας από τους κυριότερους οργανωτές του πολεμικού ναυτικού και έφτασε στον βαθμό του Αντιναυάρχου.

Αλλά και πόσοι άλλοι δεκάδες επί δεκάδων μετέτρεψαν τις αρχαίες Ελληνικές θάλασσες σε πύρινη κόλαση για τους εχθρούς του Γένους. Υπήρξαν και αποτυχημένες απόπειρες, θρηνήθηκαν και νεκροί πυρπολητές, ενώ άλλοι θυσιάστηκαν αφού υπέστησαν τρομερά βασανιστήρια. Ανάμεσά τους, ο Παξινός πυρπολητής Γεώργιος Ανεμογιάννης, που αιχμαλωτίστηκε τον Μάιο του 1821, στην πολιορκία της Ναυπάκτου. Οι Τούρκοι τον έψησαν ζωντανό. Το άγαλμά του κοσμεί σήμερα τους Παξούς.

Τα πυρπολικά συνέχισαν να δρουν στις θάλασσες ως την εποχή που ο ατμός αντικατέστησε τα πανιά και το μέταλλο τα ξύλινα σκαριά. Από τις αρχές του εικοστού αιώνα, η χρήση τους περιορίστηκε αισθητά. Στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τα χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί στη Μεσόγειο, κυρίως εναντίον αγκυροβολημένων στόχων. Είχαν δημιουργήσει την μοίρα «ΜΤΜ», «Motoscafo da Turismo Modificato», με σκάφη μεγάλης ταχύτητας που τα γέμιζαν με εκρηκτικά και τα εξαπέλυαν εναντίον του εχθρού. Τον Μάιο του 1941, στη μάχη της Σούδας, βούλιαξαν με αυτόν τον τρόπο ένα αγγλικό ταχύπλοο θωρηκτό και το νορβηγικό δεξαμενόπλοιο «Περικλής».

Πηγές:

  • Βασίλειος Σφυρόερας, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους – Η Ελληνική Επανάσταση».
  • Θουκυδίδη, «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», μετάφραση Βενιζέλου.
  • Gabor Αgoston, Bruce Alan Masters, «Russo–Ottoman War of 1768–1774».
  • Σπυρίδων Τρικούπης, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως».
  • Ελένη Νικολαΐδου, «Η εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία».
  • Donald Kagan, «The Peace of Nicias and the Sicilian expedition».
  • Michael T. Florinsky, «Russia: A History and Interpretation».
  • Διονύσιος Τζάκης, «Υποδαυλιζόμενοι παρά της Ρωσίας».
  • Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι», Νικίας και Αλκιβιάδης.
  • C. Anderson, «Naval Wars in the Levant 1559–1853».
  • Nancy Demand, «A History of Ancient Greece».
  • Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.