Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Γ’). «Είναι θέλημα Θεού».

Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Γ’). «Είναι θέλημα Θεού».

Για να διαβάσετε το Μερος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Στο προηγούμενο μερος είδαμε πως ο Αυτοκράτορας αντιμετώπισε τον μεγάλο κίνδυνο των Πετσενέγων και τον Κουμάνων. Ένας συνδυασμός «ωμής βίας» και «στυγνής διπλωματίας» κατάφερε να καταβάλει, τους κατά τα άλλα ακατάβλητους λαούς της στέπας. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η μάχη του Λεβουνίου υπήρξε καθοριστική για την σταθεροποίηση των Ευρωπαϊκών επαρχιών της Αυτοκρατορίας, ενώ η κρίση του «Ψευτο-Διογένη υπήρξε ένα σύντομο άλλα πολύ επώδυνο διάλειμμα στις προσπάθειες του Αυτοκράτορα.

Τώρα έχοντας λύσει όλα του τα προβλήματα στην Ευρώπη, ο Αλέξιος, έστρεψε όλη του την προσοχή στην Ασία και συγκεκριμένα στο πιο πιεστικό κίνδυνο που προερχόταν από αυτήν, δηλαδή τον εμίρη-πειρατή Τζαχά. Πάλι με την χρήση των δυο παραπάνω «τεχνικών» ο Τζαχάς δολοφονήθηκε από τον γαμπρό του, τον Σουλτάνο των Σελτζούκων, και η απειλή κατά της ίδιας της Βασιλεύουσας είχε ουσιαστικά πλέον εκλείψει.

Εικόνα: Ο Πάπας Ουρβανός εκφωνεί τον λόγο του στην “Σύνοδο της Κλερμόντ”.

Επειδή όμως αυτή ήταν μια «ενδιαφέρουσα εποχή», μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει πως από εδώ και πέρα δεν έζησαν «αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Κατά πολλούς έπειτα από προτροπή του Αυτοκράτορα προς τον Πάπα Ουρβανό και τον Ροβέρτο της Φλάνδρας ξεκίνησε η εποχή των σταυροφοριών. Μέσα από έναν συγκλονιστικό λόγο, στην «Συνοδό της Κλερμόντ», ο Πάπας Ουρβανός προσκάλεσε τους ηγεμόνες της Δυτικής Ευρώπης να πάρουν τα «όπλα» και να ελευθερώσουν τον «Πανάγιο Τάφο». Το σύνθημα «Είναι θέλημα Θεού» διαδόθηκε γρήγορα σε όλες της γωνιές της Ευρώπης και γρήγορα τα πρώτα σώματα άρχισαν να συγκροτούνται. Όπως θα δούμε όμως παρακάτω τα πράγματα δεν είναι πάντα «ρόδινα».

Η Σταυροφορία του «Λαού».

Ο Πάπας Ουρβανός Β΄ ετοιμαζόταν να κηρύξει την έναρξη της Σταυροφορίας, την 15η Αυγούστου 1096. Η απήχηση ήταν όμως τόσο μεγάλη, που σύντομα το «πράγμα» ξέφυγε από τον έλεγχό του. Την άνοιξη του 1096, χάρη στο κήρυγμα του Πέτρου του Ερημίτη, από το Αμιένη της Γαλλίας, μαζεύτηκε ένα πλήθος 50.000 φτωχών ανθρώπων, μικρών ιπποτών και άστεγων αλητών, που άοπλοι σχεδόν βάδιζαν μέσω της Γερμανίας, της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας προς την Κωνσταντινούπολη.

Οι συνθήκες ζωής του αγροτικού πληθυσμού την εποχή εκείνη ήταν άθλιες, αφού η πείνα και η πανδημία θέριζαν λόγω συνεχών και εκτεταμένων καταστροφών της σοδειάς από ξηρασίες. Η Σταυροφορία ήταν για πολλούς η μόνη διέξοδος από την δυστυχία. Παράλληλα, τα στοιχεία της φύσης έστελναν ακατανόητους και τρομακτικούς οιωνούς που είχαν ξεκινήσει από το 1095. Καταιγίδες μετεωριτών, πολλαπλές εμφανίσεις του πολικού σέλαος, μια έκλειψη Σελήνης και η εμφάνιση ενός κομήτη έσπερναν τον τρόμο στον αγράμματο πληθυσμό, ενώ ερμηνεύονταν ως θεϊκές προτροπές για το ξεκίνημα της Σταυροφορίας, καθώς και τον σίγουρο ερχομό της «Δευτέρας παρουσίας».

Ακόμα και μια μαζική δηλητηρίαση από «ερυσίβη», ένα είδος μύκητα που παρασιτεί σε ορισμένα δημητριακά και χλόες, πριν από την Σύνοδο της Κλερμόντ, οδήγησε σε ομαδικά προσκυνήματα. Επόμενο ήταν λοιπόν, τα πλήθη να ακολουθήσουν με μιας την εντολή του Πάπα. Αντί για λίγες χιλιάδες ιππότες, όπως ήλπιζε ο Πάπας, ξαφνικά παρουσιάστηκαν σχεδόν εκατό χιλιάδες άμαχος πληθυσμός από άνδρες, γυναίκες και παιδιά.

Εικόνα: Ο Πέτρος ο Ερημίτης παρακινεί τα πλήθοι να πάρουν μερος στην σταυροφορία. Ο πίνακας είναι έργο του Τζέιμς Άρτσερ.

Ο Πέτρος, που είχε αυτοανακηρυχθεί σε ηγέτη αυτού του ετερόκλητου πλήθους, ήταν ντυμένος με κουρέλια και ταξίδευε πάνω σε ένα γαϊδούρι, πιστεύω ο συμβολισμός είναι καταφανής. Με φλογερά κηρύγματα στην βόρεια Γαλλία και στην Φλάνδρα, έλεγε, άκουσων άκουσων, ότι τον έστειλε ο ίδιος ο Χριστός και ότι είχε μαζί του μια επιστολή που του είχε δώσει ο Θεός. Οι «Σταυροφόροι» που παρουσιάστηκαν ήταν όλων των ειδών φτωχοί και τυχοδιώκτες και μιας και ο Πάπας είχε υποσχεθεί ότι θα τους έδινε «άφεση αμαρτιών», πολλοί παρουσιάστηκαν για να ξεφύγουν από τον νόμο και να προβούν σε «αναμάρτητες» λαφυραγωγήσεις.

Η κακή αρχή.

Στις 12 Απριλίου ο Πέτρος συνέλεξε τους «πτωχούς» του στην Κολωνία για να κάνει κήρυγμα στους Γερμανούς. Μερικές χιλιάδες Γάλλοι, όμως, δεν θέλησαν να περιμένουν, και ξεκίνησαν πριν από την άφιξη του Πέτρου. Υπό την οδήγηση του Βάλτερ, τρόπον τινά υπαρχηγού του Πέτρου, έφθασαν στην Ουγγαρία στις 8 Μαΐου και την διαπέρασαν χωρίς να συμβεί τίποτα το σοβαρο.

Φτάνοντας στον ποταμό Σάβα, στο σημερινό Βελιγράδι, ήρθε η ώρα να περάσουν τα σύνορα της Αυτοκρατορίας. Ο διοικητής του Βελιγραδίου, όντας απροετοίμαστος και μην ξέροντας τι να κάνει, τους απαγόρευσε την είσοδο. Οι Σταυροφόροι αφού εγκλωβίστηκαν, αναγκαστικά άρχισαν να λεηλατούν την περιοχή για να βρουν φαγώσιμα. Ξέσπασαν μάχες με την τοπική φρουρά, ενώ ακολούθησαν και άλλες λεηλασίες σε διάφορες τοπικές αγορές.

Η κατάσταση οξύνθηκε όταν οι Ούγγροι συνέλαβαν τον Βάλτερ και μερικούς άλλους και τους πήραν τις «πανοπλίες και τα ενδύματά τους». Τελικά όμως τους άφησαν να περάσουν, και οι Σταυροφόροι έφτασαν στη Νις όπου τους έδωσαν τροφή και περίμεναν εκεί για να τους έρθει μήνυμα από την Κωνσταντινούπολη. Πραγματικά, στα τέλη Ιουλίου και υπό συνοδεία του βυζαντινού στρατού έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη.

Από την άλλη πλευρά, ο Πέτρος μαζί με τους υπόλοιπους Σταυροφόρους ξεκίνησαν από την Κολωνία στις 20 Απριλίου. Ήταν περίπου 20.000 Σταυροφόροι που ακολουθούσαν τον Ερημίτη, ενώ καθ οδόν ερχόντουσαν και άλλοι. Φτάνοντας στον Δούναβη μερικοί πέρασαν με βάρκες στην απέναντι όχθη, ενώ οι υπόλοιποι συνέχισαν φθάνοντας στο Σόπρον της Ουγγαρίας. Όπως και οι προηγούμενοι, πέρασαν μέσα από την Ουγγαρία χωρίς διαξιφισμούς και στο Σεμλίν ξαναενώθηκαν με τους άλλους που είχαν περάσει τον Δούναβη.

Εικόνα: Η καταστροφή της Σταυροφορίας του “Λαού” κοντά στην Νίκαια της Βιθυνίας.

Εκεί όμως συνάντησαν τις «πανοπλίες» του Βάλτερ και των άλλων να κρέμονται έξω από τα τείχη, και υποπτεύθηκαν κάτι κακό. Έγινε και μια «μικροδιαμάχη» και έτσι ξέσπασε ένας «καυγάς» που οδήγησε σε γενική επίθεση εναντίον της πόλης. Τέσσερις χιλιάδες Ούγγροι σκοτώθηκαν, ενώ η πόλη λεηλατήθηκε ανηλεώς. Οι Σταυροφόροι πέρασαν τον ποταμό Σάβα, στο Βελιγράδι, όπου  ενεπλάκησαν σε μάχη με την εκεί φρουρά, όμως οι κάτοικοι έφυγαν για να γλυτώσουν και οι πλιατσικολόγοι του Πέτρου, λεηλάτησαν και έκαψαν την πόλη.

Από κει και μετά ακολούθησε επταήμερη πορεία για την Νις, όπου έφτασαν στις 3 Ιουλίου. Ο διοικητής της πόλης τους υποσχέθηκε να τους δώσει συνοδεία και τρόφιμα ως την Κωνσταντινούπολη. Όταν την επόμενη μέρα ο Πέτρος έδωσε εντολή να ξεκινήσουν, μερικοί από τους Σταυροφόρους, με αφορμή έναν καυγά με έναν μυλωνά, έβαλαν φωτιά στον μύλο. Τότε η φρουρά της Νις έκανε επίθεση προκαλώντας πολυάριθμα θύματα στους «αγύρτες» του Ερημίτη. Οι Σταυροφόροι συνέχισαν την πορεία τους, φτάνοντας στη Σόφια στις 12 Ιουλίου. Από κει και μετά συνέχισαν, με την συνοδεία του Ρωμαϊκού στρατού, για να φτάσουν την 1η Αυγούστου στην Κωνσταντινούπολη.

Η καταστροφή της «πτωχής» Σταυροφορίας.

Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος, αν και απροετοίμαστος, στην θέα αυτού του πλήθους, προτίμησε να τους αφήσει να περάσουν στην Μικρά Ασία. Ήξερε πως έπρεπε να ξεμπερδεύει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα με αυτούς τους «άθλιους» και να τους απομακρύνει ακόμα γρηγορότερα από την Κωνσταντινούπολη. Στο κάτω κάτω, ήταν σίγουρο πως θα γνώριζαν τον απόλυτο «αφανισμό» από τους Τούρκους και αν όχι θα τους έφθειραν, κατά το μέτρον του δυνατού.

Έτσι λοιπόν, οι Σταυροφόροι διέσχισαν στις 6 Αυγούστου τον Βόσπορο. Οι ακόλουθοι του Πέτρου συνάντησαν τους Σταυροφόρους του Βάλτερ και μια ακόμη ομάδα Ιταλών που είχε καταφθάσει εκείνες τις μέρες. Άρχισαν να λεηλατούν ότι έφταναν τα χέρια τους, καθώς πλησίαζαν την Νικομήδεια. Εκεί ξέσπασε μια διαμάχη ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Γάλλους. Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί έκαναν νέο αρχηγό τους έναν Ιταλό, εν ονόματι Ράιναλντ και χωρίστηκαν από τους Γάλλους, που όρισαν ως αρχηγό τους τον Ζοφρουά Μπυρέλ.

Οι Σταυροφόροι συνέχισαν τις επιδρομές στα γύρω χωριά μέχρι που έφτασαν στην Νίκαια της Βιθυνίας. Οι Γερμανοί με 6.000 Σταυροφόρους, προφασιζόμενοι πως ήθελαν να προστατέψουν τον ως επί το πλείστων χριστιανικό πληθυσμό της πόλης, κατέλαβαν την πόλη Ξερίγορδο, για να την χρησιμοποιούν σαν καταφύγιο για τις επιδρομές τους. Οι Τούρκοι απάντησαν πολιορκώντας την πόλη, με μεγάλο στρατό, ενώ τους έκοψαν το νερό και σύντομα τους ανάγκασαν να παραδοθούν.

Εικόνα: Ο Πέτρος ο Ερημίτης “δείχνει” στους Σταυροφόρους τον δρόμο προς την Ιερουσαλήμ, η εικόνα ειναι από Γαλλικό χρονικό του 1270.

Εν τω μεταξύ, στο κύριο στρατόπεδο των Σταυροφόρων διαδόθηκε η φήμη, ότι οι Γερμανοί μετά από την κατάληψη της Ξεριγόρδου επιτέθηκαν και κατέλαβαν τη Νίκαια. Οι υπόλοιποι Σταυροφόροι ξεσηκώθηκαν για να προλάβουν και αυτοί μερικά λάφυρα. Έμαθαν όμως έγκαιρα την αλήθεια και τρομοκρατήθηκαν. Μερικοί πρότειναν να περιμένουν τις ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη που είχε πάει να φέρει ο Πέτρος ο Ερημίτης, ο Μπυρέλ όμως, που είχε την αρχηγία και τους περισσότερους οπαδούς, προτίμησε την άμεση επίθεση.

Το πρωί της 21ης Οκτωβρίου ολόκληρος ο στρατός των Σταυροφόρων τέθηκε σε πορεία με προορισμό τη Νίκαια, ενώ ο άμαχος πληθυσμός, τα γυναικόπαιδα, οι άρρωστοι και οι γέροι έμειναν πίσω. Στον δρόμο προς τη Νίκαια οι Τούρκοι τους είχαν στήσει ενέδρα και τους περίμεναν. Οι Σταυροφόροι έπεσαν πάνω στην ενέδρα και αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν, ενώ οι περισσότεροι σκοτώθηκαν.

Τα παιδιά πιάστηκαν όμηροι και πουλήθηκαν σκλάβοι. Ο Μπυρέλ όμως μαζί με 3000 άνδρες κατέφυγαν σε ένα ερειπωμένο φρούριο και σώθηκαν μετά από επέμβαση των Βυζαντινών που διέλυσαν την πολιορκία των Τούρκων και οδήγησαν τους Σταυροφόρους πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Μετα από αυτά τα γεγονότα, η Σταυροφορία του «Λαού», η για να το θέσω καλύτερα, η Σταυροφορία των «Ληστών», είχε πλέον τελειώσει.

Όλοι οι αιχμάλωτοι των Τούρκων πήραν τον δρόμο τους για τα σκλαβοπάζαρα, ενώ οι Σελτζούκοι, ύστερα από την εύκολη νίκη τους κατά του στρατού του «Κουτόπετρου», όπως τον αποκαλεί η Άννα η Κομνηνή ήταν σίγουροι ότι θα νικούσαν και τα υπόλοιπα στρατεύματα των Σταυροφόρων που θα κατέφθαναν στο μέλλον. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε πως η μοίρα των χιλιάδων αμάχων που έμειναν πίσω στο στρατόπεδο υπήρξε «αφάνταστα» σκληρή, αλλά ίσως «δίκαιη».

Η «οπτική» της Αυτοκρατορίας.

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε γνωρίσει τις δικές της «Σταυροφορίες», δηλαδή τις λαμπρές και νικηφόρες εκστρατείες του Ηράκλειου κατά της Περσίας, τον 7ο αιώνα, οπότε αποδόθηκαν στην αυτοκρατορία οι Άγιοι Τόποι και ο Τίμιος Σταυρός και τις νικηφόρες εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά, του Ιωάννη Τσιμισκή και του Βασίλειου Β’ εναντίον των Αράβων στη Συρία, όταν οι αυτοκράτορες είχαν σχεδιάσει οριστικά να επανακτήσουν την Ιερουσαλήμ.

Το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε γιατί η Αυτοκρατορία, που τον 11ο αιώνα ζούσε υπό την απειλητική πίεση των επιτυχιών των Τούρκων στη Μικρά Ασία, εγκατέλειψε κάθε ελπίδα επανάκτησης των Αγίων Τόπων. Για το Βυζάντιο το «πρόβλημα της Παλαιστίνης» την εποχή αυτή ετίθετο πολύ αφηρημένα και δεν είχε σχέση με τα ζωτικά ενδιαφέροντα της Αυτοκρατορίας.

Εικόνα: Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος επιστρέφει τον Τίμιο Σταυρό στην Ιερουσαλήμ.

Το 1090-1091 η Ρωμανία, αντιμετώπιζε, αυτό που ήταν πάντα ο μεγαλύτερος εφιάλτης της, είχε απωλέσει την Μικρά Ασία. Οι Σταυροφόροι ήταν απλά το μέσο για την ανακτήσει της, που αν χειριζόντουσαν σωστά τότε θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με καταστροφικά αποτελέσματα για τους Σελτζούκους. Όμως ο Αλέξιος περίμενε να έρθουν μερικές χιλιάδες ιπποτών, άρτια εξοπλισμένοι και απόλυτα πειθαρχημένοι. Αντ’ αυτού ξαφνικά είδε μπροστά του ένα ετερόκλητο πλήθος «ζητιάνων και ληστών», οι οποίοι αφήσαν σε όλη την Ρωμαϊκή αριστοκρατία και τον λαό, την χειρότερη των εντυπώσεων.

Η Άννα η Κομνηνή, στην «Αλεξιάδα», αναφέρει πως, «Έγινε τέτοιος ξεσηκωμός ανδρών και γυναικών που δεν είχε ποτέ άλλοτε παρουσιαστεί. Οι απλόκαρδοι άνθρωποι κινούνταν από την πραγματική επιθυμία να προσκυνήσουν τον Τάφο του Κυρίου μας και να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους, αλλά οι πιο πανούργοι είχαν άλλες κρυφές επιδιώξεις. Είχαν δηλαδή την ελπίδα ότι θα έβρισκαν κάποιο τρόπο και κάποια πρόφαση να καταλάβουν την ίδια την πρωτεύουσα».

Με τα λόγια αυτά της Άννας, μπορεί κανείς να συγκρίνει, μόνον, το ακόλουθο απόσπασμα μιας επιστολής του Αλεξίου προς τον γιο του Ιωάννη, ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Ιωάννης Β’. «Δεν θυμάσαι τι μου συνέβη; Να σκέπτεσαι και να υπολογίζεις την κίνηση της Δύσης στη χώρα αυτή που είχε σαν αποτέλεσμα τον ατιμασμό του μεγαλείου της Νέας Ρώμης και την αξιοπρέπεια του θρόνου».

Τα δύο αυτά αποσπάσματα γραμμένα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα και τη μορφωμένη κόρη του δίνουν μια εξαιρετική εικόνα της πραγματικής στάσης της Αυτοκρατορίας απέναντι στους Σταυροφόρους, που κατά τη γνώμη του Αλέξιου, βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με τους βαρβάρους που απειλούσαν την Ρωμανία, δηλαδή τους Τούρκους και τους Πετσενέγους.

Η ιδέα μιας Σταυροφορίας, λοιπόν, ήταν απολύτως ξένη προς το αμυντικό δόγμα της Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 11ου αιώνα. Μια μόνο επιθυμία κυριαρχούσε στα επιβλητικά σχέδια του Αλεξίου και αυτή δεν ήταν άλλη από την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας. Για να γίνει όμως αυτό η Αυτοκρατορία θα έπρεπε να υποστεί το «αναγκαίο κακό» των Σταυροφόρων, οι οποίοι θα αποδυνάμωναν τους Σελτζούκους και θα έδιναν την δυνατότητα στον Ρωμαϊκό στρατό να ανακαταλάβει την «γη του πόθου του».

Εικόνα: Ο Ραϊμούνδος του Σαιν Ζιλ , ήταν Κόμης της Τουλούζης, Δούκας της Ναρμπόν, Μαργράβος της Προβηγκίας και ο πρώτος Κόμης της Τρίπολης, ήταν επίσης και ένας εκ των ηγετών στην Α΄ Σταυροφορία.

Η Σταυροφορία των «πριγκίπων».

Η ομιλία του Ουρβανού, στην Κλερμόντ, ήταν καλά σχεδιασμένη. Αμέσως έστειλε επιστολές στους δυο ισχυρότερους άνδρες στην Νότια Γαλλία, στον επίσκοπο του Πουί, Άντεμαρ και του Ραϊμούνδο, Δούκα της Τουλούζης. Η υποστήριξη τους στο εγχείρημα αυτό ήταν κάτι παραπάνω από καθοριστική. Μάλιστα ο Άντεμαρ, ήταν ο πρώτος που «έραψε» τον κόκκινο σταυρό στον ώμο του, σε μια βαθιά συμβολική κίνηση.

Κατά την διάρκεια τόσο του 1095, όσο και του 1096, ο Πάπας διέδωσε το μήνυμα σε όλη τη Γαλλία και παρότρυνε τους επισκόπους και τους κληρικούς, να κηρύξουν στις δικές τους επισκοπές και αλλού στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η «απάντηση» στο κάλεσμα του, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο από ότι ανέμενε ο Ουρβανός, πόσο δε μάλλον ο Αλέξιος. Κατά την περιοδεία του στη Γαλλία, ο Ουρβανός προσπάθησε να απαγορεύσει τη συμμετοχή ορισμένων ανθρώπων στην Σταυροφορία, συμπεριλαμβανομένων γυναικών, μοναχών και ασθενών, αλλά αυτό ήταν σχεδόν αδύνατο για τα δεδομένα της εποχής.

Στο τέλος, οι περισσότεροι που «πήραν τον σταυρό» δεν ήταν ιππότες, αλλά αγρότες που δεν ήταν πλούσιοι και είχαν λιγες δεξιότητες στην μάχη. Όλα αυτά εν μέσο ενός ξεσπάσματος μιας νέας συναισθηματικής και προσωπικής ευσέβειας που δεν αξιοποιήθηκε σωστά από την εκκλησιαστική και λαϊκή αριστοκρατία. Παρά τον λαϊκό ενθουσιασμό, ωστόσο, ο Πάπας εξασφάλισε ότι θα υπήρχε ένας στρατός ιπποτών, που θα προερχόταν από τη γαλλική αριστοκρατία.

Εκτός από τον Άντεμαρ του Πουί και τον Ραϊμούνδο της Τουλούζης, υπήρξαν και άλλοι ηγέτες που θέλησαν να «πάρουν τον σταυρό». Οι πιο σημαντικοί ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο Βοημούνδος του Τάραντα, γιος του Ροβέρτου Γυισκάρδου, ο ανιψιός του Ταγκρέδος, ο  Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν, ο αδερφός του Βαλδουίνος της Βουλώνης και ο αδερφός του Φιλίππου Α’, Ούγος του Βερμαντουά. Οι σταυροφόροι αντιπροσώπευαν τη βόρεια και νότια Γαλλία, τη Φλάνδρα, τη Γερμανία και τη νότια Ιταλία και έτσι χωρίστηκαν σε τέσσερις ξεχωριστούς στρατούς που δεν ήταν πάντοτε συνεργάσιμοι, αν και συγκρατήθηκαν μαζί με τον κοινό τελικό στόχο τους.

Η σταυροφορία διευθύνονταν από μερικούς από τους ισχυρότερους ευγενείς της Γαλλίας, οι οποίοι άφησαν τα πάντα πίσω, ενώ συχνά ολόκληρες οικογένειες πήγαν σε σταυροφορία με δικά τους έξοδα. Για παράδειγμα, ο Ροβέρτος της Νορμανδίας δάνεισε το Δουκάτο της Νορμανδίας στον αδερφό του Γουλιέλμο Β’ της Αγγλίας και ο Γοδεφρείδος πούλησε ή υποθήκευσε την περιουσία του στην εκκλησία.

Εικόνα: Ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν και οι άλλοι βαρόνοι της Πρώτης Σταυροφορίας στο αυτοκρατορικό παλάτι του Αλέξιου Κομνηνού.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του, ο Ταγκρέδος, ανησυχούσε για την αμαρτωλή φύση του ιπποτικού πολέμου και ήταν ενθουσιασμένος που βρήκε μια ιερή διέξοδο για βία. Ο Ταγκρέδος και ο Βοημούνδος, καθώς και ο Γοδεφρείδος, ο Βαλδουίνος και ο μεγαλύτερος αδερφός τους ο Ευστάθιος της Βουλώνης, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα οικογενειών που σταυροφορούν μαζί. Ο Ραΐλι Σμιθ υποστηρίζει ότι ο ενθουσιασμός για τη σταυροφορία βασίστηκε ίσως στις οικογενειακές σχέσεις, καθώς οι περισσότεροι Γάλλοι σταυροφόροι ήταν απομακρυσμένοι συγγενείς. Ωστόσο, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσωπική πρόοδος έπαιξε ρόλο στα κίνητρα των Σταυροφόρων.

Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί το μέγεθος ολόκληρου του στρατού σταυροφόρων. Διάφοροι αριθμοί δόθηκαν από τους αυτόπτες μάρτυρες και εξίσου διάφορες εκτιμήσεις έχουν αναφερθεί από τους σύγχρονους ιστορικούς. Ο στρατιωτικός ιστορικός των σταυροφόρων Ντέιβιντ Νικόλ θεωρεί ότι οι στρατοί αποτελούνταν από περίπου 30.000-35.000 σταυροφόρους, συμπεριλαμβανομένων 5.000 ιππέων, ενώ ο Ραϊμούνδος είχε το μεγαλύτερο σώμα από περίπου 8.500 πεζικό και 1.200 ιππείς.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε πως κανείς από τους βασιλείς της Δύσης δεν πήρε μέρος στη Σταυροφορία. Ο Ερρίκος Δ’ της Γερμανίας ήταν απασχολημένος με τον «αγώνα» του κατά του Πάπα, ο Φίλιππος Α’ της Γαλλίας ήταν υπό αφορισμό λόγω του διαζυγίου του με τη νόμιμή του γυναίκα και λόγω του γάμου του με μια άλλη γυναίκα και ο Άγγλος βασιλιάς, ο Γουλιέλμος Β’ ο «Πυρότριχος» ήταν απασχολημένος σ’ ένα συνεχή «αγώνα» με τους υπηκόους του, την εκκλησία και το λαό, ενώ διατηρούσε συγχρόνως την εξουσία με τρόπο επισφαλή.

Η άφιξη των Σταυροφόρων στην Βασιλεύουσα και ο «Όρκος» υποτέλειας.

Ένα μέρος του στρατού των Σταυροφόρων πήγε στην Κωνσταντινούπολη μέσω ξηράς και ένα μέσω θάλασσας. Όπως ο «στρατός» του Πέτρου του Ερημίτη έτσι και οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν τα μέρη από τα οποία περνούσαν μεταχειριζόμενοι κάθε είδους βία. Ένας μάρτυρας αυτής της διάβασης των Σταυροφόρων, ο αρχιεπίσκοπος της Βουλγαρίας Θεοφύλακτος εξηγώντας τη σιωπή του, σ’ ένα γράμμα κατηγορεί τους Σταυροφόρους και λέει, «Τα χείλη μου συμπιέζονται. Πρώτα απ’ όλα η διάβαση των Φράγκων ή η «εισβολή» τους, ή δεν ξέρω πώς μπορεί να την ονομάσει κανείς, μας έχει τόσο πολύ επηρεάσει όλους μας ώστε δεν έχουμε καν αίσθηση του εαυτού μας. Αρκετά έχουμε πιεί το πικρό ποτήρι της εισβολής. Επειδή συνηθίσαμε στη σκληρότητα των Φράγκων, υποφέρουμε πιο εύκολα από πριν τις ατυχίες μας εφόσον ο χρόνος είναι καλός δάσκαλος όλων».

Εικόνα: Οι δρόμοι των Σταυροφόρων.

Είναι φανερό ότι ο Αλέξιος Κομνηνός είχε σπουδαίους λόγους να μη εμπιστεύεται τέτοιους «υπερασπιστές» της ιδέας της Σταυροφορίας. Ο αυτοκράτορας περίμενε ανήσυχα το στρατό των Σταυροφόρων που πλησίαζε απ’ όλες τις πλευρές την πρωτεύουσα και ο οποίος αριθμητικά ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από τους μισθοφόρους που είχε ζητήσει από τη Δύση.

Μερικοί ιστορικοί κατηγορούν τον Αλέξιο και τους Βυζαντινούς για απιστία προς τους Σταυροφόρους. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρέπει να το αποδεχτούμε, κυρίως αφότου η προσοχή στρέφεται στις λεηλασίες, τη λαφυραγώγηση και τους εμπρησμούς των Σταυροφόρων. Επίσης πρέπει να απορρίψουμε τον αυστηρό και αντι-ιστορικό χαρακτηρισμό του Γίβωνα, ο οποίος λέει ότι θα μπορούσε να συγκρίνει τον αυτοκράτορα Αλέξιο με το τσακάλι που ακολουθεί τα βήματα του λιονταριού και που καταβροχθίζει τα υπολείμματα που αυτό αφήνει.

Φυσικά ο Αλέξιος δεν ήταν ο ταπεινός εκείνος άνθρωπος που θα μάζευε ό,τι του άφηναν οι Σταυροφόροι. Ο Αλέξιος αποδείχθηκε ο πολιτικός που κατάλαβε τι απειλή, για την ύπαρξη της Αυτοκρατορίας, αποτελούσαν οι Σταυροφόροι και γι’ αυτό πρώτη του σκέψη ήταν να μεταφέρει το γρηγορότερο τους ανήσυχους και επικίνδυνους «επισκέπτες» του στη Μικρά Ασία, όπου θα ολοκλήρωναν το σκοπό για τον οποίον ήρθαν στην Ανατολή, την καταπολέμηση δηλαδή των «απίστων».

Μια ατμόσφαιρα αμοιβαίας δυσπιστίας δημιουργείτο μεταξύ των Λατίνων και των Βυζαντινών, στο πρόσωπο των οποίων παρουσιάζονταν όχι μόνον οι «σχισματικοί», αλλά και οι πολιτικοί ανταγωνισμοί που επρόκειτο αργότερα να λύσουν τις διαφορές τους με τη δύναμη του ξίφους. Ένας μορφωμένος και καλά καταρτισμένος Έλληνας πατριώτης, του 19ου αιώνα, ο Βικέλας αναφέρει τα παρακάτω.

«Εμπρός στα μάτια των Δυτικών οι Σταυροφόροι παρουσιάζονται με όλες τις ευγενείς αναλογίες μιας μεγάλης κίνησης που στηρίχθηκε σε καθαρά θρησκευτικά ελατήρια, όταν η Ευρώπη παρουσιάστηκε σαν ο μέχρι θυσίας υπέρμαχος του Χριστιανισμού και του πολιτισμού, με τη δύναμη των νέων της και τη δόξα της πνευματικής της αυγής. Είναι φυσικό ότι κάποια περηφάνια θα εμπνέει ακόμα κάθε οικογένεια της αριστοκρατίας των Λατίνων που κατάγεται από αυτούς που πολέμησαν κάτω από τη σημαία του Σταυρού. Αλλά όταν οι άνθρωποι της Ανατολής είδαν τα πλήθη των αμαθών βαρβάρων να λαφυραγωγούν και να λεηλατούν τις επαρχίες της χριστιανικής και Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθώς και τους ανθρώπους που ονομάζονταν υπέρμαχοι της πίστης να σκοτώνουν τους ιερείς του Χριστού με τη δικαιολογία ότι ήταν σχισματικοί, ήταν φυσικό πως θα ξεχνούσαν ότι μια τέτοια κίνηση ξεκίνησε εμπνευσμένη από ένα θρησκευτικό σκοπό και ότι είχε έναν ιδιαίτερο χριστιανικό χαρακτήρα. Η εμφάνιση των Σταυροφόρων στο προσκήνιο της ιστορίας είναι η πρώτη πράξη της τελικής τραγωδίας της αυτοκρατορίας».

Εικόνα: Ο Βοημούνδος Α΄ του Τάραντα ήταν o ιδρυτής και ο πρώτος Πρίγκιπας του Τάραντα και αργότερα ο ιδρυτής του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας.

Ο ειδικός ιστορικός του Αλέξιου Κομνηνού, Φερδινάνδος Χάλντον, τείνει να δώσει, εν μέρει τουλάχιστον, σε όλους τους Σταυροφόρους τους χαρακτηρισμούς που δίνει ο Γίβων στους ακολούθους του Πέτρου του Ερημίτη. «Οι κλέφτες που ακολούθησαν τον Πέτρο τον Ερημίτη ήταν άγρια θηρία δίχως σκοπό και ανθρωπισμό».

Η πρώτη περιγραφή της εντύπωσης που έκανε στους λαούς της Ανατολής, η έναρξη της κίνησης των Σταυροφόρων προέρχεται από έναν Άραβα ιστορικό του 12ου αιώνα, τον Ιμπν αλ Κουαλανίσι, ο οποίος αναφέρει πως, «Το έτος αυτό, δηλαδή 19 Δεκεμβρίου 1096 έως 8 Δεκεμβρίου 1097, άρχισαν να φτάνουν διαδοχικές ειδήσεις ότι τα στρατεύματα των Φράγκων εμφανίστηκαν από την κατεύθυνση της θάλασσας της Κωνσταντινούπολης με αμέτρητες δυνάμεις. Επειδή οι ειδήσεις αυτές ακολουθούσαν η μια την άλλη και διαδίδονταν συνεχώς από στόμα σε στόμα, ο λαός άρχισε να ανησυχεί και να ταράσσεται».

Αφού οι Σταυροφόροι μαζεύτηκαν σιγά-σιγά στην Κωνσταντινούπολη, ο Αλέξιος Κομνηνός, θεωρώντας το στρατό τους ως μισθοφόρους, εξέφρασε την επιθυμία να αναγνωριστεί αρχηγός της εκστρατείας και ζήτησε έναν όρκο υποτελείας από τους Σταυροφόρους. Μια τυπική συνθήκη έγινε μεταξύ του Αλέξιου και των ηγετών της Σταυροφορίας, οι οποίοι υποσχέθηκαν να δώσουν στον Αλέξιο κάθε πόλη που θα καταλάμβαναν και που ανήκε πριν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Δυστυχώς οι όροι υπό τους οποίους ορκίστηκαν οι ηγέτες της Σταυροφορίας δεν έχουν διασωθεί στην πρωτότυπή τους μορφή. Κατά πάσα πιθανότητα οι απαιτήσεις του Αλέξιου ήταν διάφορες. Ζήτησε την άμεση κατάκτηση των περιοχών της Μικράς Ασίας που λίγο πριν είχαν χαθεί μετά την ήττα της αυτοκρατορίας στο Ματζικέρτ, το 1071, και οι οποίες αποτελούσαν τις προϋποθέσεις της δύναμης και της ασφάλειας της Ρωμαικης αυτοκρατορίας και του Ελληνικού έθνους. Για τη Συρία και την Παλαιστίνη, που το Βυζάντιο τις είχε χάσει πριν από πολύ καιρό, ο Αυτοκράτορας δεν είχε απαιτήσεις, και περιορίστηκε να κρατήσει την επικυριαρχία τους.

Για να διαβάσετε το Μερος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • John F. Haldon, «The Byzantine Wars: Battles and Campaigns of the Byzantine Era».
  • John W. Birkenmeier, «The Development of the Komnenian Army: 1081–1180».
  • John France, «Western Warfare in the Age of the Crusades: 1000–1300».
  • Donald Nicol, «Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικό Έθνους».
  • Carole Hillenbrand, «The Crusades from the Islamic Perspectives».
  • Thomas Asbridge, «The First Crusade: A New History».
  • Reginald Allen Brown, «The Normans».
  • Άννα Κομνηνή, «Αλεξιάδα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.