Ελληνική Επανάσταση
Η μάχη της Κλείσοβας. Μια από της «Θερμοπύλες» του ’21.

Η μάχη της Κλείσοβας. Μια από της «Θερμοπύλες» του ’21.

Η επική μάχη της Κλείσοβας, της ιστορικής μικρονησίδας της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου στις 25 Μαρτίου 1826, υπήρξε η ύστατη «εκτυφλωτική» αναλαμπή, αλλά και η κορυφαία ηρωική πράξη των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», κατά τη διάρκεια της τρίτης πολιορκίας της «Ιεράς πόλεως» του Μεσολογγίου, λίγο πριν τη μεγαλειώδη και ανεπανάληπτη «Έξοδο» της 10ης Απριλίου 1826.

Ο Ιμπραήμ, αφού το 1825 κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, εκτελώντας τώρα εντολές του Σουλτάνου, έρχεται να συνδράμει τον οικτρά αποτυχόντα, επί ένα οχτάμηνο, στην εκπόρθηση του Μεσολογγίου, Κιουταχή. Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου 1825 «υπό τους ήχους σαλπίγγων και τύμπανων», όπως διαβάζουμε στα «Ελληνικά Χρονικά» της 13ης Δεκεμβρίου, μετακινεί από τον όρμο του Κρυονερίου επιδεικτικά εν πομπή και εγκαθιστά το στρατόπεδό του στις βορειο-ανατολικές παρυφές της πόλης.

Παράλληλα, δεν παρέλειπε να κομπάζει για τα πρόσφατα κατορθώματά του στο Μωριά και ταυτόχρονα να χλευάζει τον Κιουταχή, που επί οκτώ μήνες μέχρι τότε, δεν είχε καταφέρει να πάρει «έναν φράχτη», όπως περιφρονητικά έλεγε για τα τείχη του Μεσολογγίου, ενώ γι’ αυτόν θα αρκούσαν μόνο 15 ημέρες. Η αιχμή μάλιστα αυτή προκαλεί οξύτατη διαμάχη μεταξύ των δύο αρχηγών, που καταλήγει στη μετάθεση της ευθύνης για την άλωση της πόλης, από τους Τούρκους στους Αιγυπτίους.

Εικόνα: Η πολιορκία του Μεσολογγίου, δια χειρός Παναγιώτη Ζωγράφου.

Μετά την υπερήφανη απόρριψη των νέων προτάσεων του υπερόπτη Ιμπραήμ, για την συνθηκολόγηση της πόλεως, στις αρχές του 1826 από το γενναίο αρχηγό των Μεσολογγιτών, Αθανάσιο Ραζηκότσικα, αμέσως ξεκινούν οι πρώτες αψιμαχίες οι οποίες τείνουν να είναι καταστρεπτικές για τους Τουρκο-Αιγύπτιους, γεγονός που τους αιφνιδίασε δυσάρεστα. Όταν μάλιστα στο διάστημα από την 12η έως και την 16η Φεβρουαρίου διεξάγονται πολύνεκρες και σφοδρότατες συγκρούσεις, οι αμυνόμενοι υπερισχύουν κατά κράτος των Αράβων, με τις γνωστές όσο και οδυνηρές για τον εχθρό, εκτός των τειχών του Μεσολογγίου, εφόδους τους.

Το σχέδιο του Ιμπραήμ.

Ο επηρμένος Αιγύπτιος στρατηλάτης κυριολεκτικά θορυβείται και συνειδητοποιεί πλέον, ότι οι πύλες του «φράχτη» εκείνου δεν είναι δυνατόν να εκβιασθούν με τα όπλα, εφ’ όσον από τη μεριά της θάλασσας θα συνεχιζόταν, έστω και με δυσκολία, ο ανεφοδιασμός της πόλης. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα προσγειώνει τον Ιμπραήμ και τον αναγκάζει να συμφιλιωθεί πρόσκαιρα με τον Κιουταχή και από κοινού πλέον να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο κατάληψης των στρατηγικής σημασίας νησίδων, που φράσσουν από νότια τη λιμνοθάλασσα και ελέγχουν τους φυσικούς διαύλους προς την πόλη. Αυτές δεν ηταν άλλες από τις νησίδες της Κλείσοβας, του Βασιλαδιού και του Ντολμά.

Για την επίτευξη του αποκλεισμού, οι Οθωμανοί και οι Αιγύπτιοι σύμμαχοι τους, άρχισαν να ναυπηγούν επί τόπου μικρά σκάφη, ενώ δεν παρέλειψαν να μεταφέρουν στην λιμνοθάλασσα, ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου, 32 «λαντζόνια», δηλαδή μεγάλες κανονιοφόρες βάρκες χωρίς καρίνα και ξάρτια, από το Κρυονέρι, «εν δίκροτον ατμοκίνητον Ρυμουλκιών» από την Πάτρα, όπως μας αναφέρει ο Λάμπρος Κουτσονίκας, καθώς και 50 μεγαλύτερα πλοιάρια και 5 κανονιοφόρες σχεδίες από τον Αμβρακικό.

Παράλληλα, από τις 19 Φεβρουαρίου ο Αιγυπτιακός στόλος, ενισχύοντας τον Τουρκικό, κλείνει όλα τα περάσματα της λιμνοθάλασσας από τον Πατραϊκό κόλπο, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν ακόμη και να τα προσχώσουν με άμμο. Εξάλλου, καταλαμβάνοντας ο εχθρός τα «μάτια» αυτά της λιμνοθάλασσας, δηλαδή τις μικρονησίδες, όπως αναφέρει ο Στρατηγός Νικόλαος Μακρής, γιος του ξακουστού οπλαρχηγού Δημήτρη Μακρή, «θα απεστέρει τους πολιορκουμένους της νωπής και θρεπτικής τροφής των ιχθύων της λιμνοθαλάσσης».

Εικόνα: Ο Ιμπραήμ Πασάς, ανίκητος μέχρι τότε, κλήθηκε να “πατάξει” το Μεσολόγγι.

Οι Έλληνες, έχοντας από τις 18 Φεβρουαρίου ενημερωθεί για τα σχέδια του εχθρού, έλαβαν πρόσθετα μέτρα για τη βελτίωση της υφισταμένης οχύρωσης και την ενίσχυση της επάνδρωσης των νησίδων. Επίσης ο Δημήτρης Φωτιάδης γράφει, ότι για να αντιμετωπίσουν την αναμενόμενη αποβίβαση, «Πήρανε την απόφαση να φτιάσουνε από τόνα στο άλλο σπίτι, ένα πέτρινο τειχί και να στήσουνε κει τα πιότερα κανόνια τους».

Μετά τις αμοιβαίες αυτές προκαταρκτικές ενέργειες, οι Τουρκοαιγύπτιοι προχωρούν τώρα στην υλοποίηση των σχεδίων τους. Μετά από την επική αντίσταση της φρουράς, κυριεύουν διαδοχικά το Βασιλάδι στις 25 Φεβρουαρίου, τον Ντολμά και τον Πόρο στις 28 Φεβρουαρίου και εξαναγκάζουν το Αιτωλικό να συνθηκολογήσει την 1η Μαρτίου. Έτσι, απομένει η Κλείσοβα, το τελευταίο επιθαλάσσιο προπύργιο των πολιορκουμένων.

Η κατάληψή της κρίνεται απαραίτητη, τόσο για την εγκατάσταση κανονιοστασίων, για την προσβολή της πόλης κι από το νότο, όσο και για την αποκοπή της μοναδικής πλέον γραμμής ανεφοδιασμού των πολιορκουμένων από τη θάλασσα, μέσω της «κρυφής εισόδου που βρίσκεται περίπου 2 χλμ. ανατολικά των σημερινών αλυκών Τουρλίδας.

Η φρουρά και οι «οχυρώσεις» της Κλείσοβας.

Η Κλείσοβα, της οποίας η στρατηγική αξία όπως αφηγείται ο Κανέλλος Δεληγιάννης, είχε επισημανθεί ήδη από την Α΄ Πολιορκία, όπου το Νοέμβριο είχαν συναφθεί φονικότατες μάχες, την είχαν περιβάλλει με πρόχωμα ύψους «οργυιάς» για να μη κατατρώγει η θάλασσα το νησί. Επίσης, για τη βελτίωση της οχύρωσής της, ο Κασομούλης μας λέει πως, «Εσήκωσεν η φρουρά λοιπόν γύρωθεν της Εκκλησίας οχύρωμα έως 5 πόδας το πλάτος και έως 6 το ύψος. Ο τάφρος γύρωθεν έμεινε τόσον ανοικτός, όσον χώμα έλειψεν. Εστάλησαν και 2 πυροβόλα των 18 λίτρων και 2 μικρά των 6 και τα μεν δύο έστησαν κατά τα νησίδια, τα δε κατά το Μεσολόγγι».

Στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος είχαν κατασκευάσει πολεμίστρες ολόγυρα από τη σαμαρωτή κεραμοσκέπαστη στέγη. Ακόμη, όπως ιστορούν ο Γάλλος ιστορικός Αύγουστος Φάμπρ και ο Στρατηγός Ιωάννης Ιωαννίδης, η φρουρά, γύρω σχεδόν από το νησί, είχε μπήξει σειρές πασσάλων λίγο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, για να παρεμποδίζουν την προσέγγιση στην ακτή των εχθρικών πλοιαρίων, έτσι ώστε ν’ αναγκάζονται οι άνδρες τους ν’ αποβιβάζονται μέσα στον πηλώδη βυθό και «θαλασσοβατούντες», όπως μας λένε οι ιστορικοί, να πλησιάζουν με μεγάλη δυσκολία στη στεριά.

Εικόνα: Ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας ήταν “Φρούραρχος του Μεσολογγίου”, γενικός διοικητής της πολιορκίας και μια από της πιο ηρωικές μορφές του “Αγώνα”.

Τέλος, στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Ανεμόμυλου,  ένα νησάκι που υπηρχε τότε, και της Κλείσοβας, είχαν ταχθεί και υποστήριζαν το νησί οι μονοκάνονες Μεσολογγίτικες «πάσσαρες» του Δήμου Δενδραμή και του Κωνσταντή Τρικούπη, αδελφού του Σπυρίδωνος Τρικούπη. Υπόψη επίσης, ότι γύρω από την Κλείσοβα τα νερά προς το νότο και τη δύση έχουν κάποιο σχετικό βάθος, ενώ προς τον βορρά και την ανατολή είναι πιο ρηχά και σχεδόν εύκολα μπορεί κάποιος να κινηθεί.

Η Φρουρά του νησιού αποτελείτο από 130 περίπου άνδρες, μεταξύ των οποίων αρκετοί Μεσολογγίτες. Φρούραρχος στις 18 Φεβρουαρίου είχε ορισθεί ο Σωματάρχης Χριστόδουλος Χατζηπέτρος από το Βετέρνικο Τρικάλων με 70 άνδρες του, ο οποίος όμως στις 22 Μαρτίου είχε μεταφερθεί επειγόντως στο Μεσολόγγι με υψηλό πυρετό και οξύτατους ρευματικούς πόνους. Γι’ αυτό, καθήκοντα φρουράρχου εκτελούσε ο Υποσωματάρχης Παναγιώτης Σωτηρόπουλος από τα Μεγάλα Λομποτινά, τη σημερινή Άνω Χώρα των Κραβάρων της Ναυπακτίας.

Ο Σωτηρόπουλος είχε ήδη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας διακριθεί για την παλληκαριά του. Άλλωστε, κυρίως για να επιμεληθεί της οχύρωσης του νησιού είχε διορισθεί πριν λίγο καιρό με 30 άνδρες του στην Κλείσοβα, «ζηλωτής της εργασίας αυτής» σύμφωνα με τον Κασομούλη και «τερτιπιτζής εις τον πόλεμον», κατά τον Μακρύγιάννη. Ήταν δε αυτός ο εμπνευστής της τοποθετήσεως των πασσάλων στον υποθαλάσσιο χώρο μπροστά απ’ τα κράσπεδα του νησιού, που αποδείχθηκε κατά την εξέλιξη της μάχης σωτήρια.

Ο Ιμπραήμ, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του την άλωση του Βασιλαδιού, του Ντολμά, και του Ανατολικού, συγκατατέθηκε τώρα, πιθανών γνωρίζοντας την δυσκολία του εγχειρήματος, ν’ αφήσει τον Κιουταχή να εκπορθήσει την Κλείσοβα, ο οποίος για το σκοπό αυτό διέθεσε 3.000 περίπου άνδρες, σώμα εξαιρετικά ανεπαρκές όπως θα δούμε στην συνέχεια.

Η Οθωμανική επίθεση.

Ο Κιουταχής, για να αιφνιδιάσει την Κλείσοβα ώστε να μπορέσει να την κυριεύσει ευκολότερα, αποφάσισε να κάνει έναν αντιπερισπασμό. Προσποιήθηκε ότι θα επιτεθεί στο Μεσολόγγι, όμως άλλαξε απότομα πορεία και στράφηκε προς την Κλείσοβα. Όπως μας πληροφορεί ο Αρτέμιος Μίχος, Ηπειρώτης διασωθείς κατά την «Έξοδο», «Την 24η Μαρτίου, μίαν ώραν προ της δύσεως του ηλίου, εφάνησαν πλείστα σώματα εξερχόμενα των κατασκηνωμάτων του Κιουταχή και διευθυνόμενα προς την Άσπρην Αλυκήν, κειμένην προς δυσμάς του Μεσολογγίου. Τα σώματα ταύτα ήρχισαν να επιβιβάζονται επί των ελαφροτέρων εχθρικών πλοιαρίων, των προ ολίγου διευθυνθέντων εκεί, αλλ’ η μετ’ ολίγον επελθούσα νυξ κατεκάλυψε με βαθύ σκότος τα πέριξ και δεν επέτρεψεν εις την φρουράν του Μεσολογγίου να ιδή τας περαιτέρω κινήσεις του εχθρού».

Εικόνα: O Κίτσος Τζαβέλας ήταν οπλαρχηγός και αγωνιστής της επανάστασης του ’21 από το Σούλι της Ηπείρου και μετέπειτα στρατηγός, υπουργός και πρωθυπουργός, του βασιλείου της Ελλάδος.

Οι Μεσολογγίτες υποπτευόμενοι πως θα δεχθούν επίθεση, αμέσως προετοιμάστηκαν για μάχη. Τα πλοιάρια λοιπόν με την κάλυψη του σκότους άρχισαν να πλησιάζουν την πόλη αλλά με το πρώτο φως της ημέρας άλλαξαν πορεία. Με αυτόν τον τρόπο έγινε εμφανές πως στόχος της επίθεσης δεν ήταν το Μεσολόγγι, αλλά η Κλείσοβα.

Αμέσως τα κανονιοστάσια, τόσο της πόλης όσο και της Κλείσοβας, άνοιξαν πυρ γεγονός που υπήρξε καταστροφικό για την επικείμενη επίθεση του Κιουταχή. Η πρωινή «καταχνιά» διευκόλυνε τις παραπάνω κινήσεις του εχθρού, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε επίθεση εναντίων της Κλείσοβας τόσο με πλοιάρια από το Βασιλάδι, όσο και από την θεση «Αρμυρικάκι».

Ακολουθεί σφοδρός κανονιοβολισμός του νησιού από τα πλοιάρια, ενώ οι Τούρκοι προσεγγίζουν το νησί και εκτοξεύουν την πρώτη τους έφοδο. Τη στιγμή αυτή, το πρωτοπαλλήκαρο της φρουράς ο φημισμένος Σουλιώτης Στρατηγός Κίτσος Τζαβέλλας, σπεύδει με άλλους 6-7 άνδρες και με πλοιάρια οδηγούμενα από αμούστακα Μεσολογγιτόπουλα, αψηφώντας το καταιγιστικό πυρ του εχθρού και περνώντας ανάμεσα από τον εχθρικό στολίσκο, αποβιβάζεται στο νησί και εμψυχώνει τη φρουρά. «Μόλις έμβηκεν μέσα στο νησί», γράφει ο Νικόλαος Κασομούλης, «ενέπνευσεν όλο το θάρρος εις τα παλληκάρια εκείνα».

Από κει και πέρα, ο καταξιωμένος Διοικητής της Φρουράς Παναγιώτης Σωτηρόπουλος και ο ανδρείος και έμπειρος εμψυχωτής των μαχητών Κίτσος Τζαβέλλας, σε μια υπέροχη και αρμονική σύζευξη των αναμφισβήτητων ηγετικών τους προσόντων και χάρη στη στενή φιλία που τους συνέδεε, παίρνουν στα στιβαρά τους χέρια την άμυνα του νησιού και χαλυβδώνουν το φρόνημα των υπερασπιστών του, με αποτέλεσμα η μια μετά την άλλη να συντρίβονται οι λυσσώδεις επιθέσεις των αλλοθρήσκων.

Στην πρώτη ορμητική έφοδο του εχθρού δύο αρβανίτες σημαιοφόροι πατούν την Κλείσοβα, οι οποίοι αμέσως σκοτώνονται. Τους ακολουθούν και άλλοι. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το περιμετρικό πρόχωμα κενό, διότι ήδη οι δικοί μας μπροστά στο διαγραφόμενο κίνδυνο να περικυκλωθούν, έχουν καταφύγει στην εκκλησία. Όμως από εκεί τα βόλια των αμυνομένων είναι τόσο φονικά, ώστε οι εχθροί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να επιστρέψουν στις αρχικές τους θέσεις.

Ο Κιουταχής, γενναίος και πείσμων, επιχειρεί ανεπιτυχώς μέχρι το μεσημέρι έξη, αλλεπάλληλες επιθέσεις, στη δε τελευταία, μπαίνει επικεφαλής ο ίδιος. Πληγώνεται όμως σοβαρά στο μηρό κι αναγκάζεται ν’ αποσυρθεί, γεγονός που διαδίδεται αμέσως και συμπαρασύρει σε άτακτη φυγή και τα στρατεύματά του. Οι ηττημένες φάλαγγές του, ντροπιασμένες και έχοντας εγκαταλείψει στο πεδίο της μάχης πάνω από 1.500 νεκρούς και τραυματίες, συμπτύσσονται με σπουδή κυρίως προς το κείμενο ανατολικότερα νησάκι της Μολόχας.

Εικόνα: Ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς, ο επονομαζόμενος Κιουταχής, ήταν σπουδαίος Οθωμανός στρατηγός κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης που αργότερα διετέλεσε και Μέγας Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η προσπάθεια ανεφοδιασμού της Κλείσοβας.

Κατά τη διάρκεια της άνισης αυτής πάλης, η φρουρά του Μεσολογγίου, παρακολουθώντας με αγωνία από την παραλία την εξέλιξη του αγώνα και ανταποκρινόμενη σε έκκληση των υπερασπιστών του νησιού, που διαβιβάσθηκε από ένα ατρόμητο Μεσολογγιτόπουλο, το οποίο οδήγησε ριψοκίνδυνα μια «γαΐτα» μέχρι την ακτή, προσπάθησε να στείλει ενισχύσεις και εφόδια.

«Αλλ’ εν τω μεταξύ των πυκνών εχθρικών εφόδων, γράφει στα απομνημονεύματά του ο Αρτέμιος Μίχος, ο γενναίος Μεσολογγίτης χιλίαρχος Καρακώστας Δροσίνης, αδελφός του Πάππου του Εθνικού μας ποιητού Γεωργίου Δροσίνη, έχων μεθ’ εαυτού και τον εξάδελφόν του Γεωργάκην Βαλτινόν και πέντε στρατιώτες, εισελθών εις πλοιάριον εις το οποίον έθεσε και τινα βαρέλια ύδατος, κατά τον Κασομούλη και κιβώτια πυρομαχικών, διευθύνθη προς την Κλείσοβαν. Ο εχθρικός στόλος ορμά τότε κατ’ αυτών και πυροβολεί δια μυδραλίων και τουφεκισμών».

«Αλλ΄ ο ατρόμητος αυτός στρατιώτης, περιφρονών τον εχθρόν, προχωρεί ακαταπαύστως εν μέσω της χαλάζης των σφαιρών και πλησιάζει εις το νησίδιον. Τότε οβίδα πυροβόλου προσβάλλει το πλοιάριον και διελθούσα από της πρύμνης εις την πρώραν, φονεύει τους τέσσαρας εκ των στρατιωτών και τους κωπηλάτας και βυθίζει το σκάφος. Οι διασωθέντες ρίπτονται εις την θάλασσαν, ωθούσι το πλοιάριον και ούτως εισέρχονται θριαμβευτικώς εις την Κλείσοβαν».

Το παράδειγμα του χιλίαρχου Δροσίνη αποπειράθηκαν και πολλοί άλλοι ν’ ακολουθήσουν, όπως οι Γεώργιος Τζαβέλλας και ο Ιωάννης Τζαβέλλας ο επονομαζόμενος «Μπακατσέλος» και επίσης πολλοί από το Επικουρικό Σώμα τη γνωστή «βοήθεια» που είχε πρόσφατα συγκροτηθεί από 250 περίπου άνδρες υπό τον Κίτσο Τζαβέλλα για να επεμβαίνει γρήγορα όπου παρουσιαζόταν ανάγκη, αλλά κι’ από το Σώμα των «Γελεκτζήδων», που φορούσαν μόνο γελέκο για να μη τους βαραίνει η κάπα, που αποτελούσαν 90 περίπου Μεσολογγιτόπουλα 17 -18 χρονών. Κατά την κρίσιμη αυτή περίσταση και κατ’ άλλους στην εν συνεχεία επέμβαση των Αιγυπτίων, η Μεσολογγίτικη «πάσσαρα» του Κωνσταντή Τρικούπη, κατατρυπημένη απ’ τις εχθρικές οβίδες βυθίζεται, ενώ ο ίδιος ο Τρικούπης τραυματίζεται σοβαρά, κατ’ άλλους αρρώστησε βαριά, οι δε διασωθέντες από το πλήρωμα καταφεύγουν στην Κλείσοβα.

Η επίθεση των Αιγυπτίων.

Στο μεταξύ, ο Ιμπραήμ, βλέποντας με χαιρεκακία την αποτυχία του Κιουταχή, τον οποίο κατά τον Παπαρρηγόπουλο «ενέπαιξεν ανηλεώς», θεώρησε πρόσφορη την περίσταση ν’ αναλάβει αυτός τη συνέχιση του αγώνα, επωφελούμενος από τον κάματο και τις απώλειες της φρουράς, που μέχρι τότε είχε χάσει περίπου το 1/3 της δύναμής της. Διαλέγει λοιπόν ως επικεφαλής το γαμπρό του, τον τολμηρό Χουσεΐν Μπέη, πορθητή της Κρήτης, της Κάσσου, της Σφακτηρίας και μόλις προ ολίγου του Βασιλαδιού και Ντολμά και ετοιμάζει 3.000 περίπου Αιγυπτίους, οι οποίοι επιβιβασθέντες σε πλοιάρια περικυκλώνουν την Κλείσοβα και ορμούν να την καταλάβουν.

Εικόνα: Ο Χουσεΐν Μπέης ήταν το πρωτοπαλίκαρο του Ιμπραήμ και είχε παντρευτεί την αδερφή του.

Επιχειρούν πέντε αλλεπάλληλες εφόδους, αλλά και τις 5 φορές υποχωρούν μπρος στην ακατανίκητη ανδρεία και την ανεξάντλητη καρτερία των μαχητών της Κλείσοβας, οι οποίοι, καθοδηγούμενοι κατάλληλα, πυροβολούν με αξιοσημείωτη επιτυχία, κυρίως εναντίον των αξιωματικών των Αιγυπτίων, ιδίως Γάλλων, που διακρίνονταν από τις χρυσοποίκιλτες στολές τους.

Γύρω στη δύση του ηλίου, οι ηρωικοί υπερασπιστές αναμένοντας νέα σφοδρότερη έφοδο, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να καταφύγουν στην εκκλησία. Πράγματι σε λίγο οι εχθροί εφορμούν για έκτη φορά, αποφασισμένοι τώρα με κάθε θυσία να καταλάβουν το νησί. Ο Αναστάσιος Γούδας μας δίνει την ακόλουθη περιγραφή. «Ότε δε οι εχθροί υπερπλεόνασαν, τότε ο Τζαβέλλας και ο Σωτηρόπουλος απεσύρθησαν εις το εν τω μέσω του νησιδίου ναΐδριον της Αγίας Τριάδος. Ανέβησαν οι υπ’ αυτούς άπαντες εις την οροφήν, ένθα ο Σωτηρόπουλος είχε σχηματίσει ενωρίτερον είδος τι προμαχώνος εκ λίθων, ευρεθέντων πέριξ του ναού, εκ κεράμων και αλιευτικών κοφίνων, εμπλέων χώματος. Ωχυρώθησαν όπως κάλλιον εδύναντο όπισθεν αυτών και τόσον ευστόχως και αδιαλείπτως επυροβόλουν, ώστε εφόνευον άπαντας σχεδόν τους προσεγγίζοντας».

Ο ίδιος ο Χουσεΐν, λαμποκοπώντας μέσα στην πλουμιστή στολή του, «αστράπτων», κατά τον Στασινόπουλο, «από τον χρυσόν και τους πολυτίμους λίθους», σηκώνεται όρθιος στην πρασινοχρωματισμένη λέμβο του και παροτρύνει τους άνδρες του. Κατά κακή του όμως τύχη, τον επισημαίνουν οι καταφυγόντες στην εκκλησία, απ’ όπου κατά την επικρατέστερη εκδοχή, ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, «άριστος σκοπευτής ών», όπως γράφει στην ιστορία του ο Στρατηγός Νικόλαος Μακρής, τον πυροβολεί και τον σωριάζει νεκρόν.

Η λέμβος αποσύρεται και δίδει έτσι το σύνθημα της γενικής υποχώρησης στις εχθρικές γραμμές. Η φρουρά τους καταπυροβολεί και με επικεφαλής τον Κίτσο Τζαβέλλα ξιφήρης, εξορμά και τους καταδιώκει, σφάζοντας όσους είχαν βγει στο πρόχωμα και κυνηγώντας τους άλλους μέσα στη λιμνοθάλασσα, οι οποίοι πανικόβλητοι διασκορπίζονται. Στο σημείο αυτό, συμπληρώνει ο Δημήτρης Φωτιάδης, μεταφέροντας την αφήγηση του Κασομούλη, «Μόλις είδαμε από το Μεσολόγγι πως οι δικοί μας στην Κλείσοβα πήδησαν όξω από τα ταμπούρια τους, όρμησε τότες η «βοήθεια», όπου είχε μπει στα πλοιάρια και περίμενε. Λάμνοντας μ’ όλη τη βία τράβηξαν γραμμή κατά το νησάκι το πιο κοντινό στην Κλείσοβα. Σκιάζονται οι Αρβανίτες κι οι Αραπάδες που είτανε μαζεμένοι γύρω απ’ αυτό, τους πιάνει χαροτρομάρα και τρέχουν άλλοι από δω και άλλοι από εκεί».

Ευτυχώς γι’ αυτούς, η νύχτα που άρχισε να πέφτει, διακόπτει την απηνή καταδίωξή τους. «Την επαύριον οι Έλληνες, μας γράφει ο Αρτέμιος Μίχος, περιερχόμενοι τα μικρά νησίδια τα περί την Κλείσοβαν, εύρισκον πολλούς των τακτικών Αράβων οίτινες είχον περιπλανηθεί κατά την μάχην, εκ των οποίων άλλους μεν εφόνευον, άλλους δε ζώντας μετέφερον εις Μεσολόγγιον».

Εικόνα: Ο Νικόλαος Κασομούλης ήταν από τους σημαντικότερους αγωνιστές, καθώς και ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Η επόμενη μέρα.

Ο Κασομούλης δίνει επίσης μια συνταρακτική εικόνα των σκηνών που επακολούθησαν την επομένη. «Η φρουρά όλη έτρεχεν και εφιλούσεν τους σωθέντας συναδέλφους των εις την Κλείσοβαν. Όλοι επήγαν δια να ιδούν το τρομερόν θέαμα την αυγήν. Επήγα και μόνος μου, αφού τους εφίλησα επαρατήρησα και είδα γύρωθεν επτά σωρούς φονευμένους και στιβασμένους ένας επάνω στον άλλον, οίτινες ήταν οι φύλακες των σημαιών, φονευόμενοι καθ’ ον χρόνον έτρεχαν να φυλάξουν τας σημαίας. Οι σωροί απείχον έως μίαν οργυιά από την τάφρον, τόσον είχαν πλησιάσει. Η λίμνη ήταν σκεπασμένη από τα πτώματα έως μίαν βολήν μακράν και πλέοντα εκυμάτιζαν ωσάν φροκαλίδια επάνω εις την ακρογιαλιάν».

Ο Μίχος αναφέρει ακόμη ότι «1500 λογχοφόρα όπλα του τακτικού Αιγυπτιακού Στρατού και υπέρ τας 100 καραμπίνας και άλλα τόσα ξίφη Αξιωματικών, 13 σημαίαι της ημισελήνου και 10 τύμπανα και άλλα πάμπολλα λάφυρα απετέλεσαν το Ελληνικόν Τρόπαιον». Ας ακούσουμε επίσης ένα χαρακτηριστικό περιστατικό που έλαβε χώρα την επομένη και που περιλαμβάνει στ’ απομνημονεύματά του ο Σπυρο-Μήλιος.

«Ο Καπετάν Πασιάς, όστις έστεκεν με τον στόλον προσορμισμένος και είδε μακρόθεν τας τουρκικάς σημαίας θεμένας επί του προμαχώνος της Κλείσοβας, εσυμπέρανεν, ότι εκυριεύθη· όθεν έστειλεν εν πλοιάριον, εις το οποίον ήτον τριάκοντα Τούρκοι, δια να συγχαρεί εκείνον τον Βεζύρην, όστις έφερε τα νικητήρια· το πλοιάριον επλησίασεν εις την Κλείσοβαν και δεν παρετήρησεν ότι αι σημαίαι ήτον ανάποδα· μάλιστα ο Καπετάν Γιαννάκης Τζαβέλλας, αδελφός τον Στρατηγού, όστις ευαρεστείτο να μη ξουραφίζει τα γένεια του, τους επαρρησιάσθη έξω του προμαχώνος, τους ωμίλησεν Τούρκικα και τους επροσκάλεσεν να εβγούν εκ του πλοίου. Οι Τούρκοι απατηθέντες από την γλώσσαν και από τα γένεια εβγήκαν και ούτως τους εσύλλαβαν οι Έλληνες όλους, πλην δεν κατεδέχθησαν να τους κακοποιήσουν, αλλά μόνον τους αφόπλισαν και τους έστειλαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον δια να παρηγορήσουν τους υπερήφανους Βεζυράδες, οίτινες μετά την αποτυχίαν ήτον πολλά μελαγχολικοί».

Ο επίλογος ενός έπους.

Πέντε μέρες πέρασαν και οι ορδές του εχθρού βρίσκονταν στην ίδια παραζάλη και βουβαμάρα. Οι «Αραπάδες» ολοένα ξετρύπωναν από τη λίμνη κι ούτε αυτός ακόμη ο «Μπραΐμης» δεν ήξερε την κατάσταση του ασκεριού του. Από τότε πλάστηκε και ο θρύλος πως τις νύχτες βογκάει το αίμα των Αραπάδων στην περιοχή της Κλείσοβας.

Θα αντιπαρέλθουμε και άλλα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την πανωλεθρία που υπέστησαν τότε οι Τουρκοαιγύπτιοι και θα μνημονεύσουμε μόνο την εκτίμηση του Στασινόπουλου κατά την οποία «οι Τουρκοαιγύπτιοι είχαν καταληφθεί υπό τόσου πανικού, ώστε εάν οι πολιορκούμενοι απεφάσιζαν να κάμουν την Έξοδον την νύκτα εκείνην, όλοι θα εσώζοντο και κανείς δεν θα έπιπτε». Έτσι έληξε με την βοήθεια της Θεομήτωρος η «πανήμερος», όπως ονομάσθηκε, μάχη της Κλείσοβας, επειδή κράτησε από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο της 25ης Μαρτίου 1826.

Εικόνα: Η ένδοξος νησίδα της Κλείσοβας όπως θα την δει σήμερα ο επισκέπτης. Διακρίνεται το ηρώων της μάχης και η Αγία Τριάδα.

Στη μάχη της Κλείσοβας, οι απώλειές μας έφθασαν γύρω στους 60 ηρωικούς νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και αρκετοί Μεσολογγίτες. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν, σύμφωνα με τους παρόντες τότε στο Μεσολόγγι απομνημονευματογράφους, κατά μεν τον Κασομούλη σε 2.500 νεκρούς, «εκτός των όσων εσυνελάμβανον οι πλοιαροκονταρισταί ζώντας την αυγήν, ζητώντας την συμπάθειάν των, τους οποίους εφόνευον», κατά δε τον Αρτέμιο Μίχο σε 3.500 φονευθέντες και πληγωθέντες. Τέλος, ο Σπυρο-Μήλιος, κατά μαρτυρίαν του Παπαλουκά, μνημονεύει 3.500 νεκρούς, εκτός των πληγωμένων.

Η απίστευτη κυριολεκτικά δυσαναλογία μεταξύ των απωλειών που υπέστη η φρουρά της Κλείσοβας και των αντιστοίχων των Τουρκοαιγυπτίων, θα πρέπει, εκτός των άλλων, ν’ αποδοθεί και στο γεγονός ότι η μικρή έκταση του νησιού, περίμετρος περίπου 300 βήματα, επέτρεπε μόνο τις κατά κύματα και με μικρή σχετικώς δύναμη επιθέσεις του εχθρού, επίσης στο ότι ο λασπώδης βυθός δυσκόλευε σοβαρά τις κινήσεις των επιτιθεμένων, η δε τοποθέτηση υποθαλάσσιων εμποδίων μπρος από τα κράσπεδα του νησιού απέτρεπε την προσόρμιση λέμβων.

Για τα πτώματα των Τουρκοαιγυπτίων, ο Φάνης Μιχαλόπουλος, αναφέρει ότι, «φρικιαστική πραγματικώς είναι η περιγραφή την οποίαν μας έδωκεν ο ιατρός της φρουράς κι ένας από τους σωθέντες μετά την Έξοδον αγωνιστές ο Λευκάδιος Στεφανίτσης εις την «Απλήν και μεμαρτυρημένην έκθεσίν» του, «εν Ναυπλίω 1836». Μετά την μάχη της Κλείσοβας, προβλέποντας ούτος μεγαλύτερη έλλειψη τροφών, επρότεινε όπως τα πτώματα των Αιγυπτίων αλατισθούν και δοθούν για τροφή εις τους κατοίκους. Αλλά η πρόταση απορρίφθηκε και μόνη τροφή που τους απόμεινε ήσαν τα χελιδόνια της ανοίξεως».

Πηγές:

  • Π. Αργυρόπουλος, «Αι τρεις Πολιορκίαι του Μεσολογγίου και η Έξοδος της Φρουράς αυτού».
  • Ν. Κασομούλη, «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων».
  • Αρτεμίου Μίχου, «Απομνημονεύματα της Β΄ Πολιορκίας του Μεσολογγίου».
  • Κ. Αλεξανδρής, «Αι ναυτικαί επιχειρήσεις του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος».
  • Λάμπρου Κουτσονίκα, «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως».
  • Χ. Αγγελομάτης, «Το Μεσολόγγι στο Σταυροδρόμι της Δόξης».
  • Ι. Ιωαννίδη, «Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου».
  • Ζ. Βλασσοπούλου, «Η Τελευταία Νυξ του Μεσολογγίου».
  • Αντ. Αντωνιάδης, «Μεσολογγιάς – Έπος ιστορικόν».
  • Σ. Θεοφανίδης, «Ιστορία του Ελληνικού Ναυτικού».
  • Κανέλλου Δεληγιάννη, «Απομνημονεύματα».
  • Δ. Κόκκινου, «Η Ελληνική Επανάστασις».
  • Αρχείο Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης.
  • Ν. Μακρή, «Ιστορία του Μεσολογγίου».
  • Α. Γούδα, «Βίοι Παράλληλοι».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.