Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Α’). Η Πατρίς εν κινδύνω.

Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Α’). Η Πατρίς εν κινδύνω.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Το 1081 μ.Χ. ήταν μια κομβική χρονιά για τους «Ρωμαίους της Ανατολής». Η Αυτοκρατορία  ήταν στο χείλος της καταστροφής και κινδύνευε να χαθεί από το χάρτη. Οι εχθροί επέδραμαν από παντού. Μόλις μέσα σε δέκα χρόνια έχει απολεσθείς η Μικρά Ασία από τους Σελτζούκους Τούρκους και οι Νορμανδοί αφού κατέλαβαν τις Ρωμαϊκές κτήσεις στην Ιταλία, αποβιβάστηκαν στο Δυρράχιο. Πειρατές, κάθε σημαίας και θρησκείας, δήωναν της Ελληνικές θάλασσες, ενώ στο εσωτερικό η πλειοψηφία των αυτοκρατόρων ήταν ανίκανοι για να αντιμετωπίσουν τα συνεχώς διογκούμενα προβλήματα και η συχνή εναλλαγή τους στο θρόνο δημιουργούσε ρήξεις στην κοινωνία και το στρατό.

Εκείνη την στιγμή όμως, που τα πάντα τριγύρω κατέρρεαν, εμφανίστηκε κάποιος που θα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση. Στασίασε, πολέμησε τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας, αναδιοργάνωσε το κράτος και προκάλεσε της Σταυροφορίες. Ο λόγος δεν αφορά άλλων από τον Αλέξιο Α’ τον Κομνηνό, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία του κράτους  σε μια εποχή που οποιοσδήποτε σώφρον άνθρωπος δεν θα έκανε καν την προσπάθεια. Αλλά καλύτερα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Εικόνα: Μικρογραφία από χειρόγραφο του 12ου αιώνα, που βρίσκεται στην Biblioteca Apostolica, στο Βατικανό.

Η κατάσταση της Αυτοκρατορίας μετα το Ματζικέρτ.

Η ήττα του Μαντζικέρτ υπήρξε συμφορά για το Βυζάντιο, όχι μόνο από πολιτικής πλευράς, γιατί άνοιξε το δρόμο για μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων Τούρκων στη Μικρά Ασία, αλλά και από οικονομικής γιατί η βυζαντινή οικονομία αποκλείστηκε στο εξής από τις μεγάλες ποσότητες μαλλιού τις οποίες προμηθευόταν από τα ανατολικά υψίπεδα της Μικράς Ασίας. Ο συνεχιστής του Σκυλίτζη μας πληροφορεί πως ο ηττημένος του Μαντζικέρτ, ο ηρωικός Ρωμανός Δ’ ο Διογένης υπέγραψε συνθήκη με τον νικητή Αλπ Αρσλάν, σύμφωνα με την οποία οι δύο πλευρές θα κρατούσαν τα εδάφη που κατείχαν πριν από την καταστρεπτική μάχη του Μαντζικέρτ.

Συγχρόνως ο μεν Ρωμανός θα κατέβαλε ένα ετήσιο φόρο στο σουλτάνο των Σελτζούκων μαζί με ένα χρηματικό ποσόν ως λύτρα για την εξαγορά της ελευθερίας του, ενώ ο Αλπ Αρσλάν θα έκανε ό,τι του ήταν δυνατόν για να σταματήσουν οι τουρκικές επιδρομές στη Μικρά Ασία. Ο διάδοχος του Ρωμανού Δ’, Μιχαήλ Ζ’ Δούκας, ο λεγόμενος και «Παραπινάκης» δεν αναγνώρισε τη συνθήκη του προκατόχου του με τον Αλπ Αρσλάν, αλλά ούτε και ο Αλπ Αρσλάν εμπόδιζε τους Τούρκους να επαναλάβουν τις επιδρομές τους στις μικρασιατικές επαρχίες, μετά από την προδοσία και δολοφονία του «φίλου του και συμμάχου του» Ρωμανού.

Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι, επωφελούμενοι από την αβουλία και ανικανότητα του Μιχαήλ, εισέβαλαν ανενόχλητοι σε αλλεπάλληλα κύματα στην ανατολική Μικρά Ασία και σε αρκετές περιοχές της κεντρικής Μικράς Ασίας. Τώρα όμως δεν είναι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, περαστικοί, επιδρομείς αλλά μόνιμοι κατακτητές και κύριοι. Οι ιστορικοί της εποχής εκείνης περιγράφουν τις επιδρομές αυτές με μελανά χρώματα λέγοντας, ότι από όπου περνούσαν δεν άφηναν παρά καμένα και καταλεηλατημένα χωριά και σπίτια και μια γη σπαρμένη με πτώματα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Ζ’ δεν προβλήθηκε καμιά σοβαρή αντίσταση στις τουρκικές ορδές που τώρα πια πλησίαζαν στο Βόσπορο.

Εικόνα: Η αυτοκρατορία των Σελτζούκων το έτος θανάτου του Μαλίκ Σαχ Α’, το 1096, μετά την κατάληψη της Χεράτ, το 1040, και την μάχη του Μαντζικέρτ 1071.

Οι δυναστικές έριδες στο Βυζάντιο πριν από την άνοδο στο θρόνο του Αλέξιου Α’ Κομνηνού ευνόησαν ακόμα περισσότερο την τουρκική προέλαση στη Μικρά Ασία. Αρκεί να σκεφθούμε ότι ο Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης αναρριχήθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο με τη βοήθεια των Τούρκων. Ο Σκυλίτζης μας πληροφορεί ότι ο «μωροφιλόδοξος» Νικηφόρος είχε συγκροτήσει «στρατόν αξιόλογον» από Τούρκους μισθοφόρους υπό την αρχηγία του Κουταλμά. Ο Κουταλμάς και δύο από τους γιους του έγιναν Χριστιανοί. Ένας όμως από τους μη ασπασθέντες το Χριστιανισμό γιους του Κουταλμά ο περίφημος Σουλεϊμάν Σαχ ή «Σολιμάς», σύμφωνα με της βυζαντινές πήγες, απέκτησε μεγάλη ελευθερία κινήσεων στις βυζαντινές επαρχίες της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας.

Το 1081 κατέλαβε την ιστορική βυζαντινή πόλη της Νίκαιας και ίδρυσε τότε το Σελτζουκικό Σουλτανάτο του «Ρουμ» το οποίο επρόκειτο να διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Εγγύς Ανατολής. Ο καθηγητής Ζακυθηνός ερμηνεύει ως εξής την αποσύνθεση της βυζαντινής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία και την επέκταση της τουρκικής, «Αφού άλλοτε ως σύμμαχοι και άλλοτε ως αντίπαλοι του Βυζαντίου ή των απαιτητών του θρόνου έφθειραν τη χώραν, οι Τούρκοι προήχθησαν εις μονιμοτέρας εγκαταστάσεις τή ανοχή της Κωνσταντινουπόλεως η οποία απέβλεψεν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν των επηλύδων».

Η ραγδαία επέκταση του Σολιμά οφείλεται στην ορμητικότητα του και στην καλή συμπεριφορά του προς τους δουλοπάροικους γεωργούς τους οποίους απάλλαξε από τη βαρειά φορολογία. Ο Σολιμάς υπήρξε ικανότατος διπλωμάτης γιατί εκμεταλλεύτηκε προς όφελός του τις εμφύλιες δυναστικές έριδες των Βυζαντινών, συμμαχώντας άλλοτε με τον Βοτανειάτη και άλλοτε με τους αντιπάλους του.

Οπωσδήποτε τραγικό για τον Ελληνισμό υπήρξε το γεγονός ότι οι αυτοκράτορες, Μιχαήλ Ζ’ και Νικηφόρος δεν είχαν συνειδητοποιήσει τον τουρκικό κίνδυνο με αποτέλεσμα να επιτρέψουν στους Τούρκους τη μόνιμη εγκατάσταση νομίζοντας ότι τελικά θα κατάφερναν να τους υποτάξουν και να τους ενσωματώσουν. Κατά τη διάρκεια της «μαύρης δεκαετίας» 1071-1081 συντελέστηκε τόσο μεγάλη καταστροφή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, ώστε δεν θα μπορέσει στο εξής ν’ αναλάβει πρωτοβουλίες αφού μάλιστα συνεχώς και ακαταπαύστως έφταναν νομάδες Τουρκομάνοι από τα βάθη της Ασίας.

Εικόνα: Η εξάπλωση του Σελτζουκικού Σουλτανάτου του «Ρουμ»

Τα πρώτα χρόνια και η διεκδίκηση του θρόνου.

Ο Αλέξιος καταγόταν από το χωριό Κόμνη, κοντά στην Κασταμώνα της Παφλαγονίας και ήταν τρίτος γιος του Ιωάννη Κομνηνού, αδελφού του αυτοκράτορα Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού, και της Άννας Δαλασσηνής. Η οικογένεια του είχε αριστοκρατική καταγωγή, ενώ η στρατιωτικές τους υπηρεσίες προς την Αυτοκρατορία ήταν πασίγνωστες, ο θείος του Ισαάκιος Κομνηνός και ο παππούς του Μανουήλ Κομνηνός ήταν σπουδαίοι στρατηγοί, ενώ η μητέρα του η Άννα η Δαλασσηνή ήταν ικανότατη και ευφυέστατη γυναίκα.

Ήταν αναμενόμενο ο Αλέξιος να ακολουθήσει το στρατιωτικό δρόμο από πολύ μικρός. Μάλιστα συμμετείχε και στην καταστροφική μάχη του Ματζικέρτ το 1071 μ.Χ. Το σθένος και η ψυχική του δύναμη στο πεδίο της μάχης ήταν μεγαλειώδεις. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι δύο προηγούμενοι αυτοκράτορες του ανέθεταν την καταστολή των στάσεων από τους διεκδικητές του θρόνου.

Επί βασιλείας Μιχαήλ Ζ’ του Δούκα κατόρθωσε να αποσπάσει από τους Σελτζούκους τον αρχηγό των Νορμανδών μισθοφόρων Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ και να τον φέρει στην Κωνσταντινούπολη. Το 1078 μ.Χ. ο Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης του έδωσε το αξίωμα του «Δομέστικου των σχολών» για τις νίκες του εναντίον των στρατηγών Νικηφόρου Βρυέννιου και Νικηφόρου Βασιλάκιου.

Το 1081 μ.Χ. βλέποντας την κατάντια της αυτοκρατορίας και με τη βοήθεια του Ιωάννη Δούκα στασίασε και ο ίδιος, με αποτέλεσμα να ανατρέψει την Νικηφόρο και να του αποσπάσει την εξουσία. Ο γάμος του Αλεξίου με την Ειρήνη Δούκα, τη λεγόμενη «Δούκαινα», τον συνέδεσε με την οικογένεια των Δουκών η οποία ανησυχούσε για την τύχη της βασίλισσας Μαρίας της «Αλανής», συζύγου των δύο προηγούμενων αυτοκρατόρων Μιχαήλ Ζ’ Δούκα και Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη.

Ο Αλέξιος ενεργώντας με σύνεση και περίσκεψη, συμπεριφέρθηκε με σεβασμό στην πανέμορφη χήρα βασίλισσα Μαρία, της οποίας το γιο Κωνσταντίνο αναγνώρισε ως πορφυρογέννητο και διάδοχο και τον εμνήστευσε μάλιστα με την κόρη του Άννα που γεννήθηκε το 1083. Αυτό κράτησε ως το 1087 μ.Χ. χρονιά που γεννήθηκε ο γιος του Ιωάννης, ο μετέπειτα Ιωάννης Β´ ο Κομνηνός, οπότε και ο Κωνσταντίνος αποπέμφθηκε από αυτό το αξίωμα, ενώ τη μητέρα του Μαρία την έστειλε σε μοναστήρι. Παρόλα αυτά και μέχρι το θάνατό του το 1095 μ.Χ. οι δύο άνδρες διατήρησαν φιλικές σχέσεις.

Εικόνα: Η Αυτοκρατορία την εποχή του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα.

Η απελπιστική κατάσταση των επαρχιών και οι εξωτερικοί εχθροί.

Ο Αλέξιος υπήρξε ικανότατος στρατηγός και εξαίρετος διπλωμάτης. Ως χαρακτήρας υπήρξε γενναίος, σταθερός, αποφασιστικός, ευφυής και εφευρετικός. Διακρινόταν επίσης για τη σταθερή θέλησή του και την ενεργητικότητά του. Ήταν ευσεβής χωρίς να φτάνει στο φανατισμό, φίλος των γραμμάτων και των τεχνών. Επιπλέον υπήρξε ευφραδέστατος ρήτορας και κατακτούσε τους ακροατές του. Με όλα αυτά τα προσόντα του ο Αλέξιος Α’ αναδείχθηκε ένας από τους ικανότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, γιατί όπως θα δούμε στα επόμενα, κατόρθωσε υστέρα από αδιάκοπο αγώνα που διήρκεσε τέσσερις δεκαετίες να παλινορθώσει τη δύναμη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε σημαντικό βαθμό.

Οι αγώνες αυτοί αποδεικνύουν την πολιτική μεγαλοφυΐα του Αλέξιου αλλά και τις καταπληκτικές διπλωματικές ικανότητές του. Όταν ο Αλέξιος ανήλθε στο θρόνο βρήκε μια καταρρέουσα αυτοκρατορία. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν φτάσει στη Βιθυνία, αφού κατά τη διάρκεια της «μαύρης δεκαετίας», 1071-1081, κατέλαβαν ολόκληρη σχεδόν τη Μικρά Ασία, η οποία επί αιώνες είχε αποτελέσει τη σπονδυλική, τρόπον τινά, στήλη της Αυτοκρατορίας.

Οι Νορμανδοί αφού κατέλαβαν τις τελευταίες βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία, καταλαμβάνοντας το 1071 τη Βάρη, άρχισαν να γίνονται απειλητικοί για το Βυζάντιο. Στα βόρεια σύνορα εξακολουθούσαν οι επιδρομές των Πατσινακών και των Ούζων οι οποίοι λεηλατώντας τη Μακεδονία και τη Θράκη έφταναν μέχρι τις πύλες της Βασιλεύουσας.

Αλλά και στο εσωτερικό του κράτους ο Αλέξιος είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα και δυσεπίλυτα προβλήματα. Ανάμεσα σ’ αυτά σπουδαιότερα ήταν το οικονομικό και το στρατιωτικό. Ο Ostrogorsky μιλάει για αποσύνθεση του στρατού και για καταθλιπτική οικονομική κρίση. Πρόκειται για δύο αρνητικούς παράγοντες, «που χαρακτηρίζουν την εσωτερική κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τα μέσα του ενδεκάτου αιώνα και που η αντιμετώπισή τους απασχόλησε σε πρώτη γραμμή την εσωτερική πολιτική του Αλεξίου».

Γενικά η κατάσταση του Βυζαντινού κράτους το 1081 ήταν χειρότερη από το 610, έτος κατά το οποίο ανήλθε στο θρόνο ο Ηράκλειος ή το 717 οπότε ανήλθε στο θρόνο ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος. Ήταν χειρότερη γιατί ο Αλέξιος αντίθετα από τους προκατόχους του, Ηράκλειο και Λέοντα Γ’, δεν μπορούσε να υπολογίσει ούτε σε ντόπιο στρατό χωρικών ούτε στον ενθουσιασμό για την άμυνα της Χριστιανοσύνης ενάντιων των εχθρών της.

Εικόνα: Οι Πετσενέγοι σφαγιάζουν τους “Σκύθες”.

Δεν υπερβάλλει η Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου Α’ και λαμπρή ιστοριογράφος, γράφοντας ότι ο Αλέξιος όταν ανέβηκε στο θρόνο βρήκε την Αυτοκρατορία κυκλωμένη από εχθρούς. Ο καθηγητής Διονύσιος Ζακυθηνός κρίνοντας τα αποτελέσματα της ήττας του Μαντζικέρτ γράφει πως, «Η ήττα του Μαντζικέρτ απέβη πραγματική συμφορά ένεκα των επακολουθησάντων εσωτερικών γεγονότων. Εν Μικρά Ασία η Βυζαντινή κυριαρχία είχεν ουσιαστικώς περιορισθεί εις τινας περιοχάς της ακτής. Εν τω εσωτερικώ της χώρας ιδρύοντο αι τουρκικοί ηγεμονίαι».

Η ταχεία προέλαση των νομάδων Τούρκων τρομοκράτησε τους Χριστιανούς οι οποίοι φεύγουν προς τα παράλια, προς τα νησιά του Αιγαίου και προς τη Θράκη. Ήδη από εκείνη την εποχή είχε δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα. Όταν ο Αλέξιος ανήλθε στο θρόνο, η κατάσταση στη Μικρά Ασία ήταν απελπιστική, όπως εξάλλου και σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία.

Η Άννα Κομνηνή, γράφει ότι ο πατέρας της κληρονόμησε μια «κολοβωμένη Αυτοκρατορία», που είχε συρρικνωθεί ανάμεσα στην Αδριανούπολη και στο Βόσπορο, που το έτος 1081 αποτελούσαν αντιστοίχως το δυτικό και το ανατολικό σύνορο, ενώ με μελαγχολία διαπιστώνει τα στενά όρια του Βυζαντινού Κράτους στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του πατέρα της.

Οι επελαύνοντας Νορμανδοί και η πολιορκία του Δυρραχίου.

Ο Αλέξιος ως στρατηγός είχε καταλάβει ότι για να επιβιώσει η αυτοκρατορία έπρεπε να μεγαλώσουν τα σύνορα της και να ανακαταληφθούν κτήσεις που βρισκόντουσαν σε εχθρικά χέρια. Ανάμεσα λοιπόν σε μια πλειάδα εχθρών, οι Νορμανδοί ήταν αυτοί που έπρεπε να φύγουν πρώτοι από την μέση. Οι βάρβαροι «βόρειοι», με τον βασίλειά τους, Ροβέρτο Γυισκάρδο, προσπάθησαν να κατακτήσουν το μεγαλύτερο τμήμα της Ιταλικής χερσονήσου και να διώξουν όλες τις Βυζαντινές φρουρές. Αφού κατέκτησε τη Σικελία, βάδισε βόρεια και άρχισαν να απειλούν τις Βυζαντινές πόλεις στο Ιόνιο Πέλαγος και την Αδριατική Θάλασσα.

Τον Μάιο του 1081, ο Γυισκάρδος, πολιόρκησε το Δυρράχιο, που βρισκόταν στο ένα άκρο της Εγνατίας Οδού, του περίφημου αρχαίου δρόμου που οδηγούσε στην Κωνσταντινούπολη. Ο νέος Αυτοκράτορας έστειλε έκκληση στον Δόγη της Βενετίας, Ντομένικο Σέλβο, και του ζήτησε να κινητοποιήσει τον στόλο του για την υποστήριξη του Δυρραχίου αντί τεραστίων κερδών και οικονομικών προνομίων.

Εικόνα: Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος, έργο του Μέρρι-Ζοζέφ Μπλοντέλ.

Ο Ντομένικο Σέλβο έπλευσε για την υπεράσπιση του Δυρραχίου με 14 πολεμικά πλοία και άλλα 45 μικρότερα. Ο Βενετός Δόγης, πέρα από τους οικογενειακούς και εμπορικούς δεσμούς με το Βυζάντιο, είχε πρόσθετους λόγους να πολεμήσει τους Νορμανδούς. Αυτό γιατί, αν ο Γυισκάρδος αποκτούσε τον έλεγχο στο «Στενό του Οτράντο» θα κατάφερνε να απειλήσει την ίδια την Βενετική Δημοκρατία.

Έτσι λοιπόν ο Σέλβο, με τον Βενετικό στόλο, πλησίασε το Δυρράχιο, ενώ τα πλοία του Γυισκάρδου βρίσκονταν ήδη στο λιμάνι της πόλης. Η μάχη ήταν σκληρή, αλλά οι έμπειροι και εκπαιδευμένοι στη θάλασσα Βενετοί συνέτριψαν τους άπειρους Νορμανδούς. Ο στόλος του Γυισκάρδου διαλύθηκε πανικόβλητος, με τεράστιες απώλειες, ενώ ο Δόγης άφησε τον γιο του διοικητή του στόλου και επέστρεψε στην Βενετία, όπου και έτυχε υποδοχή ήρωα. Παρόλα αυτά, ο ηττημένος αλλά ουχί απελπισμένος Γυισκάρδος, διατήρησε ακέραιο τον στρατό του, παρά την καταστροφή του στόλου του. Η πολιορκία του Δυρραχίου δεν είχε ακόμα κριθεί.

Το αδιέξοδο και ο χειμώνας του 1081.

Ο Γυισκάρδος δεν αποθαρρύνθηκε από την καταστροφή του ναυτικού του, ενώ συνέχισε την πολιορκία του Δυρραχίου. Διοικητής της φρουράς ήταν ο έμπειρος στρατηγός Γιώργος Παλαιολόγος, που είχε φτάσει στην πόλη με την εντολή να πολεμήσει «μέχρις εσχάτων», έως ότου ο ίδιος ο Αλέξιος θα έφτανε με μεγάλες δυνάμεις από την Βασιλεύουσα.

Η φρουρά του Δυρραχίου κατάφερε να αντέξει όλο το καλοκαίρι, παρά την «βροχή» βλημάτων που δεχόταν από της πολεμικές μηχανές των Νορμανδών. Με συνεχείς εξόδους ο Παλαιολόγος κατέστρεφε της πολεμικές μηχανές των Νορμανδών και τους πολιορκητικούς πύργους που «έχτιζαν» Έλληνες αιχμάλωτοι μηχανικοί από την Απούλια. Σε κάποια από αυτές της εξόδους ο Γιώργος Παλαιολόγος δέχθηκε ένα βέλος στο δεξί μερος του κρανίου του και συνέχισε να πολεμά στα περίχωρα του Δυρραχίου καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.

Εικόνα: Χάρτης της Ιταλικής Χερσονήσου κατά το έτος 1081.

Καθώς η ημέρες περνούσαν και το καλοκαίρι παραδιδόταν στο φθινόπωρο, το Νορμανδικό στρατόπεδο χτυπήθηκε από πανώλη. Σύμφωνα με την Άννα την Κομνηνή, 10.000 άνδρες πέθαναν, συμπεριλαμβανομένων 500 ιπποτών. Παρόλα αυτά η φρουρά του Δυρραχίου άρχισε να κάμπτετε λόγο του συνεχούς βομβαρδισμού από της Νορμανδικές μηχανές. Τα νέα έφτασαν στον Αυτοκράτορα όταν αυτός βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη με τον στρατό του, οπότε προχώρησε με μεγάλη ταχύτητα εναντίων των Νορμανδών.

Σύμφωνα με την Άννα την Κομνηνή, ο Αλέξιος είχε περίπου 20.000 άντρες. Ο στρατός του Αυτοκράτορα αποτελούνταν από θρακικά και μακεδονικά τάγματα, που αριθμούσαν περίπου 5.000 άντρες. Της Αυτοκρατορικές δυνάμεις συνεπικουρούσαν μια δύναμη Μανιχαίων που περιελάμβαναν 2.800 άντρες, ιππικό από την Θεσσαλία, διάφοροι Βαλκάνιοι σύμμαχοι, Αρμενικό πεζικό και άλλα ελαφριά στρατεύματα. Ο Αλέξιος απέσυρε επίσης τα τάγματα από την Ηράκλεια του Πόντου και τις υπόλοιπες βυζαντινές κτήσεις στη Μικρά Ασία κάνοντας τες έτσι, ευάλωτες στις τουρκικές επιθέσεις

Στις 15 Οκτωβρίου, ο Αλέξιος, προέλασε από τη Θεσσαλονίκη και στρατόπεδα στον ποταμό Χαρζάνη κοντά στο Δυρράχιο. Εκεί έκανε πολεμικό συμβούλιο και έλαβε την γνώμη των ανώτερων αξιωματικών του στρατεύματος του. Ανάμεσά τους ήταν ο Γιώργος Παλαιολόγος, ο οποίος είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει έξω από την πόλη, κατά την διάρκεια της προηγούμενης νύχτας.

Η πλειοψηφία των ανώτερων αξιωματικών, συμπεριλαμβανομένου και του Παλαιολόγου, προέτρεψαν τον Αυτοκράτορα να περιμένει και να μην κάνει βιαστικές κινήσεις, σημειώνοντας ότι ο χρόνος ήταν με το μερος τους. Ο Αλέξιος, ωστόσο, ήταν υπέρ μιας άμεσης επίθεσης, ελπίζοντας να πιάσει τον στρατό των Νορμανδών εξ απήνης, ενώ εξακολουθούσαν να πολιορκούν την πόλη. Έτσι λοιπόν την επόμενη μέρα, ο αυτοκρατορικός στρατός μεταφέρθηκε στους λόφους απέναντι από την πόλη, σχεδιάζοντας να επιτεθεί στους Νορμανδούς με το πρώτο φως της επομένης ημέρας.

Η μάχη του Δυρραχίου.

Ο Γυισκάρδος, ωστόσο, είχε ενημερωθεί για την άφιξη του Αλέξιου από τους ανιχνευτές του και τη νύχτα της 17ης Οκτωβρίου, μετέφερε τον στρατό του από τη χερσόνησο του Δυρραχίου στην ηπειρωτική χώρα, διαμέσω μιας βαλτώδους περιοχής που σήμερα έχει αποξηραθεί. Μόλις ο Αυτοκράτορας έμαθε την κίνηση του Νορμανδού βασιλέα, ο Αλέξιος, αναθεώρησε το σχέδιο μάχης του.

Διαίρεσε το στρατό του σε τρία τμήματα, με την αριστερή πτέρυγα υπό τη διοίκηση του Γρηγόριου Πακουριανού, τη δεξιά πτέρυγα υπό τη διοίκηση του Νικηφόρου Μελισσινου, ενώ το κέντρο ήταν κάτω από της διαταγές του ιδίου. Η «Φρουρά των Βαράγγων» είχε ταχθεί στην εμπροσθοφυλακή με ένα ισχυρό απόσπασμα τοξοτών να τους καλύπτει από το εχθρικό ιππικό, βαδίζοντας ακριβώς από πίσω τους.

Εικόνα: Η πολιορκία του Δυρραχίου από το Χρονικό του Σκυλίτζη.

Καθώς οι αντίπαλοι στρατοί πλησίασαν, ο Γυισκάρδος έστειλε ένα απόσπασμα ιππικού, που ήταν τοποθετημένο στο κέντρο, για να προσποιηθεί μια επίθεση στις βυζαντινές θέσεις. Ο Νορμανδός βασιλέας, ο οποίος ήταν πολύ καλός γνώστης της «τέχνης του πολέμου», ήλπιζε πως η εμπροσθοφυλακή του αυτοκρατορικού στρατού θα «τσίμπαγε το δόλωμα» και θα καταδίωκε το ιππικό αφού πρώτα το απέκρουε. Ωστόσο, αυτό το σχέδιο απέτυχε αφού το ιππικό αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει κάτω από τα πυκνά πυρά των τοξοτών που συνόδευαν την εμπροσθοφυλακή.

Μετα από αυτή την αποτυχημένη πρώτη επίθεση το Νορμανδικό δεξί κέρας εφόρμησε κατά του Ρωμαϊκού σχηματισμού αλλά αποκρούσθηκε και στην συνέχεια περικυκλώθηκε και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, «εν πλήρη αταξία», προς την παραλία. Εκείνη την στιγμή, που όλα φαίνονταν χαμένα για τον Νορμανδικό στρατό, η γυναίκα του Γυισκάρδου, έχοντας το «σπαθί στο χέρι», κατάφερε να συγκρατήσει την υποχώρηση και να ανασυντάξει τους συντετριμμένους Νορμανδούς.

Ταυτοχρόνως το Ρωμαϊκό δεξί κέρας είχε εμπλακεί σε αψιμαχίες με το αντίπαλο Νορμανδικό, αριστερό κέρας. Οι Νορμανδοί ιππότες όμως βρισκόνταν σε θανάσιμο κίνδυνο μετα την κατάρρευση του των δυνάμεων τους στα δεξιά και σκεφτόντουσαν σοβαρά την πιθανότητα να υποχωρήσουν. Όμως εκείνη την στιγμή το αναπάντεχο συνέβη. Η εμπροσθοφυλακή τον Βαράγγων, αποτελούμενη κυρίως από Σάξονες, πολλοί από τους οποίους είχαν επιζήσει την μάχη του Χάστινγκς, άρχισαν να κυνηγούν με λύσσα τους Νορμανδούς που είχαν κατακτήσει την πατρίδα τους πριν από μερικά χρόνια.

Το άσβεστο μίσος τους για τους Νορμανδούς τους ώθησε να κινηθούν βαθιά στα μετόπισθεν των μισητών «Βορείων», κάνοντας τους να αποκοπούν από την υπόλοιπη Ρωμαϊκή παράταξη. Βλέποντας το αυτό ο Γυισκάρδος, διέταξε ένα απόσπασμα πεζικού, συνοδευόμενο από αρκετούς βαλλιστροφορους, να περικυκλώσουν τους Βαράγγους και να τους αποτελειώσουν. Αντιστεκόμενοι γενναία, οι Βαράγγοι «της Φρουράς», υποχώρησαν στην κοντινή εκκλησιά του «Αρχαγγέλου Μιχαήλ» για να πολεμήσουν «μέχρις εσχάτων». Οι Νορμανδοί δεν διακινδύνευσαν να τους επιτεθούν ξανά και πυρπόλησαν την εκκλησία στέλνοντας τους σε έναν αργό και βασανιστικό θάνατο.

Η κατάσταση πλέον είχε γίνει απελπιστική για τους Βυζαντινούς και ο Αυτοκράτορας διέταξε το συμμαχικό Βαλκανικό ιππικό να επιτεθεί. Αυτό όμως υπό της διαταγές του Σέρβου βασιλιά, Κωνσταντίνου Βόντιν, παράκουσε της διαταγές και τράπηκε σε φυγή. Σύντομα μια ανανεωμένη Νορμανδική έφοδος από βαριά εξοπλισμένους ιππότες έσπασε της Ρωμαϊκές γραμμές, τρέποντας τα αυτοκρατορικά τάγματα σε φυγή.

Εικόνα: Πελεκυφόρος οπλίτης της Βαραγγείου Φρουράς.

Ο Αλέξιος, με την προσωπική του φρουρά, αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν πριν υποχωρήσουν. Τότε, ο Αυτοκράτορας χωρίστηκε από τη φρουρά του και δέχθηκε επίθεση από Νορμανδούς ιππείς και τραυματίστηκε σοβαρά στο μέτωπό του και έχασε πολύ αίμα, αλλά τελικά επέστρεψε στην Οχρίδα, όπου ανασύνταξε τον στρατό του. Η ήττα ήταν, όπως την χαρακτήρισαν πολλοί, «τόσο βαριά όσο αυτή του Μαντζικέρτ». Οι Βυζαντινοί έχασαν πάνω από 5.000 στρατιώτες και όλη τη «Βαράγγειο Φρουρά», ενώ ο αριθμός των Νορμανδικών απωλειών ήταν εξίσου μεγάλος.

Ο Γιώργος Παλαιολόγος δεν μπόρεσε να επανέλθει στην πόλη και μετά την μάχη έφυγε με την κύρια δύναμη, ενώ η υπεράσπιση της ακρόπολης του Δυρραχίου αφέθηκε στους Ενετούς. Τον Φεβρουάριο του 1082, το Δυρράχιο έπεσε όταν ένας Βενετός ή Αμάλφιος πολίτης άνοιξε τις πύλες στους Νορμανδούς. Ο Νορμανδικός στρατός προέλασε καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Ελλάδας χωρίς να αντιμετωπίσει μεγάλη αντίσταση.

Το τέλος του «Νορμανδικού προβλήματος».

Ενώ ο Γυισκάρδος βρισκόταν στην Καστοριά, αγγελιοφόροι έφτασαν από την Ιταλία, με ειδήσεις ότι η Απουλία, η Καλαβρία και η Καμπανία ξεσηκώθηκαν. Έμαθε επίσης ότι ο «Βασιλιάς της Γερμανίας», Ερρίκος Δ’, βρισκόταν στις πύλες της Ρώμης και πολιορκούσε τον Πάπα Γρηγόριο Ζ’, που ήταν σύμμαχος των Νορμανδών. Ο Αλέξιος είχε διαπραγματευτεί με τον Ερρίκο και του έδωσε 360.000 χρυσά «υπέρπυρα» σε αντάλλαγμα για να εισβάλει στην Ιταλία. Ο Ερρίκος απάντησε κατερχόμενος στην Ιταλία και επιτιθέμενος στην «Αιώνια Πόλη».

Τότε ο Γυισκάρδος έσπευσε στην Ιταλία, αφήνοντας τον Βοημούνδο του Τάραντα να διοικεί τον στρατό του στην Ελλάδα. Ο Σέλβο, γνωρίζοντας ότι ο Γυισκάρδος θα εγκαταλείψει τα Βαλκάνια, ανακατέλαβε με τον στόλο του το Δυρράχιο και την Κέρκυρα. Έτσι οι Νορμανδοί έχασαν οριστικά ό,τι είχαν κερδίσει στη Βαλκανική χερσόνησο.

Ο Νορμανδός «κατακτητής» θα επέστρεφε στα Βαλκάνια, μετα από λίγα χρόνια, αφού σχεδίαζε νέα οργανωμένη επίθεση στην Κέρκυρα, το 1084. Τον περίμεναν όμως οι δυνάμεις των Ελλήνων και των Βενετών υπό την ηγεσία του Σέλβο. Οι Νορμανδοί πλησίασαν το νησί, αλλά η συντριβή που γνώρισαν από τους δύο συμμάχους ήταν μεγαλύτερη από αυτήν που είχαν υποστεί στην ναυμαχία του Δυρραχίου. Τότε ο Γυισκάρδος διέταξε άλλη μία επίθεση τρεις ημέρες μετά, αλλά τα αποτελέσματα ήταν περισσότερο καταστροφικά.

Εικόνα: Οι γονείς του Ερρίκου Δ΄, Ερρίκος Γ’ και Αγνή.

Ο Ντομένικο Σέλβο, πεπεισμένος ότι τους είχε εξουδετερώσει οριστικά, έστειλε όλα τα πλοία του στη Βενετία για επισκευή, για να τα χρησιμοποιήσει σε άλλες ανάγκες. Σίγουρος ότι μια τρίτη επίθεση του Γυισκάρδου είναι απίθανη, απέσυρε και τα υπόλοιπα πλοία του από την Ιλλυρική ακτή και περίμενε την αναχώρηση των Νορμανδών. Ο Γυισκάρδος όμως, μόλις έμαθε τα σχέδια του «Δόγη», κάλεσε μυστικά τον στόλο του να βρίσκεται σε εγρήγορση για να κάνει αιφνίδια αντεπίθεση.

Το σχέδιο του Γυισκάρδου είχε μεγάλο ρίσκο, αλλά η διάλυση του στρατού των αντιπάλων του και η φυγή των Βενετσιάνικων πλοίων και των Ελλήνων του έδινε μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Οι Βενετοί, αυτή τη φορά αιφνιδιασμένοι, συνετρίβησαν, ενώ ο ίδιος ο Σέλβο μετά βίας μπόρεσε να δραπετεύσει. Πάνω από 3.000 Βενετοί σκοτώθηκαν και άλλοι 2.500 αιχμαλωτίστηκαν. Οι Βενετοί επισης έχασαν εννιά γαλέρες, τις μεγαλύτερες και τις ισχυρότερες του στόλου τους.

Μετά την επιστροφή του Γυισκάρδου στη Σικελία ο Αλέξιος αφού εφάρμοσε τακτικές ανταρτοπόλεμου, νίκησε τους Νορμανδούς στη Λάρισα και ανακατέλαβε την Καστοριά. Το 1085 επέστρεψε για να ανακαταλάβει τα εδάφη που είχε απωλέσει ο γιος του Βοημούνδος Α΄, καταλαμβάνοντας την Κέρκυρα και την Κεφαλλονιά, όπου απεβίωσε στις 17 Ιουλίου 1085, στην παραλία του Αθέρα. Εν τέλει ο πόλεμος τερματίστηκε μόνο με τον θάνατο του «παμπόνηρου» Γυισκάρδου και την διαμάχη των δύο γιων του για την διαδοχή του θρόνου της Σικελίας. Όμως τα πράγματα ήταν ακόμα δύσκολα για την Αυτοκρατορία που είχε θανάσιμους εχθρούς σε κάθε πλευρά του χάρτη, οι οποιοι σύντομα θα έκαναν την κίνηση τους.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • John F. Haldon, «The Byzantine Wars: Battles and Campaigns of the Byzantine Era».
  • John W. Birkenmeier, «The Development of the Komnenian Army: 1081–1180».
  • John France, «Western Warfare in the Age of the Crusades: 1000–1300».
  • Donald Nicol, «Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικό Έθνους».
  • Reginald Allen Brown, «The Normans».
  • Άννα Κομνηνή, «Αλεξιάδα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.