Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Βασίλειος πιστός εν Χριστώ τω Θεώ Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων.

Βασίλειος πιστός εν Χριστώ τω Θεώ Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων.

Ο Μιχαήλ Ψελλός, ήταν και δεν ήταν, 8 χρονών όταν πεθαίνει ο αυτοκράτορας. Ο σπουδαιότερος της δυναστείας των Μακεδόνων, ο Βασίλειος ο Β’, ο μυθικός Βουλγαροκτόνος των θριάμβων. Ένας αστραφτερός «ημίθεος» που λένε πως δεν ξεκαβάλησε το άλογο του και κράτησε το σπαθί στο χέρι, επί 40 συναπτά έτη.

Αρκετά χρόνια αργότερα ο Ψελλός, όντας λόγιος, αστρονόμος, διανοητής, διπλωμάτης, αστρονόμος, νομικός, μαθηματικός, θεολόγος και πρύτανης του «Πανδιδακτηρίου» θα συγγράψει, ως ιστορικός πλέον, το «Χρονολόγιον» και θα μας περιγράφει το παιδικό του ίνδαλμα, τον μεγαλύτερο Ρωμαίο της Ανατολής. Τον άνθρωπο που η Ιστορία δεν «φοβήθηκε» να συγκρίνει με τον Ηράκλειο και τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.

Στο έργο του, ο μεγάλος αυτός Έλληνας, φωτογραφίζει το Ρωμαίο βασιλέα και τον παραδίδει στην ιστορική μνήμη. Μεταξύ άλλων μας αναφέρει πως, «Στους περισσότερους ανθρώπους της γενιάς μας έδινε την εντύπωση του στρυφνού και άξεστου στη συμπεριφορά ανθρώπου, οξύθυμου, επίμονου, λιτοδίαιτου, που αποστρέφονταν κάθε είδους μαλθακότητα. Εγώ ο ίδιος συμπέρανα πως δεν ήταν καθόλου έτσι κατ΄ αρχάς, αλλά από μια ζωή φιλήδονη και τρυφηλή, μεταβλήθηκε σε άνθρωπο ενεργητικότατο, σα να εστύφησαν το χαρακτήρα του οι περιστάσεις, και αποδυνάμωσαν τη χαυνότητα».

Ενώ προχωρώντας την εξιστόρηση της βασιλείας του μας πληροφορεί ότι, «Περιφρόνησε κάθε κόσμημα σωματικό. Ούτε στόλιζε καδένες το δέρμα του, ούτε με τιάρες τα μαλλιά του, ούτε λαμπροντυνόταν με καταπόρφυρες χλαμύδες. Πέταξε μακριά τα περιττά δαχτυλίδια και όλες τις πολύχρωμες εσθήτες. Και ενώ άφησε τον ομομήτριό του αδελφό Κωνσταντίνο να απολαμβάνει την ομορφιά των λειμώνων και τις τέρψεις των κυνηγίων και των λουτρών ο ίδιος έσπευσε στα σύνορα για να απαλλάξει την αυτοκρατορία από τους πέριξ εχθρούς, με κάθε κόστος.

Εικόνα: Ο Μιχαήλ Ψελλός ήταν Βυζαντινός λόγιος, φιλόσοφος, ιστορικός, ποιητής, ιατρός, αστρονόμος, διπλωμάτης, πολιτικός και συγγραφέας με επιβλητικό διδακτικό και συγγραφικό έργο σε όλους τους κλάδους των γραμμάτων και των επιστημών.

Τα πρώτα δύσκολα χρόνια.

Γεννήθηκε το 958 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν πορφυρογέννητος, δηλαδή γεννήθηκε ενώ ο πατέρας τους Ρωμανός Β΄ ήταν ήδη αυτοκράτορας. Μητέρα του ήταν η περίφημη για τα κάλλη της, την ανηθικότητά της και την υπέρμετρη φιλοδοξία της, Αναστασώ, κόρη ενός ταβερνιάρη που όταν έγινε αυτοκράτειρα, πήρε το όνομα Θεοφανώ. Απόγονος της λεγόμενης «Μακεδονικής δυναστείας», έλκει από τον πατέρα του ελληνική και αρμενική καταγωγή. Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι θεωρούσε πως είναι Ρωμαίος, όπως εξάλλου και όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας.

Το 960 και σε ηλικία μόλις δυο ετών στέφεται συναυτοκράτορας, μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο Η’, από τον πατέρα του. Όμως η μοίρα δεν του έμελλε να μεγαλώσει και να ανδρωθεί κάτω από την καθοδήγηση του πατέρα του. Κάτω από «ύποπτες» συνθήκες, το 963 μ.Χ, ο Ρωμανός Β΄ πεθαίνει και η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της αυτοκράτειρας, που ανέλαβε την αντιβασιλεία στη θέση των ανήλικων γιων της.

Δεν είναι διόλου απίθανο, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, η παμπόνηρη «Σπαρτιάτισσα» να γνώριζε ή και να συμμετείχε στη δολοφονία του πεθερού της, Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου, αλλά και του αυτοκράτορα Ρωμανού. Όπως γίνετε εύκολα αντιληπτό η Θεοφανώ δεν ήταν μια γυναίκα που περιοριζόταν στα «οικιακά» του παλατιού.

Μετα τον θάνατο του Ρωμανού, ο επικρατέστερος διεκδικητής του θρόνου ήταν ο Νικηφόρος από την μεγάλη οικογένεια των Φωκάδων. Όταν λοιπόν έγινε εμφανές πως η άνοδος του Φωκά στον θρόνο ήταν σίγουρη, η Θεοφανώ πρόσφερε το χέρι της στον βετεράνο στρατηγό, σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τα σχέδια του σφετεριστή του θρόνου, Ιωσήφ Βρίγγα. Έτσι ο Νικηφόρος συνδέθηκε με τη νόμιμη «Μακεδονική δυναστεία» και ως πατριός έγινε ο προστάτης των δυο νεαρών πορφυρογέννητων πριγκίπων, των οποίων τα δικαιώματα για το θρόνο παρέμεναν τυπικά άθικτα.

Η δολοφονία του Φωκά.

Ωστόσο, το βράδυ της 11ης Δεκεμβρίου 969 μ.Χ, η βασιλεία του Νικηφόρου Β΄ θα φτάσει στο άδοξο τέλος της. Πρωτεργάτης του «πραξικοπήματος» ήταν η ίδια η αυτοκράτειρα Θεοφανώ μαζί με τον εραστή της, τον διάσημο Ιωάννη Τζιμισκή, ανιψιό του Νικηφόρου. Τα μέλη της συνωμοσίας είχαν ορίσει την 10η Δεκεμβρίου ως την ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου τους για την δολοφονία του αυτοκράτορα. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Θεοφανώ είχε βοηθήσει στην είσοδο των υπολοίπων μελών κρυφά στο παλάτι ντύνοντας τους με γυναικεία ρούχα, κάτω από τα όποια έκρυβαν τα φονικά τους όπλα.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο όποιος είχε ηγετικό ρολό σε αυτήν την συνωμοσία, για να μην κινήσει υποψίες βρισκόταν στο Πέραν. Ωστόσο οι ενέργειες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες και έφτασαν στα αυτιά του Νικηφόρου. Αυτός ανήσυχος έστειλε τον Μιχαήλ, έναν από τους πιο έμπιστους ευνούχους του, όπως πίστευε, για να ερευνήσει το παλάτι. Αυτός όμως απ’ ότι φαίνεται είχε ταχθεί με το μέρος της Θεοφανούς και έτσι δεν ανέφερε τίποτα το ασυνήθιστο στον αυτοκράτορα.

Εικόνα: Ο Βασίλειος Β’ και ο πατριός του, Νικηφόρος Β΄ Φωκάς.

Τη νύχτα αυτή, όπως αναφέρεται από τον Λέοντα τον Διάκονο, μια τρομερή χιονοθύελλα είχε ξεσπάσει στην Πόλη. Οι συνεργάτες του Τσιμισκή φοβόντουσαν μήπως δεν κατάφερνε να διασχίσει εγκαίρως τον φουρτουνιασμένο Κεράτιο κόλπο καθώς επέβαινε σε μικρή βάρκα και δεν είχε δάδα αναμμένη, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς των τειχών. Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι, έτοιμος για δράση.

Ο αυτοκράτορας, ανυποψίαστος για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δίπλα του, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα, συνήθεια που είχε αποκτήσει όσο καιρό ήταν στρατιωτικός, σε μια γωνία του αυτοκρατορικού δωματίου. Την προκαθορισμένη ώρα οι συνωμότες οδηγημένοι από κάποιον έμπιστο του αυτοκράτορα βρέθηκαν στην κάμαρά του. Όταν είδαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι άδειο τους κυρίευσε τρόμος και πανικός γιατί πίστευαν ότι η συνωμοσία τους είχε αποκαλυφθεί και οι αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες τους είχαν στήσει παγίδα για να τους συλλάβουν την ώρα που θα εκτελούσαν την αποτρόπαια ενέργειά τους.

Τελικά τη λύση την έδωσε πάλι ο έμπιστος του Φωκά που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, δείχνοντας τους την σκοτεινή γωνία του δωματίου που κοιμόταν ο Νικηφόρος. Τότε ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης τράβηξε το ξίφος του και κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα στον αυτοκράτορα με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Την στιγμή αυτή φαίνεται να ξύπνησε ο Νικηφόρος και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξεφύγει, χτυπήθηκε στο πρόσωπο από το σπαθί του ταξίαρχου αλλά δεν σκοτώθηκε.

Στην τραγική κατάσταση που βρισκόταν, τυφλωμένος απ’ τα αίματα, ανήμπορος να αντιδράσει και εγκαταλελειμμένος από όλους, έστρεψε τις τελευταίες του ελπίδες στην Παναγία που τόσο ευλαβούταν. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Οι αυτοκρατορικοί φρουροί θορυβημένοι από τον φασαρία μπήκαν στην καμάρα. Όταν αντίκρισαν το ακέφαλο σώμα του Νικηφόρου μέσα σε μια λίμνη αίματος κατάλαβαν ότι είχαν φτάσει πολύ αργά.

Η επαύριον του εγκλήματος και οι αντιδράσεις.

Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας, Ιωάννη Τσιμισκή.

Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παρατεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο.

Εικόνα: Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς βασίλευσε από το 963 έως το 969. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην αναζωπύρωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα.

Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για τον Nικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή, «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».

Ο Πατριάρχης Πολύευκτος επέβαλε στον επίδοξο αυτοκράτορα να απομακρύνει τη Θεοφανώ και να τιμωρήσει τους δολοφόνους, δηλαδή τους συνεργούς του. Μόνο έτσι θα του επέτρεπε την είσοδο στην εκκλησία και θα τον έστεφε αυτοκράτορα. Θέλοντας και μη ο Τζιμισκής υποχώρησε. Η Θεοφανώ οδηγήθηκε στην εξορία από την οποία επέστρεψε, όταν ανέλαβαν οι γιοι της την εξουσία. Έτσι τελείωσε ο ιστορικός ρόλος αυτής της γυναίκας, η οποία κατέχει ιδιαίτερη θέση στη βυζαντινή ιστορία ως σύζυγος του Ρωμανού Β΄, ως σύζυγος και δολοφόνος του Νικηφόρου Φωκά, ως ερωμένη του Ιωάννη Τζιμισκή και ως μητέρα του Βασίλειου Β’.

Ένα πολύ επισφαλές «λειτούργημα».

Ο Τζιμισκής για να συνδεθεί με τη νόμιμη «Μακεδονική δυναστεία» παντρεύτηκε τη Θεοδώρα, θεία των δυο πριγκίπων πολύ προχωρημένης ηλικίας, και ανέλαβε τον ρόλο του προστάτη των δυο νεαρών πορφυρογέννητων διαδόχων, όπως είχε γίνει και με τον Νικηφόρο Φωκά. Έτσι λοιπόν ο  Βασίλειος σε ηλικία έντεκα ετών συνεχίζει να είναι μια μαριονέτα μέσα σ’ ένα παλάτι θεμελιωμένο με αίμα. Έπειτα από έξι χρόνια περίπου, στις 10 Ιανουαρίου του 976, ο Τζιμισκής, μετά από μια πραγματικά ένδοξη βασιλεία, προσβεβλημένος από μια θανατηφόρα ασθένεια, η κατ’ αλλους δηλητηριασμένος, θα έχει αναπάντεχο τέλος.

Αν και δεν είχαν θιγεί τα δικαιώματα των πορφυρογέννητων, στη συνείδηση των αριστοκρατών είχε σβήσει η ιδέα ότι ο θρόνος ανήκε στη δυναστεία των Μακεδόνων, ενώ εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένας κουνιάδος του Τζιμισκή, ο Βάρδας Σκληρός, ως επίδοξος διάδοχος του θρόνου. Έτσι, φάνηκε ότι η νόμιμη δυναστεία θα εξακολουθούσε να παίζει διακοσμητικό ρόλο που θα έπρεπε να αποδεχτεί το πεπρωμένο της, παρόλο που οι διάδοχοι είχαν φτάσει σε ηλικία δεκαοχτώ ετών ο Βασίλειος και δεκαέξι ο Κωνσταντίνος.

Με τον θάνατο του Τζιμισκή και έχοντας πολύ υποστήριξη από τον ευνούχο Βασίλειο, νόθου γιου του αυτοκράτορα Ρωμανού Α’ και προέδρου της Γερουσίας, οι νόμιμοι διάδοχοι θα αναλάβουν την εξουσία. Ο 18χρονος τότε Βασίλειος Β’ ανέλαβε πλέον τα καθήκοντα του αυτοκράτορα, με συναυτοκράτορα τον αδερφό του. Από τους δυο, ο Κωνσταντίνος Η΄ αποδείχτηκε ένας επιπόλαιος που πέρασε όλη του τη ζωή σε δαπανηρές διασκεδάσεις, ο Βασίλειος Β΄ με την απαράμιλλη ζωτικότητά του, τη σιδερένια θέληση και τη μοναδική του δυναμικότητα θα αποδειχτεί ίσως στον σπουδαιότερο βυζαντινό αυτοκράτορα, μια ηγετική φυσιογνωμία και ένας αληθινά μεγάλος πολιτικός.

Εικόνα: Ο Ιωάννης Τσιμισκής κατά την διάρκεια της εκστρατείας του στην Βουλγαρία.

Αν υπήρχαν γραφεία στοιχημάτων, κανένα δε θα έδινε πιθανότητες να μείνει στην εξουσία παραπάνω από μερικές εβδομάδες. Ένα δεκαοχτάχρονο παιδί εντελώς απροετοίμαστο για άσκηση εξουσίας. Από την παιδική του ηλικία τον προόριζαν να παρίσταται μόνο στις αυλικές τελετές και του συμπεριφέρονταν σαν ένα διακοσμητικό και στην ουσία περιττό εξάρτημα των ισχυρών σφετεριστών. Είδε μέσα στο παλάτι διαφθορά, συνομωσίες και δολοφονίες. Είδε την απύθμενη δίψα για κέρδος και δύναμη των πλούσιων γαιοκτημόνων αριστοκρατών. Κατανόησε την κατάσταση, αλλά έβλεπε πως οι εχθροί γύρω του ήταν πανίσχυροι. Οι πολύ δύσκολες στιγμές τον ωρίμασαν απότομα και χαλύβδωσαν τον χαρακτήρα του.

Οι εξεγέρσεις στα Ασιατικά θέματα και η συμμαχία με τους Ρως.

Ο Βασίλειος ήταν γενναίος στρατιώτης και εξαιρετικός ιππέας και έμελλε να αποδείξει ότι ήταν ισχυρός ηγέτης και ικανός στρατηγός. Στην αρχή δεν έδειξε την πλήρη έκταση της ενέργειάς του. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, η διοίκηση παρέμεινε στα χέρια του ευνούχου, Βασίλειου Λεκαπηνού. Ο Λεκαπηνός ήταν ένας πανούργος και προικισμένος άνθρωπος, ο οποίος ήλπιζε ότι οι νέοι αυτοκράτορες θα ήταν μαριονέτες του. Ο Βασίλειος περίμενε και παρακολουθούσε χωρίς να παρεμβαίνει, μαθαίνοντας όμως τις λεπτομέρειες των διοικητικών επιχειρήσεων και εμβαθύνοντας στη στρατιωτική επιστήμη.

Ακόμα και ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Ιωάννης Τσιμισκής, που ήταν εξαιρετικοί στρατιωτικοί, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν τόσο καλοί στη διοίκηση του κράτους. Προς το τέλος της βασιλείας του, ο Ιωάννης Τσιμισκής είχε προγραμματίσει καθυστερημένα να περιορίσει τη δύναμη των μεγάλων γαιοκτημόνων και ο θάνατός του, ο οποίος ήρθε αμέσως μετά την ομιλία του εναντίον τους, δημιούργησε φήμες ότι ο Τσιμισκής δηλητηριάστηκε από τον Βασίλειο Λεκαπηνό, ο οποίος είχε αποκτήσει παράνομα τεράστια ακίνητη περιουσία και φοβόταν την έρευνα και την τιμωρία του.

Ως αποτέλεσμα των αποτυχιών των άμεσων προκατόχων του, ο Βασίλειος Β’ βρέθηκε από την αρχή της βασιλείας του αντιμέτωπος μ’ ένα σοβαρό πρόβλημα καθώς δύο μέλη της πλούσιας στρατιωτικής ελίτ της Μικράς Ασίας, ο Βάρδας Σκληρός, παλαιότερα στενός συνεργάτης του Ιωάννη Τσιμισκή, και ο Βάρδας Φωκάς, διέθεσαν αρκετούς πόρους για να προβούν σε ανοικτές εξεγέρσεις εναντίον της κεντρικής εξουσίας. Το κύριο κίνητρο των δύο ανδρών, οι οποίοι ήταν έμπειροι αλλά αλληλοσυγκρουόμενοι στρατηγοί, ήταν να αναρριχηθούν στον αυτοκρατορικό θρόνο και να εκμηδενίσουν το ρόλο και την επιρροή του Βασίλειου.

Το καλοκαίρι του 976, τα στρατεύματα της Αναστολής ανακήρυξαν τον Βάρδα Σκληρό αυτοκράτορα. Ο Σκληρός προερχόταν από μια από τις πλουσιότερες και αρχαιότερες βυζαντινές οικογένειες της Ανατολίας. Επί Τζιμισκή είχε το ανώτατα αξίωμα του «Δομέστικου της Ανατολής». Με μια νικηφόρα προέλαση, αφού νίκησε όλους τους στρατηγούς που στάλθηκαν εναντίον του, στις αρχές του 978 θα πλησιάσει την πρωτεύουσα. Ο ευνούχος Βασίλειος τότε θα στραφεί στον Βάρδα Φωκά, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Νικηφόρου, έναν τολμηρό πολεμιστή. Ο Φωκάς θα νικήσει τον Σκληρό οριστικά τον Μάιο του 979, ο οποίος μετα την ήττα του θα καταφύγει στην αυλή του Χαλίφη.

Εικόνα: Ο Βάρδας Σκληρός ήταν Βυζαντινός στρατηγός που ηγήθηκε μιας ευρείας Ασιατικής επανάστασης κατά του Αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ το 976–979.

Λίγα χρόνια αργότερα, δημιουργήθηκε ρήξη ανάμεσα στον Βασίλειο Β΄ και τον ευνούχο Βασίλειο. Ο αυτοκράτορας νιώθοντας παραγκωνισμένος από τις συνεχείς επεμβάσεις στην εξουσία του αδελφού του παππού του τον έθεσε στο περιθώριο, αν και αυτός ήταν που του είχε «χαρίσει» τον θρόνο. Ο γερο – Βασίλειος σχεδίασε συνωμοσία εναντίον του «αχάριστου» προστατευόμενου του, αλλά συνελήφθη, δημεύθηκε η περιουσία του και εστάλη εξορία, όπου και πέθανε. Ουσιαστικά λοιπόν από το 985 μπορούμε να μιλήσουμε για μονοκρατορία του Βασίλειου Β΄.

Η Βαλκανική εκστρατεία.

Η πρώτη αυτόβουλη επιχείρηση του Βασίλειου Β΄ ήταν η «Βαλκανική εκστρατεία» του 986. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου στο Βυζάντιο, ξέσπασε επανάσταση, που μεταβλήθηκε σε απελευθερωτικό πόλεμο, στα εδάφη της Μακεδονίας υπό την αρχηγία των τεσσάρων Κομητοπούλων, των γιων δηλαδή του κόμη Νικολάου, διοικητή της επαρχίας της Μακεδονίας. Ας σημειώσουμε πως λίγα χρόνια πριν, ο Ιωάννης Τζιμισκής είχε διαλύσει τη Βουλγαρία και τη βουλγαρική εκκλησία.

Η ηγεσία και το τσαρικό στέμμα έλαχε στον νεότερο, τον Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ γίνεται ο ιδρυτής ενός ισχυρού τσαρικού κράτους με κέντρο τις Πρέσπες και αργότερα την Αχρίδα που θα συνενώσει τις περιοχές ως τη Θεσσαλονίκη, τα παλαιά εδάφη της Βουλγαρίας από τον Δούναβη ως τον Αίμο, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και μεγάλο τμήμα της σημερινής Αλβανίας.

Αυτό το κράτος θα θεωρηθεί και από τον Σαμουήλ και από τους Βυζαντινούς γενικά ως το βουλγαρικό, συνέχεια του κράτους του Συμεών και του Πέτρου. Όμως, στην ουσία κατά τη σύνθεση και το χαρακτήρα ήταν ένα καινούργιο και ιδιόμορφο κατασκεύασμα. Το κέντρο του είχε μετατεθεί στη δύση και στον νότο, στη Μακεδονία.

Ο Σαμουήλ θα ξεκινήσει το επεκτατικό του έργο προς τον νότο. Μετά από επιθέσεις στις Σέρρες και στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 986 θα καταλάβει τελικά τη Λάρισα. Ο Βασίλειος θα επιχειρήσει αντεπίθεση. Επικεφαλής ενός στρατού 30.000 ανδρών, θα βαδίσει προς τους «λόφους της Βουλγαρίας» και θα πολιορκήσει την Σερδική, τη γνωστή μας Σόφια, αλλά ο αυτοκρατορικός στρατός θα έχει τρομερές απώλειες.

Έχοντας την δυνατότητα να αντιληφθεί πως η πολιορκία ήταν ασύμφορη και ανησυχώντας για την αφοσίωση μερικών από τους κυβερνήτες του, ο Βασίλειος ήρε την πολιορκία και αποφάσισε να υποχωρήσει προς τη Θράκη. Όμως στις 17 Αυγούστου του 986, έπεσε σε ενέδρα στις «Πύλες του Τραϊανού» και υπέστη φοβερή ήττα, γεγονός που σημάδεψε για όλη του τη ζωή την πολιτική του απέναντι στους Βούλγαρους.

Εικόνα: O Σαμουήλ Β΄ ήταν Τσάρος της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας από το 997 έως τις 6 Οκτωβρίου του 1014.

Ο Βασίλειος, ίσα – ίσα, που κατάφερε να διαφύγει με τη βοήθεια του «Αγήματος των Βαράγγων» και προσπάθησε να καλύψει τις απώλειές του στρέφοντας τον αδελφό του Σαμουήλ, Ααρών, εναντίον του. Ο Ααρών δελεάστηκε από την πρόταση του Βασίλειου να του προσφέρει την αδελφή του, Άννα, σε γάμο, η ίδια που δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον Βλαδίμηρο του Κιέβου, αλλά οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν όταν ο Ααρών ανακάλυψε ότι η νύφη που του έστειλε ο Βασίλειος δεν ήταν η Άννα.

Το 987 όμως, ο Σαμουήλ εξουδετέρωσε τον Ααρών και τώρα ανενόχλητος θα διευρύνει εντυπωσιακά τα σύνορά του και προς Εύξεινο Πόντο και προς την Αδριατική, χωρίς κάποια ουσιαστική αντίσταση από την πλευρά της αυτοκρατορίας, διότι στο Βυζάντιο θα ξεσπάσει, για ακόμα μια φορά, νέος εμφύλιος πόλεμος.

Η επιστροφή του Σκληρού.

Η αποτυχία του αυτοκράτορα ενθάρρυνε την αριστοκρατία και έτσι στις αρχές του 987 θα εμφανιστεί και πάλι ο Βάρδας Σκληρός και θα ανακηρυχθεί εκ νέου αυτοκράτορας. Για μια ακόμα φορά όμως θα κληθεί και πάλι ο Βάρδας Φωκάς, που ως διοικητής του στρατού της Ασίας θα σταλεί να τον αντιμετωπίσει, αλλά αυτή τη φορά θα εξεγερθεί και την 15η Αυγούστου του 987 θα ανακηρυχθεί, και αυτός, αυτοκράτορας. Γύρω του θα συσπειρωθούν οι μεγαλοκτήμονες αριστοκράτες, στις επιδιώξεις των οποίων αποτελούσε εμπόδιο ο Βασίλειος Β’.

Οι δυο σφετεριστές έρχονται σε συνεννόηση και αποφασίζουν να διαιρέσουν την αυτοκρατορία. Ο Φωκάς θα έπαιρνε τα ευρωπαϊκά εδάφη με την Κωνσταντινούπολη και ο Σκληρός την Ασία. Αλλά ο Φωκάς έχοντας συνείδηση της υπεροχής του θα συλλάβει αιχμάλωτο τον Σκληρό. Στις αρχές του 988, ο νεοφερμένος μνηστήρας του θρόνου, εμφανίζεται έξω από την πρωτεύουσα και ετοιμάζεται για πολιορκία και από στεριά και από θάλασσα.

Η θέση του Βασίλειου Β΄ είναι απελπιστική και μόνο από εξωτερική βοήθεια μπορεί να σωθεί. Θα στραφεί έγκαιρα προς τον πρίγκιπα του Κιέβου, τον Βλαδίμηρο. Την άνοιξη του 988 θα εμφανιστεί μια ρωσική δύναμη από έξι χιλιάδες άντρες. Ήταν το περίφημο ρωσο – βαραγγικό πολεμικό άγημα, η λεγόμενη «Druzina».

Υπό την καθοδήγησή του ίδιου του αυτοκράτορα, οι επαναστάτες θα νικηθούν στη Χρυσούπολη και ο πόλεμος θα κριθεί οριστικά στις 13ης Απριλίου του 989 στη μάχη της Αβύδου με τον Βάρδα Φωκά να πεθαίνει, μάλλον από καρδιακή προσβολή. Μια νέα επανάσταση του Σκληρού θα τελειώσει με ειρηνικό συμβιβασμό, ενώ το ρωσο – βαραγγικό άγημα θα μείνει στην υπηρεσία του Βυζαντίου και θα ενισχύεται με τη συνεχή προσέλευση Βαράγγων και άλλων Νορμανδών και θα παίξει σπουδαίο ρόλο στον βυζαντινό στρατό, μετεξέλιξη του θα υπάρξει η «Βαράγγειος Φρουρά».

Το κόστος της ρωσικής βοήθειας ήταν το χέρι της αδελφής του αυτοκράτορα Άννας στον Βλαδίμηρο, με την προϋπόθεση ο ίδιος και ο λαός του να βαπτιστούν χριστιανοί. Ήταν μια μεγάλη παραχώρηση, αφού ποτέ πορφυρογέννητη πριγκίπισσα δεν παντρεύτηκε αλλόφυλο. Μάλιστα, μόλις πέρασε ο κίνδυνος, οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να ακυρώσουν τη συμφωνία, αλλά ο Βλαδίμηρος εισέβαλε στην Κριμαία και κατέλαβε τη Χερσώνα για να συμμορφωθούν.

Εικόνα: Απεικόνιση που δείχνει μια γυναίκα από το Θέμα Θρακησίων να σκοτώνει έναν Βάραγγο που επιχείρησε να τη βιάσει. Μετέπειτα οι σύντροφοί του, της δίνουν τα υπάρχοντά του.

Πάντως ο εκχριστιανισμός των Ρώσων είχε ανυπολόγιστο κέρδος για τους Βυζαντινούς. Το πιο μεγάλο σλαβικό κράτος βρέθηκε κάτω από την πνευματική κηδεμονία της Κωνσταντινούπολης, με την πολιτιστική ανάπτυξη της Ρωσίας να συντελείται υπό την επίδραση του Βυζαντίου.

Μετά λοιπόν από απεγνωσμένη πάλη και εξοντωτικούς εμφύλιους ο Βασίλειος είχε κατατροπώσει όλους τους εσωτερικούς εχθρούς. Ήταν ένα διάστημα δεκατριών ετών με δοκιμασίες και πίκρες που μετέβαλαν οριστικά τον Βασίλειο Β΄. Χάνοντας κάθε διάθεση για τις απολαύσεις της ζωής, μέσα στα γαλάζια του μάτια αντικατοπτρίζονταν η καχυποψία. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν, δεν ένιωσε αγάπη, δεν έκανε φίλους.

Έμεινε ανύπαντρος, ζώντας κλεισμένος στον εαυτό του και κυβέρνησε ολομόναχος την αυτοκρατορία, αποφεύγοντας κάθε συμβουλή. Ο τρόπος ζωής του ήταν του ασκητή ή του πολεμιστή. Η αυλική μεγαλοπρέπεια δεν τον συγκινούσε και δεν ασχολήθηκε με την τέχνη και την επιστήμη, αν και ήταν εγγονός του περίφημου λόγιου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Είχε έκφραση απλή και κοφτή, θα λέγαμε ωμή. Ορκισμένος εχθρός της αριστοκρατίας, ωστόσο δεν επιδίωξε την αγάπη του λαού. Απαιτούσε υπακοή, όχι αγάπη. Το βλέμμα του στράφηκε στον αγώνα εναντίον εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών.

Ο ιστορικός Μιχαήλ Ψελλός περιγράφει τον ηττημένο Σκληρό να συμβουλεύει τον αυτοκράτορα να καθαιρεί τους κυβερνήτες που γίνονται υπερβολικά περήφανοι, να μην αφήνει στους στρατηγούς που είναι σε εκστρατείες να έχουν πολλούς πόρους, να τους εξαντλεί με άδικες ενέργειες για να είναι απασχολημένοι συνεχώς με υποθέσεις, να μην επιτρέπει την παρουσία γυναικών στα αυτοκρατορικά συμβούλια, να μην είναι προσβάσιμος σε κανέναν και να μοιράζεται με λίγους τα προσωπικά του σχέδια. Ο Βασίλειος φαίνεται πως έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη του αυτή τη συμβουλή. Με δυο λόγια του είπε μην εμπιστεύεσαι κανέναν.

Έχοντας θέσει τέρμα στις εσωτερικές διαμάχες, ο Βασίλειος Β’ έστρεψε την προσοχή του σε άλλους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Οι βυζαντινοί εμφύλιοι πόλεμοι είχαν εξασθενήσει τη θέση της αυτοκρατορίας στα ανατολικά και οι κατακτήσεις του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή παρά λίγο να βρεθούν στα χέρια των Φατιμιδών. Μετά από δύο βαριές ήττες του δούκα της Αντιόχειας, Μιχαήλ Βούρτζη, το 992 και το 994, το Χαλέπι πολιορκήθηκε και η Αντιόχεια απειλήθηκε από το στρατό των Φατιμιδών.

Στήν Απάμεια της Συρίας ο Δαμιανός Δαλασσηνός είχε σκοτωθεί μαζί με έξι χιλιάδες στρατιώτες. Το θέαμα των νεκρών Ρωμιών κλόνισε τον Βασίλειο ο οποίος διέταξε την ταφή τους και έκτισε εκκλησία για να τιμήσει την μνήμη τους. Το 995, ο Βασίλειος Β’ μαζί με ένα στρατό 40.000 ανδρών και με 80.000 μουλάρια, ξεκίνησε εκστρατεία κατά των Φατιμιδών, ανακουφίζοντας το Χαλέπι.

Η ταχύτητα της αφίξεως του στρατού του Βασιλείου ήταν εντυπωσιακή για τα δεδομένα της εποχής. Σε δεκαπέντε μόλις μέρες ο στρατός του διέσχισε την απόσταση από τις χιονοσκέπαστες κορυφές της Μακεδονίας μέχρι τις ερήμους της Συρίας. Στη συνέχεια απέκτησε τον έλεγχο της πεδιάδας του Ορόντη και διεξάγοντας επιδρομές νοτιότερα, κατέλαβε όλες τις πόλεις από την Έμεσα μέχρι την Τρίπολη στο σημερινό Λίβανο.

Αν και δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να μπει στην Παλαιστίνη και να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ, ο Βασίλειος Β’ κατάφερε να ενσωματώσει στην αυτοκρατορία το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας. Κανένας αυτοκράτορας από την εποχή του Ηράκλειου δεν κατάφερε να κρατήσει αυτά τα εδάφη, τα οποία παρέμειναν μέρος της αυτοκρατορίας για τα επόμενα 75 χρόνια.

Εικόνα: Ο Βασίλειος Β΄ και ο Κωνσταντίνος Η’.

Το Βουλγαρικό «πρόβλημα».

Τα χρόνια που ο Βασίλειος ήταν απασχολημένος με τις εσωτερικές εξεγέρσεις και την ανάκτηση των ανατολικών συνόρων, ο Σαμουήλ επέκτεινε την κυριαρχία του από την Αδριατική θάλασσα μέχρι τον Εύξεινο Πόντο ανακτώντας τα περισσότερα εδάφη που είχε η Βουλγαρία πριν την εισβολή του Σβιατοσλάβου Α’ του Κιέβου. Επίσης ήταν επικεφαλής καταστροφικών επιδρομών στην κεντρική Ελλάδα, που αποτελούσε μέρος της βυζαντινής επικράτειας.

Όμως, το 996 ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός επέτυχε συντριπτική νίκη ενάντια στο βουλγαρικό στρατό στη Μάχη του Σπερχειού. Ωστόσο ο Σαμουήλ και ο γιος του, Γαβριήλ – Ρωμανός, κατάφεραν να διαφύγουν. Από το έτος 1000, ο Βασίλειος Β’ ήταν ελεύθερος πλέον να επικεντρωθεί σε έναν πόλεμο κατά της Βουλγαρίας, έναν πόλεμο τον οποίο προσέγγισε με επιμονή και στρατηγική διορατικότητα. Εκείνη τη χρονιά, ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας κατέλαβε την Πρεσλάβα, την παλιά πρωτεύουσα της Βουλγαρίας.

Το 1001 ο ίδιος ο Βασίλειος κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο στις πόλεις Βοδενά, Βέροια και Σέρβια. Την επόμενη χρονιά, έχοντας ως βάση τη Φιλιππούπολη, κατέλαβε τη στρατιωτική οδό από τον δυτικό Αίμο έως το Δούναβη, περικόπτοντας έτσι την επικοινωνία μεταξύ της Μακεδονίας και Μοισίας. Μετά από αυτή την επιτυχία, πολιόρκησε το Βιδίνιο, γνωστό σήμερα ως Βίντιν, το οποίο τελικά έπεσε μετά από παρατεταμένη αντίσταση. Ο Σαμουήλ αντέδρασε στη βυζαντινή εκστρατεία με ένα τολμηρό χτύπημα.

Ξεκίνησε μία μεγάλης κλίμακας επιδρομή στην καρδιά της βυζαντινής Θράκης, επιτιθέμενος στην Αδριανούπολη. Επιστρέφοντας στην έδρα του με τα λάφυρα, ο Σαμουήλ αναχαιτίστηκε κοντά στα Σκόπια από τον βυζαντινό στρατό που διοικούσε ο αυτοκράτορας. Οι δυνάμεις του Βασίλειου εισέβαλαν στο βουλγαρικό στρατόπεδο, νικώντας τους Βούλγαρους συντριπτικά και ανακτώντας τα λάφυρα της Αδριανούπολης.

Τα Σκόπια παραδόθηκαν λίγο μετά τη μάχη και ο κυβερνήτης τους αντιμετωπίστηκε με ευγένεια από τον αυτοκράτορα. Το 1005, ο κυβερνήτης του Δυρραχίου παρέδωσε την πόλη του στους Βυζαντινούς. Η προσάρτηση του Δυρραχίου ολοκλήρωσε την απομόνωση του Σαμουήλ στα υψίπεδα της δυτικής Μακεδονίας. Ο Σαμουήλ εξαναγκάστηκε σε μία εξ ολοκλήρου αμυντική στάση ενισχύοντας τα περάσματα και τους δρόμους των εδαφών που βρίσκονταν ακόμα στην κατοχή του.

Η μάχη στο «Κλειδί» και η «τιμωρία» των αιχμαλώτων.

Κατά τα επόμενα χρόνια, μειώθηκε η επιθετικότητα των Βυζαντινών και δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά γεγονότα, αν και το 1009 μία προσπάθεια αντεπίθεσης των Βούλγαρων αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από τους Βυζαντινούς σε μία μάχη που διεξήχθη στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Το 1014, ο Βασίλειος ήταν έτοιμος να ξεκινήσει μία εκστρατεία με στόχο την εξάλειψη της αντίστασης των Βουλγάρων.

Ο Σαμουήλ ήξερε πώς οι Βυζαντινοί θα επιτίθονταν στη χώρα του από τις ορεινές περιοχές. Οι Βούλγαροι έχτισαν τάφρους κατά μήκος των συνόρων τους, ειδικά στο πέρασμα του «Κλειδίου» στον Στρυμόνα, καθώς αυτό οδηγούσε στην καρδιά της Βουλγαρίας. Ο Σαμουήλ οχύρωσε περισσότερο την οροσειρά Μπέλλες και το Κάστρο στον Στρυμόνα. Ο ποταμός του Στρυμόνα ήταν ιδανικό μέρος για επιθέσεις και χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές από τους Βυζαντινούς.

Ωστόσο, ο Σαμουήλ επέλεξε τον Στρυμόνα για αμυντική τακτική, μιας και βρισκόταν στον δρόμο από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τη Θράκη, στα ανατολικά και μέχρι την Οχρίδα, στα δυτικά. Τέλος το σημείο αυτό των συνόρων φυλάσσονταν από μεγάλες βουλγαρικές δυνάμεις.

Ο Σαμουήλ αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Βασίλειο Β’ και τον στρατό του στο Κλειδί, όχι μόνο λόγω των ηττών στα πεδία της μάχης, αλλά και λόγω των ανησυχιών σχετικά με την εποπτεία του μεταξύ της αριστοκρατίας, η οποία είχε αποδυναμωθεί από τις εκστρατείες του Βασιλείου. Για να αντιμετωπίσει τη βυζαντινή απειλή, ο Σαμουήλ συγκέντρωσε 45.000 στρατιώτες. Ο Βασίλειος Β’ επίσης συγκέντρωσε ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτών και όρισε διοικητή τον Νικηφόρο Ξιφία, ο οποίος είχε καταλάβει τις παλαιές βουλγαρικές πρωτεύουσες Πλίσκα και Πρεσλάβ, το 1001.

Εικόνα: Η Βουλγαρική Αυτοκρατορία γύρω στα 960, πριν από τους πολέμους με Ρως και Βυζαντινούς.

Ο βυζαντινός στρατός έφθασε από την Κωνσταντινούπολη και περνώντας από την Κομοτηνή, τη Δράμα και τις Σέρρες έφθασε στο χωριό του Κλειδίου στον ποταμό Στρυμόνα. Εκεί, βρήκε τους Βούλγαρους οχυρωμένους πίσω από ένα ξύλινο τείχος, συνεπικουρούμενο από πολλές άλλες οχυρώσεις. Οι αυτοκρατορικοί επιτέθηκαν αμέσως, αλλά έπειτα από σύντομο διάστημα, υποχώρησαν με βαριές απώλειες.

Ο Σαμουήλ, για να απομακρύνει τον Βασίλειο από το πεδίο της μάχης, έστειλε μεγάλο τμήμα του στρατού του στη Νεστορίτσα. Οι Βούλγαροι προσπερνώντας την Νεστορίτσα έφθασαν ως τη Θεσσαλονίκη, αλλά υπέστησαν πανωλεθρία από τον στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη και από τον γιο του, Μιχαήλ. Ο Θεοφύλακτος αιχμαλώτισε πολλούς Βούλγαρους, ο οποίος μετα την μάχη, βάδισε βόρεια για να συναντήσει τον στρατό του αυτοκράτορα.

Η πρώτη απόπειρα του Βασιλείου για να συντρίψει τους υπερασπιστές του περάσματος ήταν ανεπιτυχής, καθώς ο αριθμός των αμυνόμενων ανέρχονταν στους 20.000 Βούλγαρους. Παρά τις δυσκολίες, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας αρνήθηκε να σταματήσει την επίθεση. Διέταξε τον Νικηφόρο Ξιφία να μεταφέρει τα σώματα του στο Βελάσιο, για να περικυκλώσει τους Βούλγαρους, όσο ο υπόλοιπος βυζαντινός στρατός θα πολιορκούσε το τείχος. Ο Ξιφίας οδήγησε τα σώματα του σε ένα μονοπάτι, πίσω από τις θέσεις των Βουλγάρων.

Στις 29 Ιουλίου, ο Ξιφίας επιτέθηκε στους Βούλγαρους, αφού τους περικύκλωσε. Οι Βούλγαροι στρατιώτες άφησαν το οχυρό και κατευθύνθηκαν να αντιμετωπίσουν τη νέα απειλή, δίνοντας στον Βασίλειο την ευκαιρία να επιτεθεί και να καταστρέψει το τείχος. Εξαιτίας της σύγχυσης που επικρατούσε στο πεδίο της μάχης, πολλά βουλγαρικά σώματα καταστράφηκαν, ενώ τα υπόλοιπα απεγνωσμένα προσπαθούσαν να φύγουν στη Δύση.

Ο Σαμουήλ και ο γιος του, Γαβριήλ, κατευθύνθηκαν στα ανατολικά από το οχυρό τους στη Στρώμνιτσα, αλλά καταστράφηκαν στις μάχες στο Μοκριέβο. Πολλοί Βούλγαροι στρατιώτες σκοτώθηκαν και άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Ο Αυτοκράτορας Σαμουήλ σώθηκε χάρη στην ανδρεία του γιου του και με ασφάλεια έφθασαν στο Πρίλεπ. Από το Πρίλεπ, ο Σαμουήλ έφθασε στην Πρέσπα ενώ ο γιος του κατευθύνθηκε στη Στρώμνιτσα για να συνεχίσει την αντίσταση.

Για τον Βασίλειο η μάχη στο Κλειδί ήταν ορόσημο. Πολεμούσε τους Βουλγάρους περισσότερα από είκοσι συναπτά έτη, ο πόλεμος έπρεπε πλέον να λάβει τέλος. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με μια σκληρή απόφαση σχετικά με την τύχη των πολυάριθμων Βουλγάρων αιχμαλώτων. Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε αμέσως μετά τη μάχη το συμβούλιο των στρατηγών του. Η πρότασή τους ήταν σχεδόν ομόφωνη, «η τιμωρία που άρμοζε στους αιχμαλώτους ήταν ο θάνατος». Ελάχιστοι στρατηγοί αντιπρότειναν να πουληθούν οι αιχμάλωτοι σε σκλαβοπάζαρα.

Ο αυτοκράτορας ωστόσο έκρινε πως ο θάνατος με όποια μορφή ήταν μια ποινή που γρήγορα θα ξεχνιόταν, ενώ το να πουληθούν σε σκλαβοπάζαρα δεν θα παραδειγμάτιζε καθόλου τους Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι ήταν σκληρός και αδυσώπητος λαός, δεν είχαν καμφθεί από τόσες ήττες χρόνια τώρα, η δήωση, η σφαγή και η καταστροφή έμοιαζαν να είναι στη φύση τους.

Οι χρονικογράφοι της εποχής μαρτυρούν ότι ο αυτοκράτορας ταλαντεύτηκε στην απόφασή του και προβληματίστηκε εξαιρετικά. Βαρύνοντα ρόλο πάντως δεν έπαιξε η εκδίκηση για τον θάνατο χιλιάδων στρατιωτών και συμπολεμιστών του επί σειρά ετών αλλά η σκέψη της ανασύνταξης του Σαμουήλ που είχε διαφύγει και που σε τακτά διαστήματα κατόρθωνε, παρά τα πλήγματα και την ταπείνωση κάθε ήττας, να αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του και να συνεχίζει τον πόλεμο επί τριάντα σχεδόν έτη.

Εικόνα: Η νίκη των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων στη Μάχη του Κλειδίου και ο θάνατος του Σαμουήλ.

Ο Βασίλειος ήταν πεπεισμένος ότι έπρεπε να καταφέρει προσωπικό πλήγμα κατά του αντίπαλου ηγέτη, πλήγμα ικανό να τον καταρρακώσει ψυχικά και να τον υποτάξει οριστικά. Επέλεξε την τύφλωση των αιχμαλώτων, θέλοντας να καταστήσει σαφές ότι ήταν αδίστακτος σε ό,τι αφορούσε τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας και ότι δεν θα ορρωδούσε προ ουδενός προκειμένου να συντρίψει τη βουλγαρική αντίσταση μέχρι τέλους.

Μπροστά σε ολόκληρο τον στρατό του και αφού συνεχάρη και επιβράβευσε τους στρατιώτες του για την ανδρεία τους στη μάχη, διέταξε την τύφλωση των Βουλγάρων αιχμαλώτων. Οι Βυζαντινοί χώριζαν τους αιχμαλώτους σε ομάδες των εκατό, και ανά χίλιους τους οδηγούσαν σε ειδικό χώρο του στρατοπέδου, όπου, αφού τους έδεναν και με πυρωμένα στη φωτιά σίδερα, τύφλωναν τους ενενήντα εννέα και από τα δύο τους μάτια, ενώ τον εκατοστό μόνο από το ένα, ούτως ώστε να χρησιμεύσει, μονόφθαλμος ων, ως οδηγός των υπολοίπων.

Αμέσως μετά την τιμωρία τους οι αιχμάλωτοι αφήνονταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στον διασωθέντα τσάρο τους. Το πλήγμα ήταν όντως τραγικό για τον τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος, ήδη καταρρακωμένος από το μέγεθος της συντριβής, ανέμενε τις ειδήσεις για την τύχη των αιχμαλώτων. Το βουλγαρικό «φουσάτο» αριθμούσε 30.000 άνδρες πριν από την αναμέτρηση, περίπου χίλιοι κατάφεραν να σωθούν μετά τη μάχη και να διαφύγουν, εκ των οποίων δώδεκα μόνο από την προσωπική φρουρά του Σαμουήλ.

Οι βουλγαρικές πηγές ιστορούν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε μέγα πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Οι χιλιάδες τυφλοί αδυνατούσαν να πορευθούν συντεταγμένα, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται, να συμπαρασύρουν τους συμπολεμιστές τους και να πορεύονται ουρλιάζοντας και βογκώντας προς την πόλη τους. Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση αυτή του φρικτού θεάματος και δύο μέρες μετά ξεψύχησε από τη συντριβή και τον ψυχικό κλονισμό.

Ανεξάρτητα όμως από την αλληλουχία των ιστορικών γεγονότων, η αναμφισβήτητα ανηλεής πράξη αυτή του Βασίλειου, που του προσέδωσε άλλωστε το επίθετο «Βουλγαροκτόνος», δεν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κρίσης και κριτικής μόνο με βάση τα σύγχρονα κριτήρια, κυρίως τον συναισθηματικό αποτροπιασμό που προκαλεί σήμερα η μεταχείριση αυτή των αιχμαλώτων σε σχέση με τις ισχύουσες αρχές του δικαίου του πολέμου.

Αντίθετα, η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε ως ποινή κολασμού τόσο την τύφλωση όσο και τον ακρωτηριασμό για κάθε βυζαντινό πολίτη που θα προέβαινε σε επαναστατική ενέργεια, συνωμοσία ή στάση κατά της νόμιμης βυζαντινής εξουσίας, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας.

Συνακόλουθα, ο Βασίλειος αντιμετώπισε και τιμώρησε τους βούλγαρους αιχμαλώτους, όχι ως εχθρούς της Αυτοκρατορίας αλλά ως υπηκόους του και βυζαντινούς πολίτες που είχαν επαναστατήσει, δεδομένου ότι ήδη από το 971 το σύνολο της σημερινής βουλγαρικής επικράτειας είχε κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και υπαχθεί στη βυζαντινή διοίκηση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες ιστορικές πηγές, όπως ο Κεδρηνός, αμφισβητούν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων που τυφλώθηκαν ήταν 15.000, ενώ κάποιοι χρονογράφοι της εποχής δεν διστάζουν να εκφράσουν επιφυλάξεις για το όλο γεγονός θεωρώντας ότι το μίσος και η ένταση μεταξύ των δύο εθνών ήταν τέτοια ώστε ήταν δυνατόν πράξεις εκδίκησης να διογκωθούν και να λάβουν άλλες διαστάσεις. Με την άποψη αυτή συνάδει άλλωστε και η επισήμανση ότι το επίθετο «Βουλγαροκτόνος», που αποδόθηκε στον Βασίλειο εξαιτίας της τύφλωσης των Βούλγαρων, προϋποθέτει θανάτωση και όχι τύφλωση.

Εικόνα: Οι Βούλγαροι ενεδρεύουν και σκοτώνουν τον κυβερνήτη της Θεσσαλονίκης, δούκα Γρηγόριο Ταρωνίτη.

Βούλγαροι τέλος.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Βασίλειος δικαιώθηκε, καθώς ο θάνατος του Σαμουήλ επέφερε εξασθένηση της βουλγαρικής ισχύος. Ο γιος του Γαβριήλ – Ρωμανός, που τον διαδέχθηκε, δεν είχε ούτε τη σύνεση ούτε την ηγετική προσωπικότητα του πατέρα του, με αποτέλεσμα να ατονήσει η βουλγαρική επιθετικότητα. Παρά τη μεγαλειώδη νίκη στο Κλειδί, ο Βασίλειος δεν εφησύχασε.

Στόχος του ήταν η οριστική κατάλυση του βουλγαρικού κράτους, η παράδοση της πρωτεύουσας Αχρίδας και η πλήρης υποταγή των διαδόχων του Σαμουήλ. Έτσι, έδωσε άμεσα διαταγή στον στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη να κατευθυνθεί προς τη Στρούμνιτζα, να καταλάβει την πόλη και να διανοίξει την οδό επικοινωνίας με τη Θεσσαλονίκη.

Η πολιορκία της πόλης όμως δεν είχε άμεσα αίσια έκβαση και ο Βοτανειάτης έλαβε εντολή να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Στον δρόμο της επιστροφής όμως προς τη Συμβασιλεύουσα, καθώς διέσχιζε με τον στρατό του μια στενή χαράδρα, δέχθηκε επίθεση. Οι Βούλγαροι σφυροκόπησαν τους Βυζαντινούς από παντού, τραυμάτισαν θανάσιμα τον Βοτανειάτη και διέλυσαν το τμήμα του. Η ήττα ήταν σημαίνουσα, καθώς σε σύνολο πέντε χιλιάδων στρατιωτών μόλις δύο χιλιάδες κατόρθωσαν να γλιτώσουν τη σφαγή ή την αιχμαλωσία.

Ο αυτοκράτορας, με την είδηση της καταστροφής αυτής, οργισμένος αποφάσισε να κινηθεί κατά του φρουρίου του Μελενίκου, το οποίο παραδόθηκε αμαχητί. Εν συνεχεία, κατευθύνθηκε προς την Πελαγονία, όπου κατέλαβε το Βιτόλιο και τα Στύπεια και έφθασε στο Πρίλαπο, του οποίου η πολιορκία δεν διήρκεσε πολύ, καθώς και αυτό παραδόθηκε γρήγορα. Ο χειμώνας όμως εμπόδιζε τον αυτοκράτορα να ολοκληρώσει τα σχέδιά του που προέβλεπαν κατάληψη της Καστοριάς και των Πρεσπών και οριστική συντριβή των Βουλγάρων, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Βασίλειος ξεκίνησε πάλι την άνοιξη του 1016 για την Έδεσσα, η οποία είχε στασιάσει και ήταν ξανά υπό βουλγαρική κατοχή. Αφού την ανακατέλαβε, πολιόρκησε τα Μογλενά που αντιστάθηκαν σθεναρά για ημέρες. Η πολιορκία έδειχνε να έχει διάρκεια, το πείσμα όμως του αυτοκράτορα ήταν τέτοιο, ώστε διέταξε να γυρίσουν οι στρατιώτες του το ρεύμα του ποταμού που γέμιζε με τα νερά του τη βαθιά τάφρο γύρω από το φρούριο των Μογλενών, αποξέρανε την τάφρο, ενώ οι μηχανικοί του έσκαψαν τα θεμέλια του φρουρίου, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα του να γκρεμιστεί. Έντρομοι οι Βούλγαροι, άνοιξαν τις πύλες του φρουρίου και παραδόθηκαν.

Οι αιχμάλωτοι ήταν χιλιάδες. Ο Βασίλειος τους εξόρισε στην Ανατολική Αρμενία, στα περσικά σύνορα, στο λεγόμενο Βασπουρακάν. Αφού πυρπόλησε το φρούριο των Μογλενών, κατέλαβε το γειτονικό φρούριο των Ενωτίων, όπου έλαβε την είδηση ότι δολοφονήθηκε ο τσάρος Γαβριήλ και στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο πρώτος εξάδελφός του Ιωάννης Βραδισλάβος. Ο νέος τσάρος ζήτησε από τον Βασίλειο να δεχθεί την άνευ όρων υποταγή του.

Βέβαια η πρόταση του Ιωάννη Βραδισλάβου ήταν παραπλανητική, διότι στην πράξη επιζητούσε μόνο να κερδίσει χρόνο προκειμένου να ανασυντάξει αρκετό στρατό. Τότε ο Βασίλειος εξοργισμένος αποφάσισε ότι η μόνη ικανοποιητική εκδίκηση ήταν η κατάληψη της Αχρίδας. Η πόλη δεν αντιστάθηκε στον αυτοκρατορικό στρατό και ο Βασίλειος επικεφαλής την κυρίευσε.

Εικόνα: Μικρογραφία του Βασιλείου Β’, από χειρόγραφο ψαλτήρι του 11ου αιώνα.

Παράλληλα, ο στρατηγός Αριανίτης είχε καταλάβει τη Στρούμνιτζα και τη Θερμίτζα, ενώ ο Νικηφόρος Ξιφίας κυρίευσε τα φρούρια γύρω από την Τριαδίτσα. Δεν είχε όμως ακόμη φθάσει η ώρα της αμετάκλητης υποταγής των Βουλγάρων. Ο στρατηγός Ιβατζής, έμπιστος του Σαμουήλ, είχε στήσει ενέδρα και εξόντωσε ένα τμήμα του αυτοκρατορικού στρατού στην Πελαγονία. Ο Βασίλειος απάντησε χτυπώντας τον Λόγγο και τη Σέταινα, νέα όμως ενέδρα του Ιωάννη σε τμήμα του βυζαντινού στρατού, που διοικούσε ο Κατεπάνω Κωνσταντίνος Διογένης, τον έστειλε προς βοήθεια του Διογένη.

Με την παροιμιώδη φράση του «όστις πολεμιστής ακολουθήτω μοι», έφιππος όρμησε μόνος να συντρέξει τον Διογένη, ενώ το αυτοκρατορικό «φουσάτο» τον ακολουθούσε. Μόνη η εμφάνισή του στο πεδίο της μάχης έσπειρε τον πανικό στους Βουλγάρους και έγειρε την πλάστιγγα της νίκης προς το βυζαντινό στρατόπεδο.

Το 1018 σήμανε την οριστική κρίση του αγώνα κατά των Βουλγάρων. Ο τσάρος Ιωάννης, ενώ πολιορκούσε το Δυρράχιο, δολοφονήθηκε. Παράλληλα, ο στρατηγός του Σαμουήλ Κρακράς έστειλε αγγελιοφόρο στον Βασίλειο, παραδίδοντάς του το Περνίκο και άλλα 35 φρούρια. Στην Αδριανούπολη κατέφθασαν νέοι αγγελιοφόροι που του παρέδωσαν και άλλα φρούρια της Πελαγονίας, ενώ ακολούθησε η παράδοση της κραταιάς Στρούμνιτζας.

Τότε ο αυτοκράτορας δέχθηκε επιστολή παράδοσης και της τσαρίνας Μαρίας, χήρας του Ιωάννη, που του παρέδιδε τον θρόνο και τα δικαιώματά της, ζητώντας μόνο την εξασφάλιση της ζωής των παιδιών της. Ταυτόχρονα ο τοπάρχης Πρεσπών και Καστοριάς παρέδωσε στον Βασίλειο τα κλειδιά των πόλεων της περιοχής του. Η λήξη του πολέμου σήμανε με τη θριαμβευτική είσοδο του Βασιλείου στην Αχρίδα, τροπαιοφόρου αυτή τη φορά και την παράδοση της πόλης.

Ο αυτοκράτορας όρισε διοικητή της πόλης τον Ευστάθιο Δαφνομήλη και αναχώρησε για τις Πρέσπες, και μετά για τη Δεάβολη, οργανώνοντας την εξόντωση του Ιβατζή, του τελευταίου Βουλγάρου στρατηγού που δεν είχε ακόμη υποταχθεί. Ο Ιβατζής, ασκώντας παρελκυστική πολιτική, καθυστερούσε να απαντήσει στον Βασίλειο, προσπαθώντας παράλληλα να σχηματίσει εκ νέου στρατό και να αντεπιτεθεί στους Βυζαντινούς.

Η λύση όμως δόθηκε από τον στρατηγό Δαφνομήλη, ο οποίος προσποιούμενος τον αποστάτη προσήλθε μόνος στο φρούριο του Ιβατζή, τον παραπλάνησε, τον τύφλωσε και στη συνέχεια κατόρθωσε να πείσει τους υπόλοιπους Βουλγάρους να παραδοθούν με την απειλή της ανηλεούς εκδίκησης του Βασιλείου. Στη Δεάβολη παραδόθηκε και ο Νικολιτζάς, ο έτερος Βούλγαρος προδότης, ζητώντας συγχώρεση, αλλά ο Βασίλειος, ενθυμούμενος τις προδοσίες του, τον φυλάκισε στη Θεσσαλονίκη.

Χρειάστηκαν τριάντα έξι χρόνια αδιάκοπων αγώνων για να υποταγούν οι Βούλγαροι τελικά το 1018. Ο αυτοκράτορας, νικητής, αποφάσισε να ολοκληρώσει την πορεία του επισκεπτόμενος ένδοξους Ελλαδικούς τόπους, τον Σπερχειό, τις Θερμοπύλες, τη Θήβα, την Αθήνα, όπου σταμάτησε για να προσκυνήσει στον Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε Ναό της Παναγίας.

Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στόλος του, επιβιβάστηκε στα καράβια και έπλευσε στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά τον Ιανουάριο του 1019 εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, από τη «Χρυσή Πύλη», έχοντας νικήσει οριστικά τους Βουλγάρους και έχοντας αποκαταστήσει τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα όρια της εποχής του Ιουστινιανού.

Εικόνα: Χάρτης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1025, κατά το θάνατο του Βασιλείου Β’.

Στεφανωμένος με χρυσό στεφάνι και όρθιος πάνω σε μεγαλόπρεπο άρμα, δικαιωματικά θεωρήθηκε ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της Μακεδονικής Δυναστείας, ενώ η βασιλεία του αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες περιόδους ακμής και ισχύος μέσα στη χιλιετή βυζαντινή ιστορία.

Ο Βασίλειος Β’ έδειξε τις ικανότητές του στην πολιτική, δίνοντας στους πρώην ηγέτες των Βουλγάρων τίτλους, θέσεις στην επαρχιακή διοίκηση και σημαντικά πόστα στο στρατό. Στις δε βουλγαρικές επαρχίες χορήγησε πλήρη πολιτική και εκκλησιαστική αυτονομία. Μ’ αυτό τον τρόπο προσπάθησε να απορροφήσει τη βουλγαρική ελίτ στη βυζαντινή κοινωνία.

Επίσης, η Βουλγαρία δεν είχε ανεπτυγμένη τη νομισματική οικονομία στον ίδιο βαθμό που υπήρχε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο Βασίλειος πήρε τη σοφή απόφαση να δεχθεί τις πληρωμές των φόρων σε είδος. Οι διάδοχοι του Βασίλειου άλλαξαν την πολιτική αυτή, γεγονός που δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια στη Βουλγαρία και οδήγησε αργότερα σε εξέγερση.

Το τέλος των ημερών του Αυτοκράτορα.

Ο Βασίλειος Β’ επέστρεψε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια επιτέθηκε ανατολικά προσαρτώντας εδάφη της σημερινής Γεωργίας και της Αρμενίας. Επίσης ενίσχυσε τα σύνορα σ’ αυτές τις ορεινές περιοχές κατά τρόπο που θα μπορούσαν να αποδειχθούν αποτελεσματικά ενάντια στις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, εάν οι διάδοχοί του ήταν ικανοί. Εν τω μεταξύ, άλλες βυζαντινές δυνάμεις νίκησαν τους Λογγοβάρδους και επανάκτησαν μεγάλο μέρος της νότιας Ιταλίας, της οποίας ο έλεγχος είχε χαθεί από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία για πάνω από 150 χρόνια.

Επιστρέφοντας ο Βασίλειος από την πετυχημένη εκστρατεία του στην Γεωργία και Αρμενία, σταμάτησε στην Καππαδοκία, στο «Θέμα του Χαρσιανού», όπου τον υποδέχτηκε ο πολύ πλούσιος άρχοντας, ονόματι Ευστάθιος Μαλεϊνός. Η τόσο πλούσια φιλοξενία και γεμάτη χλιδή περιποίηση του Μαλεϊνού προβλημάτισε τον Βασιλέα, ο οποίος δεν είχε ξεχάσει τις συμβουλές του γέροντα Σκληρού. Εξανάγκασε λοιπόν τον πλούσιο άρχοντα να τον συνοδεύσει στην Βασιλεύουσα όπου παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.

Εικόνα: Νίκη των Βυζαντινών επί των Βουλγάρων.

Στις 15 Δεκεμβρίου του 1025, έχοντας περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του πολεμώντας, ο Βασίλειος Β’ απέπλευσε από τον μάταιο τούτο κόσμο, σε ηλικία 67 ετών. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο ο Βασίλειος Β’ έπρεπε να ταφεί στην τελευταία διαθέσιμη σαρκοφάγο της ροτόντας του Μέγα Κωνσταντίνου στο Ναό των Αγίων Αποστόλων. Ωστόσο ο ίδιος είχε ζητήσει από τον αδελφό του και διάδοχο Κωνσταντίνο Η’ να ταφεί χωρίς πομπές και επισημότητες στο Ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην περιοχή Έβδομον, έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Η επιγραφή στο μνήμα του είναι σήμερα άγνωστης πατρότητας και χρονολογίας, ενώ είναι γνωστή σε εμάς μέσω χειρογράφων που σώθηκαν. Χαρακτηριστικά αναφέρει.

Στίχοι ἐπιτάφιοι εἰς τὸν τάφον κυροῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου καὶ βασιλέως.

ἄλλοι μὲν ἄλλῃ τῶν πάλαι βασιλέων

αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους,

ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,

ἵστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου

καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων

οὓς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὓς ἐκαρτέρουν•

οὐ γάρ τις εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,

ἀφ’ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με

αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα•

ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τὸν ζωῆς χρόνον

Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς Νέας ἐρυόμην

ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς ἑσπέραν,

ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς ἕω,

ἱστῶν τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία•

καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,

σὺν οἷς Ἀβασγός, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ•

καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον

εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγίας.

Εικόνα: Τα ερείπια της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στο ομώνυμο νησάκι της Μικρής Πρέσπας, όπου βρέθηκε ο τάφος του Σαμουήλ.

Η παρακαταθήκη της ζωής του Αυτοκράτορα.

Όταν οι Έλληνες ανέκτησαν την Πόλη, από τούς Λατίνους, το 1261, βρήκαν στο νεκροταφείο πεταμένο, ένα σκελετό στον οποίο οι Φράγκοι είχαν βάλει περιπαικτικά στο στόμα μία φλογέρα. Δίπλα στον σκελετό, ήταν παραβιασμένος και συλημένος ένας τάφος με μία επιγραφή πού έγραφε, «ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΙΣΤΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ».

Αυτός λοιπόν ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, πού έμελλε να δώσει στο Ελληνικό Μεσαιωνικό κράτος την μεγαλύτερη δόξα πού γνώρισε ποτέ. Ήταν ο άνθρωπος πού πολεμώντας στην πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τα βαθιά του γεράματα, έσωσε την Μακεδονία από τούς Βούλγαρους εισβολείς, ήταν ο άνθρωπος πού απώθησε τούς Άραβες και τούς Αιγύπτιους από την Μικρά Ασία και τούς Σαρακηνούς από την Καλαβρία.

Ήταν εκείνος πού κυνήγησε αλύπητα την παντοδύναμη αριστοκρατία προς όφελος των ακτημόνων και των αδυνάτων, ενώ παράλληλα γέμισε τα ταμεία του κράτους. Το κράτος του ήταν οικονομικά παντοδύναμο, με εξαγωγές ειδών πολλαπλάσιες από τίς εισαγωγές. Αναφέρεται δε, ότι ο φόρος πού πλήρωναν τα εμπορικά πλοία κατά την έξοδό τους από τα στενά του Ελλησπόντου ήταν τετραπλάσιος, από τον φόρο πού πλήρωναν κατά την είσοδό τους στα στενά.

Ο Βασίλειος ο Μακεδόνας ήταν εκείνος πού εκχριστιάνισε τούς Ρώσους θέτοντας έτσι τα θεμέλια του πολιτισμού τους. Ήταν ο γιός της φόνισσας, ένα βάρος πού το κουβαλούσε σε όλη του τη ζωή, πού τον συγκράτησε από την πολυτέλεια, την χλιδή, την επίδειξη και τον εμπόδισε να εμπιστευτεί γυναίκα για σύντροφο στον αυτοκρατορικό θρόνο. Έζησε όλη του την ζωή σαν απλός στρατιώτης και ετάφη χωρίς πομπές και επισημότητες.

Το ελληνικό κράτος μετά τον θάνατό του Βουλγαροκτόνου, περιελάμβανε περιοχές πού κατοικούνταν από Έλληνες, αρκετές χιλιετίες πριν. Ανατολικά από την Σικελία του Αρχιμήδη, μέχρι δυτικά στον Πόντο τού Διογένη και του Στράβωνα, την Καισάρεια του Μεγάλου Βασιλείου και την Μακεδονία του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι τήν Κύπρο και την Κρήτη του Μίνωος.

H Ελληνική γλώσσα, ακουγόταν όπως και στην αρχαιότητα, από τον Δούναβη μέχρι τον Ευφράτη, και από την Βάρη της Ιταλίας μέχρι την Χερσώνα της Κριμαίας. Κατά τον Σλούμπερζε, τον μεγαλύτερο βυζαντινολόγο πού έγραψε χιλιάδες σελίδες για τον Βασίλειο τον Β’ τον Βουλγαροκτόνο, «Η βασιλεία του υπήρξε μακρότατη καθ’ όλη την ύπαρξιν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μία των πλέον μακροχρονίων της παγκοσμίου Ιστορίας. Με τον θάνατό του εξέλιπε η μεγαλυτέρα και ενδοξοτέρα φυσιογνωμία του μεσαιωνικού Ελληνισμού».

Υπό τον Βασίλειο Β’, η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε πιθανόν έναν πληθυσμό 18.000.000 κατοίκων και, χάρη στη συνετή του διαχείριση, το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο συσσώρευσε εκατομμύρια νομίσματα, τα σύνορα ήταν ασφαλή από εισβολείς και η Βυζαντινή αυτοκρατορία αναγνωρίστηκε απ’ όλους ως το πιο εύπορο και καλά διοικούμενο βασίλειο του χριστιανικού κόσμου.

Πηγές:

  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία Ελληνικού Έθνους», Τόμος 11ος.
  • Lynda Garland, «Byzantine Empresses: Women and Power in Byzantium».
  • George Finlay, «History of the Byzantine Empire from DCCXVI to MLVII».
  • Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία», σε μετάφραση της Αλόης Σιδέρη.
  • Γκυστάβ-Λεόν Σλυμπερζέ, «Βυζαντινή Εποποιία».
  • Κώστας Καρράς, «Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος».
  • Βασίλης Ρώτας, «Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος».
  • Timothy E. Gregory, «A History of Byzantium».
  • Ιωάννης Σκυλίτζης, «Συνοπτική Ιστορία».
  • Λέων ο Διάκων, «Ιστορίαι».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.