Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μέρος Δ’). Η ανάκτηση της Μικράς Ασίας.

Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μέρος Δ’). Η ανάκτηση της Μικράς Ασίας.

Για να διαβάσετε το Μερος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Όπως είδαμε στο προηγούμενο μερος της εξιστόρησης μας η «Σταυροφορία του Λαού» δεν έκανε και την καλύτερη των εντυπώσεων στον Αλέξιο Κομνηνό, αλλά και στον Ρωμαϊκό λαό και την αριστοκρατία. Αποτελούμενη από άτομα «ευτελούς» επιπέδου και ηγούμενη από τον «Πέτρο τον Ερημίτη», τον λεγόμενο και «Κουτόπετρο» κατά την Άννα την Κομνηνή, δημιούργησε περισσότερα προβλήματα στην Αυτοκρατορία από όσα τελικός έλυσε.

Ο βίος της υπήρξε «βραχύς», μιας και σύντομα μετα την διεκπεραίωση της πέρα από την Προποντίδα, στα παράλια της Μικράς Ασίας, συνάντησε το «άδοξο» τέλος της στα χέρια των Σελτζούκων. Πολύ σύντομα όμως, πιο επικίνδυνα και άριστα οργανωμένα σταυροφορικά σώματα άρχισαν να φτάνουν στα προάστια της Κωνσταντινούπολης προκαλώντας, το λιγότερο, νευρικότητα στον Αυτοκράτορα.

Η κατάσταση εκτονώθηκε όταν, μετα από πολλές πιέσεις, οι ηγέτες των Σταυροφόρων δέχθηκαν και εν μερη αναγκάστηκαν να δώσουν τον λεγόμενο «Όρκο υποτέλειας» και με αυτόν τον τρόπο, έστω και περιστασιακά, αναγνώρισαν την πρωτοκαθεδρία του Αυτοκράτορα. Από εδώ και πέρα όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους, σύντομα όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, άρχισαν να μαζεύονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα στις σχέσεις «Ανατολής και Δύσης».

Εικόνα: Τα ερείπια των τειχών της Νίκαιας όπως ειναι σήμερα.

Η πολιορκία της Νίκαιας και το μεγαλείο του ανδρός.

Αφού έφτασαν στη Μικρά Ασία, οι Σταυροφόροι, άρχισαν τη στρατιωτική τους δράση. Ο πρώτος στόχος δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος από την πρωτεύουσα των Σελτζούκων, την Νίκαια. Η συμβολική σημασία της πόλεως ήταν τεράστια για την Αυτοκρατορία. Μέσα σε εκείνα τα τείχη είχε διεξαχθεί η «Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος», το 325, υπό την σκέπη του ίδιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η ανάκτηση της λοιπόν δεν ήταν μόνον επιτακτική αλλά και «Ιερό» καθήκον.

Αυτό όμως δεν θα ήταν ένα εύκολο εγχείρημα. Η Νίκαια είχε «προικιστεί» από την Αυτοκρατορία με ισχυρά τείχη, ενώ ένα μερος της πόλης εφάπτονταν με την λίμνη Ασκανία, γεγονός που καθιστούσε τον πλήρη αποκλεισμό της πόλης κατά την διάρκεια μιας πολιορκίας σχεδόν ακατόρθωτο. Φτάνοντας στα περίχωρα της πόλης, οι Χριστιανικές δυνάμεις, αποτελούμενες τόσο από τις μονάδες των σταυροφόρων, όσο και από τον ίδιο τον αυτοκρατορικό στρατό, ξεκίνησαν την στενή πολιορκία.

Ο Σελτζούκος Σουλτάνος έλειπε από την πόλη εξαιτίας κάποιας εκστρατείας στην ανατολή. Αμέσως οι «Δυτικοί» ξεκίνησαν αλλεπάλληλες εφόδους εναντίων της ολιγάριθμης φρουράς. Σημαντικό ρόλο στην πολιορκία διαδραμάτισαν οι πολεμικές μηχανές του αυτοκρατορικού στρατού, το συνολο των οποίον ήταν κάτω από της διαταγές του ίδιου του Αλεξίου.

Λόγο των συνεχών εφόδων αλλά και εξαιτίας του «ανηλεούς» βομβαρδισμού, η κατάσταση έγινε απελπιστική για τους πολιορκούμενος. Μια «ακτίδα» σωτηρίας φάνηκε να είναι οι δυνάμεις του  Κιλίτζ Αρσλάν, οι οποίες μαθαίνοντας τα νέα κατέφθασαν από την ανατολή, όμως οι Χριστιανικές δυνάμεις κατάφεραν να τις αποκρούσουν χωρίς να διαδραματίσουν κάποιο σημαντικό ρόλο στην πολιορκία.

Βλέποντας και την τελευταία τους ελπίδα να εξανεμίζεται, οι πολιορκούμενοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης. Αυτή ήταν μια «υπέροχη» είδηση για τον Αλέξιο μιας και ο Αυτοκράτορας ήθελε να ανακτήσει μια «ζωντανή» πόλη και όχι ένα «καπνίζων» σορό ερειπίων. Έτσι λοιπόν κράτησε μυστικές της διαπραγματεύσεις από το υπόλοιπο στράτευμα και ειδικά από τους Δυτικούς, των οποίον η μανία τους για λεηλασίες ήταν ήδη παροιμιώδης.

Τοιουτοτρόπως λοιπόν, ο Αυτοκράτορας έκανε μια συμφωνία με τους πολιορκούμενους. Αυτοί θα αφήναν αφύλακτο ένα μερος των τειχών που εφάπτονταν με την λίμνη Ασκανία, και με την σειρά του ο Αλέξιος θα διέταζε έφοδο των ναυτικών δυνάμεων που είχαν μεταφερθεί δια ξηράς στην λίμνη ώστε να καταλάβουν τα τείχη. Με αυτών τον τρόπο θα επιτυγχάνονταν δυο πράγματα. Πρώτον μέσα σε μερικές ώρες η πόλη θα είχε «πλημυρίσει» με Αυτοκρατορικά στρατεύματα, γεγονός που θα καταδείκνυε πως η πόλη είχε κυριευθεί με «έφοδο» εναντίων των παραλιμνίων τειχών και δεύτερον ο Ρωμαϊκός στρατός θα ήταν σε θέση να τηρήσει την συμφωνία παραδόσεως, προστατεύοντας την πόλη από τα «αιμοσταγή» στύφει των Σταυροφόρων, απαγορεύοντας τους την είσοδο στην πόλη και αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο την λεηλασία της.

Εικόνα: Στιγμιότυπο από την μάχη έξω από τα τείχη της Νίκαιας.

Έτσι και έγινε. Τα ξημερώματα της 18ης Ιουνίου του 1097 το «σχέδιο» εκτελέσθηκε άψογα «χωρίς να ανοίξει μύτη». Όμως αυτή η εξέλιξη προκάλεσε μεγάλη δυσφορία στους «αδηφάγους» Σταυροφόρους, μιας και εξαιτίας των διπλωματικών ελιγμών του Αυτοκράτορα έχασαν την εύκολη λεία, δηλαδή τα πλούτη της Νίκαιας. Όπως είναι φυσικό, ο Αλέξιος, δεν είχε παραβλέψει να υπολογίσει την «μουρμούρα» που θα έφερνε αυτή του η κίνηση, αντίθετα έσπευσε να δώσει σημαντικά «δώρα» στους Δυτικούς, αφήνοντας τους να εισέλθουν μάλιστα στην Νίκαια, σε πολύ μικρές ομάδες και πάντοτε κάτω από το «άγρυπνο» βλέμμα του Αυτοκρατορικού στρατού.

Έχοντας λοιπόν ξεμπερδέψει με την πολιορκία της Νίκαιας, ο Αυτοκράτορας, τώρα επέστρεψε στην Πόλη για να διευθύνει την άμεση διεκπεραίωση των υπολοίπων Σταυροφορικών δυνάμεων που έφταναν κατά κύματα από την κεντρική Ευρώπη, την Γαλλία και την Ιταλία. Δεν είχε αλώστε ποτέ σκοπό να ακολουθήσει τους «βαρβάρους» σε αυτήν αβέβαιη προέλαση τους προς την «Γη του Σωτήρων». Παρόλα αυτά φρόντισε να τηρήσει τα προσχήματα και να διατάξει τον στρατηγό Τατίκιο, μαζί με μια «σημαντική» δύναμη, να βοηθήσουν τους Δυτικούς να ακολουθήσουν το «όνειρο» τους, δηλαδή την ανακατάληψη και κυρίως την λεηλασία των Αγίων Τόπων.

Η μάχη του Δορυλαίου.

Γύρο στα τέλη Ιουνίου του 1097 και με την Νίκαια ασφαλή σε Χριστιανικά χέρια, ευτυχώς υπό την Αυτοκρατορική σκέπη, ο κυρίως όγκος των Σταυροφόρων κινήθηκε προς την «καρδιά» της Μικράς Ασίας, δηλαδή προς τα υψίπεδα της κεντρικής Ανατολίας. Κατά το μέτρο του δυνατού οι μικρές δυνάμεις του Τατικίου, συντηρούσαν το «αίσθημα» πως «σύντομα» τα αυτοκρατορικά τάγματα θα συνενώνονταν με την κύρια δύναμη της Σταυροφορίας.

Μάλιστα λόγο του δυσπρόσιτου του εδάφους χώρισαν της δυνάμεις τους σε δυο μέρει, το ένα ηγούμενο από τους Γάλλους ευγενείς και το άλλο από τους Νορμανδούς. Η περιοχή στην οποια βάδιζαν ήταν άκρος εχθρική, μιας και η γεωγραφία του εδάφους ωφελούσε απεριόριστα της δυνάμεις των Σελτζούκων που ήταν εξιδεικευμένες στις αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Κάτι το οποίο στην κατάσταση την οποια βρίσκονταν οι Σταυροφόρει, οι οποίοι ήταν εξαντλημένοι από την πορεία κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο της Μικράς Ασίας, θα απόβαινε σίγουρα ολέθριο. Δεν είναι να απορεί κανείς που μερικοί υποστηρίζουν πως ο Αυτοκράτορας ήταν σαν να τους έστελνε σε μια αποστολή «αυτοκτονίας».

Εικόνα: Χάρτης που δείχνει την θέση της Νίκαιας και του Δορυλαίου.

Έτσι λοιπόν, κοντά στην πόλη του Δορυλαίου, το σημερινό Εσκί-σεχιρ, ο Κιλίτζ Αρσλάν «ξετύλιξε την παγίδα του. Το τμήμα του σταυροφορικού στρατού το οποίο καθοδηγούνταν από τους Νορμανδούς έχοντας απομονωθεί έπεσε σε ενέδρα των Σελτζούκων. Σχεδόν άμεσα μια «ζώνη» από ταχύτατα κινούμενους και τρομερά ακριβείς ιπποτοξότες περικύκλωσαν τους ανύποπτους Δυτικούς. Αντιδρώντας σε αυτό οι Νορμανδοί ιππείς αφίππευσαν και με τις «αμυγδαλόσχημες» ασπίδες τους σχημάτισαν ένα κυκλικό «τείχος» γύρο από τους αμάχους και της προμήθειες που τους ακολουθούσαν.

Τώρα το πιο σημαντικό ήταν να ειδοποιήσουν το άλλο τμήμα ώστε να σπεύσει άμεσα προς βοήθεια τους. Δεν πέρασε λοιπόν πολύ ώρα και το «Γαλλικό» απόσπασμα κατέφτασε, προσπαθώντας μάλιστα μετα από προτροπή του Γοδεφρείδου του Μπουιγιόν να περικυκλώσουν τον Σελτζουκικό στρατό. Βλέποντας το αυτό, ο Κιλίτζ Αρσλάν, χωρίς να θέλει να διακινδυνέψει το πολύτιμο στρατό του, αποφάσισε γρήγορα, να οπισθοχωρήσει, χάνοντας έτσι την μάχη, αλλά ζώντας για να πολεμήσει μια άλλη μέρα.

Από εδώ και πέρα η πορεία των Σταυροφόρων δεν θα συναντήσει κάποιο σημαντικό στρατιωτικό εμπόδιο, αλλά παρόλα αυτά η τακτική της «καμένης γης» που εφάρμοσε από εδώ και πέρα ο Σελτζούκος Σουλτάνος προξένησε σημαντικές απώλειες στα στρατεύματα της Α’ Σταυροφορίας. Πολλά από τα υπερπολύτημα άλογα της πομπής πέθαναν και στην συνέχεια καταπώθηκαν από τους Δυτικούς, ενώ υπάρχουν αναφορές, πως επειδή οι Τούρκοι παραμόνευαν στις πηγές, οι Σταυροφόροι, αναγκάστηκαν να πιούν το αίμα των νεκρών αλόγων για να «γλυκάνουν» την δίψα τους.

Σε αυτή την κατάσταση την οποια είχαν περιέλθει, κανείς από αυτούς που τους συναντούσαν δεν ήταν ασφαλείς. Μουσουλμανικές και Χριστιανικές κοινότητες ένοιωσαν την «κόψη» του σπαθιών αυτών που «ευαγγελίζονταν» την απελευθέρωση του Πανάγιου Τάφου. Οι σκοποί τους είχαν πλέον γίνει φανεροί, αλλά τώρα ένα νέο σχεδόν ανυπέρβλητο εμπόδιο ορθωνόταν μπροστά τους. Αυτό δεν ήταν άλλο από το «κόσμημα» των Σελευκιδών, την Αντιόχεια.

Η κατάληψη της Αντιόχειας.

Μετα από την προαναφερθείσα «εξαντλητική» πορεία, ο στρατός των Σταυροφόρων, κατάφερε να εξέλθει από τα υψίπεδα της Μικράς Ασίας και να κατέλθει στην Κιλικία. Έπειτα από μερικές μέρες ξεκούρασης, αλλά και αρκετές λεηλασίες, πάρθηκε η απόφαση της προελάσεως προς την Αντιόχεια, η οποία βρισκόταν περίπου στα μισά του δρόμου μεταξύ της Κωνσταντινούπολης και της Ιερουσαλήμ.

Το «κόσμημα» των Σελευκιδών, περιγράφεται από τον Στέφανο του Μπλουά, ως «ένα θαύμα το οποίο είναι κατά πάσα πιθανότητα απολύτως άτρωτο». Η πόλη χάρις τα τείχη της, με τα οποία την είχε «προικισει» ο Ιουστινιανός, έμοιαζε ως «ένας αμετακίνητος βράχος» που έφραζε τον δρόμο των Δυτικών προς την Ιερουσαλήμ. Η ιδέα και μόνον μιας μετωπικής επίθεσης εναντίων της μπορούσε να αποθαρρύνει και τον πιο «ψημένο» Γάλλο ιππότη.

Εικόνα: Ο Βοημούνδος του Τάραντα εισέρχεται στην Αντιόχεια.

Ελπίζοντας να αναγκάσουν την πόλη να συνθηκολόγηση ή έστω να κερδίσουν χρόνο ώστε να «εμφανιστεί» κάποιος προδότης από το χριστιανικό πληθυσμό της πόλης που θα ανοίξει της πύλες, οι Σταυροφόροι πήραν την απόφαση να αποκλείσουν την Αντιόχεια. Έτσι είτε με τον έναν, είτε με τον άλλο τρόπο η πόλη θα πέρναγε στα χέρια τους. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα. Η Αντιόχεια δεν ήταν μια πόλη σαν αυτές που οι Σταυροφόροι ήταν γνώριμοι. Αντίθετα ήταν μια πόλη που παρομοίαζε στο μέγεθος την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Αυτό σε συνδυασμό με τις σχετικά μικρές δυνάμεις των Σταυροφόρων δημιουργούσε το πρόβλημα πως δεν είχαν αρκετές δυνάμεις ώστε να την αποκλείσουν από όλες τις πλευρές, οπότε όλο το σχέδιο των Δυτικών πήγαινε «περίπατο».

Αδυνατώντας να καταλάβουν την ματαιότητα της στρατηγικής τους, οι Λατίνοι, ξεκίνησαν την πολιορκία που είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι της Αντιόχειας να συνεχίζουν κανονικά την ζωή τους, ενώ από την άλλη οι Σταυροφόροι μέχρι τον Ιανουάριο του 1098 είχαν χάσει εκατοντάδες, ή πιθανώς χιλιάδες, δικούς τους, από την πεινά και της καιρικές συνθήκες. Ο Παπικός «Λεγάτος» Άντεμαρ είχε την φαεινή ιδέα πως όλη αυτή η κακοτυχία οφείλονταν στην αμαρτωλή φύση των ίδιων των Σταυροφόρων. Γυναίκες εκδιώχθηκαν από το στρατόπεδο, επιβλήθηκε αυστηρή νηστεία ενώ η προσευχή και η δημόσια διαπόμπευση μπήκαν στην ημερήσια διάταξη.

Οι Φράγκοι επωφελήθηκαν από τη διχοτόμηση του Μουσουλμανικού κόσμου, ανάμεσα σε Σιίτες και Σουνίτες,  καθώς και από την πιθανή «παρανόηση» των Σελτζούκων που τους θεωρούσαν υποτελείς της Ρωμανίας, λες και δεν είχαν πάρει σχετικούς όρκους. Έτσι λοιπόν όταν οι Σελτζούκοι του Χαλεπίου και γενικά της Συρίας έστειλαν βοήθεια προς τους πολιορκημένους, με κύριο στόχο να σπάσουν την πολιορκία, αυτοί απέφυγαν να συνεργαστούν λόγο των θρησκευτικών τους διαφορών. Αυτό φάνηκε ολέθριο και σε συνδυασμό με έναν Αρμένιο χριστιανό κάτοικο της Αντιόχεια ήταν οι δυο ουσιαστικοί παράγοντες που οδήγησαν στην πτώση της πόλης, όταν ο τελευταίος αποφάσισε να ανοίξει τις πύλες των τειχών στους Σταυροφόρους, γεγονός που θα μετάνιωνε τις επόμενες μέρες στα «σίγουρα».

Εικόνα: Η σφαγή του άμαχου πληθυσμού της Αντιόχειας, έργο του Γκουστάβ Ντορ.

Όταν οι «όρκοι» έσπασαν.

Μετα την πτώση της Αντιόχειας, οι Σταυροφόροι, φάνηκαν «αντάξιοι» του ονόματος τους. Όλος ο Μουσουλμανικός πληθυσμός της Αντιόχειας καθώς και ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, έπεσαν βορά στα άγρια ένστικτα των βαρβάρων. Η λαφυραγώγηση της πόλης υπήρξε τόσο ολοκληρωτική, ώστε η Αντιόχεια δεν θα επανέλθει ποτέ ξανά στην προηγούμενη δόξα της.

Όμως εκτός από όλα αυτά έγινε και ένα ακόμα πολύ παράξενο γεγονός. Ξαφνικά λίγο πριν από την κατάληψη της πόλης άρχισαν να διαδίδοντα φήμες, πολλοί λένε από τον Βοημούνδο του Τάραντα, ανάμεσα στους Σταυροφόρους πως οι Δυτικοί ήταν έτοιμοι να επιτεθούν στης συμμαχικές δυνάμεις του Ρωμαίου στρατηγού Τατικίου, ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα οι Μουσουλμάνοι της πόλης να παραδώσουν την Αντιόχεια στα αυτοκρατορικά στρατεύματα.

Ο Βοημούνδος «έστησε» αυτή την πλεκτάνη για δυο λογούς. Πρώτον διότι οντάς γιος του Ροβέρτου Γυισκάρδου είχε τρομερό μένος εναντίων της Ρωμανίας και δεύτερον διότι ο Νορμανδός «πρίγκιπας» είχε προσωπικές βλέψεις στην ηγεμονία της Αντιόχειας. Έτσι λοιπόν και έγινε. Όταν ο Τατίκιος ενημερώθηκε για της φήμες που κυκλοφορούσαν αποφάσισε να υποχωρήσει στην κοντινότερη Ρωμαϊκή κτήση, δηλαδή την Κύπρο.

Παρόλα αυτά οι Σταυροφόροι δεν πρόλαβαν να γιορτάσουν αυτή τους την επιτυχία. Μόλις λίγες ημέρες μετα την κατάληψη της Αντιόχεια, ένας τεράστιος Σελτζουκικός στρατός έφτασε έξω από τα τείχη της Αντιόχειας. Βλέποντας την πιθανότητα του εύκολου πλουτισμού, μέσω των λεηλασιών να πηγαίνει «περίπατο», πολλοί Σταυροφόροι αποφάσισαν να λιποτακτήσουν και να υποχωρήσουν πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Όμως κοντά στο Φιλομήλιον της Μικράς Ασίας έγινε ένα συμβάν το οποίο εν πολλοίς καθόρισε την παγκόσμια ιστορία.

Υποχωρώντας λοιπόν οι «λιποτάκτες» συνάντησαν τον αυτοκρατορικό στρατό, που με όλο του το μεγαλείο είχε βάλει «πλώρη» για την Αντιόχεια, ώστε να «βοηθήσει» τους Δυτικούς να καταλάβουν την Αντιόχεια αλλά συνάμα και να τους «αναγκάσει» να του παραδώσουν την πόλη. Εξάλλου είχε αποδειχθεί πως μόνον η παρουσία του Αυτοκράτορα μπορούσε να χαλιναγωγήσει την καταστρεπτική τους μανία.

Εικόνα: Η διάταξη των οχυρώσεων της Ιερουσαλήμ και των Σταυροφορικών δυνάμεων.

Έτσι λοιπόν προελαύνοντας από την Κωνσταντινούπολη προς την Αντιόχεια, ο Αυτοκρατορικός στρατός συνάντησε τους λιποτάκτες Σταυροφόρους κοντά στο Φιλομήλιο. Εκείνοι βλέποντας το μεγαλείο των αυτοκρατορικών ταγμάτων φοβήθηκαν πως ο Αυτοκράτορας θα τους τιμωρήσει που αθέτησαν την υπόσχεση τους να ανακαταλάβουν τους «Αγίους Τόπους». Για αυτό των πληροφορήσαν, ψευδός, πως ο Σελτζουκικός στρατός που πολιορκούσε την πόλη την είχε ήδη καταλάβει και πως η Σταυροφορία είχε συναντήσει το άδοξο τέλος της.

Ακούγοντας το αυτό, ο Αλέξιος, αποφάσισε να μην προελάσει περεταίρω, αφού οι δυνάμεις της Σταυροφορίας είχαν «καταστραφεί» και αντ’ αυτού να ασχοληθεί με την συμπαγωποίηση της Αυτοκρατορικής κυριαρχίας στην Μικρά Ασία. Μια άλλη εκδοχή μας παραδίδει πως αυτός που «πούλησε» αυτό το «τεράστιο» ψέμα στον Αυτοκράτορα ήταν ο Στέφανος του Μπλουά, ο οποίος έχοντας λιποτακτήσει αποφάσισε να εκδικηθεί με αυτόν τον τρόπο τον Βοημούνδο του Τάραντα.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, αυτό το συμβάν, δημιούργησε ένα βαθύ ρήγμα στις σχέσεις μεταξύ «Ανατολής και Δύσης». Όταν αργότερα ο Αλέξιος έμαθε την αλήθεια προσπάθησε να «καλοπιάσει» τους ηγέτες των Δυτικών με πλούσια δώρα και παραχωρήσεις σημαντικών τίτλων, όμως το κακό είχε ήδη γίνει. Μάλιστα μετα την «αναπάντεχη» απόκρουση της Σελτζουκικής επίθεσης στην Αντιόχεια, ο Βοημούνδος, σπεύδει να ανακηρυχθεί «Ηγεμόνας της Αντιόχεια», δηλώνοντας τον όρκο υποτέλειας του προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα άκυρο λόγο των προαναφερθέντων γεγονότων , τα οποια προκλήθηκαν από δικές του ενέργειες.

Το τέλος της Σταυροφορίας και οι «Λατινικές Ηγεμονίες».

Το οριστικό τέλος της «Πρώτης Σταυροφορίας» θα προκύψει την νύχτα της 13ης προς τη 14η Ιουλίου, του 1099, όταν οι Σταυροφόροι παραβίασαν τα τείχη των Ιεροσολύμων, που στο εντωμεταξύ είχαν καταληφθεί από του Φατιμίδες της Αιγύπτου, καταλαμβάνοντας έτσι την «Ιερή» πόλη της Παλαιστίνης. Η σφαγές που ακολούθησαν υπήρξαν ίσως και οι μεγαλύτερες από γενέσεως κόσμου. Χαρακτηριστικά ο Φούλχερ της Σαρτρ, μας δίνει μια κάποια ιδέα, στο παρακάτω απόσπασμα του έργου του.

Αναφέρει πως, «Οι Φράγκοι μπήκαν πανηγυρικά στην πόλη το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής και υπό τον ήχο των σαλπίγγων και μες στη γενική αναταραχή, εφόρμησαν με τόλμη αλαλάζοντας «Ο Κύριος μεθ΄ ἡμών». Ευθύς ύψωσαν ένα λάβαρο στον κορυφή του τείχους. Οι ειδωλολάτρες πανικοβλήθηκαν, και όλο το θάρρος που είχαν ως τότε επιδείξει μετατράπηκε σε άτακτη φυγή στα δρομάκια της πόλης. Πολλοί Σαρακηνοί που είχαν σκαρφαλώσει στη στέγη του ναού του Σολομώντα πληγώνονταν θανάσιμα από βέλη καθώς προσπαθούσαν να διαφύγουν, κι έπεφταν από τη στέγη με το κεφάλι. Γύρω στις δέκα χιλιάδες καρατομήθηκαν στο ναό. Αν είσαστε εκεί, το αίμα της σφαγής θα σας έφτανε μέχρι τον αστράγαλο. Τι να πω; Κανείς τους δεν απέμεινε ζωντανός, δεν χαρίστηκαν ούτε στις γυναίκες ούτε στα παιδιά. Οι ιπποκόμοι μας και οι πεζικάριοι, όταν ανακάλυψαν τα τεχνάσματα των Σαρακηνών, ξεκοίλιαζαν εκείνους που μόλις είχαν μακελέψει για να βγάλουν από τα έντερά τους τα βυζαντινά, δηλαδή τα χρυσά νομίσματα, που είχαν καταπιεί οι σιχαμεροί λαιμοί τους ενόσω ήταν ζωντανοί. Για τον ίδιο λόγο, μερικές ημέρες αργότερα οι άνδρες μας έστησαν έναν πελώριο σωρό από πτώματα και τα κατέκαψαν, ώστε να βρουν πιο εύκολα το προαναφερθέν χρυσάφι».

Εικόνα: Οι Σταυροφόροι καταλαμβάνουν την Ιερουσαλήμ.

Επισης από ένα άλλο «ανώνυμο» χρονικό πληροφορούμαστε πως, «Διέταξαν επίσης  να πετάξουν όλους τους νεκρούς Σαρακηνούς έξω, για να αποφύγουν την τεράστια δυσωδία, γιατί η πόλη ήταν σχεδόν γεμάτη από τα πτώματά τους‧ και οι ζωντανοί Σαρακηνοί τράβαγαν τους νεκρούς έξω από τις πύλες και έφτιαχναν από αυτούς σωρούς ψηλούς όσο και τα σπίτια. Τέτοια σφαγή ειδωλολατρών κανείς ποτέ δεν άκουσε ούτε είδε, αφού και οι φωτιές ήταν σαν τα ορόσημα στο δρόμο και τον αριθμό τους τον ξέρει μονάχα ο Θεός».

Αυτά ήταν τα έργα της «Πρώτης Σταυροφορίας». Σφαγές, λεηλασίες και ολική καταστροφή. Ηγεμόνας των Ιεροσολύμων αναγνωρίστηκε ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν, ο οποίος αρνήθηκε να στεφθεί Βασιλιάς στα μέρη που έζησε ο Χριστός, αντίθετα έλαβε τον τίτλο του «Προστάτη του Παναγίου Τάφου». Ακόμη εκλέχτηκε και ένας Λατίνος Πατριάρχης. Οι σταυροφόροι κατάφεραν να νικήσουν και τον αιγυπτιακό στρατό, που κατευθυνόταν προς την Ιερουσαλήμ, στην Ασκαλώνα. Αρκετοί σταυροφόροι μετά από αυτήν την επιτυχία γύρισαν πίσω. Η θέση όμως των σταυροφόρων στην Ανατολή ήταν επισφαλής.

Μπορεί με την διαρρήξει των «όρκων υποτέλειας» προς την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία να είχαν κρατήσει τα εδάφη αυτά για λογαριασμό τους, ωστόσο η Ρωμαϊκή κυριαρχία είχε και άλλους τρόπους να επιβάλει την πρωτοκαθεδρία της. Λόγω των συνεχών πολέμων με τους Μουσουλμάνους οι Λατινικές ηγεμονίες σιτίζονταν από την Αυτοκρατορία, μέσω των σιτοβολώνων της Κύπρου, γεγονός που ο Αλέξιος, αλλά και απόγονοι του χρησιμοποίησαν ως μοχλό πίεσης προς τους Δυτικούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σε κάθε Σταυροφορικό Βασίλειο ή Πριγκιπάτο να υπάρχουν δυο φατρίες, μια «φιλορωμαϊκή» και μια «αντιρωμαϊκή», οι οποίες μάχονταν συνεχώς μεταξύ τους. Όμως πλέων η Ρωμανία είχε έναν επικίνδυνο αντίπαλο στην «πίσω αυλή» της, οι οποίοι αν δεν χειριζόταν σωστά τότε θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλά προβλήματα.

Η αυτοκρατορική ανάκτηση της Μικράς Ασίας.

Η ανακατάληψη της Νίκαιας δεν ήταν πάρα μόνον το πρώτο βήμα του σχεδίου που είχε καταστρώσει ο Αλέξιος. Μετα την μάχη στο Δορύλαιο, οι Σελτζούκοι, είχαν σχεδόν εκλείψει από την δυτική Μικρά Ασία. Ο Κιλίτζ Αρσλάν πήρε τότε την απόφαση να μεταφέρει την πρωτεύουσα του ανατολικότερα στην κεντρική Μικρά Ασία, στο Ικόνιο, όπου δεν θα υπήρχε κίνδυνος είτε από τα Αυτοκρατορικά στρατεύματα στην δύση, είτε από τις «Λατινικές Ηγεμονίες» στην ανατολή.

Μετα λοιπόν από την μάχη του Δορυλαίου, ο Αυτοκράτορας, ετοίμασε μεγάλο στρατό στην Κωνσταντινούπολη και βάλθηκε να εκδιώξει και τον τελευταίο Τούρκο από την Μικρά Ασία. Πέρασε την Προποντίδα και κατευθύνθηκε προς τα παράλια της Ιωνίας. Από το 1097 μέχρι και το 1099 ανακατέλαβε από τους Σελτζούκους, αλλά και από το Εμιράτο της Σμύρνης, την Χίο, τη Σμύρνη, την Ρόδο, τις Σάρδεις, την Φιλαδέλφεια και την Έφεσος. Παρόλα αυτά όμως, ο Αλέξιος χρειαζόταν μια καθοριστική νίκη εναντίων των Σελτζούκων.

Εικόνα: Οι “Λατινικές Ηγεμονίες” κατά το έτος 1135.

Τότε όμως ήταν που δόθηκε στον Αυτοκράτορα μια καταπληκτική ευκαιρία. Το 1100, ο Βοημούνδος του Τάραντα, ο επονομαζόμενος και «Πρίγκιπας της Αντιόχειας», δέχτηκε νέα ότι ο εμίρης των Δανισμενδιδών ήταν έτοιμος να κυριεύσει την Μαλάτεια. Η Μαλάτεια που φύλαγε μία από τις «Κιλίκιες Πύλες» μέσω της οροσειράς του Ταύρου, η αξία της επομένως ήταν πολύ συμπαντική για την άμυνα της Κιλικίας.

Ο Βοημούνδος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να επεκταθεί στα βόρεια για να μην εξασθενήσει τις δυνάμεις του στην Αντιόχεια, βάδισε βόρεια μόνο με 300 ιππότες και μία μικρή δύναμη πεζών. Ακολούθησε η «μάχη της Μαλάτειας» στην οποία οι Τούρκοι τον περικύκλωσαν και τον παγίδευσαν, ενώ αυτός σε μια απέλπιδα προσπάθεια, έστειλε έναν στρατιώτη να καλέσει τον Βαλδουίνο της Έδεσσας να έρθει για να τον βοηθήσει σε αυτή την απελπιστική κατάσταση, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε, είτε από απροθυμία του Βαλδουίνου είτε επειδή ο αγγελιοφόρος δεν έφτασε ποτέ στον Λατίνο ηγεμόνα.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, κατά την διάρκεια της μάχης, ο Μαλίκ Γαζί των Δανισμενδιδών, συνέλαβε τον Βοημούνδο και αφού τον αλυσόδεσε τον έστειλε «πακέτο» στην Νεοκαισάρεια, ως όμηρο μέχρι να καταβληθούν τα απαιτούμενα λύτρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Βοημούνδος να παραμείνει αιχμάλωτος των Σελτζούκων για τα επόμενα τρία χρόνια, έως το 1103.

Τότε ο  Αλέξιος Α΄ ισχυρίστηκε ότι ο Βοημούνδος είχε σπάσει τον όρκο που έκανε στην Κωνσταντινούπολη και κράτησε την Αντιόχεια για τον εαυτό του, ο Αυτοκράτορας μαλιστα πρότεινε στον εμίρη Μαλίκ να του δώσει 260.000 δηνάρια για να του παραδώσει τον αιχμάλωτο, ο Σουλτάνος όμως τον Σελτζούκων, Κιλίτζ Αρσλάν Α’, κυρίαρχος του εμίρη τον απείλησε με επίθεση αν δεν του δώσει τα μισά λύτρα. Ο «δαιμόνιος» Βοημούνδος πρότεινε να δοθούν 130.000 δηνάρια απ΄ ευθείας στον Σουλτάνο, κίνηση που «υπερφαλάγγισε» την Βυζαντινή διπλωματία. Η συναλλαγή τελικά ολοκληρώθηκε, ο Μαλίκ και ο Βοημούνδος έδωσαν όρκο φιλίας και ο Βοημούνδος Α΄ επέστρεψε θριαμβευτικά τον Αύγουστο του 1103 στην Αντιόχεια.

Ο ανιψιός του Βοημούνδου, Ταγκρέδος είχε αναλάβει διοικητής της Αντιόχειας την τριετία 1100 – 1103 που ήταν αιχμάλωτος ο θείος του. Άρπαξε λοιπόν την ευκαιρία και επιτέθηκε κατά της Ρωμανίας με σκοπό να κατακτήσει την Ταρσό και τα Άδανα, τις οποίες ο Αλέξιος είχε μόλις απελευθερώσει. Από την άλλη πλευρά ο Αυτοκράτορας βοήθησε τον Ραϊμούνδος Α’, Δούκα της Τουλούζης, να εγκατασταθεί στην Τρίπολη του Λιβάνου ώστε να ελέγχει την προς τον νότο επέκταση του Βοημούνδου του Τάραντα. Έπειτα από αυτό ο Βοημούνδος και ο Βαλδουίνος πέρασαν το Χαλέπι και επιτέθηκαν στην Χαρράν.

Εικόνα: Η άλωση της Ιερουσαλήμ, όπως την παρουσιάζουν τα Λατινικά Χρονικά.

Στην μάχη της Χαρράν, που διεξήχθη στις 7 Μαΐου 1104 κοντά σημερινή στην Ράκκα, οι Λατίνοι γνώρισαν την απόλυτη καταστροφή. Η ήττα ήταν τόσο συντριπτική που κατάφερε να διαγράψει όλα τα όνειρα του Βοημούνδου να κυριαρχήσει στην Ανατολή. Έχοντας το αυτό υπόψιν, ο Αλέξιος, επιτέθηκε στην Κιλικία και την βόρειο Συρία, αναγκάζοντας έτσι τον γιο του Ροβέρτου Γυισκάρδου να πάρει την δύσκολη απόφαση να επιστρέψει στη Δύση, έχοντας μέσα του μια «κοχλάζουσα» οργή, εναντίων του Αλεξίου, τόσο μεγάλη, που τα βράδια κυριολεκτικά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έχοντας εγκατασταθεί πλέον στην Δύση, ο Βοημούνδος, αποφάσισε να κάνει την κίνηση του.

Ο Βοημούνδος είδε την αιτία του κακού στον ίδιο τον Αλέξιο και προτίμησε να χρησιμοποιήσει τον στρατό του για να επιτεθεί απευθείας στην Κωνσταντινούπολη παρά να τον διατηρήσει για να το υπερασπιστεί το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Επιτέθηκε λοιπόν κατά της Ρωμανίας με 34.000 στρατιώτες ακολουθώντας τον ίδιο πετυχημένο δρόμο με την επιτυχημένη εκστρατεία του 1082 – 1084, όταν μαζί με τον πατέρα του εισέβαλε στην Αυτοκρατορία διαμέσο της Ιλλυρίας.

Ο Αλέξιος είχε γίνει ωστόσο πολύ έμπειρος στους πολέμους του με τους Νορμανδούς, ενώ επισης είχε και την υποστήριξη του στόλου της Βενετίας. Την εποχή που ο Βοημούνδος πολιορκούσε το Δυρράχιο οι «συμμαχικές» δυνάμεις τον περικύκλωσαν και τον ανάγκασαν να συνθηκολογήσει. Όλες οι ελπίδες του Βοημούνδου καταστράφηκαν με την «Συνθήκη της Δεαβόλεως» που ακολούθησε, κάνοντας τον υποτελή του Αλεξίου, υποχρεώνοντας τον να πληρώνει φόρο υποτέλειας, ενώ του αποδόθηκε ο τίτλος του «Σεβαστού» και αναγνώρισε Έλληνα πατριάρχη στην Αντιόχεια. Ωστόσο το σχέδιο του Αλεξίου να απελευθερώσει την Μικρά Ασία είχε μόλις αρχίσει.

Για να διαβάσετε το Μερος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Ε’ πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Steven Runciman, «A History of the Crusades, Volume I: The First Crusade and the Foundation of the Kingdom of Jerusalem».
  • Steven Runciman, «A History of the Crusades, Volume II: The Kingdom of Jerusalem and the Frankish East».
  • John F. Haldon, «The Byzantine Wars: Battles and Campaigns of the Byzantine Era».
  • John W. Birkenmeier, «The Development of the Komnenian Army: 1081–1180».
  • John France, «Western Warfare in the Age of the Crusades: 1000–1300».
  • Donald Nicol, «Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικό Έθνους».
  • Carole Hillenbrand, «The Crusades from the Islamic Perspectives».
  • Thomas Asbridge, «The First Crusade: A New History».
  • Reginald Allen Brown, «The Normans».
  • Άννα Κομνηνή, «Αλεξιάδα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.