Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Το δόγμα του “Στρατηγικού Βομβαρδισμού” κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το δόγμα του “Στρατηγικού Βομβαρδισμού” κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Γράφει ο αξιότιμος κ. Άγγελος Μανσόλας.

Ήταν το καλοκαίρι του 1917 όταν τα γερμανικά «Ζέπελιν» αποτόλμησαν να βομβαρδίσουν για πρώτη φορά το Λονδίνο και ένα χρόνο αργότερα το επανέλαβαν με τα τετρακινητήρια βομβαρδιστικά «Gotha». Δεν περίμεναν φυσικά ότι 150 νεκροί Άγγλοι πολίτες και 600 τραυματίες θα ήταν ικανοί να σταματήσουν τον πόλεμο. Το ερώτημα όμως ήταν απλό. Πως μπορούσε κανείς να λυγίσει τον αντίπαλο, χωρίς να κολλήσει για πάντα στα χαρακώματα; Ποιό ήταν το όπλο εκείνο που θα έδινε μία καθαρή και γρήγορη νίκη, πριν ουσιαστικά καταρρακωθούν οικονομικά νικητές και ηττημένοι;

Οι βομβαρδισμοί βέβαια, αποσκοπούσαν στην δημιουργία εντυπώσεων και όχι στην πραγματική ουσία. Επεδίωκαν να τρομοκρατήσουν τον αντίπαλο πληθυσμό για να αποκρύψουν από την κοινή γνώμη το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι Γερμανοί βρίσκονταν κολλημένοι στα χαρακώματα, χωρίς να ελπίζουν σε καμία νίκη. Απλά πολεμούσαν περισσότερο την απελπισία τους με εντυπώσεις, παρά τον αντίπαλο.

Αν και ήταν οι πρώτοι που εφάρμοσαν αυτό το είδος πολέμου, δεν είχαν σαν αυτοσκοπό τον στρατηγικό βομβαρδισμό, αλλά την εξεύρεση μίας λύσης στο στρατιωτικό αδιέξοδο. Ουσιαστικά, το δόγμα θα γεννιόταν 25 χρόνια αργότερα, μέσα από τις κοιλιές των βρετανικών και αμερικανικών βομβαρδιστικών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκείνοι κατάφεραν να ξεφύγουν από το αδιέξοδο.

Εικόνα: Ο Σερ Χιού Τρέντσαρντ κλήθηκε από την Βρετανική ανωτέρα διοίκηση, το 1918, να υλοποιήσει το νέο δόγμα του “Στρατηγικού Βομβαρδισμού”.

Η «γένεση».

Το 1912 ένας Ιταλός στρατηγός ονόματι Τζιούλιο Ντουέτ, τόλμησε να θεμελιώσει ένα νέο δόγμα, με τον εξής βασικό άξονα σκέψης. «Ο εχθρός υποχωρεί μόνο εάν φοβηθεί την ολοκληρωτική καταστροφή της ίδιας της πατρίδας του. Δεν πρόκειται πλέον για πόλεμο στρατιωτών. Εμπλέκονται όλοι και ειδικά ο πληθυσμός, ο οποίος βοηθά στη συντήρηση και τον εφοδιασμό των εμπολέμων. Αν καταστρέψουμε την υποδομή, τα σπίτια και τις πόλεις του, θα του στερήσουμε τα μέσα να πολεμήσει. Μόνο ένα όπλο περνά τα χαρακώματα χωρίς δυσκολία. Ονομάζεται αεροπλάνο».

Πολλοί στρατηγοί γέλασαν σαρκαστικά, οπότε όλοι άφησαν τον Ντουέτ να οραματίζεται και να σχεδιάζει. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο μέτωπο του Σωμ, κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βρετανοί στρατηγοί προτιμούσαν ακόμα τις αξιόπιστες και δοκιμασμένες μεθόδους. Μετωπικές επιθέσεις πεζικού εναντίον των γερμανικών θέσεων, σε πυκνή παράταξη, με εφ’ όπλου λόγχη. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση το μόνο σίγουρο ήταν η γενική σφαγή μπροστά στα Γερμανικά πολυβόλα.

Το σκεπτικό ήταν απλό, εφόσον η μέθοδος αυτή είχε επιτύχει εναντίον του Ναπολέοντα, δεν υπήρχε λόγος να αποτύχει κατά των Γερμανών. Μετά την σφαγή οι Βρετανοί πολιτικοί «άφρισαν». Πως ήταν δυνατόν να πείσουν τον λαό τους ότι με τέτοια μέσα θα μπορούσαν ποτέ να νικήσουν στον πόλεμο; Ο πρωθυπουργός Λόϋντ Τζώρτζ κάλεσε τον στρατηγό Γιαν Σμάτς, διακεκριμένο από τον πόλεμο των Μπόερς, να μελετήσει το θέμα.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Σματς είχε εντυπωσιαστεί από την θεωρία του Ντουέτ, αλλά το πόρισμά του ήταν ουσιαστικά μία προφητική παράφραση του δόγματός του Ιταλού στρατηγού. «Δεν είναι μακριά η μέρα που οι αεροπορικές επιθέσεις θα καταστούν το κύριο επιχειρησιακό στοιχείο του πολέμου, μετατρέποντας τις στρατιωτικές και ναυτικές επιχειρήσεις σε δευτερεύουσες».

To 1918, μέσα στο κλίμα της γενικότερης απελπισίας, το βρετανικό επιτελείο κάλεσε τον επιτελάρχη της RAF, Υποπτέραρχο Χιού Τρέντσαρντ, να υλοποιήσει το νέο δόγμα. Εκείνος το έπραξε ρίχνοντας 543 τόνους βομβών σε γερμανικό έδαφος, ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν προσέφερε πολλά στην πολεμική προσπάθεια, αλλά χάρισε την ευκαιρία στον ίδιο να υπερβάλλει συνεχώς γύρω από την αποτελεσματικότητα του όπλου του, ίσως δε και του εαυτού του.

Έναν χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1918, ο πόλεμος τελείωσε νικηφόρα για τους Συμμάχους, οπότε η ορθότητα ή η αποτυχία των θεωριών των Ντουέτ, Σματς και Τρέντσαρντ, δεν είχαν και μεγάλη σημασία. Ο τελευταίος μάλιστα ανέλαβε και την διοίκηση της RAF, προβαλλόμενος από την προπαγάνδα ως «Μεσσίας» του νέου δόγματος.

Το 1925 ο γνωστός ιστορικός Λίντελ Χαρτ έγραψε, «Φανταστείτε το Λονδίνο, το Μάντσεστερ, το Μπέρμινχαμ και άλλες έξι ακόμα πόλεις να βομβαρδίζονται ταυτόχρονα από έναν αεροπορικό στόλο. Τις γειτονιές να γίνονται ερείπια, τη Βουλή μας να καίγεται, τα τραίνα να μη λειτουργούν, τα εργοστάσια να καταστρέφονται. Ποιό ποσοστό του έθνους θα μπορούσε ακόμα να επιζήσει χωρίς οργάνωση;».

Εικόνα: Τα ερείπια της Γκερνίκα.

Κάποια ανάλογα άρθρα που γράφηκαν στις εφημερίδες έκαναν τον κόσμο να τρέμει. Θορυβημένο το επιτελείο κάλεσε τον Τρέντσαρντ να παραδώσει την δική του εκτίμηση για το τι μπορούσε να κατορθώσει η RAF με έναν συστηματικό βομβαρδισμό πόλεων. Μαζί με την βοήθεια δύο άλλων αφοσιωμένων συνεργατών του, του Τσαρλς Πόρτερ και του Άρθουρ Χάρρις, ο Τρέντσαρντ εργάσθηκε πυρετωδώς για να αποδείξει την αποτελεσματικότητα της θεωρίας του.

Παρά τα περιορισμένα μέσα που διέθεταν, μελέτησαν σε βάθος όλα τα πρακτικά θέματα που σχετίζονταν με τον βομβαρδισμό, εκπαίδευση πληρωμάτων, εξέλιξη σκοπευτικών συστημάτων, ακρίβεια σκόπευσης, τακτικές βομβαρδισμού. Με τη λήξη της μελέτης ο Τρέντσαρντ, πεπεισμένος για την ορθότητα των λόγων του, δήλωσε πως, «Μου αρκούν 1.000 βομβαρδιστικά για να κερδίσω μόνος μου έναν νέο πόλεμο. Τα μαχητικά δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό στο νέο είδος του αεροπορικού πολέμου, αφού τα βομβαρδιστικά είναι απόλυτα ικανά να αμυνθούν μόνα τους και να περάσουν μέσα από τα εχθρικά συστήματα αεράμυνας».

Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η Διοίκηση Βομβαρδιστικών είχε χριστεί ως το νέο βρετανικό υπερόπλο. Πολλοί αξιωματικοί έτρεφαν έντονες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των βομβαρδισμών, αλλά οποιαδήποτε υπόνοια αντίθετης πεποίθησης με το υιοθετημένο δόγμα σήμαινε αυτόματα ηττοπάθεια και πιθανότατα, καθυστέρηση προαγωγής. Οι περισσότεροι προτίμησαν την ασφαλέστερη οδό της σιωπής.

Η περίοδος 1936-39 έφερε τον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο, όπου οι δυνάμεις του Άξονα είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν έμπρακτα την αποτελεσματικότητα της αεροπορίας. Δεν υπήρξε κανένα περιστατικό το οποίο να αποδείκνυε την ορθότητα του δόγματος του στρατηγικού βομβαρδισμού, μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε για πρώτη φορά το όνομα «Γκερνίκα».

Στην ίδια την Ισπανία δεν δόθηκε κάποια ιδιαίτερη σημασία στο επεισόδιο. Ήταν ένας ακόμα βομβαρδισμός ανάμεσα σε τόσους άλλους. Η Γκερνίκα ήταν μία πόλη-σύμβολο των Βάσκων, χωρίς καμία στρατηγική σημασία και ο βομβαρδισμός ήταν η εκδίκηση του Φράνκο εναντίον τους. Οι Γερμανοί, πάντοτε μεθοδικοί σε οτιδήποτε τους ανέθεταν, εκτέλεσαν τον βομβαρδισμό, χωρίς να έχουν υπόψη τους θεωρίες περί στρατηγικού βομβαρδισμού.

Ωστόσο ο Πικάσο εξέθεσε τον ομώνυμο πίνακα στο Παρίσι, φρικτός όσο και ο ίδιος ο βομβαρδισμός, κάνοντας το μελάνι να τρέξει άφθονο στις εφημερίδες και ορισμένοι στρατιωτικοί κύκλοι βιάστηκαν να εξάγουν λανθασμένα συμπεράσματα. Οι σκόπιμες υπερβολές από όλες τις πλευρές έδωσαν σε όλους την ευκαιρία να κραυγάσουν για την χειροπιαστή απόδειξη της ορθότητας του δόγματος, «τα βομβαρδιστικά όριζαν πλέον την μοίρα των πολέμων». Όλοι βέβαια, παρέλειψαν να παρατηρήσουν ότι τη στιγμή του βομβαρδισμού, η πόλη δεν υπερασπιζόταν ούτε από ένα καταδιωκτικό.

Θερίζοντας Θύελλες.

Το 1939 ο Τρέντσαρντ αποστρατεύθηκε αφήνοντας πίσω τους δύο πνευματικούς κληρονόμους του, τον Πόρτερ και τον Χάρρις. Το δόγμα του ήταν ακόμα ζωντανό, αλλά μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αφού μέχρι τότε οι καταστάσεις δεν είχαν απαιτήσει την πρακτική του εφαρμογή, μέχρι τη στιγμή που η Βρετανία εισήλθε στον Β΄ ΠΠ. Από τα τέλη του 1939 τα βομβαρδιστικά της RAF ξεκίνησαν τους πρώτους ημερήσιους βομβαρδισμούς εναντίον των γερμανικών λιμένων της Βαλτικής, σφαγιαζόμενα ανελέητα από τα γερμανικά καταδιωκτικά.

Το επιτελείο διέκοψε αμέσως τις επιδρομές υιοθετώντας την ασφαλέστερη τακτική των «νυχτερινών βομβαρδισμών», οι οποίοι όμως, είχαν τα δικά τους προβλήματα. Πολλά αεροσκάφη έχαναν τον προσανατολισμό τους, δεν έβρισκαν ποτέ τους στόχους τους και κατέληγαν να περιπλανώνται μέσα στο σκοτάδι, πάνω από την Βόρεια Θάλασσα, αναζητώντας κάποιο ορατό σημάδι ξηράς, χωρίς να βλέπουν τίποτα πέρα από τον αιώνια οργισμένο ωκεανό.

Εικόνα: Ο αρχηγός της “Διοίκησης Βομβαρδιστικών”, της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας της Βρετανίας, Σερ Άρθουρ Τράβερς Χάρρις, γνωστός στο ευρύ κοινό ως “Bomber” Harris, ενώ πιο συχνά του δίνονταν το παρατσούκλι “Butcher” Harris.

Οι βελόνες των πυξίδων στριφογύριζαν αδιάκοπα σαν να έψαχναν κάτι το οποίο συνεχώς τους διέφευγε. Η πλοήγηση κατέληγε σαν μία μίξη ελπίδας, πίστης και υπόθεσης. Τα «κόκπιτ» των βομβαρδιστικών μετατρέπονταν σε ψυγεία και οι περισσότεροι πιλότοι έριχναν τις βόμβες τους όπου έβρισκαν, αυτό τουλάχιστον θα τους επέτρεπε να ζήσουν για να πολεμήσουν μία ακόμα ημέρα, αφού τα γερμανικά μαχητικά δεν θα τους το επέτρεπαν για πάντα.

Ο μέσος χρόνος ζωής των πιλότων των βομβαρδιστικών ήταν δύο εβδομάδες. Ήταν ευτυχές το γεγονός ότι κατά την περίοδο της «Μάχης της Αγγλίας», όλα τα μάτια είχαν στραφεί στον ηρωικό αγώνα των «Spitfire» και των «Hurricane», διότι την ίδια στιγμή οι απώλειες της «Διοίκησης Βομβαρδιστικών» υπερέβαιναν εκείνες της «Διοίκησης Μαχητικών». Βέβαια, η δύναμη της «Διοίκησης Βομβαρδιστικών» απείχε πολύ ακόμα από εκείνη των «1.000 βομβαρδιστικών» την οποία είχε ονειρευτεί ο Τρέντσαρντ για να θέσει σε εφαρμογή το δόγμα του.

Η ειρωνεία ήταν ότι εκείνοι οι οποίοι ήταν σε θέση να το θέσουν άμεσα σε εφαρμογή ήταν οι Γερμανοί, παρότι δεν το είχαν σκεφτεί. Το καλοκαίρι του 1940 η «Luftwaffe» δεν διέθετε 1.000 βομβαρδιστικά, αλλά 2.300, τα οποία μάλιστα καλύπτονταν από πολυάριθμα καταδιωκτικά, όλα επανδρωμένα με τους εμπειρότερους πιλότους της εποχής. Παρόλα αυτά, ακόμα κι εκείνοι ήλθαν αντιμέτωποι με τα ίδια προβλήματα.

Όταν βομβάρδισαν το Λονδίνο και το Κόβεντρυ οι αγγλικές εφημερίδες βρήκαν την ευκαιρία να κραυγάσουν για τριψήφιους αριθμούς νεκρών, αλλά οι μύδροι των Βρετανών δημοσιογράφων δεν βελτίωσαν την ευστοχία των γερμανικών βομβαρδιστικών. Σύμφωνα με τους χάρτες της περιοχής του ευρύτερου Λονδίνου, ανά 100 m2 εδάφους αντιστοιχούσε ένα κτίριο, οπότε αναπόφευκτα η πλειονότητα των βομβών έπεφτε στο 90% του ανοικοδόμητου εδάφους.

Το κέντρο του Κόβεντρυ υπέστη βαριές ζημιές, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της πόλης παρέμεινε ανέπαφο και τα εργοστάσια επαναλειτουργούσαν μετά από μερικές εβδομάδες. Οι βρετανικές πόλεις δεν ισοπεδώνονταν υποχρεωτικά επειδή το ισχυριζόταν ο Γκαίμπελς. Αντίστοιχα οι πιλότοι της «Διοίκησης Βομβαρδιστικών» πίστευαν ότι κυριολεκτικά είχαν καταστρέψει ολοκληρωτικά τους στόχους τους, αλλά την επόμενη εβδομάδα πετούσαν πάλι πάνω από τις ίδιες ακριβώς τοποθεσίες.

Την ίδια στιγμή το βρετανικό Υπουργείο Πολέμου ισχυριζόταν ότι τα γερμανικά αποθέματα πετρελαίου κόντευαν να εξαντληθούν. Προφανώς κάποιος υπάλληλος είχε κάνει λάθος στις αφαιρέσεις του. Το μόνο που είχε εξαντληθεί ήταν τα πληρώματα των γερμανικών βομβαρδιστικών. Οι βομβαρδισμοί είχαν αποτύχει παταγωδώς. Το αγγλικό κράτος εξακολουθούσε να λειτουργεί και το ηθικό δεν λύγισε.

Η «επίσημη» Ιστορία, για λόγους προπαγάνδας, έχει παραποιήσει ορισμένες σημαντικές σκηνές της πραγματικής Ιστορίας. Όταν κατά τη διάρκεια της «Μάχης της Αγγλίας» οι αρμάδες των γερμανικών βομβαρδιστικών διέσχιζαν την Μάγχη κατευθυνόμενες προς το Λονδίνο για πολλοστή φορά, ο Γκαίρινγκ παρακολουθούσε την εντυπωσιακή σκηνή με τα κυάλια του, έχοντας δίπλα του τον επιτελάρχη της «Luftwaffe», Χανς Γιέσονεκ. Αντίθετα με όσα έχουν αναφερθεί στα διάφορα άρθρα, ο Γκαίρινγκ δεν χαμογελούσε ικανοποιημένος από το επιβλητικό θέαμα, ούτε πηδούσε από τη χαρά του.

Παραμένοντας σοβαρός και σκεπτικός, ρώτησε τον Γιέσονεκ, «Εάν αυτά τα αεροπλάνα είχαν την αντίθετη πορεία και αντί για το Λονδίνο κατευθύνονταν προς το Βερολίνο, πιστεύεις ότι ο Βερολινέζος εργάτης θα υπέκυπτε από τον φόβο του και θα παραδινόταν;». Εκείνος γεμάτος βεβαιότητα του απάντησε, «Όχι βέβαια, Στρατάρχα μου!». «Τότε για ποιο λόγο να το κάνουν οι Άγγλοι;» αντέδρασε ο Γκαίρινγκ και άρχισε να απομακρύνεται με το βλέμμα κατεβασμένο μουρμουρίζοντας, «Δεν βγάζουμε τίποτα με όλη αυτή την υπόθεση. Τίποτα…».

Εικόνα: To Κόβεντρυ μετα το τέλος της αεροπορικής επιδρομής που προηγήθηκε, το βράδυ της 14ης Νοεμβρίου 1940.

Ο Τσώρτσιλ είχε αρχίσει να έχει τους ίδιους ενδοιασμούς. Έχοντας ήδη ερευνήσει τα στατιστικά στοιχεία των νυκτερινών βομβαρδισμών, γνώριζε καλά την χρεοκοπία του δόγματος Τρέντσαρντ. Το πόρισμα της επίσημης έρευνας για την ακρίβεια των βομβαρδισμών, τον Αύγουστος του 1941, ήταν κυριολεκτικά «εκρηκτικό». Από τα 100 αεροσκάφη τα οποία αποστέλλονταν να βομβαρδίσουν μία πόλη, μόνο τα 20, κατά μέσο όρο, έφθαναν σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων από τον στόχο τους.

Η φράση «κατά μέσο όρο» σήμαινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως να ήταν και λιγότερα. Προς χάριν της έρευνας, ως «στόχος» είχε καθορισθεί μία περιοχή ακτίνας 3.000 m2, η οποία ισοδυναμούσε με την έκταση μίας μεγαλούπολης όπως το Βερολίνο, το οποίο με την σειρά του σήμαινε ότι σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση η RAF σκότωνε μόνο αγρούς, αμέριμνες αγελάδες και φυσικά τα πληρώματά της.

Όμως εκείνη την στιγμή ο Τσώρτσιλ δεν είχε πολλές επιλογές. Καθώς οι συζητήσεις για το άνοιγμα ενός «δεύτερου μετώπου» στην Ευρώπη γίνονταν εντονότερες, οι Ρούζβελτ και Στάλιν τον κατηγορούσαν ότι η Βρετανία δεν συνέβαλλε καθόλου στην γενικότερη συμμαχική προσπάθεια. Η ανάμνηση της «Δουνκέρκης» ήταν ακόμη νωπή και κανείς δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ότι η 8η Στρατιά στη Βόρειο Αφρική δεν θα αντιμετώπιζε μία παρόμοια καταστροφή από τον Ρόμμελ.

Το μόνο όπλο που διέθετε εναντίον της Γερμανίας ήταν η αεροπορία. Οι βομβαρδισμοί θα αποτελούσαν τουλάχιστον, ένα μήνυμα προς τους συμμάχους και προς τον Βρετανικό λαό, ο οποίος το έβλεπε σαν αντεκδίκηση για τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου. Το δόγμα Τρέντσαρντ μπορεί να μην υποσχόταν πολλά, αλλά ήταν ένα «ηχηρό» δόγμα και το μόνο που διέθετε εκείνη τη στιγμή. Στα τέλη του 1941 οι επιλογές του Τσώρτσιλ είχαν περιορισθεί σε δύο, στρατηγικός βομβαρδισμός ή καθόλου βομβαρδισμός. Οι βομβαρδισμοί δεν θα ήταν μία μάχη η οποία θα κέρδιζε τον πόλεμο, αλλά θα έτρεφε τις ελπίδες της νίκης.

Τον Φεβρουάριο του 1942, αρχηγός της «Βρετανικής Διοίκησης Βομβαρδιστικών» διορίσθηκε ένας από τους διαδόχους του Τρέντσαρντ, ο Πτέραρχος Άρθουρ Τράβερς Χάρρις. Υπάρχουν πολλά επίθετα τα οποία θα μπορούσε κάποιος να προσάψει στον χαρακτήρα του 50χρονου αξιωματικού και ελάχιστα από αυτά, εάν υπήρχαν κάποια, ήταν κολακευτικά. Σκληρός, κυνικός, απρόσιτος, υπεροπτικός, αδιάλλακτος και μονομανής, ο Χάρρις ήταν ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στο δόγμα του στρατηγικού βομβαρδισμού.

Φανατικότερος ακόμα κι από τον ίδιο τον μέντορά του, πίστευε ότι μόνος, αυτός και τα βομβαρδιστικά του, θα κέρδιζαν τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Το κυρίαρχο συναίσθημα στην ψυχή του Χάρρις ήταν το μίσος. Μισούσε τους Γερμανούς, τον Βρετανικό Στρατό, το Βρετανικό Ναυτικό και οποιονδήποτε δεν συμφωνούσε μαζί του. Τους πρώτους επειδή ήταν οι αντίπαλοι, τους δεύτερους και τους τρίτους επειδή θεωρούσε τα όπλα τους άχρηστα για την πολεμική προσπάθεια και τους τελευταίους επειδή υπάγονταν στις προηγούμενες τρεις κατηγορίες.

Εν έτει 1927, ως δόκιμος αξιωματικός ακόμα, ειρωνευόταν την αριστοκρατική ελίτ των υψηλόβαθμων αξιωματικών του ιππικού, λέγοντας ότι ο μόνος τρόπος να αποδεχθούν το άρμα μάχης ως νέο όπλο, ήταν «να το δουν να τρώει σανό και να βρυχάται σαν άλογο». Ανάλογα σχόλια είχε κάνει και για το Ναυτικό, «Υπάρχουν τρία πράγματα τα οποία δεν έχουν καμία θέση σε ένα γιώτ, μία ομπρέλα, ένα μεταφορικό καροτσάκι και ένας αξιωματικός του Ναυτικού». Ένας από τους ελάχιστους αξιωματικούς που συμπάθησε ήταν ο επίσης αμφιλεγόμενος Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ, προφανώς επειδή οι προσωπικότητές τους μοιράζονταν πολλά κοινά χαρακτηριστικά.

Εικόνα: Μέλος του πληρώματος ενός Βρετανικού Lancaster μεταφέρει ταχυδρομικά περιστέρια. Τα περιστέρια συνήθως μεταφέρονταν στο Lancaster ως μέσο επικοινωνίας σε περίπτωση κατάρριψης ή αστοχίας ραδιοφώνου. Η φωτογραφία ειναι τραβηγμένη το 1942.

Ο Χάρρις είχε να προτείνει μία νέα τακτική στον Τσώρτσιλ, τον βομβαρδισμό «Ευρείας Περιοχής». Εφόσον οι βομβαρδισμοί ακριβείας δεν είχαν αποφέρει κανένα αποτέλεσμα, η RAF έπρεπε να συγκεντρώσει την ισχύ της επάνω στον ίδιο τον γερμανικό πληθυσμό καίγοντας κάθε σπίτι σε κάθε γερμανική πόλη. Ο στόχος πλέον ήταν το ηθικό του εχθρού και αυτό δεν απαιτούσε καμία ευστοχία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν καλά βομβαρδιστικά και ένα βαρύ φορτίο βομβών.

Ο Τσώρτσιλ τον ρώτησε πόσα θύματα υπολόγιζε να έχει σε αυτές τις επιδρομές εναντίον της Γερμανίας. Εκείνος απάντησε ότι το σχέδιό του ήταν εκπονημένο με μαθηματική ακρίβεια, θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά έξι εκατομμύρια γερμανικές κατοικίες, θα δημιουργούσε 25 εκατομμύρια άστεγους, θα άφηνε 900.000 νεκρούς και ένα εκατομμύριο τραυματίες. Όλα αυτά, για την απώλεια 50.000 ανδρών του.

Αν και ο τελευταίος αριθμός θα ήταν ικανός να κάνει οποιονδήποτε να φρίξει, ο Τσώρτσιλ ήταν αδύνατον να απορρίψει μία τέτοια πρόταση η οποία ταυτιζόταν τόσο απόλυτα με τις ιδέες του. Όπως έλεγε και ο ίδιος, «Υπάρχουν 65 εκατομμύρια Γερμανοί, όλοι τους άξιοι αφανισμού». Θα ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που το δόγμα του στρατηγικού βομβαρδισμού θα υλοποιείτο έμπρακτα και ο Χάρρις, ο φανατικότερος υποστηρικτής του, θα είχε την τιμή να είναι εκείνος που θα το εφάρμοζε.

Δύο χρόνια πριν, κατά την περίοδο των γερμανικών βομβαρδισμών του Λονδίνου, ο Χάρρις υπηρετούσε στο Υπουργείο Αεροπορίας. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού, ενώ οι βόμβες έπεφταν ολόγυρα, εκείνος ανέβηκε στην στέγη του κτιρίου, σήκωσε τα μάτια ψηλά παρακολουθώντας τα γερμανικά βομβαρδιστικά και μονολόγησε, «Έσπειραν ανέμους. Τώρα θα θερίσουν θύελλες». Η ώρα του «Χασάπη Χάρρις» είχε φθάσει.

Αλλαγή στόχου.

Το βασίλειο του Χάρρις ήταν το αρχηγείο του στο «Χάϊ Γουάϊκομπ» και το αγαπημένο του παιχνίδι ένας τεράστιος χάρτης της Γερμανίας όπου κάθε πόλη αποτελούσε και έναν στόχο. Η επιλογή των στόχων εξαρτάτο από τις καιρικές συνθήκες και την σύμπτωση. Απλά διέτρεχε τον χάρτη με το δάκτυλό του και σταματούσε τυχαία σε κάποια πόλη. Ο αξιωματικός της μετεωρολογίας ο οποίος στεκόταν πάντοτε δίπλα του τον ενημέρωνε για τις καιρικές συνθήκες που θα επικρατούσαν στην περιοχή και αν όλες ήταν ευνοϊκές η αποστολή ξεκινούσε το ίδιο βράδυ.

Τον αμέσως επόμενο μήνα από την ανάληψη των καθηκόντων του έθεσε κιόλας σε εφαρμογή την θεωρία του. Το Λύμπεκ ήταν μία παλιά μεσαιωνική, λιθόκτιστη, πυκνοκατοικημένη πόλη της Γερμανίας στις ακτές της Βαλτικής και ο μόνος λόγος για τον οποίο είχε τραβήξει την προσοχή του Χάρρις ήταν ότι μπορούσε να καεί ευκολότερα από οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη μεγαλούπολη.

Αυτό συνέβη στις 28 Μαρτίου 1942 και κατόπιν ακολούθησε μία άλλη μεσαιωνική πόλη, το Ρόστοκ, το οποίο πληρούσε επίσης όλες τις προϋποθέσεις. Εκείνη την νύχτα τα βρετανικά βομβαρδιστικά δοκίμασαν για πρώτη φορά την τακτική η οποία έκτοτε θα αποτελούσε την σταθερή πρακτική βομβαρδισμού τους. Οι φωτοβολίδες θα φώτιζαν την περιοχή του στόχου, 4.000 βόμβες υψηλής εκρηκτικότητας θα τίναζαν όλες τις στέγες, τις πόρτες και τα παράθυρα των οικιών, ακολουθούμενες αμέσως από ένα βαρύ φορτίο εμπρηστικών βομβών οι οποίες θα κατέκαιγαν το εσωτερικό τους.

Τα εργοστάσια παραγωγής πολεμικού υλικού τα οποία βρίσκονταν στα περίχωρα της πόλης άφηναν τον Χάρρις αδιάφορο. Τον ενδιέφερε μόνο ο άμαχος πληθυσμός, το έμψυχο περιεχόμενο των κατοικιών, τα ανθρώπινα θύματα, ανάμεσα στα οποία θα συγκαταλέγονταν αναπόφευκτα και οι εργάτες των βιομηχανιών. Οι βομβαρδισμοί θα δημιουργούσαν πλήθη αστέγων οι οποίοι αναγκαστικά θα κατέφευγαν στην πλησιέστερη πόλη, η οποία θα γινόταν ο επόμενος στόχος. Το νέο πολλαπλασιασμένο πλήθος των προσφύγων, με καταρρακωμένο ηθικό και χωρίς δυνατότητα σίτισης, θα κατέφευγε στην επόμενη πόλη δημιουργώντας χάος και η όλη διαδικασία θα ανακυκλωνόταν, εξωφρενικά απλό και απίστευτα αποτελεσματικό.

Εικόνα: Την 31η Μαΐου στις 00:47 ακριβώς ξεκίνησε η καταστροφή της Κολωνίας. Μέσα σε λίγες ώρες έχασαν τη ζωή τους 486 άνθρωποι, ενώ ο βομβαρδισμός άφησε πίσω του 150.000 αστέγους. Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία της Γερμανίας μέχρι τις 03:10 ρίφθηκαν, 864 βόμβες υψηλής εκρηκτικότητας, 110.000 εμπρηστικές βόμβες και 1044 βόμβες φωσφόρου.

Ο βομβαρδισμός της Κολωνίας και η επισημοποίηση του δόγματος.

Το Σάββατο της 30ης Μαΐου 1942 ήταν η μεγαλύτερη μέρα στη ζωή του Άρθουρ Χάρρις. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε πλέον φέρει την «Διοίκηση Βομβαρδιστικών» σε σημείο ώστε να είναι σε θέση να υλοποιήσει το όνειρο του μέντορά του, την «Επιδρομή των 1.000 βομβαρδιστικών». Για την ακρίβεια μάλιστα, διέθετε 1.047.

Τη νύχτα της 30ης Μαΐου τα εξαπέλυσε εναντίον της Κολωνίας. Η πόλη δεν παρουσίαζε κανένα στρατηγικό ενδιαφέρον, αλλά ήταν αρκετά μεγάλη για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του Χάρρις και να εξάψει την έντονη αίσθηση θεατρινισμού του Τσώρτσιλ. Οι αποτυχίες της «Διοίκησης Βομβαρδιστικών» κατά το προηγούμενο έτος είχαν σπείρει πολλές αμφιβολίες στο Υπουργείο Πολέμου για την αποτελεσματικότητά της και πολλοί είχαν προτείνει την μείωση και εστίασή της σε άλλα θέατρα του πολέμου, όπως εκείνο της «Μάχης του Ατλαντικού». Τώρα, μετά την επένδυσή του σε μεγάλους αριθμούς βομβαρδιστικών και την ανάπτυξη της τεχνολογίας, ο Χάρρις ήταν σε θέση να τους αποδείξει την τεράστια συμβολή του στη νίκη.

Εκείνη τη νύχτα τα βομβαρδιστικά έριξαν 1.455 τόνους βομβών πάνω στη πόλη, προκαλώντας 486 θανάτους, 5.000 τραυματισμούς και ένα κύμα 150.000 αστέγων. Παρότι ο Χάρρις ήταν προετοιμασμένος για την απώλεια 100 αεροσκαφών του, είχε χάσει μόνο 41. Η τακτική και η επιτυχία εκείνη της επιδρομής επανελήφθησαν και σε όλες τις άλλες επιδρομές που ακολούθησαν, με τα αποτελέσματά τους να κατενθουσιάζουν τον Τσώρτσιλ, ο οποίος έκτοτε παραμελούσε οποιοδήποτε άλλο θέατρο επιχειρήσεων.

Στην διάσκεψη της Καζαμπλάνκα, τον Ιανουάριο του 1943, διατυπώθηκε επίσημα πλέον το δόγμα του στρατηγικού βομβαρδισμού για την καταστροφή της γερμανικής πολεμικής μηχανής, το οποίο θα ετίθετο σε εφαρμογή από την συνδυασμένη ισχύ της Βρετανικής και της Αμερικανικής Αεροπορίας.

Σύμφωνα με αυτό έπρεπε να καταστραφεί, «η οικονομία που την στηρίζει, το ηθικό που την διατηρεί ακμαία, τα εφόδια που την τροφοδοτούν και οι ελπίδες νίκης που την εμπνέουν». Ο Χάρρις και ο Αμερικανός ομόλογός του, Στρατηγός Σπάατς, ήταν τόσο πεπεισμένοι για την τελική επιτυχία των βομβαρδισμών, ώστε διαβεβαίωναν τους πάντες ότι η νίκη θα ερχόταν σύντομα, αποκλειστικά και μόνο από τον αέρα, δίχως να απαιτηθεί απόβαση στρατευμάτων στην Γαλλία. Το δόγμα θα έσωζε χρόνο και αίμα. Ή μήπως όχι;

Οι «Άνεμοι της Κολάσεως» και η καταστροφή του Αμβούργου.

Η επιχείρηση «Γόμμορα» υπήρξε το πνευματικό δημιούργημα του Χάρρις, με την κωδική της ονομασία, εμπνευσμένη από το αντίστοιχο χωρίο της Βίβλου για την καταστροφή των δύο γνωστών πόλεων οι οποίες κάηκαν από πυρά και θειάφι προερχόμενα από τον ουρανό. «Κοιτάξτε προς τα Σόδομα και τα Γόμμορα, τις πόλεις του θρήνου, και ιδού, να, ο καπνός υψωνόταν σαν καπνός από φούρνο. Οι πόλεις δεν υπήρχαν πιά», ήταν τα λόγια του Αβραάμ όταν αντίκρισε την καταστροφή. Υπήρχε άραγε τίποτα άλλο που θα μπορούσε να εξάψει την φαντασία του Χάρρις περισσότερο από αυτό το απόσπασμα; Μα φυσικά. Το αποτέλεσμα της επιχείρησης.

Εξασφαλίζοντας και την συμμετοχή των Αμερικανών, κατάφερε να συγκεντρώσει μία δύναμη 810 αεροσκαφών εναντίον ενός και μόνου στόχου, του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού λιμένα, του Αμβούργου. Από τις 24 Ιουλίου 1943 και για τις επόμενες εννέα ημέρες, αμερικανικά και βρετανικά βομβαρδιστικά θα βομβάρδιζαν νυχθημερόν την πόλη, ρίχνοντας 9.000 τόνους βομβών.

Την νύκτα της 27ης Ιουλίου, ενώ οι φλόγες των δύο προηγούμενων βομβαρδισμών εξακολουθούσαν να καίγουν, ένα νέο φορτίο εμπρηστικών βομβών απελευθερώθηκε μέσα από τις καταπακτές των Lancaster. Καθώς οι φλόγες των προηγούμενων βομβαρδισμών έκαιγαν ακόμα, οι πυρκαγιές που ξεσπούσαν ενώνονταν προοδευτικά με άλλες. Η αύξηση της θερμοκρασίας μέσα στην πυκνοκατοικημένη πόλη ήταν τέτοια ώστε η φωτιά απέκτησε πλέον δική της οντότητα.

Εικόνα: Το Boeing B-17 Flying Fortress ήταν τετρακινητήριο βαρύ βομβαρδιστικό που αναπτύχθηκε την δεκαετία του 1930 στις ΗΠΑ και γνώρισε ευρύτατη πολεμική δράση κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Προσπαθούσε να τραφεί απορροφώντας ολόκληρες μάζες ψυχρότερου αέρα από τις παραπλήσιες περιοχές. Η ανάμιξη των θερμών και των ψυχρότερων μαζών δημιούργησε έναν πύρινο τυφώνα ταχύτητας 240 km/h και θερμοκρασίας 980 βαθμών Κελσίου, ο οποίος σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Ακόμα και η φράση «Άνεμοι της Κόλασης» δεν μπορεί να περιγράψει αυτό που συνέβη.

Ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα αναφλέγονταν πριν καν τα πλησιάσει η φωτιά. Τα δένδρα ξεριζώνονταν ολόκληρα, η άσφαλτος έλιωνε και βούλιαζε. Η φωτιά απορροφούσε όλο το οξυγόνο της ατμόσφαιρας και ο κόσμος μέσα στα καταφύγια πέθαινε από ασφυξία. Άλλοι σιγοψήνονταν ή απλά αναφλεγόταν ακαριαία επί τόπου. Ο πύρινος τυφώνας που ξεσήκωναν τα θερμικά κύματα των καυτών αερίων μαζών κυριολεκτικά παρέσυρε τα μωρά μέσα από τις αγκαλιές των μητέρων τους.

Ο πύρινος άνεμος αναρροφούσε οροφές κτιρίων, δένδρα και φλεγόμενα ανθρώπινα σώματα, στροβιλίζοντάς τα μέσα στην ατμόσφαιρα Απανθρακωμένα πτώματα ενηλίκων, συρρικνωμένα στο μέγεθος ενός νεογέννητου, ανακαλύπτονταν χιλιόμετρα μακριά από την περιοχή που ζούσαν.

Στις 29 Ιουλίου και στις 2 Αυγούστου τα βρετανικά βομβαρδιστικά επέστρεψαν και πάλι. Όταν έφυγαν είχαν αφήσει πίσω τους 20 τετραγωνικά χιλιόμετρα «καμένης γης», 48.000 νεκρούς και ένα εκατομμύριο άστεγους. Οι φλόγες του Αμβούργου έκαιγαν επί μία εβδομάδα. Μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη οι αρουραίοι και οι μύγες πολλαπλασιάστηκαν, ενώ στον καυτό αέρα πλανιόταν η μυρωδιά της σήψης των άταφων πτωμάτων.

Τα περισσότερα από αυτά τάφηκαν σε έναν ομαδικό τάφο στο σχήμα ενός σταυρού. Οι ονομαστικοί τάφοι ήταν μία ουτοπική πολυτέλεια. Την θέση τους πήραν ομαδικοί τύμβοι, στις επιγραφές των οποίων αναγράφονταν οι ονομασίες ολόκληρων συνοικιών της πόλης. Έκτοτε η πύρινη καταιγίδα έπαψε να αποτελεί για τον Χάρρις ένα συμπτωματικό φυσικό φαινόμενο και μετατράπηκε σε μία εσκεμμένη επιδίωξη.

Το όνειρο γερμανικών πόλεων οι οποίες πνίγονταν στις φλόγες τον κατέτρεχε πρωί και βράδυ, στο κρεβάτι του και έξω από αυτό. Ο ενθουσιασμός του για την επιτυχία του Αμβούργου ήταν τέτοιος, ώστε δεν δίστασε να διακινδυνεύσει μία πρόβλεψη δηλώνοντας ότι η Γερμανία θα βρισκόταν «στα πρόθυρα της κατάρρευσης πριν από το τέλος του 1943».

Η αποτυχία των Αμερικανικών «Ιπτάμενων φρουρίων».

Στο μεταξύ τα αμερικανικά βομβαρδιστικά είχαν ήδη αρχίσει τους ημερήσιους βομβαρδισμούς ακριβείας πλήττοντας συγκοινωνιακούς κόμβους και εργοστάσια. Η αμερικανική θεωρία περί αεροπορικής ισχύος διέφερε της βρετανικής στο ότι αποσκοπούσε στην καταστροφή του εχθρού, όχι με επιθέσεις κατά αμάχων, αλλά με «βομβαρδισμούς ακριβείας» κατά βιομηχανικών στόχων, ζωτικής σημασίας για την κατάρρευση της οικονομίας του.

Ο Ρούζβελτ χρησιμοποιούσε το ανάλογο δόγμα του «Ονείρου των Βομβαρδιστικών» για να πείσει κι εκείνος τον λαό του ότι τα βαριά τετρακινητήρια, βασιζόμενα στον βαρύ αμυντικό οπλισμό τους, θα εισέρχονταν ανενόχλητα στον εχθρικό εναέριο χώρο συντρίβοντας μόνα τους την καρδιά της Γερμανίας και οι Αμερικανοί στρατιώτες θα επέστρεφαν στα σπίτια τους μία ώρα γρηγορότερα.

Οι Αμερικανοί επιτελείς είχαν κάθε λόγο να εμπιστεύονται τα Ιπτάμενα Φρούριά τους, τα οποία δεν θα μπορούσαν σε τίποτα να συγκριθούν με τα αντίστοιχα βρετανικά, εκτός ίσως του μικρότερου φορτίου βομβών το οποίο μετέφεραν. Ένα Β-17 ήταν πολύ καλύτερα θωρακισμένο και  διέθετε 13 πολυβόλα μεγαλύτερου διαμετρήματος από τα οκτώ του Lancaster. Πολύ σύντομα όμως, οι καταστάσεις θα διέψευδαν με τον χειρότερο τρόπο τόσο την αυτοπεποίθηση των επιτελών, όσο και τον κομπασμό των αμερικανικών πληρωμάτων, κάνοντας τους τελευταίους να πληρώσουν το βαρύ τίμημα.

Εικόνα: Αεροφωτογραφία ενός Avro Lancaster κατά την διάρκεια του τραγικού βομβαρδισμού του Αμβούργου.

Το φθινόπωρο του 1943, μετά τις ολέθριες επιδρομές εναντίον των εργοστασίων του Σβάϊνφουρτ και του Ρέγκενσμπουργκ, χωρίς να διαθέτουν έναν τύπο καταδιωκτικού με την απαραίτητη ακτίνα δράσης για να συνοδεύει τα βομβαρδιστικά μέχρι την καρδιά του Ράϊχ και με την γερμανική δύναμη καταδιωκτικών να υπερέχει σημαντικά σε εμπειρία, οι απώλειες της «USAAF» ξεπέρασαν κάθε επιτρεπτό επίπεδο, αναγκάζοντας τους επιτελείς να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους και να συλλογιστούν καλύτερα την βρετανική συμβουλή.

Η διακοπή των βομβαρδισμών εκείνη την περίοδο σήμανε το τέλος ενός ακόμα Αμερικανικού «Ονείρου». Tα αμερικανικά βομβαρδιστικά  ήταν κάθε άλλο παρά αήττητα. Τα πάντα δικαίωναν και επιβεβαίωναν τις απόψεις του Χάρρις. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο κι εκείνος συνέχιζε να ισοπεδώνει τις γερμανικές πόλεις μία-μία, κυνηγώντας διαρκώς το όνειρο μίας ακόμη πύρινης καταιγίδας.

Κάθε πρωί του άρεσε να πηγαίνει στο αρχηγείο του οδηγώντας με ταχύτητα το σπορ αυτοκίνητό του, για να διευθύνει τις επιχειρήσεις και να υποδείξει στον χάρτη το επόμενο κατά σειρά θύμα του. Κάποια μέρα τον σταμάτησε στον δρόμο ένας έξαλλος αστυνομικός και του είπε, «Όπως οδηγείτε, κύριέ μου, θα σκοτώσετε κανέναν άνθρωπο». Εκείνος, απόλυτα ψύχραιμος του απάντησε, «Αν ήξερες, νεαρέ μου, πόσους χιλιάδες ανθρώπους σκοτώνω κάθε βράδυ…».

Η «Μάχη του Βερολίνου» και το τέλος των βομβαρδισμών «Ευρείας Περιοχής».

Τον Νοέμβριο του 1943, καθώς η 8η Αεροπορική Δύναμη έγλειφε τις πληγές τις, ο Βρετανός Πτέραρχος άδραξε την ευκαιρία να κερδίσει μόνος του τον πόλεμο, θέτοντας σε εφαρμογή το επόμενο μεγαλεπήβολο σχέδιό του, την ισοπέδωση του Βερολίνου με μία παρατεταμένη σειρά βομβαρδισμών. Ο Τσώρτσιλ τον ρώτησε το κόστος μίας τέτοιας αεροπορικής εκστρατείας. «Σε εμάς θα κοστίσει 400-500 αεροσκάφη», απάντησε εκείνος. «Στην Γερμανία θα κοστίσει τον πόλεμο!».

Την νύκτα της 18ης Νοεμβρίου 1943, 444 βρετανικά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν για πρώτη φορά εναντίον της γερμανικής πρωτεύουσας. Με την απώλεια μόνο εννέα αεροσκαφών, η πρώτη δοκιμή υπήρξε αναμφίβολα ενθαρρυντική, οπότε με την είσοδο του 1944 ολόκληρη η δύναμη των βρετανικών βομβαρδιστικών στράφηκε εναντίον του Βερολίνου, σε μία κλίμακα επιχειρήσεων άγνωστη μέχρι τότε στην RAF.

Παρά την αποτυχία της προηγούμενης παρακινδυνευμένης πρόβλεψής του, ο Χάρρις προέβη και σε μία δεύτερη τον Ιανουάριο του 1944. «Εάν μου επιτραπεί να συνεχίσω με αυτό τον ρυθμό, η εκστρατεία μου θα οδηγήσει την Γερμανία σε τέτοιο σημείο καταστροφής ώστε, μέχρι την 1η Απριλίου 1944, η συνθηκολόγηση θα είναι αναπόφευκτη». Κατά την διάρκεια εκείνου του πικρού χειμώνα όμως, τα πληρώματα των Lancaster, των Stirling και των Halifax θα συνειδητοποιούσαν ότι για την καταστροφή της γερμανικής πρωτεύουσας είχε επιλεγεί η περίοδος κατά την οποία τα γερμανικά νυκτερινά καταδιωκτικά βρίσκονταν στο απόγειο της αποτελεσματικότητάς τους.

Οι απώλειες των βομβαρδιστικών άρχισαν να αυξάνονται σε άμεση αναλογία με τους τόνους των βομβών που δεχόταν κάθε βράδυ το Βερολίνο. Στις 30 Μαρτίου 1944 σημειώθηκε η επιδρομή η οποία θα σηματοδοτούσε την λήξη της σειράς των βομβαρδισμών της «Μάχης του Βερολίνου». Ο Χάρρις αρέσοντα να επιλέγει στόχους συμβολικής σημασίας για τους βομβαρδισμούς του. Η Νυρεμβέργη ήταν μία από αυτούς.

Ο Χίτλερ την είχε ονομάσει την «γερμανικότερη όλων των γερμανικών πόλεων». Ήταν η πόλη-σύμβολο του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλισμού, η γενέθλια πόλη του Γ’ Ράϊχ, διάσημη για τις περίφημες νυκτερινές λαμπαδηφορίες της κατά την διάρκεια των επετειακών εορτασμών της ίδρυσης του κόμματος. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο ο Χάρρις ήθελε να την κάψει σαν λαμπάδα.

Εικόνα: Το κατεστραμμένο Βερολίνο φλέγεται, η φωτογραφία έχει απαθανατίσει το αποτέλεσμα ενός Στρατηγικού Βομβαρδισμού, ευρείας περιοχής, τον Δεκέμβριο του 1943.

Από τα 795 βομβαρδιστικών τα οποία έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, 94 καταρρίφθηκαν και 545 πιλότοι έχασαν την ζωή τους, περισσότεροι από όσους είχαν σκοτωθεί σε ολόκληρη την Μάχη της Αγγλίας. Τα τέλη Μαρτίου 1944 ο Χάρρις αντιμετώπιζε μία κρίση παρόμοια με εκείνη των Αμερικανών στα τέλη του 1943. Η Νυρεμβέργη αντιπροσώπευε την μεγαλύτερη νίκη των γερμανικών νυκτερινών καταδιωκτικών.

Το Βερολίνο είχε καταστραφεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ο Χάρρις είχε χάσει 1.140 αεροσκάφη, υπερδιπλάσια από όσα υπολόγιζε αρχικά, και  η Γερμανία εξακολουθούσε να μάχεται σε τρία μέτωπα. Το ηθικό δεν είχε λυγίσει στο ελάχιστο και η παραγωγή των εργοστασίων εξακολουθούσε να αυξάνεται. Η έκβαση της «Μάχης του Βερολίνου» είχε καταστήσει σε όλους σαφές ότι μία συνέχιση της εκστρατείας θα κατέληγε όχι στον αφανισμό της γερμανικής πρωτεύουσας, αλλά στον αφανισμό της ίδιας της «Διοίκησης Βομβαρδιστικών». Το Σβάϊνφουρτ και η Νυρεμβέργη απετέλεσαν το τέλος του «Ονείρου των Βομβαρδιστικών».

Καθώς πλησίαζε η στιγμή της Συμμαχικής αποβάσεως στη Νορμανδία, το βάρος των επιχειρήσεων έπρεπε να μετατοπιστεί εναντίον της γερμανικής βιομηχανίας. Οι Αμερικανοί υποχρέωσαν τον Χάρρις να εγκαταλείψει προσωρινά τον βομβαρδισμό πόλεων προκειμένου να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του στον βομβαρδισμό των γερμανικών διυλιστηρίων.

Εκείνος αρνήθηκε να διαθέσει έστω και ένα βομβαρδιστικό για επιχειρήσεις τις οποίες θεωρούσε άχρηστες, αλλά τελικά υποχρεώθηκε δύσθυμα να υποκύψει κάτω από τις αμερικανικές πιέσεις και το βάρος των διαμαρτυριών που είχαν προκαλέσει στο βρετανικό επιτελείο οι απώλειες της «Μάχης του Βερολίνου». Βέβαια, η διαφορά μεταξύ του αμερικανικού δόγματος του «βομβαρδισμού ακριβείας» και του βρετανικού «βομβαρδισμού περιοχής» ήταν μάλλον ακαδημαϊκή, αφού σύμφωνα με τους Αμερικανούς, οποιαδήποτε πόλη μεγαλύτερη των 50.000 κατοίκων θεωρείτο πιθανό να περιέχει τόσο στρατιωτικούς, όσο και βιομηχανικούς στόχους, οπότε αυτομάτως συγκαταλεγόταν στους «νόμιμους» στόχους.

Ήδη από το 1942 οι Συμμαχικές κυβερνήσεις των Δυτικών Συμμάχων είχαν αποφασίσει ότι η ηττημένη και διαμελισμένη μεταπολεμική Γερμανία θα μετατρεπόταν σε μία απέραντη αγροτική περιοχή με πληθυσμό ποιμένων, χωρίς καμμία βιομηχανική ή οικονομική υποδομή, ώστε να αποτραπεί η αναγέννησή της.

Το ότι το σχέδιο αυτό δεν εφαρμόστηκε τελικά, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην εξέλιξη των γεγονότων τα οποία οδήγησαν στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και την επισφαλή ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όπου η Γερμανία εκλήθη για μία ακόμη φορά στην ιστορία της να αναλάβει τον ρόλο για τον οποίον φαινόταν ότι είχε δημιουργηθεί, εκείνον τής Ασπίδας της Ευρώπης έναντι της Ασίας.

Διαθέτοντας πλέον μεγάλο αριθμό μαχητικών Mustang τα οποία μπορούσαν να καλύψουν τα βομβαρδιστικά σε όλο το μήκος της διαδρομής τους, η RAF και η USAAF εξαπέλυσαν μία σειρά μαζικών βομβαρδισμών εναντίον της Αχίλλειας Πτέρνας του Γ΄ Ράϊχ, την οποία είχαν αργήσει τόσο πολύ να ανακαλύψουν, τα διυλιστήρια παραγωγής καυσίμων. Αν και τα αποτελέσματα θα ήταν μακροπρόθεσμα, αυτοί θα ήταν οι μόνοι βομβαρδισμοί οι οποίοι πραγματικά θα έφερναν τους Συμμάχους πλησιέστερα στη νικηφόρα λήξη του πολέμου.

Την ίδια στιγμή η RAF διέθετε κι εκείνη τα μέσα για να συμβάλει πραγματικά στην ταχύτερη λήξη του πολέμου, εάν απλά εκτελούσε νυκτερινούς βομβαρδισμούς κατά βιομηχανικών στόχων και διυλιστηρίων. Αυτό όμως, θα συνιστούσε απόκλιση από το δόγμα του βομβαρδισμού «Ευρείας Περιοχής», οπότε κανείς δεν τολμούσε να το προτείνει στον Τσώρτσιλ, πόσω δε μάλλον στον Χάρρις. Κι εκείνος εξακολουθούσε να μην κατανοεί τη διαφορά, εφόσον οι βόμβες του σκότωναν τους εργάτες των εργοστασίων οι στόχοι του ήταν βιομηχανικοί.

Εικόνα: Εικόνα του κατεστραμμένου Χεΐλμπρον, που έπεσε θύμα των βομβαρδιστικών του Χάρρις.

Εξάσκηση σκοποβολής εναντίων «φιλικών στόχων».

Παρόλα αυτά, τον Απρίλιο του 1944 υπήρχε ένα και μόνο πράγμα για το οποίο οι Σύμμαχοι δεν έτρεφαν πλέον καμία αμφιβολία, οι αδιάκοποι βομβαρδισμοί εργοστασίων και η συστηματικός αφανισμός ολόκληρων γερμανικών πόλεων δεν τους είχαν τελικά απαλλάξει από την ανάγκη της απόβασης, ούτε βέβαια θα μείωναν τον αριθμό των νεκρών στρατιωτών τους, οι οποίοι θα γέμιζαν τα πεδία μαχών της Ευρώπης από την Νορμανδία μέχρι το Βερολίνο.

Το Συμμαχικό χρονοδιάγραμμα για την έλευση της νίκης είχε πέσει έξω κι εκείνη η δήλωση του Χάρρις περί γερμανικής συνθηκολόγησης «μέχρι την 1η Απριλίου 1944» αποτελούσε ήδη Πρωταπριλιάτικο ανέκδοτο. Η εξήγηση ήταν απλή, αλλά κανείς δεν ήθελε να την παραδεχθεί. Η λειτουργική υποδομή μίας χώρας δεν έχει καμία σχέση με εκείνη η οποία επικρατεί σε περίοδο πολέμου.

Όταν η χώρα ζει διαρκώς κάτω από συνθήκες πολέμου, ελάχιστα ενδιαφέρει αν λειτουργούν τα μέσα συγκοινωνίας ή οι δημόσιες υπηρεσίες. Αρκεί απλά να κινούνται τα πολεμικά οχήματα. Η διάλυση της καθημερινής ζωής στη Γερμανία δεν συνέβαλλε με κανένα τρόπο στην τελική πτώση της. Η απόβαση της Νορμανδίας αποτελούσε την απτή απόδειξη της αποτυχίας του δόγματος.

Οι Γερμανοί διέθεταν έναν τεράστιο αριθμό αιχμαλώτων οι οποίοι ανελάμβαναν το δυσάρεστο καθήκον της καταναγκαστικής εργασίας, της ταφής των πτωμάτων και του καθαρισμού ερειπίων, καθώς και στρατιές ξένων εργατών για την επισκευή των ζημιών στα εργοστάσια και της βιομηχανίες. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους για τους οποίους η χώρα συνέχιζε ακόμα την στρατιωτική και βιομηχανική της αποστολή χωρίς σημαντική απόκλιση από τους ρυθμούς της.

Μετά την 6η Ιουνίου 1944 και για τους επόμενους δύο μήνες τα συμμαχικά στρατεύματα, υπερτερώντας αριθμητικά κατά το τετραπλάσιο των αντιπάλων τους, θα βρίσκονταν καθηλωμένα στο συμμαχικό προγεφύρωμα των ακτών της Γαλλίας, ανίκανα να προελάσουν χωρίς την υποστήριξη της αεροπορίας. Οι αντίπαλοί τους ήταν κάποιες αποδυναμωμένες γερμανικές μεραρχίες, χωρίς υποστήριξη αεροπορίας, οι οποίες αμύνονταν λυσσαλέα για κάθε σπιθαμή εδάφους που παραχωρούσαν, παρότι οι άνδρες οι οποίοι τις απάρτιζαν είχαν όλοι κάποιους συγγενείς οι οποίοι είχαν απανθρακωθεί από τις συμμαχικές βόμβες.

Έτσι, τα βομβαρδιστικά της RAF και της «USAAF» καλούνταν τώρα να πολτοποιήσουν τα γερμανικά χαρακώματα προκειμένου να συνεχιστεί η προέλαση. Η ίδια αεροπορική δύναμη η οποία είχε μεταβάλλει την γεωγραφία της Γερμανίας εξαφανίζοντας ολόκληρες πόλεις από τους χάρτες, σίγουρα θα σάρωνε τα γερμανικά χαρακώματα με ένα και μόνο ακαριαίο πλήγμα, σαν αυτό να προερχόταν από το κολοσσιαίο σφυρί του Θωρ.

Η πρώτη επιχείρηση τακτικής συνεργασίας την οποία ανέλαβαν τα βομβαρδιστικά της RAF διεξήχθη στις 7 Ιουλίου 1944, κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Καν. Η πόλη η οποία είχε μετατραπεί σε πραγματικό γερμανικό οχυρό, αποτελούσε τον αντικειμενικό στόχο των βρετανικών δυνάμεων της απόβασης. Πεντακόσια αεροσκάφη βομβάρδιζαν την πόλη επί 50 λεπτά, αφήνοντας στα ερείπιά της πάνω από 5.000 νεκρούς Γάλλους πολίτες.

Ο βομβαρδισμός δεν ενόχλησε στο ελάχιστο τις γερμανικές δυνάμεις οι οποίες βρίσκονταν οχυρωμένες στα περίχωρα της πόλης και όχι στο κέντρο της, γεγονός το οποίο οι Βρετανοί γνώριζαν. Απλά ο βομβαρδισμός θεωρήθηκε επιβεβλημένος επειδή θα διασπούσε τις γερμανικές συγκοινωνίες! Ο μόνος πραγματικός στρατιωτικός στόχος τον οποίον κατέστρεψαν οι βρετανικές βόμβες ήταν το διοικητήριο μίας γερμανικής μεραρχίας το οποίο μεταφέρθηκε αλλού.

Εικόνα: O αντιστράτηγος Λέσλυ ΜακΝαίρ ήταν ένα από τα 131 “άτυχα θύματα” του Αγγλο-Αμερικανικού βομβαρδισμού του Σαιν-Λο, στης 24ης Ιουλίου του 1944.

Ο βομβαρδισμός μίας από τις ιστορικότερες και αρχαιότερες πόλεις της Γαλλίας ήταν μία προμελετημένη και αδικαιολόγητη μαζική δολοφονία. Οι Γερμανοί τόσα χρόνια σκότωναν εκείνους οι οποίοι ήταν ανέκαθεν εχθροί τους. Οι Βρετανοί όμως, σκότωναν τους άμαχους συμμάχους τους. Στις 24 Ιουλίου τα τετρακινητήρια της «USAAF», ως μία αδιαμφισβήτητη δύναμη βομβαρδισμών ακριβείας, ανέλαβαν να διδάξουν στην RAF τον σωστό τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να εκτελούνται ανάλογες τακτικές επιχειρήσεις υποστήριξης πεζικού και το πέτυχαν, σκοτώνοντας 25 και τραυματίζοντας 131 Αμερικανούς στρατιώτες της 30ης Μεραρχίας.

Ανάμεσα στους νεκρούς και ο αντιστράτηγος Λέσλυ ΜακΝαίρ, Διοικητής Χερσαίων Αμερικανικών Δυνάμεων της απόβασης. Την επόμενη ακριβώς ημέρα, 25 Ιουλίου, τα κατάφεραν πάλι, σκοτώνοντας 111 και τραυματίζοντας 490 Αμερικανούς. Η αύξηση των θυμάτων στις δύο επιχειρήσεις μαρτυρούσε και την βελτίωση στη σκόπευση. Μετά από πολλές προσπάθειες, στις 7 Αυγούστου 1944, τα αμερικανικά βομβαρδιστικά κατάφεραν επιτέλους να μη κτυπήσουν αμερικανικά στρατεύματα.

Εκείνη τη φορά τα θύματα ήταν αποκλειστικά και μόνο Βρετανοί. Για την ακρίβεια, 60 νεκροί, 300 τραυματίες, καθώς και σημαντικός αριθμός πυροβόλων, οχημάτων και πολεμοφοδίων. Παρά την απελπιστική τους κατάσταση στην Νορμανδία, οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν μάθει ότι μπορούσαν να βασίζονται στην ευστοχία της «Αμερικανικής Luftwaffe», όπως την ονόμαζαν, ένας σαρκασμός αρκετά επιτυχημένος εάν λάβουμε υπόψη ότι οι βομβαρδιστές της 8ης Αεροπορικής Δύναμης κόμπαζαν ότι μπορούσαν να ρίξουν «μία βόμβα μέσα σε ένα βαρέλι από ύψος 6.000 m».

Τα προηγούμενα περιστατικά θα αποτελούσαν μόνο τις πρώτες γερές βάσεις μίας μακρόχρονης παράδοσης της Αμερικανικής Αεροπορίας η οποία από την σύστασή της είναι η μοναδική η οποία έχει κατορθώσει να βομβαρδίσει φίλια στρατεύματά της σε οποιαδήποτε πολεμική σύρραξη έχει λάβει μέρος μέχρι σήμερα.

Η καταστροφή του Ντάρμσταντ και το αδιέξοδο της «σύντομης νίκης».

Τα μέσα του 1944, οι Σύμμαχοι άρχισαν να λαμβάνουν τα πρώτα θετικά αποτελέσματα των συνδυασμένων επιδρομών εναντίον των γερμανικών διυλιστηρίων. Ο μεγαλύτερος φόβος του Γερμανού Υπουργού Εξοπλισμού, Άλμπερτ Σπέερ, είχε γίνει πραγματικότητα, η παραγωγή καυσίμων η οποία τον Μάϊο ήταν 195.000 τόνους, τον Ιούλιο μειώθηκε στους 35.000 τόνους, τον Αύγουστο στους 16.000 και τον Σεπτέμβριο έπεσε στους 7.000.

Με την είσοδο του χειμώνα η Luftwaffe επιβίωνε πλέον καίγοντας το ίδιο της το «λίπος». Αργότερα, στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης, ο Σπέερ θα ομολογούσε πως, «Παρά τους συνεχείς βομβαρδισμούς δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα στην πολεμική μας παραγωγή. Είναι όμως αξιοπερίεργο πως δεν σκέφτηκαν νωρίτερα να πλήξουν συστηματικά τα διυλιστήριά μας. Χωρίς καύσιμα δεν θα καταφέρναμε να συντηρήσουμε τον πόλεμο, άσχετα με το πόσο αποδοτική βιομηχανία διαθέταμε». Αυτή ήταν λοιπόν η αλήθεια η οποία διέφευγε των Συμμάχων τόσο καιρό, ο μόνος βομβαρδισμός ο οποίος έσωσε χρόνο και αίμα ήταν εκείνος των διυλιστηρίων και όχι εκείνος των αμάχων.

Ο Χάρρις πάντως, έχοντας ικανοποιήσει για μικρό διάστημα τις απαιτήσεις των Αμερικανών και παραμένοντας πάντα ακλόνητος στις πεποιθήσεις του, επέμενε να επανέλθει στην γνωστή τακτική του. Το όλο θέμα φάνταζε εξαιρετικά απλό στο μυαλό του και ωρυόταν επειδή κανείς άλλος δεν μπορούσε να το κατανοήσει, «ποιός ο λόγος να κοπιάζουν να σκοπεύσουν με ακρίβεια ένα εργοστάσιο, όταν μπορούσαν απλούστατα να κάψουν τους εργάτες του μέσα στα σπίτια τους».

Εικόνα: Ένας από τους Αντιαεροπορικούς πύργους που κλήθηκαν να προστατέψουν την Γερμανική πρωτεύουσα.

Τελικά, τον Ιανουάριο του 1945 του επετράπη να επανέλθει στην αρχική στρατηγική του. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944 είχαν απομείνει ελάχιστοι στόχοι άθικτοι στον χάρτη του. Το Ντάρμσταντ ήταν ένας από αυτούς, μία πόλη η οποία συνέβαλλε κατά το 2% στην πολεμική παραγωγή της Γερμανίας. Ήταν η νύχτα της 11ης Σεπτεμβρίου 1944 όταν τα 218 Lancaster ξεκίνησαν για μία επιχείρηση την οποία οι βρετανικές εφημερίδες της επομένης θα χαρακτήριζαν ως «υποδειγματική σε σύλληψη και εκτέλεση».

Στα ημερολόγια των συμμετεχόντων μονάδων θα αναφερόταν απλά ως «ένα ήσυχο ταξίδι όπου όλα πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα». Μέχρι τότε η πόλη είχε περάσει απαρατήρητη και οι κάτοικοί της αρχικά νόμισαν ότι επρόκειτο για λάθος. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, όταν άλλες πόλεις είχαν ισοπεδωθεί, το Ντάρμσταντ αριθμούσε 180 νεκρούς. Ώσπου εκείνη την νύχτα η τύχη τους άλλαξε. Όταν οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, οι κάτοικοι, έχοντας λάβει μόνο τα τυπικά μέτρα προφύλαξης, συγκέντρωσαν τα παιδιά τους, έκλεισαν τους αγωγούς του φυσικού αερίου και άρχισαν να οδεύουν προς τα καταφύγια. Ορισμένοι επιδίδονταν και σε αστεϊσμούς για να διατηρείται το ηθικό. Κανείς τους δεν φανταζόταν πόσο κοντά βρίσκονταν στην πραγματοποίηση του όρου «εξαΰλωση».

Η ρίψη των βομβών διήρκεσε 51 λεπτά. Πρώτο καταστράφηκε το κτίριο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Οι σωλήνες του νερού ξεχείλιζαν από αφρίζον βραστό νερό. Στα υπόγεια, όπου είχαν καταφύγει πολλές οικογένειες, η θερμοκρασία ανέβηκε στους 200 βαθμούς Κελσίου. Σε ένα ζαχαροπλαστείο η λειωμένη, καυτή ζάχαρη μετατράπηκε σε λάβα, χύθηκε στο πάτωμα και κατρακύλησε μέχρι το υπόγειο καίγοντας τα πάντα στο πέρασμά της.

Το πόρισμα της καταμέτρησης τελείωσε με 6.000 αναγνωρίσιμα θύματα, 4.500 μη αναγνωρίσιμα και 3.800 τραυματίες. Το 15% των νεκρών είχαν πεθάνει από την έκρηξη, 15% από την φωτιά και 70% από ασφυξία. Το Ντάρμσταντ είχε υποστεί καταστροφή χειρότερη και από εκείνη της πολυδιαφημισμένης Κολωνίας.

Πέρασαν άλλοι τρεις μήνες παρόμοιων βομβαρδισμών αμείωτης έντασης και φρίκης οι οποίοι, αντίθετα σε κάθε πρόβλεψη, δεν στάθηκαν ικανοί να λυγίσουν τους Γερμανούς. Ακόμα και οι προσπάθειες της «USAAF» ή μάλλον οι βόμβες της-φαίνονταν να πέφτουν στο κενό σε ότι αφορούσε τον βομβαρδισμό των εργοστασίων. Η γερμανική παραγωγή αεροσκαφών ανέβαινε διαρκώς από τη στιγμή που οι Αμερικανοί είχαν ξεκινήσει τους βομβαρδισμούς τους για να αγγίξει την κορυφή της τον Σεπτέμβριο του 1944 δηλαδή, την στιγμή κατά την οποία υποτίθεται, ότι κορυφωνόταν και ο Συμμαχικός στρατηγικός βομβαρδισμός.

Η παραγωγή των εργοστασίων είχε αποκεντρωθεί και διασπαρθεί σε άλλες τοποθεσίες, οι πολεμικές βιομηχανίες λειτουργούσαν σε υπόγειες εγκαταστάσεις και τα διυλιστήρια είχαν καταφύγει στην παρασκευή συνθετικών καυσίμων. Η ιστορία διδάσκει ότι η είσοδος του 1945 σηματοδότησε την αρχή της γερμανικής ήττας από κάθε άποψη. Ωστόσο, τα λόγια του διοικητή των «Αμερικανικών Αεροπορικών Δυνάμεων», Στρατηγού Άρνολντ, προς τους επιτελείς του σε εκείνη τη σύσκεψη της 14ης Ιανουαρίου 1945, είχαν να φανερώσουν μόνο απόγνωση και αδιέξοδο.

«Έναντι των Γερμανών διαθέτουμε αριθμητική ανωτερότητα τουλάχιστον 5:1 και παρόλα αυτά, αντίθετα με όλες τις ελπίδες, τις προσδοκίες, τα όνειρα και τα σχέδιά μας, δεν σταθήκαμε μέχρι τώρα ικανοί να επιτύχουμε τους στόχους μας. Ίσως δεν καταφέρουμε τελικά να εξαναγκάσουμε την Γερμανία σε συνθηκολόγηση μέσω των αεροπορικών επιθέσεων, αν και με την παρούσα συντριπτική αεροπορική ισχύ μας θα έπρεπε ήδη να το είχαμε επιτύχει. Δεν θέλω να ασκήσω κριτική, διότι, ειλικρινά, δεν γνωρίζω την απάντηση και όλα αυτά τα συζητάω μόνο και μόνο με την ελπίδα ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία θα καταφέρουμε ίσως να βρούμε μία λύση, μία ακτίνα φωτός, μία σκέψη, κάτι το οποίο θα μας βοηθήσει να τελειώσουμε αυτόν τον πόλεμο γρηγορότερα».

Εικόνα: Ο φωτισμένος ουρανός του Βερολίνου κατά την διάρκεια κάποιου νυχτερινού βομβαρδισμού.

Βέβαια, μέχρι εκείνη τη στιγμή τα Συμμαχικά στρατεύματα είχαν ήδη εισβάλει στη Γερμανία, αρχίζοντας να σφίγγουν τον κλοιό προς το Βερολίνο από ανατολή και δύση, οπότε η οποιαδήποτε επιτυχία ή αποτυχία του δόγματος ελάχιστη σημασία είχε. Στην πραγματικότητα, για δεύτερη φορά στην ιστορία των πολέμων, η αεροπορία είχε συνδράμει στη νίκη, αλλά το πεζικό ήταν εκείνο το οποίο είχε κατακτήσει. Με το όραμα της τελικής νίκης μπροστά στα μάτια τους, το νόημα εκείνης της σύσκεψης αποτελούσε μία λεπτομέρεια η οποία διέφυγε της προσοχής πολλών στρατηγών ή αποσιωπήθηκε από άλλους.

Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης.

Ίσως ήταν η αντιμετώπιση αυτού του αδιεξόδου ο λόγος για τον οποίο οι Αμερικανοί αποφάσισαν να μοιραστούν από κοινού με τους Βρετανούς τον εμπρησμό της Δρέσδης. Η πόλη υπήρχε ανέκαθεν στον κατάλογο του Χάρρις, αλλά το δάχτυλό του δεν είχε τύχει να πέσει ακόμα επάνω της. Τελικά ήταν το δάχτυλο του Τσώρτσιλ εκείνο που κατέδειξε πρώτο τη Δρέσδη.

Οι λόγοι ήταν και πάλι πολιτικοί, πλησίαζε ο καιρός για την διάσκεψη της Γιάλτας και ο Βρετανός πρωθυπουργός ήθελε με κάποιο τρόπο να συμβάλλει στην προέλαση των σοβιετικών στρατευμάτων, προκειμένου να εξαργυρώσει την βοήθεια αυτή με πολιτικά ανταλλάγματα από τον θρασύ και απαιτητικό διαπραγματευτή Στάλιν.

Τον Φεβρουάριο του 1945 η Δρέσδη ήταν η μεγαλύτερη γερμανική πόλη η οποία δεν είχε υποστεί τις συνέπειες των συμμαχικών βομβαρδισμών. Η πόλη βέβαια, ήταν περισσότερο γνωστή για την ιστορική και πολιτιστική της παράδοση, παρά για την στρατηγική της αξία. Το εσωτερικό της όμως αποτελούσε καταφύγιο εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από βομβαρδισμούς άλλων πόλεων και την ίδια στιγμή τα στρατεύματα του Ερυθρού Στρατού την προσέγγιζαν από ανατολικά. Η καταστροφή της υποτίθεται ότι θα προκαλούσε μαζική έξοδο των αστέγων οι οποίοι θα προκαλούσαν σύγχυση στις κινήσεις των γερμανικών δυνάμεων που θα έσπευδαν να ενισχύσουν την άμυνά της, συμβάλλοντας έτσι στη σοβιετική επίθεση.

Η επιδρομή άρχισε στις 13 Φεβρουαρίου 1945, αποτελούμενη από 773 Lancaster των οποίων οι βόμβες αρχικά κατέστρεψαν τους πυροσβεστικούς σταθμούς της πόλης. Το επόμενο πρωί 311 Β-17 έριξαν άλλους 770 τόνους βομβών, ενώ μερικά Mustang, πετώντας χαμηλά  πάνω από τους δρόμους της πόλης, πολυβολούσαν με την άνεσή τους άμαχους πρόσφυγες.

Την επόμενη ημέρα η «USAAF» επέστρεψε ολοκληρώνοντας την καταστροφή. Συνολικά έπεσαν 3.760 τόνοι βομβών εκ των οποίων το 75% ήταν εμπρηστικές. Ο Χάρρις είχε επιτέλους πετύχει την δεύτερη πολυπόθητη και τελευταία πύρινη καταιγίδα του. Η Δρέσδη μετατράπηκε σε έναν τεράστιο κλίβανο όπου στο εσωτερικό του λυσσομανούσε μία πύρινη λαίλαπα ταχύτητας 250 km/h η οποία σάρωνε ολόκληρα κτίρια μέσα σε δευτερόλεπτα.

Η κοχλάζουσα άσφαλτος των δρόμων έλιωνε και όσοι έτρεχαν αλλόφρονες επάνω της φλέγονταν από τα πόδια προς τα πάνω. Μέσα στην πύρινη κόλαση πολλοί πίστεψαν ότι η μόνη σωτηρία από την απανθράκωση θα ήταν ο ποταμός Έλβας που διέτρεχε την πόλη. Αλλά όσοι έπεφταν στον ποταμό διαπίστωναν αμέσως ότι ο φώσφορος των εμπρηστικών βομβών εξακολουθούσε να αναφλέγεται ακόμη και στην επιφάνεια του νερού. Μόλις σήκωναν τα κεφάλια τους για μία ανάσα αέρα, τα μαλλιά τους έπαιρναν φωτιά. Τουλάχιστον ο πνιγμός ήταν ένας δροσερός θάνατος.

Η πόλη καιγόταν επί επτά ημέρες και οκτώ νύχτες. Οι ελάχιστοι επιζήσαντες της καταστροφής και τα διασωστικά συνεργεία αδυνατούσαν να θάψουν όλα τα πτώματα. Αποφασίσθηκε ο αποκλεισμός της πόλης και η καύση των πτωμάτων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της πανώλης. Οι στρατιώτες άνοιγαν λάκκους θάβοντας κομμάτια από καμμένες σάρκες.

Εικόνα: Ένας σορός από πτώματα έτοιμα να αποτεφρωθούν. Όλοι τους ειναι θύματα του ανηλεή βομβαρδισμού της Δρέσδης.

Πολλοί δεν άντεχαν στο θέαμα και γονάτιζαν απελπισμένοι, κλαίγοντας με λυγμούς. Μερικοί γονείς μάζευαν τα κομμάτια από τα κορμιά των παιδιών τους, μόνο και μόνο για να μην μετατραπούν σε βορά των αρουραίων. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών δεν βρέθηκε ποτέ, αλλά οι υπολογισμοί μιλούν για 135.000. Τρεις μήνες αργότερα τα σοβιετικά στρατεύματα εισήλθαν στην πόλη βιάζοντας τα λίγα ανθρώπινα ερείπια που είχαν απομείνει ζωντανά.

Η Δρέσδη υπήρξε ο πρώτος βομβαρδισμός του πολέμου ο οποίος προκάλεσε την διεθνή κατακραυγή. Ο Τσώρτσιλ φρόντισε γρήγορα να κρατήσει αποστάσεις από την ανάμιξή του στην απόφαση του βομβαρδισμού, αφήνοντας τον Χάρρις να επωμισθεί αποκλειστικά το βάρος της ευθύνης, εκδίδοντας μάλιστα και μία διαταγή, η οποία, αφού κατέκρινε την καταστροφή, εφιστούσε την προσοχή σε, «μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων σε στόχους στρατιωτικής σημασίας».

Παρόλα αυτά η κατακραυγή ήταν τόση ώστε στις 16 Απριλίου 1945 η ηγεσία της RAF δήλωσε επίσημα ότι εγκατέλειπε την τακτική των βομβαρδισμών «ευρείας περιοχής». Στο άκουσμα της είδησης ο Χάρρις ένιωσε τον κόσμο του να γκρεμίζεται. «Δεν είναι δυνατόν να θέσω στην ίδια μοίρα όλες τις γερμανικές πόλεις με τα κόκκαλα ενός Βρετανού στρατιώτη. Όσοι νιώθουν τύψεις για την Δρέσδη χρειάζονται ψυχίατρο!», δήλωσε οργισμένος.

Οι κονδυλοφόροι έχυσαν άφθονο μελάνι για να δικαιολογήσουν το έγκλημα, χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Οι Αμερικανοί, με το τυπικό θράσος που τους χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα σε παρόμοιες περιπτώσεις, επεδίωξαν να αποστασιοποιηθούν. «Τέτοιες επιχειρήσεις είναι αντίθετες με την αεροπορική στρατηγική και τα εθνικά ιδανικά μας», δήλωσε ο Κάρλ Σπάατς.

Ο Τζώρτζ Μάρσαλ, με διπλωματικότερο τρόπο, προσπάθησε να μετατοπίσει το βάρος της ευθύνης, χωρίς όμως και αυτός να αποφύγει τα ψεύδη. «Η Δρέσδη προέκυψε μόνο και μόνο από ειδικό αίτημα των Ρώσων. Δεν υπήρξε πρόθεση των Συμμάχων». Τα αμερικανικά εθνικά ιδανικά βέβαια, δεν αποτέλεσαν ανασταλτικό ηθικό εμπόδιο στην περίπτωση των ιαπωνικών πόλεων. Την ίδια εποχή, στην άλλη πλευρά της υδρογείου, ο στρατηγός Κέρτις Λεμαίϋ κατέκαιγε το Τόκυο σε μία επιδρομή ανάλογη της Δρέσδης.

Η «τελετουργική καύση» της Ιαπωνικής πρωτεύουσας.

Η Ιαπωνία αναμφίβολα διέθετε κάποια σαφή πλεονεκτήματα έναντι της Γερμανίας. Οι παραδοσιακές κατοικίες, κατασκευασμένες από ξύλο και χαρτί καίγονταν ευκολότερα από τις λιθόκτιστες γερμανικές και οι πυρκαγιές εξαπλώνονταν ταχύτερα. Όταν οι πρώτοι βομβαρδισμοί βιομηχανικών στόχων αποδείχθηκαν απογοητευτικότεροι εκείνων της Νορμανδίας, με το πλεονέκτημα ότι στην Ιαπωνία ήταν, ευτυχώς, αδύνατον να βομβαρδίσουν φίλια στρατεύματα, ο στρατηγός Κέρτις Λεμαίϋ επιδόθηκε με «εωσφορική μανία» στον συστηματικό εμπρησμό των ιαπωνικών πόλεων.

Διέταξε να αφαιρεθεί από τα βομβαρδιστικά κάθε είδους αμυντικός οπλισμός και πυρομαχικά, προκειμένου να αυξηθεί το φορτίο βομβών το οποίο αποτελείτο αποκλειστικά και μόνο από εμπρηστικές, τα ελάχιστα ιαπωνικά μαχητικά που υπερασπίζονταν το μητροπολιτικό έδαφός τους ήταν ούτως ή άλλως, ανίκανα να φτάσουν στο ύψος που πετούσαν τα εχθρικά «Υπερφρούρια».

Την νύχτα της 9ης Μαρτίου 1945 334 Β-29 βομβάρδιζαν την ιαπωνική πρωτεύουσα επί τρεις ώρες προκαλώντας την τελευταία πύρινη καταιγίδα του πολέμου, κατακαίγοντας 267.170 οικίες και αφήνοντας έναν απροσδιόριστο αριθμό θυμάτων ο οποίος κυμαινόταν μεταξύ 85-130 χιλιάδων νεκρών. Σαράντα τετραγωνικά χιλιόμετρα της πόλης είχαν πλήρως αποτεφρωθεί.

Εικόνα: To Boeing B-29 Superfortress είναι βαρύ τετρακινητήριο ελικοφόρο βομβαρδιστικό που σχεδιάστηκε από την Boeing και χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Πολέμου της Κορέας. Ονομάστηκε σε ευθεία αναφορά στον προκάτοχό του, το B-17 Flying Fortress.

Τα πληρώματα των βομβαρδιστικών ανέφεραν ότι η δυσοσμία της καμένης σάρκας διαπερνούσε τα αεροσκάφη τους. Μετά το ολοκαύτωμα ο Λεμαίυ δήλωσε, «Εάν ο βομβαρδισμός μείωσε τη διάρκεια του πολέμου έστω και κατά μία ημέρα, τότε η επίθεση δικαίωσε τον σκοπό της. Δεν υπάρχουν αθώοι άμαχοι. Ολόκληρος ο πληθυσμός εργάστηκε για την κατασκευή όλων αυτών των αεροπλάνων και των πυρομαχικών, άνδρες, γυναίκες, παιδιά».

Ήταν αυτή η κυνική, ολοκληρωτική λογική, τυπική των χαρακτήρων του Λεμαίυ και του Χάρρις, η οποία έκτοτε θα επικρατούσε, δικαιολογώντας αυτόματα τους χιλιάδες «παράπλευρους» φόνους γυναικών, γερόντων, βρεφών και ανήλικων παιδιών. Όπως αναφέρει και ο Άγγλος καθηγητής Φιλοσοφίας Άντονυ Γκαραίηλινγκ, στο βιβλίο του «Ανάμεσα στις Νεκρές Πόλεις», αυτή η λογική αντιστοιχεί με εκείνη ενός στρατιώτη ο οποίος προχωρά στο πεδίο της μάχης καλυπτόμενος πίσω από έναν αθώο πολίτη της αντίπαλης χώρας, λειτουργώντας ως είδος έμμεσου εκβιασμού, «Αν δεν θέλετε να πεθάνει κι αυτός, παραδώστε τα όπλα», μία τακτική την οποία είχαν ήδη χρησιμοποιήσει στο πεδίο της μάχης οι Ρώσοι στρατιώτες καθώς εισέβαλαν στα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας.

Για τις επόμενες 10 ημέρες πραγματοποιήθηκαν παρόμοιες επιδρομές εναντίον τριών ακόμα ιαπωνικών μεγαλουπόλεων, έως ότου η Αμερικανική Αεροπορία κατανάλωσε όλο το απόθεμα εμπρηστικών βομβών που διέθετε στο οπλοστάσιό της. Οι επιδρομές αυτές διέφυγαν της προσοχής των ιστορικών, αφού τον Αύγουστο οι Αμερικανοί άγγιξαν το πυρηνικό «μεγαλείο» τους και ο κόσμος ήταν επιτέλους ελεύθερος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμισαν πολλοί. Βέβαια η «επίσημη» αμερικανική ιστορία προσπαθεί ακόμα να μας πείσει ότι αυτό ήταν ένα αναγκαίο μέτρο, στο οποίο υποχρεώθηκαν να καταφύγουν, σκοτώνοντας «λίγες χιλιάδες για να σωθούν εκατομμύρια». Φυσικά, αυτό που είχαν πράξει ήταν ακριβώς το αντίθετο.

«Σοκ και δέος» στον 21ο αιώνα.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το δόγμα αναβίωνε σε τακτικά διαστήματα από τους Αμερικανούς οι οποίοι σήμερα αποτελούν και τους κυριότερους εκφραστές του. Στο Βιετνάμ απέτυχε παταγωδώς. Ακόμη και η αμερικανική ηγεσία προσπάθησε να αποσιωπήσει τις διαμαρτυρίες των πιλότων των Β-52 οι οποίοι δήλωναν στις τηλεοπτικές εκπομπές ότι ένιωθαν ανεπιθύμητοι από το κοινό.

Έκτοτε η παθολογική φοβία των ΗΠΑ να εμπλέξουν τις χερσαίες δυνάμεις τους σε οποιαδήποτε πραγματική μάχη, τους οδήγησε στην απόφαση να βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στον στρατηγικό βομβαρδισμό για την επίτευξη της οποιασδήποτε νίκης, ακριβώς οι ίδιοι λόγοι δηλαδή, που είχαν οδηγήσει τον Τσώρτσιλ στην ίδια απόφαση πριν 60 χρόνια.

Ακόμη και με όλα τα σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα που διατίθενται σήμερα, πολλές επιχειρήσεις βομβαρδισμού ματαιώνονται λόγω ομίχλης ή κακών καιρικών συνθηκών. Ταυτόχρονα οι Αμερικανοί πιλότοι εξακολουθούν ακόμα να διαπράττουν πολλά σφάλματα σκόπευσης, εσκεμμένα και μη. Στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, το 1991, για πρώτη φορά, ο τύπος και τα διεθνή ΜΜΕ βομβαρδίστηκαν με νέες, ηχηρές εκφράσεις, οι οποίες κάλυπταν νέα επιχειρησιακά ψέμματα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης δύναμης, «έξυπνες» βόμβες, «χειρουργικά κτυπήματα», «ανθρωπιστικοί βομβαρδισμοί», οι οποίοι, ακριβώς λόγω της ακρίβειάς τους, υποτίθεται ότι περιόριζαν τις «παράπλευρες απώλειες» αμάχων.

Εικόνα: Ο Κέρτις Έμερσον Λεμαίϋ ήταν στρατηγός της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας που εφάρμοσε μια αποτελεσματική, αλλά αμφιλεγόμενη εκστρατεία στρατηγικών βομβαρδισμών κατά την διάρκεια  του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, στο θέατρο του Ειρηνικό. Αργότερα υπηρέτησε ως Αρχηγός Επιτελείου της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ από το 1961 έως το 1965.

Τελικώς, οι «έξυπνες» βόμβες έπλητταν άγονες ερήμους, εύφορες ζούγκλες ή φίλια στρατεύματα, κατά την πάγια αμερικανική παράδοση, αφού δεν αποδείχθηκαν εξυπνότερες από τους χειριστές τους, αν και η ευστοχία τους βελτιωνόταν σημαντικά σε περιπτώσεις αμάχων πληθυσμών. Ο βομβαρδισμός της Κινεζικής πρεσβείας στην επέμβαση του Κοσόβου ξεσήκωσαν την κοινή γνώμη, ενώ το φιάσκο της Βοσνίας με τις ανάλογες αστοχίες και την κατάρριψη του «αόρατου» Stealth, ανάγκασε την Ουάσινγκτον να εξαγγείλει βαρύτατες περικοπές στην χρηματοδότηση όλων των εξοπλιστικών προγραμμάτων στα οποία βασιζόταν ουσιαστικά το οικονομικό μέλλον της χώρας.

Η απόφαση στάθηκε για πολλοστή φορά αφορμή για την σύγκρουση μεταξύ «Επεκτατικών» και «Απομονωτικών» κύκλων, δηλαδή των δύο κυριότερων φατριών οι οποίες διχάζουν την αμερικανική ηγεσία από το 1930 και μετά, έως ότου ο τρομοκρατικός βομβαρδισμός της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 διευθέτησε βολικά το ζήτημα υπέρ των πρώτων. Τρομοκρατικό κτύπημα ή στρατηγικός βομβαρδισμός; Όπως κι αν χαρακτηρίσουμε εκείνη την επονομαζόμενη «Μαύρη Τρίτη», σημασία έχει ότι εκείνο το πλήγμα είχε τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα και συνέπειες με έναν στρατηγικό βομβαρδισμό.

Από ένα σύνολο 220 ορόφων των δύο πύργων, με συνολική χωρητικότητα 100.000 εργαζομένων υπό κανονικές συνθήκες, τα θύματα ήταν μόνο 2.627. Αν σκεφθεί κανείς ότι επρόκειτο για μία καθημερινή εργάσιμη, οι πύργοι ήταν σχεδόν άδειοι. Όπως φυσικά, συμβαίνει με κάθε στρατηγικό-τρομοκρατικό βομβαρδισμό, έτσι και εκείνος ένωσε ψυχικά τους Αμερικανούς εναντίον ενός κοινού εχθρού, όσο ακαθόριστος κι αν ήταν αυτός, ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες στο νέο δόγμα των «Προληπτικών Επεμβάσεων».

Πριν την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, ο κυβερνητικός σύμβουλος του προέδρου Μπους, Χάρλαν Άλλμαν, διατύπωσε το δόγμα «Σοκ και Δέος», το οποίο στηριζόταν στην θεαματική επιβολή ισχύος, η οποία θα παρέλυε την θέληση αντίστασης του αντιπάλου. Βέβαια, ο Άλλμαν δεν «κόμιζε γλαύκας εις Αθήνας». Ήταν απλά μία επανάληψη των αποτυχημένων θεωριών των Ντουέτ, Τρέντσαρντ και Χάρρις κάτω από μία νέα ονομασία, που ακόμα και αυτή, είχε διατυπωθεί για πρώτη φορά τον 5ο π.Χ. αιώνα από τον Κινέζο θεωρητικό του πολέμου Σουν-Τζου.

Οι βομβαρδισμοί κατά της Βαγδάτης διήρκεσαν έναν μήνα και στις 14 Απριλίου 2003 οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την νίκη τους. Ωστόσο, τον Οκτώβριο η «Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων» της χώρας διατύπωσε επισήμως τις αμφιβολίες της περί της επιτυχίας του δόγματος, αποδίδοντας την νίκη στην αμερικανική τεχνολογική υπεροχή και την ιρακινή ανεπάρκεια δυνάμεων. Οι βομβαρδισμοί δεν είχαν επηρεάσει το ηθικό, ενώ η Βαγδάτη και άλλες μεγάλες πόλεις είχαν πέσει μόνο μετά από μάχες εκ του συστάδην μεταξύ των αντίπαλων στρατευμάτων.

Η επίσημη κυβερνητική απάντηση σε αυτά ήταν ότι, «οι βομβαρδισμοί ακριβείας ίσως ήταν υπερβολικά ακριβείς, με αποτέλεσμα να μην προκαλέσουν το αναμενόμενο σοκ και δέος». Οι δε δηλώσεις του ίδιου του Άλλμαν είχαν μάλλον απολογητικό ύφος. «Η εκστρατεία δεν ανταποκρίθηκε σε εκείνο που οραματιστήκαμε. Οι βομβαρδισμοί που φώτισαν τον νυχτερινό ουρανό της Βαγδάτης δεν ανταποκρίνονταν στην ισχύ, τον σκοπό και την κλίμακα του σχεδίου “Σοκ και Δέος”, το οποίο κατέληξε μάλλον σαν πολιορκία».

Εικόνα: Στις 27 Μαρτίου 1999, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κοσόβου, το 3ο τάγμα της 250ης Ταξιαρχίας Πυραύλων, υπό τη διοίκηση του Ρουμάνου συνταγματάρχη Ζόλταν Ντάνι, εξοπλισμένο με το Isayev S-125 ‘Neva-M’ κατέρριψε ένα stealth αμερικανικό αεροσκάφος τύπου F-117A, με πυραύλους τύπου Neva-M.

Όλα αυτά βέβαια, διέγειραν παγκοσμίως φωνές διαμαρτυρίας για το ηθικό δίκαιο των «Ανθρωπιστικών Βομβαρδισμών», οι οποίοι φυσικά, αποτελούσαν εγκλήματα πολέμου ή ακόμα και εγκλήματα ειρήνης, αφού σε πολλές περιπτώσεις οι αμερικανικές δυνάμεις επενέβαιναν «προληπτικά» χωρίς να έχει προηγηθεί επίσημη κήρυξη πολέμου. Στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας εξάλλου, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Χαβιέ Σολάνα, ήταν εκείνος ο οποίος ωρυόταν κάθε φορά στο άκουσμα της λέξης «πόλεμος».

«Δεν είναι πόλεμος, σας λέω. Είναι μία στρατιωτική επιχείρηση για την επιβολή των αξιών της Δύσης». Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το 2004 οι ΗΠΑ, μαζί με την Τουρκία, το Ισραήλ και την Κίνα, αρνήθηκαν κατηγορηματικά να αναγνωρίσουν την σύσταση του «Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου», το οποίο είχε συσταθεί και επικυρωθεί από 94 άλλες χώρες μετά την «Συμφωνίας της Ρώμης» το 2002, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα περιόριζε την ελευθερία δράσης τους κατά τον τρόπο που οι ίδιες θεωρούν ορθό.

«Τρομοκρατικά κτυπήματα» ή «Στρατηγικοί βομβαρδισμοί Κλονισμού και Δέους»; Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσά τους. Απλά οι επιτιθέμενοι προτιμούν την δεύτερη ονομασία, ενώ οι αμυνόμενοι την πρώτη. Η θεωρία του δόγματος παραμένει πάντοτε η ίδια. Από το 1917 έως τις ημέρες μας, τίποτα δεν απέδειξε την ορθότητά του.

Κατασκευάστηκε και διατηρήθηκε από ένα πλήθος αστήρικτων απόψεων οι οποίες υπαγορεύονταν και εξακολουθούν να υπαγορεύονται από πολιτικές σκοπιμότητες. Η όλη αρχή του στρατηγικού βομβαρδισμού διατηρεί πάντοτε την λογική ότι αυτή η μέθοδος εξαντλεί τον αντίπαλο, απαλλάσσοντας τον στρατό από αιματηρές απώλειες. Αυτό αληθεύει, αλλά αποκρύπτεται συστηματικά η αλήθεια πίσω από τα λόγια.

Η μέθοδος επιτυγχάνει μόνο εναντίον κατώτερων στρατιωτικά αντιπάλων οι οποίοι δεν διαθέτουν ούτε καν υποτυπώδη αεροπορική άμυνα, οπότε η αντίπαλη Αεροπορία θριαμβεύει χωρίς αντίπαλο. Έτσι ο στρατηγικός βομβαρδισμός απέκτησε τον χαρακτήρα της άσκησης ωμής βίας εναντίον ανίσχυρων αντιπάλων προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της όποιας παγκόσμιας υπερδύναμης. Τι θα γινόταν όμως, αν σε κάποια από τις πολεμικές επεμβάσεις της αυτή η υπερδύναμη είχε να αντιμετωπίσει στον αέρα κάποιον σχετικά αξιόλογο αντίπαλο και στο έδαφος εχθρικές δυνάμεις αποφασισμένες να πολεμήσουν υπέρ πάντων;

Μήπως το δόγμα θα ανατρεπόταν μέσα σε λίγους μήνες και το όλο οικοδόμημά του θα κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος; Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απετέλεσε μόνο την πρώτη απόδειξη της αποτυχίας του, έστω κι αν χρειάστηκαν 60 χρόνια αναλύσεων και ερευνών. Είναι ορθή η ρήση του Αμερικανού βουλευτή Χίραμ Τζόνσον ότι, «Η Αλήθεια είναι το πρώτο θύμα του πολέμου», αλλά είναι ακόμη ορθότερη η ελληνική ρήση πως, «Η Αλήθεια είναι Θυγατέρα του Χρόνου».

«Για να πουλήσεις έναν πόλεμο σε μία Δημοκρατία

πρέπει να δαιμονοποιήσεις τον εχθρό σου ή να αποδείξεις ότι

τα ελατήριά σου είναι ανθρωπιστικά»

Ρόμπερτ Λίχτερ, Πρόεδρος Κέντρου ΜME, Η.Π.Α.

Πηγές:

  • Σοφία Βούλτεψη, «ΜΜΕ και Πόλεμος», Άρθρο του περιοδικού «Αεροπορική Επιθεώρηση», τεύχος 53, Ιανουάριος 2008.
  • Dom Moraes, «Bomber Command: The Myths and Reality of Strategic Bommber Offensive 1939-45», Doubleday, November 1979.
  • Noble Frankland, «Bomber Offensive, The Devastation of Europe», Ballantine’s History of WWII, 1970.
  • A.C. Grayling, «Ανάμεσα στις Νεκρές Πόλεις», Εκδόσεις Κασταλία, 2006.
  • Alexander McKee, «Caen: Anvil of Victory», Pan Books, London 1964.
  • Max Hastings, «Bomber Command», Touchstone Books, July 1989.
  • Martin Middlebrook, «The Berlin Raids», Cassell, November 2000.
  • Alexander McKee, «Dresden 1945», Granada Publishing, 1982.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.