Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Β’). «Διαίρει και βασίλευε».

Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Β’). «Διαίρει και βασίλευε».

Για να διαβάσετε το Μέρος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Όπως είδαμε στο προηγούμενο μερος, ο Αλέξιος ανέλαβε τα ηνία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε μια εποχή όπου απειλούνταν η ίδια η ύπαρξη της. Η «καταστροφή» του Μαντζικέρτ, το 1071, καθώς και μια σειρά από ανάξιους και ανίκανους αυτοκράτορες, όπως ο Μιχαήλ  Ζ’ και ο Νικηφόρος Γ’, είχαν ως συνέπεια το κράτος της «Ρωμανίας» να απωλέσει σχεδόν όλες της κτήσεις του στην Μικρά Ασία, που επί αιώνες υπήρξε η «σπονδυλική στήλη» της Αυτοκρατορίας, τόσο σε οικονομικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.

Όμως τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, ο Αλέξιος, κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν ακόμα πιο πιεστικό εχθρό. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον βασιλέα τον Νορμανδών, Ροβέρτο Γυισκαρδο, ο οποίος αφού αρχικά κατέκτησε ένα πολύ μεγάλο μερος της Ιταλικής Χερσονήσου και εκδίωξε όλες της βυζαντινές φρουρές από την «Μεγάλη Ελλάδα», έστρεψε το «αδηφάγο» βλέμμα του στα δυτικά Βαλκάνια και γιατί όχι, αν το επέτρεπαν οι συνθήκες, ακόμα και στην ίδια την Βασιλεύουσα.

Εικόνα: Το Μαυσωλείο των Ωτβίλλ στην Βενόσα, όπου βρίσκεται ο τάφος του Ροβέρτου Γυισκάρδου.

Έτσι λοιπόν, μετα την «καταστρεπτική» μάχη του Δυρραχίου, το 1081, και για μια πενταετία ο «Νορμανδικός τρόμος» στοίχειωσε την Ελλάδα, αλλά και την ευρύτερη περιοχή της χερσονήσου του Αίμου. Για άλλη μια φορά όμως, η περίφημη «βυζαντινή διπλωματία» έδωσε λύση στο πρόβλημα, όταν ο Αλέξιος δωροδόκησε, κατ΄ ουσίαν, τον Ερρίκο Δ’, «Βασιλέα της Γερμανίας», να εισβάλει στην Ιταλία και να εξαναγκάσει ουσιαστικά τον  Γυισκάρδο, να επιστρέψει στην πατρίδα του για να υπερασπιστεί την «Αγία Έδρα», που τελούσε υπό καθεστώς πολιορκίας.

Αργότερα, το 1085, το «Νορμανδικό πρόβλημα» θα λυνόταν, με «πρωτοβουλία» της ίδιας της «Θείας Πρόνοιας», που αποφάσισε να «αποσύρει» τον Γυισκάρδο από τον μάταιο τούτο κόσμο. Παρόλα αυτά το «Νορμανδικό πρόβλημα» δεν ήταν, παρά μόνον το πρώτο σε μια μακρά και δύσκολη διαδρομή που ο Αλέξιος ήταν αποφασισμένος να βαδίσει.

Πετσενέγοι, Κουμάνοι, Ουγούζοι και άλλα «θηρία» της στέπας.

Οι Πετσενέγοι, ήταν ένας ημινομαδικός λαός, τουρκικής προέλευση, που εμφανίστηκε, «μαινόμενος», από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας. Ο μεσαιωνικός αυτός «πληθυσμός», δεν είχε συγκροτήσει ενιαίο κράτος, αλλά ήταν οργανωμένοι σε τοπικά «Χανάτα». Ο Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι, άνθρωπος των γραμμάτων του 11ου αιώνα, ειδικευμένος στις τουρκικές διαλέκτους, υποστήριξε ότι η γλώσσα που μιλούσαν οι Πετσενέγοι ήταν μια παραλλαγή των διαλέκτων των Κουμάνων και των Ουγούζων.

Τον 9ο αιώνα οι Βυζαντινοί συμμάχησαν με τους Πετσενέγους, χρησιμοποιώντας τους για να αποκρούσουν άλλες πιο επικίνδυνες φυλές, όπως οι Ρως και οι Μαγυάροι. Τελικά οι Ούζοι, ένας άλλος λαός της στέπας με τουρκική καταγωγή, εξεδίωξαν τους Πετσενέγους από την πατρίδα τους, δηλαδή από την σημερινή περιοχή στα ανατολικά του Δνείπερου ποταμού, και στη συνέχεια οικειοποιήθηκαν όσα αγαθά είχαν μαζέψει εκείνοι από της ληστρικές τους επιδρομές.

Ωθούμενοι δυτικότερα από τους Χαζάρους και τους Κουμάνους το 889, οι Πετσενέγοι εκδίωξαν με τη σειρά τους τούς Μαγυάρους δυτικά του ποταμού Δνείπερου το 892. Ο Βούλγαρος τσάρος Συμεών χρησιμοποίησε τους Πετσενέγους για να αποκρούσει τους Μαγυάρους, οι οποίοι ήταν επισης μια τουρκογενείς φυλή.

Εικόνα: Τα Χανάτα των Πετσενέγων την εποχή του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.

Τον 9ο αιώνα οι Πετσενέγοι άρχισαν μια περίοδο πολέμων κατά των Ρως του Κιέβου. Για πάνω από δύο αιώνες εξαπέλυαν επιδρομές στη χώρα των Ρως, που μερικές φορές κλιμακώνονταν σε κανονικούς πολέμους. Όμως συνέβαιναν επίσης και προσωρινές στρατιωτικές συμμαχίες Ρως-Πετσενέγων, όπως στην εκστρατεία κατά του Βυζαντίου το 943 υπό τον Ιγκόρ του Κιέβου.

Το 968 οι Πετσενέγοι επιτέθηκαν και πολιόρκησαν το Κίεβο, ενώ λίγο αργότερα μερικοί από αυτούς, συμμάχησαν με τον Πρίγκιπα του Κιέβου, Σβιατοσλάβο Α’, στην εκστρατεία του κατά της Αυτοκρατορίας, το 970–971, αν και τελικά του έστησαν ενέδρα και τον σκότωσαν το 972. Σύμφωνα με το Σλαβικό χρονικό, «Ιστορία των Περασμένων Χρόνων», ο Πετσενέγος Χαν Κούρια έφτιαξε ένα δισκοπότηρο από το κρανίο του Σβιατοσλάβου, το οποίο και επιχρύσωσε, τηρώντας έτσι τα βάρβαρα έθιμα των νομάδων της στέπας.

Η έκβαση της αντιπαράθεσης Ρως-Πετσενέγων άλλαξε κατά τη βασιλεία του Βλαδίμηρου Α΄ του Κιέβου. Όταν πρίγκιπας του Κίεβου ήταν ο Γιαροσλάβος Α΄ ο Σοφός, το έτος 1036, μια νέα «συνομοσπονδία», Πετσενέγων, Κουμάνων και Ουγούζων, δέχθηκε νέα ταπεινωτική ήττα από τα «ρωσικά όπλα». Αυτή ήταν και η σταγόνα που «ξεχείλισε το ποτήρι», έγινε πλέον εμφανές πως οι Ουκρανικές πεδιάδες δεν «χωρούσαν» όλους αυτούς τους λαούς.

Σύμφωνα με το Μικαΐλο Χρουσέφσκι μετά την ήττα της κοντά στο Κίεβο, η «Ορδή των Πετσενέγων», που περιελάμβανε και τους Κουμάνους αλλά και τους Ουγούζους, μετακινήθηκε προς τον ποταμό Δούναβη. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που η Αυτοκρατορία είχε κοινά σύνορα με αυτές της τόσο επικίνδυνες φυλές, οι οποίες αμέσως έδειξαν τις προθέσεις τους, όταν το 1048, επί αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου, πέρασαν τον Ίστρο, λεηλάτησαν την Θράκη για πέντε συναπτά έτη και εξολόθρευσαν έναν Ρωμαϊκό στρατό που είχε σταλεί εναντίον τους. Εντωμεταξύ λίγα χρόνια μετα την φυγή των Πετσενέγων από την «παράκτιο Ουκρανία», νέες φυλές «ξεπήδησαν» από την στέπα και τους αντικατέστησαν.

Η μεγάλη εισβολή του 1087.

Την άνοιξη του 1087, οι Πετσενέγοι, συνασπισμένοι με τους Κουμάνους και μια πληθώρα μικρότερων φυλών, εισέβαλαν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας με ένα «γιγαντιαίο» στράτευμα 80.000 περίπου, μάχιμων, ανδρών. Εκμεταλλευόμενοι την πολιτική αστάθεια, η «Ορδή», κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, λεηλατώντας το συνολο σχεδόν των βορείων Βαλκανίων στο διάβα της.

Αυτή δεν ήταν μια «συνηθισμένη» επιδρομή, με σκοπό την ληστεία και τις αρπαγές. Μια «εισβολή» τέτοιου μεγέθους διαμόρφωνε μια σοβαρή απειλή για την Αυτοκρατορία, καθώς εξαιτίας του συνεχούς πολέμου με τους Νορμανδούς, που μόλις πριν από δυο χρόνια είχε λήξει, αλλά και λόγο της κακής κατάστασης που επικρατούσε στο στράτευμα δεν υπήρχαν οι απαραίτητοι εκείνοι πόροι για να υπάρξει μια σοβαρή απόπειρα αντιμετώπισης των βαρβάρων.

Εικόνα: Οι Πετσενέγοι σφαγιάζουν τους “Σκύθες” του Σβιατοσλάβου A’.

Η τετραετία 1087 – 1091, ήταν μια εποχή «αίματος και τρόμου» για τα δυτικά Βαλκάνια. Οι εισβολείς «βάρβαροι» όντας κυριολεκτικά ανεξέλεγκτοι, δήωναν και κατέσφαζαν ότι ζωντανό είχε την ατυχία να βρεθεί μπροστά τους. Από τα περίχωρα της Βασιλεύουσας μέχρι την «πάνοπλο» Θεσσαλονίκη, τίποτα δεν ήταν ασφαλές. Χωριά καίγονταν, πληθυσμοί σέρνονταν στην «πικρή σκλαβιά», ενώ οι εύφορες πεδιάδες της Θράκης δεν ήταν πλέον σπαρμένες με στάρια, αλλά με πτώματα που κείτονταν να σαπίζουν κάτω από της καιρικές συνθήκες, κατά την διάρκεια των ετών.

Μετα από τέσσερα, σκληρά, χρόνια η τρομερή «Ορδή», αποτελούμενη κατά κύριων λόγο από Πετσενέγους και Κουμάνους, είχε συγκεντρώσει ένα τεράστιο ποσό από λάφυρα και σκλάβους. Τότε όμως ήταν που ο «Θεός των Ελλήνων» έδειξε, για μια ακόμα φορά, την εύνοια του στην Αυτοκρατορία. Μετά από ένα μεγάλο πολεμικό συμβούλιο, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα «ρήγματα» στην συνοχή της «Ορδής».

Διαφωνώντας για τον τρόπο διαμοιρασμού των «κερδών» από της ληστρικές επιδρομές, των προηγούμενων χρόνων, οι Κουμάνοι αποφάσισαν πως ήταν «ριγμένοι στην μοιρασιά», γεγονός που τους οδήγησε να σταματήσουν την κοινή «καταστρεπτική συνεργασία» τους με τους Πετσενέγους και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, πέρα απ’ τον Δούναβη.

Χάρης τις εξαιρετικές «μυστικές υπηρεσίες» της Αυτοκρατορίας, ο Αλέξιος έμαθε τα καθέκαστα. Αυτά ήταν τα πρώτα καλά νέα που έφταναν στον Αυτοκράτορα εδώ και τέσσερα χρόνια. Αμέσως στάλθηκε πρεσβεία στους Κουμάνους, στους οποίους ο Αυτοκράτορας «έταξε» μεγάλα χρηματικά ποσά, αλλά και την πιθανότητα της μόνιμης εγκατάστασης τους εντός των ορίων της Αυτοκρατορίας. Τα παραπάνω θα ήταν ανταλλάγματα για την συμβολή τους στον «Αγώνα» κατά των κοινών τους εχθρών, των Πετσενέγων.

Οι πιο πάνω προτάσεις ήταν ικανοποιητικό «δέλεαρ» για τους βάρβαρους Κουμάνους. Με αυτόν τον τρόπο ο Αυτοκράτορας, όχι μόνον ανέκτησε την τόσο απαραίτητη αριθμητική υπεροχή ενάντια των Πετσενέγων, αλλά διασφάλισε πως στις επικείμενες μάχες, που σίγουρα θα ερχόντουσαν εναντίων των Πετσενέγων,  θα υπήρχε άφθονο «φθηνό αίμα» να ριχτεί στο πεδίο της μάχης, ώστε να γλυτώσουν τα πολύτιμα Αυτοκρατορικά τάγματα.

Εικόνα: Η πολιορκία της Αδριανούπολης από τους Κουμάνους.

Η μάχη του Λεβουνίου.

Έτσι λοιπόν, στα τέλη της άνοιξης του 1091, οι δυνάμεις των Κουμάνων πέρασαν, ξανά, στη Ρωμαϊκή επικράτεια και ο στρατός στο σύνολό του ετοιμάστηκε να προχωρήσει κατά των Πετσενέγων. Οι τελευταίες αναφορές των ανιχνευτών πληροφορούσαν τον Αυτοκράτορα πως η κύρια δύναμη της μεγάλης «Ορδής», των Πετσενέγων, είχε στρατοπεδεύσει στην «Κάτω Θράκη», ανατολικά του ποταμού Έβρου.

Έχοντας περάσει ουσιαστικά τέσσερα χρόνια λεηλατώντας χωρίς μεγάλα εμπόδια την Θρακική ύπαιθρο, οι Πετσενέγοι, είχαν στρατοπεδεύσει χωρίς να λάβουν σοβαρά μέτρα για την προστασία τους, καθώς θεωρούσαν πως η πιθανότητα Ρωμαϊκής αντίδρασης είναι ανύπαρκτη. Έτσι λοιπόν στρατοπέδευσαν χωρίς να έχουν ούτε της απαραίτητες προφυλακές για την φύλαξη του στρατοπέδου τους, αλλά δεν φρόντισαν να αποστείλουν ανιχνευτές για την κατόπτευση της τριγύρω περιοχής του στρατοπέδου.

Η Δευτέρα, 28 Απριλίου του 1091, ήταν μια βροχερή μέρα και μια «γνωστή» ομίχλη κάλυπτέ την πεδιάδα του Λεβουνίου. Η αυτοκρατορική στρατιά αποτελούμενη από, 20.000 Ρωμαίους οπλίτες, 40.000 Κουμάνους ιπποτοξότες και ελαφρούς ιππείς αλλά και ένα σημαντικό απόσπασμα, 5.000 Βλάχων, πλησίασε αθόρυβα το στρατόπεδο των Πετσενέγων και παρατήρησε 80.000 βαρβάρους, παντελώς απροετοίμαστους και χωρίς καμιά πολεμική ετοιμότητα.

Στην επικείμενη επίθεση, ο Γεώργιος Παλαιολόγος, ο ήρωας της πολιορκίας αλλά και της μάχης του Δυρραχίου, θα οδηγούσε την εμπροσθοφυλακή, αποτελούμενη από 40.000 Κουμάνους «συμμάχους», ενώ η κύρια δύναμη των αυτοκρατορικών ταγμάτων θα τελούσε υπό τις διαταγές του ίδιου του Αλεξίου αλλά και του, εμφανιζόμενου ως θείου του, Κωνσταντίνου Δαλασσηνού.

Όταν λοιπον μέσα από την πρωινή ομίχλη ακούστηκαν τα πρώτα σαλπίσματα, που σηματοδοτούσαν την έναρξη της Ρωμαϊκής επίθεσης, οι πάντες στο «βαρβαρικό» στρατόπεδο σάστισαν. Μόλις ακούστηκε ο ήχος από χιλιάδες οπλές στον ορίζοντα να καλπάζουν προς το μερος τους, όλοι κατάλαβαν πως το τέλος ήταν κοντά. Ο γενικός πανικός που επικράτησε, επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο, από το γεγονός ότι οι Πετσενέγοι είχαν φέρει μαζί τους τις γυναίκες αλλά και τα παιδιά τους. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως καθώς το «πρώτο κύμα» της αυτοκρατορικής επίθεσης πλησίαζε, ο καθένας έτρεξε να σώσει την οικογένεια και τα παιδιά του δείχνοντας ελάχιστο ενδιαφέρων για την συλλογική προάσπιση του στρατοπέδου.

Εικόνα: Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ δέχεται την παράδοση των επιζησάντων Πετσενέγων.

Καθως οι Κουμάνοι συγκρούστηκαν με κάποιες ελάχιστες μονάδες Πετσενέγων, που προσπάθησαν να αμυνθούν, απλά τους «εξαΰλωσαν», μιας και κάθε έννοια συνοχής και πειθαρχίας είχε πια χαθεί. Τότε ήταν που ο Αλέξιος έδωσε την διαταγή για την ολοκληρωτική σφαγή των «βαρβάρων». Με ένα του νεύμα, 20.000 ταγματικοί οπλίτες άρχισαν να τρέχουν με αλαλαγμούς εναντίων αυτού του «υπαίθριου σφαγείου». Η καταστροφή υπήρξε ολοκληρωτική.

Μέσα σε μόλις λίγες ώρες, πάνω από 40.000 Πετσενέγοι κείτονταν νεκροί, ενώ ένα αδιευκρίνιστο πλήθος αιχμαλώτων περίμενε να μάθει την τύχει του, που δεν ήταν άλλη από τα «σκλαβοπάζαρα» της ανατολής. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μεταφέρθηκαν σιδηροδέσμιοι στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου με έναν στόλο πλοιαρίων, τους διεκπεραίωσαν στην Βιθυνία για να πωληθούν ως σκλάβοι από τους Σελτζούκους.

Η σημασία της νίκης των Ρωμαϊκών όπλων, αλλά και της αυτοκρατορικής διπλωματίας υπήρξε τεράστια. Η μάχη του Λεβουνίου ήταν η πρώτη σημαντική Ρωμαϊκή νίκη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια, γεγονός το οποίο αναπτέρωσε κατά πολύ το γόητρο της Αυτοκρατορίας αλλά και το ηθικό και την μαχητική ικανότητα του στρατού, που τόσα είχε υποφέρει της προηγούμενες δεκαετίες.

Ο Ψευτο-Διογένης και το «τέλος» των Κουμάνων.

Σύμφωνα με την «Αλεξιάδα», μερικά χρόνια μετα την νίκη του Αλεξίου επί των Πετσενέγων, εμφανίστηκε ένας άνδρας στην Κωνσταντινούπολη, με «σκοτεινή καταγωγή». Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ο Λέων Διογένης, δεύτερος γιος του Αυτοκράτορα Ρωμανού Δ’, που φερόταν να έχει αποβιώσει χρόνια πριν, το 1073, κοντά στην Αντιόχεια. Αυτή η αναφορά της Άννας της Κομνηνής σήμερα θεωρείτε λανθασμένη.

Αυτό επειδή εκεί είχε αποβιώσει ο Κωνσταντίνος Διογένης, πρωτότοκος γιος του Ρωμανού Δ’, και όχι ο Λέων. Από την άλλη πλευρά, επειδή οι Κουμάνοι υποστήριξαν στον διεκδικητή, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Γάλλος μελετητής Ζαν-Κλωντ Σεϋνέ προτείνει πως ήταν πράγματι ο Λέων, που αντίθετα με τον αδελφό του δραστηριοποιήθηκε στο σύνορο του Δούναβη και ήταν γνωστός των Κουμάνων. Σήμερα οι ιστορικοί επιστήμονες και ερευνητές θεωρούν πιο πιθανή την πρώτη εκδοχή, για αυτό τον λόγο έχουν επέμβει και διορθώσει το μικρό αυτό λάθος της, κατά τ’ άλλα, μεγάλης ιστορικού.

Εικόνα: Η συνομοσπονδία Κουμάνων-Κιπτσάκων στην Ευρασία περί το 1100 μ.Χ.

Σύμφωνα λοιπόν με της αναφορές που μας παραδίδει η Άννα η Κομνηνή, ο Ψευδο-Διογένης ήλθε στην Κωνσταντινούπολη από την Ανατολή, «πένης και φορώντας προβιά γίδας». Παρ’ όλα αυτά σύντομα μάζεψε μία αρκετά μεγάλη ομάδα υποστηρικτών μεταξύ του πληθυσμού της Βασιλεύουσας και ισχυρίστηκε ανοικτά την πρόθεσή του να διεκδικήσει τον θρόνο από τον Αλέξιο Κομνηνό.

Ο Αυτοκράτορας στην αρχή αγνόησε την αναστάτωση που προκαλούσε ο «διεκδικητής», αλλά όταν η αδελφή του Αλεξίου, η Θεοδώρα Κομνηνή, χήρα του αληθινού Κωνσταντίνου Διογένη, η οποία είχε αποσυρθεί σε μοναστήρι, διαμαρτυρήθηκε για την προσβολή του ονόματος του εκλιπόντος συζύγου της, ο Αυτοκράτορας συνέλαβε τον διεκδικητή και τον εξόρισε στη ακριτική Χερσώνα.

Εκεί ο φιλόδοξος «διεκδικητής» του αυτοκρατορικού θρόνου, ήλθε σε συμφωνία με τους Κουμάνους, που σύχναζαν στην πόλη, με σκοπό να δραπετεύσει. Μία νύχτα σκαρφάλωσε στα τείχη και με τη συνοδεία των Κουμάνων συνεργών του, δραπέτευσε από την πόλη που ήταν περιορισμένος. Ζητώντας καταφύγιο μεταξύ των Κουμάνικων φυλών, σύντομα κέρδισε την αναγνώρισή τους ως αυτοκράτορα και την υποστήριξή τους στην προσπάθειά του να διεκδικήσει τον θρόνο, αν και όπως αναφέρει η Άννα Κομνηνή αυτό ήταν για τους Κουμάνους περισσότερο πρόσχημα για επιδρομές και λεηλασίες των Ρωμαϊκών επαρχιών, παρά οτιδήποτε άλλο.

Με τον Ψευτο-Διογένη επικεφαλή, οι Κουμάνοι διέσχισαν τον Δούναβη και εισέβαλαν στη Ρωμαϊκή επικράτεια το 1095 και κατέλαβαν γρήγορα την επαρχία «Παρίστριον», που ήταν και η πρώτη που ένιωσε την καταστρεπτική τους μανία. Τότε ο Αλέξιος μετακινήθηκε με τον στρατό του για να τους αντιμετωπίσει και έθεσε την Αγχίαλο ως βάση επιχειρήσεών του, ενώ έταξε αποσπάσματα να φυλάνε τα περάσματα των Βαλκανικών βουνών. Αυτό δεν φάνηκε επαρκές, μιας και οι Κουμάνοι χρησιμοποίησαν ντόπιους Βλάχους παράκαμψαν τις Ρωμαϊκές δυνάμεις και κατέβηκαν στις πεδιάδες της Θράκης.

Μόνο και μόνο η πιθανότητα να είναι ο Ψευτο-Διογένη, ο αληθινός πρωτότοκος γιος του Ρωμανού έκανε πολλά μέλη τόσο της Ρωμαϊκής αριστοκρατίας όσο και του στρατού να δηλώσουν την αμέριστη υποστήριξη τους προς τον Κωνσταντίνο Διογένη. Ενθαρρυμένοι λοιπόν οι Κουμάνοι, από την αθρόα έλευση «συμμάχων», κινήθηκαν ταχύτατα εναντίον του Αλεξίου, στην Αγχίαλο, αλλά όταν έπειτα από τρεις ημέρες αντιλήφθηκαν πως ούτε το έδαφος δεν ευνοούσε την πολεμική τεχνική τους, αλλά ούτε μπορούσαν να κάνουν τους Ρωμαίους να τους επιτεθούν, αποφάσισαν να αναχωρήσουν και να προκαλέσουν τον Αυτοκράτορα σε μάχη σε μια άλλη πιο ευνοϊκή περίσταση.

Εικόνα: Η εισβολή των Κουμάνων το 1095, που έγινε με παρακίνηση του ψευτο-Διογένη.

Ο Ψευτο-Διογένης τώρα έπεισε τους Κουμάνους να προωθηθούν νοτιότερα, στην Αδριανούπολη, που ο κυβερνήτης της, ο Νικηφόρος Βρυέννιος ο Πρεσβύτερος, ήταν συγγενής του Ρωμανού Δ΄ και από τον οποίο προσδοκούσε ότι θα του άνοιγε τις πύλες της πόλεις. Πάντως όταν ο ψευδο-Διογένης και οι Κουμάνοι, εμφανίστηκαν εμπρός από τα τείχη της Αδριανούπολης ο «διεκδικητής» κάλεσε τον «θείο του» να παραδοθεί. Από τη πλευρά του ο τυφλός Βρυέννιος, αρνήθηκε να παραδοθεί, λέγοντας πως δεν αναγνωρίζει τη φωνή του.

Οι Κουμάνοι τότε, οργισμένοι, άρχισαν την πολιορκία της πόλης. Η φρουρά και οι πολίτες αντιστάθηκαν με θάρρος και έκαναν πολλές εξορμήσεις εναντίον των πολιορκητών. Έπειτα από 48 ημέρες, άκαρπης πολιορκία και κατά την διάρκεια μιας σαρωτικής εξόρμησης, οι πολιορκούμενοι ανάγκασαν τους Κουμάνους να οπισθοχωρήσουν λύνοντας την πολιορκία.

Τη στιγμή αυτή ένας από τους διοικητές του Αλεξίου Α’, ο Αλακασεύς, σκέφθηκε ένα τέχνασμα. Αφού ξυρίστηκε και μεταμφιέστηκε, πήγε να συναντήσει τον διεκδικητή, ισχυριζόμενος ότι είχε «κακομεταχειριστεί» από τον Αλέξιο. Ανακαλώντας την παλαιά του φιλία με τον Ρωμανό Δ΄ και λέγοντας τα βάσανά του, έδειξε ότι ήταν πιστός στον «διεκδικητή» και τον προέτρεψε να εισέλθει στο οχυρό Πούτζα, το οποίο και θα του παρέδιδε.

Ο «διεκδικητής» και οι Κουμάνοι ακόλουθοί του, γιόρτασαν και δείπνησαν στο ανάκτορο του κυβερνήτη στο οχυρό Πούτζα. Όταν κοιμήθηκαν, οι Ρωμαίοι σκότωσαν τους Κουμάνους και συνέλαβαν τον ψευδο-Διογένη. Στην Τυρολόη τον παρέδωσαν στον «Δρουγγάριο», Ευστάθιο Κυμινειανό ο οποίος και διέταξε να τυφλωθεί, από έναν Τούρκο υπηρέτη. Έπειτα από την αιχμαλωσία του «διεκδικητή», ο Αλέξιος Α’ νίκησε τους Κουμάνους και τους οδήγησε πίσω στην Υπερδουνάβια πατρίδα τους.

Σε αυτό το σημείο, ο ιστορικός Βασίλειος Σκουλάτος παρατηρεί, ότι το επεισόδιο του ψευδο-Διογένη είναι πολύ περίεργο στη Ρωμαϊκή ιστορία. Η Άννα Κομνηνή τον υποτιμά ως, «χαμηλής καταγωγής, ευτελή και αισχρό», αλλά ωστόσο αυτός επιδεικνύει καταπληκτικές ικανότητες. Μπόρεσε να αποκτήσει ακολουθία στην Κωνσταντινούπολη, να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Κουμάνων και όταν προσπάθησε να πείσει τον Βρυέννιο, έδειξε ακριβή γνώση των δυναστικών επιγαμιών, που είχαν μεταξύ τους τα μέλη της ανώτερης αριστοκρατίας.

Έτσι λοιπόν έκλεισε ένας πολύ σκληρός και αιματηρός «Αγώνας» για την διατήρηση της συνοχής των ευρωπαϊκών επαρχιών της Αυτοκρατορίας. Πλέον ο δρόμος ήταν ανοικτός ώστε όλες οι δυνάμεις τόσο του Αυτοκράτορα, όσο και της Αυτοκρατορίας, να στραφούν εναντίων των μισητών Σελτζούκων, με τελικό στόχο την ανάκτηση της Μικράς Ασίας.

Εικόνα: Άγαλμα Κουμάνου που χρονολογείτε γύρο στο 1100 μ.Χ, από την περιοχή του Λουχάνσκ.

Ο εμίρης – πειρατής Τζαχάς.

Όπως είδαμε και στο προηγούμενο μερος, οι Σελτζούκοι κατέλαβαν τη Νίκαια της Βυθινιας, το 1081, και αμέσως την μετέτρεψαν στην πρώτη πρωτεύουσα του «Σουλτανάτου του Ρουμ». Πρώτος λοιπόν Σουλτάνος ήταν ο λεγόμενος «Σολιμάς», ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς, ο οποίος αφού ανεξαρτητοποιήθηκε από την «Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων», το 1077, ανέλαβε της τύχες του νεοσύστατου Σουλτανάτου.

Εκτός όμως από το σουλτανάτο αυτοί που εξουσίαζαν τη Νίκαια και τις γύρω περιοχές της Βιθυνίας, ίδρυσαν μετά το 1085 δηλαδή μετά από το θάνατο του Σουλεϊμάν, διάφορα τουρκικά αυτόνομα ή ημιαυτόνομα κρατίδια, όπως ήταν τα κρατίδια της Καππαδοκίας, της Εφέσου και της Προποντίδας. Το πιο σημαντικό κρατίδιο κατά την περίοδο αυτή για τα βυζαντινά πράγματα ήταν το εφήμερο εμιράτο που ίδρυσε ο φοβερός πειρατής Τζαχάς στη Σμύρνη και στις γύρω περιοχές.

Ο Τζαχάς, ο οποίος προκάλεσε πολύ σοβαρά προβλήματα στον Αλέξιο Κομνηνό για πολλά χρόνια είχε ζήσει ως όμηρος στην αυλή του Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη, ο οποίος μάλιστα τιμώντας τον του είχε απονείμει τον τίτλο του «πρωτονοβελίσσιμου». Κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, έμαθε πολλά γύρω από τη βυζαντινή διπλωματία και τη βυζαντινή πολεμική τέχνη και τακτική, τα οποία είχε την ευκαιρία να τα εφαρμόσει εναντίον του Αλεξίου A’ όταν ο τελευταίος ανέτρεψε τον Νικηφόρο Βοτανειάτη.

Αφού κατέφυγε στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και με τη βοήθεια κάποιου πλούσιου Σμυρναίου οργάνωσε τη Σμύρνη, τη Φώκαια, τις Κλαζομενές, καθώς και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και την Ρόδο, σε ένα ενιαίο εμιράτο. Στόχος του ήταν να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη και να γίνει «Άρχων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Μετά από την κατάληψη των νήσων του Αιγαίου επιδόθηκε στη συστηματική καταστροφή του Αδραμυττίου. Η καταστροφή αυτής της πόλεως ήταν τόσο φοβερή, ώστε φαινόταν ότι δεν κατοικήθηκε ποτέ ξανά από ανθρώπους. Ο Αλέξιος έστειλε εναντίον του το Νικήτα Καστομανίτη, ο οποίος δεν φαίνεται να κατάφερε και πολλά.

Εικόνα: Ο Τζαχάς ήταν Τούρκος εμίρης του 11ου αιώνα που δημιούργησε ένα κράτος στη δυτική Μικρά Ασία με πρωτεύουσα τη Σμύρνη.

Το 1088 ο Αλέξιος ανέκτησε το ερειπωμένο Αδραμύττιο στέλνοντας εκεί το στρατηγό του Ευμάθιο Φιλοκάλη, ενώ το χειμώνα του 1090 ο εμίρης Τζαχάς ήρθε σε συνεννόηση με τους Πετσενέγους, ώστε με μια συντονισμένη δράση, αυτοί μεν ν’ αποκλείσουν την Κωνσταντινούπολη από την ξηρά, ενώ ο ίδιος θα την απέκλειε από τη θάλασσα. Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Η Κωνσταντινούπολη πολιορκημένη και από την ξηρά και από τη θάλασσα, δοκιμάστηκε σκληρά τον  φοβερό χειμώνα του 1090. Ο Αλέξιος για ν’ αντιμετωπίσει την απελπιστικά κρίσιμη κατάσταση επιστράτευσε όλες του τις πολιτικές και διπλωματικές του ικανότητες.

Κατόρθωσε, όπως ήδη έχουμε αναφέρει προηγουμένως να προσεταιριστεί τους Κουμάνους, τους οποίους χρησιμοποίησε ως μισθοφόρος κατά των Πετσενέγων. Έτσι λοιπόν, μετα την μάχη του Λεβουνίου και την καταστροφή των Πετσενέγων, ο Αυτοκράτορας κατάφερε να διασπάσει τον κλοιό που έσφιγγε την Κωνσταντινούπολη. Ο Τζαχάς βλέποντας τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του να ματαιώνονται, εγκατέλειψε την πολιορκία  της Κωνσταντινουπόλεως και έσπευσε να υπερασπίσει τις μικρασιατικές και νησιωτικές κτήσεις του, οι οποίες πλέον μπορούσαν να νιώσουν την «ανάσα» του Αυτοκράτορα.

Το 1092 ο Αλέξιος έστειλε τον γυναικάδελφό του Ιωάννη Δούκα εναντίον του Τούρκου εμίρη-πειρατή, ο οποίος παρά τις προσωρινές ήττες του συνέχιζε τη δράση του κατά της Ρωμανίας, προχωρώντας μάλιστα μέχρι την Άβυδο και πετυχαίνοντας να προσεταιριστεί το νέο Σελτζούκο Σουλτάνο του Ρουμ,  Κιλίτζ Αρσλάν στον οποίο έδωσε ως σύζυγο μια νεαρότατη κόρη του. Με αυτό τον τρόπο ο Τζαχάς φαινόταν πλέον πανίσχυρος και άτρωτος.

Αλλά ο δαιμόνιος Αλέξιος κατόρθωσε να απαλλαγεί από τον ενοχλητικό εμίρη χρησιμοποιώντας τη άλλο, την περίφημη «βυζαντινή διπλωματία». Ξεκίνησε λοιπόν μια τεράστια επιχείρηση συκοφαντίας, κατά του εμίρη Τζαχά, στον γαμπρό του Κιλίτζ Αρσλάν. Τότε ο «Σουλτάνος του Ρουμ», φοβούμενος πως πιθανόν ο πεθερός του ήθελε να σφετεριστεί την επικράτεια του αποφάσισε να τον δολοφονήσει, το 1094, μετά από ένα πλουσιοπάροχο συμπόσιο στην Σμύρνη.

Με αυτόν τον τρόπο και χωρίς πολλές δυσκολίες, ο Αυτοκράτορας έβγαλε απ’ την μέση τον επικίνδυνο εμίρη-πειρατή και μαζί με αυτόν και το εφήμερο ληστρικό κράτος του στη δυτική Μικρά Ασία. Τον Τζαχά διαδέχθηκε ο γιος του, που όμως έχασε τα εδάφη του από τους Βυζαντινούς, μετά από τη νίκη των σταυροφόρων στο Δορύλαιο, όπως θα δούμε παρακάτω.

Εικόνα: Ο Ροβέρτος Α΄ της Φλάνδρας ήταν δεύτερος υιός του Βαλδουίνου Ε΄ κόμη της Φλάνδρας και της Αδέλας των Καπετιδών, κόρης του Ροβέρτου Β΄ της Γαλλίας.

Η έκρηξη της Α’ Σταυροφορίας και το επικρατών κλίμα στην Δύση.

Για τον απλό κάτοικο της Δύσης στον Μεσαίωνα, η Ανατολή φάνταζε ως κάτι το πολύ μακρινό και εξωτικό. Ελάχιστοι γνώριζαν για τις μεγάλες προόδους των Αράβων στις επιστήμες, στη λογοτεχνία, στην αρχιτεκτονική και στις καλές τέχνες, αλλά πολλοί είχαν ακούσει ιστορίες για τα παλάτια και για τα πλούτη τους. Συνήθως αυτές τις ιστορίες τις θεωρούσαν μυθοπλασίες και τίποτα παραπάνω αλλά μετά από την κατάκτηση μερικών αραβικών εδαφών στην Ισπανία, οι Δυτικοί είδαν από πρώτο χέρι ότι πολλές από αυτές τις διαδόσεις ήταν αληθινές. Αυτό έκανε πολύ κόσμο να ονειρεύεται όλο και περισσότερο την Ανατολή.

Το 1088, ο Ουρβανός Β΄ έγινε πάπας. Την ίδια εποχή, όλο και περισσότεροι κύκλοι στη Ρώμη έβλεπαν θετικά την ιδέα της διεξαγωγής μίας Σταυροφορίας. Ένας προηγούμενος πάπας, τον οποίο είχε γνωρίσει ο Ουρβανός, ο Γρηγόριος Η΄, είχε προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση ήδη από το 1074, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Η ιδέα όμως των Σταυροφοριών υπήρχε και παλαιότερα και μάλιστα συνδεόταν και με μεσαιωνικούς δυτικοευρωπαϊκούς θρύλους για την «εμφάνιση» του Χριστού ως «πάνοπλου ιππότη» να καταδιώκει τους απίστους στη Δευτέρα Παρουσία, για την οποία πολλοί πίστευαν ότι θα γινόταν το έτος 1000, ο λεγόμενος «χιλιασμός».

Σύμφωνα με τους περισσότερους δυτικούς ιστορικούς η αφορμή για το ξεκίνημα της Α΄ Σταυροφορίας ήρθε απροσδόκητα από τη Ρωμαϊκή Ανατολή. Υποστηρίχθηκε από πολλούς δυτικούς ιστοριογράφους, πως ο Αυτοκράτορας Αλέξιος έστειλε μία προσωπική επιστολή στον Πάπα Ουρβανό Β΄, στην σύνοδο της Πλακεντίας το 1095, αλλά και στον Ροβέρτο Β΄, κόμη της Φλάνδρας, με τις οποίες τούς ζητούσε να στείλουν μισθοφόρους από τη Δύση για να καταφέρει να νικήσει τους Σελτζούκους Τούρκους στη Μικρά Ασία. Η ύπαρξη αυτών των επιστολών αμφισβητείτε εντονότατα από τους σύγχρονους ιστορικούς.

Κατά της άποψης αυτής επιχειρηματολογεί εκτενώς ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, στο «Δωδέκατο Βιβλίο της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», όπου αναφέρει πως, «η επιστολή προς τον Ροβέρτο είναι υποβολιμαία και βασίζει τα επιχειρήματά της μεταξύ άλλων και στο απίθανο του περιεχομένου της επιστολής που υπόσχεται στους Δυτικούς τα πλούτη της αυτοκρατορίας και την απόλαυση των γυναικών της». Παρόμοιος, ο μεγάλος ιστοριογράφος, αμφισβητεί και τις εκκλήσεις προς τον Πάπα.

Εικόνα: Ο Πάπας Ουρβανός Β΄ ήταν Πάπας από τις 12 Μαρτίου του 1088 μέχρι τον θάνατό του το 1099.

Ο Γκίμπον στο, «History of the decline and fall of the Roman Empire», αμφιβάλλει για την επιστολή προς τον Ροβέρτο, ενώ έντονη είναι η αμφισβήτηση του Ρενέ Γκρουσέ στην, «Ιστορία των Σταυροφοριών», όπου ο ίδιος αναφέρει πως, «Δεν είναι ανάγκη, να έχουμε μεγάλη φαντασία για να καταλάβουμε πως είναι απίθανο ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης να ικέτεψε τον Πάπα».

Όπως και να έχει τελικά το πράγμα, ο Αλέξιος, τελικά έστειλε απεσταλμένους στην «Σύνοδο της Πλακεντίας», τον Μάρτιο του 1095, όπου φαίνεται πως και ο Πάπας Ουρβανός συμφώνησε στο ενδεχόμενο μιας σταυροφορίας. Ο Ουρβανός υποστήριξε έντονα της προτάσεις των απεσταλμένων του Αυτοκράτορα, ελπίζοντας πως αν βοηθήσει την «Ανατολική εκκλησία», σε αυτήν την ώρα που το έχει τόσο ανάγκη, θα κατάφερνε να «θεραπεύσει» το Μεγάλο Σχίσμα του 1054 και να επανενώσεις τις εκκλησιές υπό την παπική, πάντοτε, κυριαρχία.

Έτσι λοιπόν, τον Ιούλιο του 1095, ο Ουρβανός γύρισε στην πατρίδα του, την Γαλλία, για να παρακινήσει της μάζες, την αριστοκρατία αλλά και τον κλήρο να βοηθήσουν το μεγάλο αυτό Πανχριστιανικό εγχείρημα. Το ταξίδι του Πάπα στην Γαλλία κορυφώθηκαν κατά την δεκαήμερη «Σύνοδο της Κλερμόντ», όπου την Τρίτη 27 Νοεμβρίου, ο Ουρβανός Β’ έδωσε ένα παθιασμένο κήρυγμα σε ένα μεγάλο ακροατήριο Γάλλων ευγενών και κληρικών.

Σχετικά με τα όσα είπε ο Πάπας στην Κλερμόντ, υπάρχουν πολλές εκδοχές. Όλες αυτές γράφτηκαν μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, το 1099. Έτσι είναι δύσκολο να γνωρίζουμε τι ειπώθηκε στην πραγματικότητα και τι αναδημιουργήθηκε μετά την επιτυχία της σταυροφορία. Οι μόνες σύγχρονες πηγές είναι μερικές επιστολές που γράφτηκαν από τον ίδιο τον Ουρβανό, το 1095.

Εικόνα: Ο Ουρβανός και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι στην μεγάλη “Σύνοδο της Κλερμόντ”.

Ο λόγος του Ουρβανου.

Η πιο αξιόπιστη από αυτές της εκδοχές, της ομιλίας του Ουρανού, παραθέτονται παρακάτω.

«Από τα σύνορα της Ιερουσαλήμ και από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε μια θλιβερή αγγελία, ότι μια καταραμένη φυλή, ολότελα αποξενωμένη από το Θεό, έχει βίαια εισβάλει στη γη αυτών των Χριστιανών και τους έχει αποδεκατίσει με λεηλασία και φωτιά. Ένα μέρος των αιχμαλώτων, τους οδήγησαν στη δική τους χώρα και ένα μέρος τους σκότωσαν με σκληρά βασανιστήρια. Καταστρέφουν τα ιερά, αφού τα μολύνουν με την ακαθαρσία τους. Το βασίλειο των Ελλήνων το έχουν πλέον διαμελίσει και του έχουν στερήσει επικράτεια τόσο απέραντη σε έκταση, ώστε δεν θα μπορούσε κανείς να την διασχίσει ούτε σε δύο μήνες.

Ας μην σας συγκρατήσουν τα υπάρχοντα σας, ούτε η αγωνία για τις οικογενειακές σας υποθέσεις. Επειδή αυτή η γη που τώρα κατοικείτε, κλειστή από κάθε πλευρά με θάλασσα ή βουνοκορφές, είναι πολύ στενή για το μεγάλο πληθυσμό σας. Με δυσκολία παράγει αρκετή τροφή για όσους την καλλιεργούν. Και γι’ αυτό δολοφονείτε και κατασπαράζετε ο ένας τον άλλο, γι’ αυτό πολεμάτε και γι’ αυτό πολλοί από εσάς χάνονται στον εμφύλιο σπαραγμό.

Αφήστε, λοιπόν, το μίσος να φύγει από εσάς. Αφήστε τις διαμάχες σας να τελειώσουν. Ξεκινήστε στο δρόμο για τον Πανάγιο Τάφο. Αρπάξτε αυτή τη γη από μια πρόστυχη φυλή και υποτάξτε την. Η Ιερουσαλήμ είναι μια γη πιο εύφορη απ’ όλες τις άλλες, ένας παράδεισος απολαύσεων. Η βασιλική αυτή πόλη, που βρίσκεται στο κέντρο της γης, σας εκλιπαρεί να σπεύσετε να τη βοηθήσετε. Αναλάβετε αυτό το ταξίδι με προθυμία για τη συγχώρεση των αμαρτιών σας και να είστε σίγουροι για την αμοιβή της άφθαρτης δόξας στη Βασιλεία των Ουρανών».

«Είναι θέλημα Θεού!!!»

Έτσι λοιπόν στην Κλερμόντ της Γαλλίας αποφασίστηκε ουσιαστικά η πρώτη Σταυροφορία, η οποία ήταν έργο του Πάπα Ουρβανού ο οποίος «κατόρθωσε να συνδυάσει στη σκέψη του τις ανάγκες της Ανατολής, τις φιλοδοξίες της Παπωσύνης και το θρησκευτικό ζήλο της Δυτικής Ευρώπης του 11ου αιώνος».

Το συγκινημένο πλήθος κραυγάζοντας, «Deus li volt», δηλαδή «Είναι θέλημα Θεού», συνωστιζόταν κοντά στον Πάπα ο οποίος πρότεινε να καθιερώσουν ως έμβλημα των σταυροφόρων έναν κόκκινο σταυρό, τον οποίο θα έφεραν στο δεξιό τους ώμο όσοι θα έτασσαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της σταυροφορίας και κατ’ επέκτασιν στην υπηρεσία του ίδιου του «Θεού».

Για να διαβάσετε το Μέρος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • John F. Haldon, «The Byzantine Wars: Battles and Campaigns of the Byzantine Era».
  • John W. Birkenmeier, «The Development of the Komnenian Army: 1081–1180».
  • John France, «Western Warfare in the Age of the Crusades: 1000–1300».
  • Donald Nicol, «Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικό Έθνους».
  • Carole Hillenbrand, «The Crusades from the Islamic Perspectives».
  • Thomas Asbridge, «The First Crusade: A New History».
  • Reginald Allen Brown, «The Normans».
  • Άννα Κομνηνή, «Αλεξιάδα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.