Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Ε’). «Ρέων ο χρόνος ακάθεκτα και αεί τι κινούμενος παρασύρει».

Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μερος Ε’). «Ρέων ο χρόνος ακάθεκτα και αεί τι κινούμενος παρασύρει».

Για να διαβάσετε το Μερος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Με την δυτική Μικρά Ασία ασφαλή κάτω από την αιγίδα του Αυτοκράτορα, ο Αλέξιος, ξεκίνησε, το 1110, την εκστρατεία που έμελλε να είναι η τελευταία της βασιλείας του. Αντικειμενικός σκοπός της αυτοκρατορικής «προσπάθειας» ήταν η υπεράσπιση των Ρωμαϊκών κτήσεων στην ανατολή μέσο μιας «επιθετικής κινήσεως» που είχε ως στόχο μια καθοριστική σύγκρουση με τους Σελτζούκους και γιατί όχι, αν το επέτρεπαν οι συνθήκες, την κατάληψη του Ικονίου, της νέας πρωτεύουσας του Σουλτανάτου.

Ωστόσο το εγχείρημα αυτό δεν ήταν τόσο εύκολα πραγματοποιήσιμο. Τούτο διότι, αμέσως μετα την συντριβή της «Σταυροφορία του 1101», που ξεκίνησε από την Ιταλία και είχε ως σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση των «Λατινικών Ηγεμονιών» στην Παλαιστίνη, στην μάχη του Μερσιβάν, κοντά στην Αμάσεια του Πόντου, ή εξουσία στο αποδυναμωμένο πλέον Σουλτανάτο του Ρουμ, περιήλθε πλέον στα χέρια του Μαλίκ Σαχ, του πρωτότοκου γιου του Κιλίτζ Αρσλάν Α΄.

Ο Μαλίκ Σαχ δεν ήταν από τους επικρατέστερους διεκδικητές του Σουλτανικού θρόνου και η άνοδος του στην εξουσία κατά κάποιον τρόπο ενθάρρυνε τον Αυτοκράτορα να γινεί πιο πιεστικός σε ότι αφορούσε τους Σελτζούκους. Αυτό διότι μετά το θάνατο του πατέρα του, σε εκστρατεία κατά της Μουσούλης, ο Μαλίκ Σαχ αιχμαλωτίστηκε από τον Σουλτάνο Μουχάμαντ Α΄ Ταπάρ, της Σελτζουκικής Αυτοκρατορίας και κρατήθηκε φυλακισμένος στο Ισπαχάν. Το 1110 απέδρασε και ξεκίνησε προσπάθεια ανασύστασης του Σελτζουκικού κράτους του Ρουμ, κάνοντας πρωτεύουσα το Ικόνιο και επιχειρώντας να ανακαταλάβει εδάφη, που κατείχε η Αυτοκρατορία. Ωστόσο η ενδοδυναστικές αντιδράσεις μέσα στο παλάτι του ήταν πολλές, γεγονός που καθιστούσε την θέση του επισφαλή. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια ο μεγαλύτερος κίνδυνος, «πήρε σάρκα και οστά», στο πρόσωπο του αδερφού του Μεσούντ, ο οποίος ήταν και ο εκλεκτός της Σελτζουκικής «αριστοκρατίας».

Εικόνα: Ο δρόμος που ακολούθησε η αποτυχημένη Σταυροφορία του 1101.

Παρόλα αυτά και ο Αλέξιος δεν ήταν αυτός ο «νεανίας» που κάποτε πήρε με τα «όπλα» τον θρόνο. Ο Αυτοκράτορας ήταν πλέον, περίπου, 60 χρόνων και βαρεία άρρωστος. Έπασχε από ποδάγρα και ουρική αρθρίτιδα, ασθένειες οι οποίες του προκαλούσαν αφόρητους πόνους, γεγονός που τον έκανε να περιορίσει κατά πολύ της μετακινήσεις του εκτός της Βασιλευούσης. Παρόλα αυτά ο Αυτοκράτορας, πάντα «νεανίας στην ψυχή» φρόντιζε να διευθύνει της επιχειρήσεις των Ρωμαϊκών δυνάμεων στην Μικρά Ασίας, αποτρέποντας μάλιστα μια μεγάλής εκτάσεως επιδρομή των Σελτζούκων που είχε ως στόχο τις περιοχές γύρο από την Νίκαια της Βιθυνίας, το 1113.

Φτάνοντας το 1116, η υγεία του «φάνηκε» να καλυτερεύει γεγονός που τον έκανε να αναθαρρήσει και να περάσει την Προποντίδα με σκοπό να «τελειώνει» με τους Σελτζούκους «μια και καλή». Πέρασε στην Βιθυνία οπού και στρατοπέδευσε κοντά στη Νικομήδεια, όπου μετα από λίγες μέρες έφτασαν πολυπληθείς ενισχύσεις από της υπόλοιπες Ρωμαϊκές επαρχίες στην Ευρώπη. Ο καιρός πλέον είχε φτάσει, ο δρόμος για το Ικόνιο ήταν πλέον εμπρός.

Ακολουθώντας τον ρου του ποταμού Άλυ βάδισε προς τα υψίπεδα της κεντρικής Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με την Άννα την Κομνηνή, η οποία αποτελεί και την μόνη πηγή που έχουμε από την εκστρατεία, μαθαίνουμε πως ο Αλέξιος ήθελε να διοργανώσει μια «τεραστίων διαστάσεων» επίδειξη δύναμης, που είχε ως στόχο να «αφυπνίσει» τους Χριστιανούς της κεντρικής Ανατολίας να ξεσηκωθούν εναντίων των Σελτζούκων.

Η Ρωμαϊκή «Παράταξις» και η μάχη στο Φιλομήλιον.

Εισερχόμενος στα υψίπεδα της Ανατολίας, κοντά στο Ποιμανό, ο Ρωμαϊκός στρατός συνάντησε κάποιες μικρές δυνάμεις των Σελτζούκων. Αμέσως ξέσπασε μια μικρής εκτάσεως αψιμαχία, όπου τα Ρωμαϊκά όπλα επικράτησαν για ακόμα μια φορά, τρέποντας σε φυγή τους Τουρκομάνους του Ρουμ. Έπειτα σειρά είχε το Φιλομήλιον, όπου όντας ανυπεράσπιστο, καταλήφθηκε γρήγορα από τους Ρωμαίους.

Το Φιλομήλιον ήταν ένας από τους αντικειμενικούς στόχους του Αυτοκράτορα διότι η πόλη είχε κατ αρχήν στρατηγική θέση, υψηλής αξίας, στον δρόμο από την Νίκαια προς το Ικόνιο και δεύτερον διότι η περιοχή του Φιλομηλίου διέθετε μεγάλους Ορθόδοξους πληθυσμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να μετεγκατασταθούν στην δυτική Μικρά Ασία, αναπτερώνοντας με αυτό τον τρόπο των πληθυσμό που τόσο είχε υποφέρει από της Τουρκικές επιδρομές των περασμένων χρόνων.

Ο δρόμος για το Ικόνιο την πρωτεύουσα των Σελτζούκων ήταν τώρα ανοιχτός. Τότε όμως συνέβη κάτι το απροσδόκητο. Ενώ όλοι περίμεναν ο Αυτοκράτορας να διακηρύξει την προέλαση προς το Ικόνιο, αυτός αποφάσισε να διατάξει την επιστροφή στην δυτική Μικτά Ασία, παίρνοντας μάλιστα μαζί του και το σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής. Η απόφαση αυτή του Αλεξίου ίσως και να μπορεί να εξηγηθεί, είτε εξαιτίας της «φθίνουσας» πορείας της υγείας του, είτε από πιθανές πληροφορίες που έλαβε για την συγκέντρωσή του Σελτζουκικού στρατού κοντά στο Ικόνιο.

Εικόνα: Η Μεγάλη Αυτοκρατορία των Σελτζούκων.

Όπως και να είχε το πράγμα, την επόμενη ημέρα οι ανιχνευτές του αυτοκρατορικού στρατού, οι περίφημοι «Εξπλορατόρες», ανάφεραν στον Αλέξιο ότι μια στρατιά από Σελτζούκους έρχονταν από τον βορρά. Αμέσως τα νέα διαδόθηκαν σαν αστραπή, τόσο στον αυτοκρατορικό στρατό, όσο και κατά συνέπεια και στους αμάχους, γεγονός που προκάλεσε πανικό, στις τάξεις τον αμάχων οι οποίοι σκέπτονταν πως τα Σελτζουκικά αντίποινα θα ήταν τρομερά.

Ο Αλέξιος, διατηρώντας την ψυχραιμία του, διέταξε άμεσα όλο το Ρωμαϊκό στράτευμα να λάβει θέσεις ώστε να σχηματιστεί το λεγόμενο «Κούφιο Τετράγωνο», το οποίο η Άννα η Κομνηνή θα ονοματοδοτήσει αργότερα, στην «Αλεξιάδα» ως «Παράταξις». Αυτή η νέα διάταξη μάχης τοποθετούσε το πεζικό με της μακρές του λόγχες στο εξωτερικό της  «Παράταξις», ενώ πίσω από αυτούς οι φημισμένοι και άρτια εκπαιδευμένοι τοξότες των αυτοκρατορικών ταγμάτων θα παρείχαν την απαραίτητη εκείνη κάλυψη στο πεζικό στην περίπτωση που οι Σελτζούκοι επιτίθονταν με τους ξακουστούς ιπποτοξότες τους.

Από την άλλη πλευρά το πεζικό σε αυτή την «περίκλειστη διάταξη» θα μπορούσε να υπερασπιστεί επαρκώς και με μεγάλη άνεση τόσο του τοξότες όσο και τις φάλαγγες των αμάχων που βάδιζαν μαζί με τον αυτοκρατορικό στρατό. Κομβικό ρόλο σε αυτή την διάταξη, όπως θα δούμε και παρακάτω, διαδραματίζει το Ρωμαϊκό ιππικό. Οι καταφρακτοί, το «Λατινικόν» και το ελαφρύ ιππικό το οποίο παρέμενε έξω από τον περίκλειστο σχηματισμό της «Παράταξις» είχε ως αποστολή να επεμβαίνει όπου ήταν απαραίτητο αλλά και να επιφέρει τα απαραίτητα «συντριπτικά πλήγματα» για την αίσια έκβαση της μάχης.

Υποφέροντας από τρομερούς πόνους, εξαιτίας των ασθενειών που ταλάνιζαν την «εύθραυστη» υγειά του, ο Αυτοκράτορας ανέβηκε πάνω στο περήφανο άτι του και στάθηκε ορθώς. Ήξερε πολύ καλά πως αν σήμερα οι Ρωμαίοι, έχαναν στο Φιλομηλιο, τότε κατά πάσα πιθανότητα ολόκληρος ο «Μεσαιωνικός Ελληνισμός» θα κατέρρεε. Όμως ήταν και αποφασισμένος πως καλύτερα να πέθαινε εκεί, σε αυτά τα χώματα της Μικράς Ασίας παρά να ζούσε ένα δεύτερο Μαντζικέρτ. Κάνοντας τον σταυρό του παρακάλεσε των «Πανάγαθο» να βοηθήσει τους Ρωμαίους και ορθώνοντας το ανάστημα του, στηριζόμενος στους αναβολείς του, άρχισε να εμψυχώνει τους συμπολεμιστές του. Τελειώνοντας «γύμνωσε» το σπαθί του, κάθισε στην σέλα του αλόγου του και περίμενε της «Ορδές των βαρβάρων».

Κλάματα ακούγονταν από τα γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι άνδρες ανήμποροι να πάρουν τα όπλα απλά περίμεναν την εξέλιξη των πραγμάτων, ιερείς προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τους χιλιάδες αμάχους που βρίσκονταν σε πορεία μαζί με τις άμαξες τους και την περιουσία τους, με σκοπό να περάσουν τα σύνορα και να εισέλθουν στην Ρωμανία. Το ηθικό τους ήταν πεσμένο και όλοι έλεγαν ότι, «Η οργή των Σελτζούκων θα πέσει πάνω τους».

Δυστυχώς η μόνη περιγραφή της μάχης προέρχεται από την «Αλεξιάδα», της Άννας Κομνηνής.  Ένα εξαιρετικό έργο, ένας θησαυρός γνώσεων, αλλά στις αναλύσεις μαχών η πριγκίπισσα Άννα δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην άγνοια της περί στρατιωτικών θεμάτων. Ωστόσο γνωρίζουμε πως η πρώτη επίθεση των Σελτζούκων πραγματοποιήθηκε από έναν αξιωματικό του Σουλτανικού στρατού, τον Μάναλουγκ, ο οποίος οδηγούσε μια «Ορδή» από ιππείς και είχε ως στόχο να κουράσει και να μην αφήσει σε ησυχία την Ρωμαϊκή πομπή.

Εικόνα: Η πλήρης έκταση του Σουλτανάτου του Ρουμ.

Ξεκινώντας την συμπλοκή, ο Μάναλουγκ, διέταξε τους άτακτους Τουρκομάνους ιπποτοξότες να ξεκινήσουν να παρενοχλούν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Ωστόσο ο Αλέξιος περίμενε μέχρι να φτάσουν οι Τούρκοι ιππείς εκεί που ήθελε και τότε διέταξε τους Έλληνες τοξότες να ρίξουν. Οι τοξότες είχαν προωθηθεί μπροστά από το «τείχος των οπλιτών. Τα τόξα των Ρωμαίων είχαν πιο μεγάλη εμβέλεια και οι Τουρκομάνοι ιππείς έπεσαν λες και «έσκασαν» σε ένα μεγάλο κυματοθραύστη.

Πάρα την βροχή των τοξευμάτων κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να συνεχίσουν. Τότε οι τοξότες, μετά από διαταγή του Αυτοκράτορα, υποχώρησαν και βρέθηκαν πίσω από τις γραμμές των οπλιτών όπου τους προστάτευαν με τις μεγάλες ασπίδες τους. Βλέποντας το αυτό, οι Τουρκομάνοι, αμέσως τράπηκαν σε φυγή. Μόλις έγινε αντιληπτή η υποχώρηση των Τούρκων οι τοξότες βγήκαν, για μια ακόμα φορά, μπροστά από το «τείχος» των οπλιτών και εξαπέλυσαν μερικές ακόμα θανατηφόρε βολές, ενώ οι ιπποτοξότες υποχωρούσαν. Ήταν πλέον απόλυτος φανερό πως η «ημέρα» άνηκε στην Αυτοκρατορία, ο κίνδυνος όμως ήταν ακόμα κοντά.

Η άφιξη του Σουλτάνου και η θυσία του Ανδρόνικου.

Η νύχτα πέρασε σχετικά ίσχυα και μόνων κάποιες σποραδικές αψιμαχίες διατάρασσαν την νυχτερινή ησυχία. Την αυγή της επομένης, ο Αλέξιος, είδε τα πρώτα ίχνη της πραγματικής Τουρκικής επίθεσης. Από την πλευρά που βρίσκονταν το Ικόνιο, φάνηκαν οι πρώτοι ιππείς του Σουλτάνου. Διαταγές ακούγονταν από παντού, οι οπλίτες σχημάτισαν, για άλλη μια μέρα, το «σιδηρό τείχος», με τους τρεις πρώτους στοίχους να είναι σε ετοιμότητα ενώ οι τοξότες είχαν προωθηθεί μπροστά από αυτούς.

Από την άλλη πλευρά, του πεδίου της μάχης, τύμπανα και βούκινα ακούγονταν και οι Τουρκομάνοι ιπποτοξότες πλησίαζαν. Η σημαία του Σουλτάνου, Μάλικ Σαχ, διαφαίνοταν πέρα μακριά στον ορίζοντα. Ο Σουλτάνος είχε μοιράσει τον στρατό του θέλοντας να συντρίψει τους Ρωμαίους, με μια στρατηγική που είχε κάποιες «ομοιότητες» με το στρατήγημα της «σφύρας και του άκμονος», που τόσο πολύ είχε δοξάσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Έτσι λοιπόν, ο μίσος στρατός θα αντιμετώπιζε την εμπροσθοφυλακή της αυτοκρατορικής στρατιάς και ο άλλος την οπισθοφυλακή. Η σύγκρουση ήταν τεράστιων διαστάσεων.

Η αρχή έγινε και πάλι από τους άτακτους Τουρκομάνους ιπποτοξότες, αλλά και πάλι το Ρωμαϊκό «κινούμενο φρούριο» τους εξαφάνισε οριστικά. Μετά τις παρενοχλήσεις των ιπποτοξοτών ο Σουλτάνος έριξε στην μάχη το βαρύ ιππικό του. Οι «σιδηρόφραχτοι» Σελτζούκοι ιππείς του έπεσαν πάνω στο χαλύβδινο τοίχος των Ελλήνων οπλιτών. Η ορμή τους ήταν τόσο μεγάλη που οι οπλίτες άρχισαν να μην αντέχουν και άρχισαν να «κάμπτονται».

Εικόνα: Τουρκομάνοι ιππείς του Σουλτανάτου του Ρουμ.

Τότε ο Αυτοκράτορας, ευρισκόμενος σε ένα σημείο που μπορούσε να κατοπτεύει όλο το πεδίο της μάχης, μαζί με τους γιους του και τον γαμπρό του, διέταξε το ιππικό να αντεπιτεθεί και να προσπαθήσει να «ελαφρύνει» τη πίεση που δεχόταν η «Παράταξις». Την αντεπίθεση θα οδηγούσε ο πρίγκιπας Ανδρόνικος, γιος του Αλεξίου. Οι «Δρακοναριοι» σήμαναν την επίθεση και ο πρίγκιπας Ανδρόνικος επιτέθηκε με τους «Τουρκόπολους», Τούρκοι που είχαν γίνει Ορθόδοξοι και είχαν πάρει την Ρωμαϊκή υπηκοότητα, καθώς και με ένα μέρος των «Οικείων», της καλύτερης μονάδας της Αυτοκρατορίας στη οποία υπηρετούσαν αριστοκράτες ή συγγενείς του Αυτοκράτορα. Λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπίσω θα τους ακολουθούσε μια μονάδα Κουμάνων μισθοφόρων

Η ορμή του ιππικού ήταν πολύ ισχυρή, όμως οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν και αναδιπλώθηκαν, κάνοντας έναν επιδέξιο ελιγμό και αντεπιτέθηκαν σφοδρά στο ιππικό των Ρωμαίων. Η σύγκρουση ήταν «τρομερή», αλλά παρόλα αυτά η συμπλοκή έγερνε προς το μέρος των Ρωμαίων, αυτό μέχρι την στιγμή που ένας Σελτζούκος χτύπησε και σκότωσε το άλογο του πρίγκιπα Ανδρόνικου. Ο γιος του Αυτοκράτορα έπεσε από την σέλα του και αφού «ξιφούλκησε» με τον Τούρκο που τον «γκρέμισε» από το άλογο του, κατάφερε να τον σκοτώσει. Τότε ένας άλλος βάρβαρος προσπάθησε να κάνει το ίδιο, αλλά ένας παραπλήσιος «Οικείος» κάλπασε για να προστατέψει τον νεαρό πρίγκιπα, αλλά χτυπήθηκε πριν καν πλησιάσει. Πολεμώντας γενναία, ο Ανδρόνικος, περικυκλώθηκε από εκατοντάδες βαρβάρους οι οποίοι με λόγχες ανά χείρας τον «κατακρεούργησαν» με μανία.

Ο χρόνος πάγωσε. Ο Αυτοκράτορας είδε το «φλάμπουρο» του γιου του να πέφτει και το ιππικό να υποχωρεί. Είδε τους Σελτζούκους να τους κυνηγούν και το πεζικό τους να εφορμά στους κουρασμένους οπλίτες. Για μια στιγμή στάθηκε εκεί ακίνητος, σχεδόν «νεκρός», ίσως το τέλος να είχε φτάσει, ίσως ο Θεός να ήθελε όλα να τελειώσουν εδώ. Εκείνη την στιγμή αβεβαιότητας ο γιος του, ο Ιωάννης, τον ακούμπησε στον ώμο και τον «τράβηξε» από αυτό το θαμπό όνειρο.

Ερχόμενος και πάλι σε «επαφή» με την πραγματικότητα, διέταξε και δεύτερη αντεπίθεση. Τώρα θα την οδηγούσε ο Καίσαρας Βρυέννιος ο γαμπρός του. Οι «Δρακοναριοι» σάλπισαν και πάλι και τότε, στην μάχη θα έμπαιναν οι «Αθάνατοι», το επίλεκτο τάγμα καταφράκτων το οποίο στελεχώνονταν από Έλληνες της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Θράκης, οι εναπομείναντες «Οικείοι», οι οποίοι σχημάτισαν το «Δόντι του Δράκου», ενώ μαζί τους παρατάχθηκε το ελαφρύ Ελληνικό ιππικό από την Θεσσαλία και τη Μακεδονία και το «Λατινικον». Ταυτόχρονα ο Αλέξιος διέταξε να μπουν στην μάχη οι ξεκούραστοι και «ακαταμάχητοι» Σάξονες, της  «Βαραγγείου Φρουράς», μαζί με τις υπόλοιπες εφεδρείες.

Οι Σελτζούκοι βλέποντας ανήμποροι την μαζική αντεπίθεση των αυτοκρατορικών, άρχισαν αμέσως να υποχωρούν ατάκτως. Σύντομα η μάχη κατέληξε σε σφαγή. Οι Σελτζούκοι «πέταξαν» τις σημαίες τους στα «χώματα και τις λάσπες» και τράπηκαν σε φυγή, ενώ ο Σουλτάνος, Μαλίκ Σαχ, κόντευε να πιαστεί αιχμάλωτος, ωστόσο έπειτα από υπερπροσπάθεια της φρουράς του, κατάφερε να το «σκάσει», σαν «κοινός ληστής», από το πεδίο της μάχης.

Εικόνα: Σελτζουκικό βαρύ ιππικό εν δράση.

Ο «δυστυχής» Αλέξιος δεν είχε χρόνο να θρηνήσει τον γιο του. Περισυνέλλεξε το πτώμα του Ανδρόνικου και χωρίς να χάσει χρόνο διέταξε να φτιάξουν στρατόπεδο για την νύχτα. Ενέδρες διατάχθηκαν σε όλη την περιοχή γύρω από το Ρωμαϊκό στρατόπεδο, φροντίζοντας με αυτό τον τρόπο να έχει έγκαιρη ενημέρωση στην περίπτωση που οι Σελτζούκοι επιχειρήσουν επίθεση κατά την διάρκεια της νύχτας. Κατά την διάρκεια της νύχτας θα αναλάμβαναν την φύλαξη του στρατοπέδου οι «ψιλοί», αν κάτι πήγαινε στραβά.

Δεν πέρασαν πολλές ώρες και με την κάλυψη της νύχτας οι Σελτζούκοι επιχείρησαν νυχτερινή επίθεση εναντίον των Ρωμαίων. Όμως ο Αλέξιος τους περίμενε. Άφησε μια-δυό πύλες, «εικονικά», αφύλακτες επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο σε κάποιες μικρές ομάδες Σελτζούκων να μπουν στο στρατόπεδο. Μόλις η «παγίδα» ξεδιπλώθηκε, οι πελταστές τους εξολόθρευσαν εύκολα και οι οπλίτες τους αποτελείωσαν. Αυτή η τακτική συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτα, μέχρι που ο Σουλτάνος, απελπισμένος, απέσυρε και πάλι τους άντρες του.

Την επόμενη μέρα ο Σουλτάνος είδε το στρατόπεδο των Ελλήνων να μην υπάρχει. Στη θέση του υπήρχε πάλι αυτό το καταραμένο «χαλύβδινο τετράγωνο» από ασπίδες που απλώνονταν παντού. Μανιασμένος άλλαξε τακτική και διέταξε τους στρατηγούς του να το περικυκλώσουν. Θα έκανε μαζική επίθεση από όλες τις πλευρές. Οι Ρωμαίοι δεν θα άντεχαν. Τα τύμπανα ακούστηκαν και όλος ο Τουρκικός στρατός επιτέθηκε μαζικά στους Ρωμαίους.

Θα έστελνε το βαρύ ιππικό του και πάλι. Όμως είδε το ιππικό να πλησιάζει, είδε τους «άπιστους» τοξότες να βάλουν με τα τόξα τους όμως να μην κάνουν μεγάλη ζημιά. Είδε να φτάνουν κοντά και τους ιππείς του να κατεβάζουν τις λόγχες και τότε είδε τους οπλίτες των απίστων να ανοίγουν και να βγαίνουν ελαφρά οπλισμένοι άντρες με «σιφώνια» που είχαν κεφαλές «μπρούτζινων δράκων» οι οποίες «ξερνούσαν φωτιές», είδε άλλους να πετούν «πήλινα σκεύη» που όπου έπεφταν άρπαζαν φωτιά και μετά είδε τους οπλίτες να μπαίνουν στην μάχη.

Ο Σουλτάνος διέταξε υποχώρηση και μετά αμέσως μετά έριξε και πάλι τους άντρες του στη μάχη. Όμως οι Ρωμαίοι τους τράβαγαν σε παγίδες θανάτου τους Μουσουλμάνους, αφού έκαναν ότι υποχωρούσαν, έπειτα παγίδευαν ανάμεσα τους, τους ιππείς που περνούσαν και τους εξολόθρευαν. Η μάχη κράτησε ώρες μέχρι που οι Σελτζούκοι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν τεράστιων διαστάσεων. Σε κάθε πλευρά της «Παράταξις» είχαν εξελιχθεί «Ομηρικές μάχες».

Η υποταγή των βαρβάρων.

Μια συντριπτική νίκη, όπως την σχεδίαζε ο Κομνηνός, έφερε ακριβώς τα αποτελέσματα που περίμενε. Την επομένη, ο Σουλτάνος έστειλε αγγελιοφόρους για να συνάψει ειρήνη. Οι Σελτζούκοι είχαν χάσει όλους τους επίλεκτους στρατιώτες τους, καθώς και μια πληθώρα υψηλά ιστάμενων εμίρηδων. Αυτό και μόνων ήταν αρκετό για να τους κάμψει. Ο Αυτοκράτορας έθεσε βαρύς όρους, ζητώντας από τον Μαλίκ Σαχ να αναγνωρίσει την επιστροφή στη Ρωμανία όσων εδαφών κατείχαν οι Σελτζούκοι από τότε που ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης είχε ηττηθεί στο Μαντζικέρτ, δηλαδή σχεδόν όλη τη Μικρά Ασία.

Σε μια κίνηση υψηλού πολιτικού συμβολισμού ο Αλέξιος, ξεκρέμασε τον πολυτελή «πορφυρό» μανδύα του και τον τοποθέτησε στους ώμους του «υποταγμένου Σουλτάνου, δηλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πως πλέον ο «βάρβαρος βασιλέας» ήταν κάτω από την προστασία του. Τότε επέστρεψε στην θέση του, περιμένοντας ο Μαλίκ Σαχ να ανταποδώσει την «φιλοφρόνηση». Εκείνος σηκώθηκε όρθιος, έκανε μερικά βήματα και γονάτισε και πάλι μπροστά στον Αυτοκράτορα. Τότε έσκυψε ευλαβικά τη κεφαλή του και «φίλησε τα γόνατα του Αλεξίου», ολοκληρώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την τελετή παραδόσεως του.

Εικόνα: Σύμφωνα με την ταπεινωτική συνθήκη ειρήνης οι Σελτζούκοι θα έπρεπε να εκκενώσουν όλα τα εδάφοι που κατάκτησαν μετα το Μαντζικέρτ.

Αργότερα το 1118 ο Μαλίκ Σαχ δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Μεσούντ Α’, με αποτέλεσμα η συνθήκη να μην ισχύσει πλέον. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, ο Μαλίκ Σαχ βρισκόταν με τον Αυτοκράτορα Αλέξιο, όταν έφτασαν τα νέα για την εναντίον του συνωμοσία από το νόθο αδελφό του. Ο Σουλτάνος αποφάσισε να αναχωρήσει αμέσως, παρά τη συμβουλή του Αυτοκράτορα να παραμείνει εκεί μέχρι να έχει καλύτερη πληροφόρηση και να προετοιμαστεί κατάλληλα. Απέρριψε, επίσης, πρόταση να τον συνοδεύσει μια Ρωμαϊκή φρουρά, για την προστασία του από τους συνωμότες. Το μοιραίο αυτό λάθος οδήγησε τον Μαλίκ Σαχ, σύμφωνα πάντα με τη διήγηση της Άννας της Κομνηνής, να συνελήφθη από τους συνωμότες και αφού αρχικά τυφλώθηκε, κατόπιν να στραγγαλισθεί τελετουργικά.

Το τέλος ενός μεγάλου άνδρα.

Η ραγδαία επιδείνωση της ποδάγρα σε συνδυασμό με την κόπωση δεκαετιών οδήγησαν τον Αλέξιο Κομνηνό στην «κλίνη του πόνου». Ήδη το 1116 η υγεία του είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε ο Αλέξιος δεν μπορούσε να περπατήσει. Ενάμιση χρόνο μετά τα πρώτα συμπτώματα, σύμφωνα με τον προσωπικό γιατρό του Αυτοκράτορα, Νικόλαο Καλλικλή, είχε αρχίσει η μετάσταση. Η επιδείνωση ήταν ραγδαία, σε βαθμό που ο Αλέξιος υποχρεωνόταν να παραμένει συνέχεια καθιστός. Φλεγμονές, οιδήματα και διάρροιες ταλαιπώρησαν τον Αυτοκράτορα προκαλώντας του περιπλοκές και φριχτούς πόνους, έως ότου εξέπνευσε στις 15 Αυγούστου 1118.

Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του δεν τις πέρασε σε ηρεμία. Αυτό διότι η έχθρα της Άννας της Κομνηνής για τον αδελφό της Ιωάννη Β΄ κρατούσε από παλιά. Αυτό εξηγείται από το γεγονός, ότι η Άννα στην ηλικία των πέντε ετών αρραβωνιάστηκε με τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του Μιχαήλ Ζ΄, γεγονός το οποίο θεωρητικά της εξασφάλιζε την άνοδο στον θρόνο ως Αυτοκράτειρας. Ο Αλέξιος Α΄, προσπαθώντας να συνδεθεί με τις μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες με κοινά συμφέροντα, μνήστευσε την κόρη του με τον Κωνσταντίνο Δούκα, δίνοντάς του το σημαντικότατο αξίωμα του «Καίσαρα» και κάνοντάς τον «κοινωνό» κατά κάποιον τρόπο της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Ωστόσο ο Κωνσταντίνος πέθανε νέος και εκείνη στη συνέχεια παντρεύτηκε με τον Νικηφόρο Βρυέννιο τον Νεότερο, γιό του τυφλού Νικηφόρου Βρυέννιου του Πρεσβύτερου, ο οποίος όπως έχουμε προαναφέρει δεν παρέδωσε την Αδριανούπολης στον Ψευτο-Διογένη. Σύμφωνα με την λεπτομερή περιγραφή του Νικήτα Χωνιάτη, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1118, ο Αλέξιος Α’ «ένιωσε» πως ο θάνατος ήταν πλέον κοντά.

Ασθενής από πολλά χρόνια, υπέφερε από ποδάγρα και πιθανώς από μία καρδιακή προσβολή, που είχε υποστεί το 1112. Ο ρόλος της Ειρήνης Δούκαινας, της μητέρας του Ιωάννη και της Άννας, είχε αυξηθεί, όπως και αυτός του Νικηφόρου Βρυέννιου. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Αλέξιου Α’ εναντίον των Τούρκων το 1115-1116, ο Νικηφόρος είχε λειτουργήσει ως αντικαταστατής του Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι λοιπόν, δυο αντίπαλες φατρίες ξεκίνησαν τις δολοπλοκίες γύρω από τη διαδοχή. Ο Ιωάννης Β΄ είχε την υποστήριξη του αδελφού του Ισαάκιου, ο οποίος εναντιωνόταν στη «Φατρία των γυναικών» μέσα στην αυτοκρατορική οικογένεια, της οποίας ηγείτο η Ειρήνη και η Άννα.

Εικόνα: Η Ειρήνη Δούκαινα παντρεύτηκε τον Αλέξιο Κομνηνό σε ηλικία 11 ετών, το 1078, χάρη στον γάμο οι Δούκες υποστήριξαν την άνοδο στον θρόνο του συζύγου της όταν παραιτήθηκε ο ηλικιωμένος αυτοκράτορας Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης ύστερα από αιματηρό πραξικόπημα του 1081.

Η Ειρήνη και η Άννα, συνωμοτούσαν για να μην τον διαδεχθεί ο Ιωάννης στο θρόνο, αλλά ο σύζυγος της Άννας, Νικηφόρος Βρυέννιος. Το σχέδιο τους, όμως, απέτυχε. Το σθένος που έδειξε ο Αλέξιος στη ζωή του ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστο. Αναλύοντας τον προσωπογραφικά θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν ένας άνθρωπος γεννημένος ηγέτης. Είχε εξάλλου όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδεολογία από έναν ιδανικό Αυτοκράτορα. Έτσι λοιπόν αρνήθηκε να «αποκληρώσει τον Ιωάννη και μάλιστα, όταν ο Ιωάννης πήγε μυστικά στο «Μοναστήρι των Μαγγάνων», όπου βρισκόταν ο πατέρας του, ο Αλέξιος του παρέδωσε το «Αυτοκρατορικό Δαχτυλίδι», το λεγόμενο «Σφραγιστήρα δακτύλιον», μαζί με την ευχή του, λίγες μόνων ώρες προτού πεθάνει.

Ο νεαρός Ιωάννης απολάμβανε την απεριόριστη αγάπη του πατέρα του, αλλά η μητέρα του Ειρήνη και η αδελφή του Άννα Κομνηνή τον περιφρονούσαν και τον κακολογούσαν, ελπίζοντας να τον δουν να απομακρύνεται από τη διαδοχή. Ωστόσο ο Αλέξιο είναι απίθανο ότι θα προωθούσε στο θρόνο τον Νικηφόρο, του οποίου τον πατέρα είχε συλλάβει και τυφλώσει, όταν στασίασε σε βάρος της δικής του δυναστείας. Αντιθέτως το 1111 ο Αλέξιος Α΄ ζήτησε από τον πατριάρχη Νικόλαο τον Γραμματικό να ευλογήσει τον Ιωάννη. Συνταρακτικό είναι το γεγονός πως, όταν η «Δούκαινα» έμαθε πως ο Αλέξιος έδωσε την «ευχή» του στον Ιωάννη, τον παρακάλεσε να τον αποκληρώσει, λαμβάνοντας την «μεγαλειώδη» απάντηση πως, «Ειρήνη… Ξέρεις κανέναν που να έχει άξιο γιο και παρόλα αυτά να παραδώσει την Βασιλεία στον γαμπρό του».

Η «Ανακτορική Φρουρά» και ο Νικηφόρος Βρυέννιος δίστασαν να κινηθούν εναντίον του Ιωάννη. Η «Φρουρά των Βαράγγων» ωστόσο, εκτελώντας εντολές της αυτοκράτειρας Ειρήνης, στην αρχή του αρνήθηκε την είσοδο στο «Μέγα Παλάτιον», αλλά ο Ιωάννης Β΄, όπως μαρτυρεί ο Ιωάννης Ζωναράς, τους ανακοίνωσε το θάνατο του πατέρα του, ο οποίος είχε προηγηθεί λίγες ώρες νωρίτερα, με συνέπεια να δεχθεί την υποταγή τους. Πάντως σύμφωνα με τον Χωνιάτη, η φρουρά του Ιωάννη Β΄ αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει βία, «ξηλώνοντας» τις χάλκινες πόρτες του παλατιού για να εισέλθει ο νέος Αυτοκράτορας.

Έτσι η έκπληκτη Ειρήνη δεν μπορούσε ούτε να πείσει τον γιο της να αποχωρήσει, αλλά ούτε και να πιέσει τον γαμπρό της Νικηφόρο να διεκδικήσει τον θρόνο. Τότε η Ειρήνη, αγνοώντας την τελευταία επιθυμία του Αλέξιου Α΄, ζήτησε από τον σύζυγο της Άννας να ανακηρυχθεί Αυτοκράτορας. Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει, ότι ο Αλέξιος Α΄ ευχαρίστησε τον Θεό, επειδή «η σύζυγός του δεν είχε πάρει είδηση τη στέψη του Ιωάννη». Έχοντας πλέον ηρεμήσει, ο Αλέξιος, πέθανε μετά από λίγο στις 15 Αυγούστου 1118, σίγουρος ότι ο γιος του θα τον διαδεχθεί, εξασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα μέσα στην Αυτοκρατορία. Ετάφη στη Μονή Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη, ωστόσο το γεγονός ότι ο Ιωάννης δεν ακολούθησε την κηδεία του πατέρα του, φοβούμενος για τη ζωή του, δείχνει ότι στην αρχή η θέση του δεν ήταν τόσο «ασφαλής».

Εικόνα: Μωσαϊκό του 12ου αιώνα από το άνω τμήμα της Αγίας Σοφίας. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός απεικονίζεται στα αριστερά, με την Παναγία και το βρέφος Ιησού Χριστό στο κέντρο και τη σύζυγο του Ιωάννη αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας στα δεξιά.

Μετα από αυτά ο Νικηφόρος Βρυέννιος συνέχισε την πολιτική του σταδιοδρομία δίπλα στον νέο Αυτοκράτορα, ενώ η Άννα αποσύρθηκε στη «Μονή της Κεχαριτωμένης» και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της γράφοντας το ιστορικό της έργο, την Αλεξιάδα, στο οποίο περιγράφει τα γεγονότα της βασιλείας του πατέρα της. Ο Ιωάννης Β΄ θέλησε να αποφύγει παρόμοια προβλήματα διαδοχής στο μέλλον, γι’ αυτό έστεψε τον γιο του Αλέξιο Β΄ ως συναυτοκράτορα το 1122. Οι εσωτερικές συγκρούσεις του Ιωάννη Β΄ με την οικογένειά του τον οδήγησαν στον διορισμό σε υψηλές θέσεις ανθρώπων, που δεν είχαν σχέση με την Αυτοκρατορική οικογένεια. Αυτό ήταν ριζική αλλαγή πολιτικής, σε σχέση με τον πατέρα του Αλέξιο Α΄, που συνήθιζε να διορίζει σε υψηλές διοικητικές θέσεις μόνο συγγενείς του.

Το τέλος μιας «εποχής» και η αρχή μιας άλλης.

Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός υπήρξε ένας, πραγματικά, ΜΕΓΑΛΟΣ Αυτοκράτορας. Ανέλαβε το τιμόνι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε πολύ «χαλεπούς καιρούς» αλλά τα κατάφερε, εκμεταλλευόμενος κάθε μέθοδο και συγκυρία, για να την «αναστήσει» στην κυριολεξία. Βασικοί του αντίπαλοι ήταν οι Νορμανδοί, οι «Λατίνοι» και οι Σελτζούκοι Τούρκοι που κυριαρχούσαν σε μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας.

Επί σχεδόν 40 χρόνια υπήρξε ένας πραγματικός «στρατιώτης». Με την πολιτική και διπλωματική του ιδιοφυΐα κατάφερε να «ελέγξει» τους εχθρούς της Ρωμανίας και να τους «πατάξει», αν αυτό ήταν αναγκαίο. Ξεκίνησε της Σταυροφορίες αλλά απέτυχε να προβλέψει πως δεν θα υπήρχαν πάντα άξιοι διάδοχοι του στον Αυτοκρατορικό θρόνο για να τους ελέγχουν, γεγονός που δεν θα μπορούσε να προβλέψει άλλωστε. Τελικώς καταλήγοντας σε ένα συμπέρασμα, αυτό είναι πως ο Αλέξιος δικαιούνταν να φέρει, αυτός και κανένας άλλος, σύγχρονος του, τον τίτλο «Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. Πιστός Εν Χριστώ Τω Θεώ Βασιλεύς Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ας μην τον ξεχάσουμε ποτέ.

«Ρέων ο χρόνος ακάθεκτα και αεί τι κινούμενος παρασύρει και παραφέρει πάντα τα εν γενέσει και ες βυθόν αφανείας».

Η πρώτη φράση της «Αλεξιάδα» από την Άννα την Κομνηνή.

Σας ευχαριστώ όλους!!!

Για να διαβάσετε το Μερος Α’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Β’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Γ’ πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Μερος Δ’ πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Steven Runciman, «A History of the Crusades, Volume I: The First Crusade and the Foundation of the Kingdom of Jerusalem».
  • Steven Runciman, «A History of the Crusades, Volume II: The Kingdom of Jerusalem and the Frankish East».
  • Γεωργίου Ε. Γεωργά, «Όταν η Παραταξις, το Βυζαντινό κούφιο τετράγωνο, αντιμετώπισε την μεγάλη στρατιά των Σελτζούκων Τούρκων».
  • John F. Haldon, «The Byzantine Wars: Battles and Campaigns of the Byzantine Era».
  • John W. Birkenmeier, «The Development of the Komnenian Army: 1081–1180».
  • John France, «Western Warfare in the Age of the Crusades: 1000–1300».
  • Donald Nicol, «Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικό Έθνους».
  • Carole Hillenbrand, «The Crusades from the Islamic Perspectives».
  • Thomas Asbridge, «The First Crusade: A New History».
  • Reginald Allen Brown, «The Normans».
  • Άννα Κομνηνή, «Αλεξιάδα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.