Ελληνική Επανάσταση
Η ναυμαχία της Ιτέας. Μια «σπίθα» που «ανέστησε» την Επανάσταση.

Η ναυμαχία της Ιτέας. Μια «σπίθα» που «ανέστησε» την Επανάσταση.

Το πρώτο εξάμηνο του 1827 τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά για την Επανάσταση. Η «Πτώση του Μεσολογγίου», τον προηγούμενο χρόνο, δεν μπορούσε ακόμα να ξεχαστεί, ενώ στις 23ης Απριλίου 1827 σκοτώθηκε, κάτω πολύ περίεργες συνθήκες, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ακολουθώντας τον θάνατο του «Αρχιστρατήγου», την επόμενη κιόλας ημέρα, τα ελληνικά στρατεύματα γνώρισαν τη συντριβή στην «Μάχη του Ανάλατου». Η ήττα στην προαναφερθείσα μάχη τελικώς έκαμψε τους υπερασπιστές της Ακροπόλεως οι οποίοι στις 24ης Μαΐου παρέδωσαν στον Κιουταχή το «Φρούριο», λήγοντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα «δράμα» που κράτησε πάνω από έναν χρόνο.

Ταυτοχρόνως, ο Ιμπραήμ, δεν άφηνε «λίθο πάνω σε λίθο» στον Μωριά, προετοιμάζοντας κατ’ αυτών τον τρόπο, τον εποικισμό της Πελοποννήσου από Αιγύπτιους «φελάχους» που θα έφερνε από την «γη του Νείλου. Πολλοί όμως ήταν και αυτοί που πλέον είχαν προσκυνήσει, αρνούμενοι την «πίστη του Χριστού» και δηλώνοντας υποταγή στον Σουλτάνο. Η μόνη δύναμη, λοιπόν, που κρατούσε ζωντανή την Επανάσταση στον Μωριά ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος με τα στρατιωτικά σώματα του «χτυπούσε» τις δυνάμεις του Ιμπραήμ αλλά δεν στεκόταν να πολεμήσει, εγκλωβίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Αιγύπτιο «στρατηλάτη» σε έναν συνεχιζόμενο «πόλεμο φθοράς».

Εικόνα: Στιγμιότυπο από την “Πολιορκία της Ακροπόλεως”, έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Επιπροσθέτως, με την υπογραφή της «Συνθήκη του Λονδίνου», στις 6 Ιουλίου, που προέβλεπε την «αυτονομία» και όχι την «ανεξαρτησία» του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το οποίο θα ήταν φόρου υποτελές στον Σουλτάνο, ενώ σε αυτό θα περιλαμβάνονταν μόνο οι περιοχές στις οποίες η Επανάσταση ήταν ακόμα «ζωντανή», ουσιαστικά δηλαδή μόνο η Πελοπόννησος, άφηνε και τις δυο πλευρές παντελώς ανικανοποίητες.

Από την Ελληνική πλευρά, ο θάνατος, στις 27 Αυγούστου, του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας, Γεωργίου Κάνιγκ, ο οποίος υπήρξε «ένθερμος» υποστηρικτής της δημιουργίας ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, φυσικά διότι αυτό ήταν «επικερδές» για την πατρίδα του, φάνηκε να καταβαραθρώνει τις όποιες ελπίδες των επαναστατών για εθνική ανεξαρτησία.  Από την άλλη πλευρά, η «Υψηλή Πύλη», βλέποντας τις τελευταίες επιτυχίες της και έχοντας στο πλευρό της τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ δεν δεχόταν καμία μεσολάβηση, καθώς πίστευε ότι «σύντομα» θα υποτάξει τους εξεγερμένους Έλληνες.

Βέβαια ευτυχώς τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν οι Τούρκοι. Στο Ελληνικό «στρατόπεδο» όμως, τα πράγματα πήγαιναν από το «κακό στο χειρότερο». Επηρεασμένοι από τις δυσάρεστες εξελίξεις και το φόβητρο Ιμπραήμ, οι Έλληνες είχαν αρχίσει, για άλλη μια φορά, να διχάζονται. Αυτό διότι, άλλοι ζητούσαν να «δεχθεί» η κυβέρνηση οποιαδήποτε συμφωνία και άλλοι να πολεμήσουν «μέχρις εσχάτων». Δυστυχώς η σύγχυση και οι διαφωνίες κυριαρχούσαν, ενώ η νηφαλιότητα και η ψυχραιμία είχαν πάει «περίπατο».

Η «τραγελαφική» επιχείρηση «ανακαταλήψεως» του Μεσολογγίου.

Μπροστά στο διαφαινόμενο «αδιέξοδο», η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα είδος αντιπερισπασμού. Παρά τις προβλέψεις της «Συνθήκης του Λονδίνου», έστειλε τον Τσώρτς στο Αιτωλικό, με εντολή να κινηθεί βόρεια, τον δε Κόχραν να διευκολύνει τον Τσώρτς καταλαμβάνοντας το Βασιλάδι, νησίδα της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και στη συνέχεια να πολιορκήσει τα «καπνίζοντα» ερείπια της «Ιεράς πόλεως» του Μεσολογγίου.

Σε αυτό το σημείο σκόπιμο θα ήταν να υπενθυμίσουμε ότι, ο μεν Ρίτσαρντ Τσώρτς είχε αναλάβει από το 1827 την «Αρχιστρατηγία» του στρατού ξηράς στη χώρα μας, ενώ ο δε Τόμας Κόχραν είχε αντικατέστησε τον Ανδρέα Μιαούλη στην αρχηγία του ελληνικού στόλου, με πενιχρά αποτελέσματα. Ίσως για αυτό να φταίει και η «αμετροέπεια» των δυο Άγγλων στρατιωτικών, σε «συνδυασμό» με τους υπέρμετρα «φιλόδοξους» στόχους που έθεταν, όπως και η τακτική τους να «προπληρώνουν» τα στρατιωτικά τμήματα που είχαν υπό της διαταγές τους, κάτι που δεν γινόταν ως τότε, συντέλεσαν στην αποτυχία πολλών επιχειρήσεών τους, όπως και στην μάλλον άσχημη φήμη που τους «συνοδεύει» ως και σήμερα.

Εικόνα: Εγχάρακτο πορτρέτο του Τόμας Κόχραν κατασκευής 1827.

Έτσι λοιπόν, στις αρχές Σεπτεμβρίου 1827, ο Κόχραν ξεκίνησε από τις Σπέτσες για να συναντήσει τα υπόλοιπα πλοία του ελληνικού στόλου που θα λάμβαναν μερος στην επιχείρηση, τα  οποια είχε «διατάξει» να τον περιμένουν στα Βάτικα της Λακωνίας. Κατ’ αυτών τον τρόπο σχηματίστηκε μια δύναμη είκοσι τριών πλοίων, ανάμεσα στα οποια βρισκόταν το θρυλικό ατμόπλοιο «Καρτερία», ο «Σωτήρ», 4 κανονιοφόροι και 3 περιπολικά. Όπως προαναφέραμε, αντικειμενικός στόχος της επιχείρησης ήταν η «Ανακατάληψη του Μεσολογγίου», κάτι εξαιρετικά δύσκολο όπως θα διαφαίνονταν στην πορεία.

Τη νύχτα της 5ης προς 6ης Απριλίου του 1827 ο ελληνικός στόλος, με «ξένη σημαία» για να μην αναγνωριστεί από τους Τούρκους, έφτασε έξω από το Μεσολόγγι. Αμέσως ο Κόχραν διέταξε τρεις κανονιοφόρους να κινηθούν εσπευσμένα προς το Βασιλάδι, το οποίο άμεσα άρχισαν να το κανονιοβολούν, χωρίς όμως σπουδαία αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι, ευθείς εξ αρχής, αντιλήφθηκαν ότι τα πλοία ήταν ελληνικά και αντεπιτέθηκαν σφοδρά. Ο Κόχραν όμως δεν πτοήθηκε και διέταξε και πάλι τα τρία πλοία να πλησιάσουν το Βασιλάδι και να επαναλάβουν την αποστολή.

Αυτό όμως κατέστη αδύνατον καθώς τα πληρώματα των τριών πλοίων βλέποντας την επικινδυνότητα του εγχειρήματος και μην έχοντας ούτε ένα «ψήγμα» εμπιστοσύνης στον, αυτόκλειστο, Άγγλο «Σωτήρα», αρνήθηκαν να υπακούσουν κι έτσι η επιχείρηση ματαιώθηκε. Την επόμενη μέρα εξετάσθηκαν και άλλοι τρόποι κατάληψης της νησίδας, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Οι Τούρκοι είχαν οχυρώσει άψογα το Βασιλάδι, ενώ ο  Κόχραν αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερο να αφήσει εκεί την «Καρτερία», τον «Σωτήρ», 2 κανονιοφόρους και 1 περιπολικό, ώστε να αποκλείσουν τον Κορινθιακό, αποσύροντας τα υπόλοιπα πλοία στην Σύρο. Όπως είναι πλέον «φανερό» η επιχείρηση είχε αποτύχει «οικτρά».

Η ναυμαχία της Αγκάλης.

Πριν αποχωρήσει για την Σύρο, ο Κόχραν, είχε πληροφορηθεί ότι τουρκικά πλοία είχαν μπει στον Κορινθιακό και ρήμαζαν τις παραλιακές περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Έδωσε λοιπόν εντολή, αυτό όμως δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο, στον Φρανκ Χέιστινγκς, πλοίαρχο του «Καρτερία», αλλά και στους καπετάνιους των υπόλοιπων πλοίων, να εκκαθαρίσουν τον Κορινθιακό από τα τουρκικά πλοία, καθώς παρεμπόδιζαν την επικοινωνία Πελοποννήσου – Ρούμελης, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να διευκολυνθεί ο Τσώρτς στις επιχειρήσεις του στη Στερεά Ελλάδα.

Η είσοδος στον Κορινθιακό Κόλπο, ήδη από της αρχές του 1827, ήταν μια «πολύ επικίνδυνη» υπόθεση. Αυτό διότι τα ελληνικά πλοία, ήταν πολύ δύσκολο να περάσουν από το στενό Ρίου-Αντιρρίου, καθώς τα οχυρά των δύο ακρωτηρίων ήταν «άριστα» εξοπλισμένα, το Ρίο μάλιστα διέθετε 60 κανόνια και το Αντίρριο 27. Υπήρχαν επίσης κάποια πολεμικά πλοία, που ήταν έτοιμα να επέμβουν ανά πάσα στιγμή.

Εικόνα: Ο Φρανκ Χέιστινγκς ήταν Βρετανός αξιωματικός του ναυτικού και Φιλέλληνας που συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Τον Σεπτέμβριο του 1826 όμως, οι Χρήστος Παλαιογιάννης και Δημήτρης Μακρυγιάννης, μαζί με μερικούς Ψαριανούς ναύτες, κατάφεραν να περάσουν από το στενό Ρίου-Αντιρρίου, τα  λεγόμενα και ως «Δαρδανέλια της Ναυπάκτου», και αφού αρχικά συνάντησαν πολλές δυσκολίες κατάφεραν, με την χρήση μερικών «ψαροκάικων», να «κυριεύσουν» μερικά τουρκικά πλοία από το λιμάνι της Δομβραίνας, καθώς και να πιάσουν αιχμάλωτη μια εχθρική γολέτα, με δέκα πυροβόλα, κοντά στις ακτές της Φωκίδας, δυσκολεύοντας με αυτόν τον τρόπο, την ως τότε, ελεύθερη διακίνηση τουρκικών πολεμικών πλοίων στον Κορινθιακό.

Έχοντας αυτό στον νου του, ο κυβερνήτης του «Σωτήρος», Τζορτζ Τόμας, ζήτησε από τον Χέιστινγκς να «μπει» στον Κορινθιακό. Σκεπτόμενος για λίγο την πρόταση του, ο Χέιστινγκς, μας πληροφορεί στα απομνημονεύματα του πως, «Συγκατάνευσα μεν, όχι χωρίς δισταγμό». Έτσι λοιπόν, στις 7 Σεπτεμβρίου 1827, ο «Σωτήρ» ρυμουλκώντας την «μπομπάρδα», δηλαδή την κανονιοφόρο, «Βαυαρία», συνοδευόμενος και από ένα πλοίο ανίχνευσης, πέρασε από το στενό Ρίου-Αντιρρίου, παρά τις «λυσσαλέες» τουρκικές επιθέσεις, βοηθούμενος κι από τους «ευνοϊκούς ανέμους».

Ο Χέιστινγκς μάλιστα πληροφορούμενος το γεγονός, αναφώνησε πως, «τούτο είναι ανδραγάθημα λαμπρότατον και ο καπετάν Τόμας αξίζει μέγιστων επαίνων». Ωστόσο στις 11 Σεπτεμβρίου, ο Χέιστινγκς με την «Καρτερία», η οποία κινούνταν μόνο με τα πανιά λόγω των ευνοϊκών ανέμων και άλλα δύο πλοία, πέρασαν επίσης στον Κορινθιακό Κόλπο χωρίς πολλά προβλήματα, καθώς η εμφάνιση και μόνον του «ατμοκίνητου» αυτού πλοίου προκαλούσε τον τρόμο ακόμα και στον πιο αδαή πλοίαρχο.

Στο μεταξύ, ο Τόμας, από την ώρα που μπήκε στον Κορινθιακό Κόλπο, άρχισε ν’ αναζητά τον τουρκικό στόλο, τον οποίο και εντόπισε στον όρμο «Αγκάλη», στο λιμένα της Σκάλας Σαλώνων, αυτό ήταν το όνομα της σημερινής Ιτέας. Χωρίς λοιπόν να διστάσει, επιτέθηκε εναντίον των Τούρκων, όμως ο «αντίθετος άνεμος», ματαίωσε το παράτολμο εγχείρημά του και τον ανάγκασε να πλεύσει προς το Λουτράκι.

Όταν λίγες μέρες αργότερα, ο Χέιστινγκς μπήκε στον Κορινθιακό Κόλπο και εντόπισε τον τουρκικό στόλο, έστειλε ένα πλοίο ανίχνευσης να βρει τον Τόμας. Στις 14 Σεπτεμβρίου, φοβούμενος μήπως οι Τούρκοι προλάβουν και οχυρώσουν την τοποθεσία, επιτέθηκε με άλλα δύο πλοία εναντίον τους. Δυστυχώς όμως, ο «αντίθετος άνεμος» δεν του επέτρεψε να πετύχει τον σκοπό του, κι έτσι αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τις ακτές της Φωκίδας.

Στο μεταξύ, οι Τούρκοι είχαν φέρει κανόνια από τα Σάλωνα, την σημερινή Άμφισσα, και είχαν κατασκευάσει στην ξηρά δύο πυροβολεία για να υπερασπίζονται τα πλοία τους. Πανω από 80 κανόνια στήθηκαν σε ένα μεγάλο ημικύκλιο για να βάλλουν εναντίον των ελληνικών πλοίων. Οι Οθωμανοί ήταν βέβαιοι, ότι όταν οι Έλληνες έφθαναν στην ακτίνα βολής των πυροβόλων τους, πολλά από τα οποία μάλιστα χειρίζονταν Ευρωπαίοι, θα τους εξόντωναν.

Ο Χέιστινγκς, αναφέρεται στον τουρκικό στόλο, γράφοντας ότι απαρτιζόταν από 9 πλοία και πιο συγκεκριμένα, «μία ωραία γολέτα Αλγερινή 11 κανονιών, έν βρίκιον 16 κανονιών φέρον την ναυαρχικήν σημαίαν, τρεις ετέρας γολέτας, δύο ένοπλα φορτηγά και δύο μεγάλα κανονιοφόρα. Είχον πάντως και εν κανονιοστάσιον εις την ξηράν». Άλλες πηγές, αναφέρουν ότι τα τουρκικά πλοία ήταν 11. Υπήρχαν ακόμα και 3 αυστριακά φορτηγά όπου είχαν φέρει «τροφή και πυρομαχικά εις τους Τούρκους».

Εικόνα: Η Καρτερία στη ναυμαχία της Ιτέας (μέσον-δεξιά). Όπως φαίνεται στον πίνακα πηγαίνει ενάντια στον άνεμο, λόγω της ατμοκίνησης, σε αντίθεση με τα άλλα δύο ελληνικά πλοία που είναι δίπλα.

Με την άφιξη από το Λουτράκι του Τόμας και των άλλων δύο πλοίων, αυτά ενώθηκαν με τα υπόλοιπα πλοία του στόλου. Έτσι, στις 17 Σεπτεμβρίου 1827, στη «Σκάλα Σαλώνων», έπεσε η πρώτη κανονιά αυτής που αργότερα θα «γραφόταν» στην ιστορία ως η «Ναυμαχία της Ιτέας». Την πρώτη κίνηση έκανε ο Χέιστινγκς, ο οποίος κινώντας «επιδέξια και παράτολμα» την «Καρτερία», που με τα πυκνά σύννεφα καπνού τα οποία έβγαιναν από τις τσιμινιέρες της, την αναταραχή που προκαλούσαν στα ήρεμα νερά τα πτερύγιά των προωθητικών τροχών της και τον μεγάλο θόρυβο από τις μηχανές της, έφτασε 500 μέτρα μακριά από την ακτή.

Στα «λυσσαλέα και καταιγιστικά» Οθωμανικά πυρά, ο Χέιστινγκς απαντούσε «ψύχραιμα» αλλά αραιά με «συμπαγή βλήματα», προσπαθώντας να εντοπίσει στόχους και αποστάσεις. Όταν το πέτυχε, άρχισε συνεχή κανονιοβολισμό. Στην τρίτη βολή, πέτυχε την πυριτιδαποθήκη της ναυαρχίδας, που τινάχτηκε στον αέρα. Την ίδια τύχη είχαν άλλα τέσσερα τουρκικά πλοία. Ο Τόμας με τις «μπομπάρδες» του, κατέστρεψαν άλλα δύο πλοία και τα περισσότερα παράκτια πυροβολεία.

Οι θαρραλέοι Έλληνες, προσπάθησαν να ρυμουλκήσουν την «ωραία» Αλγερινή γολέτα και τα άλλα πλοία, αλλά αυτό κατέστη αδύνατον, καθώς οι ακτές είχαν γεμίσει από Τουρκαλβανούς. Έτσι ανατίναξαν και βύθισαν και τα υπόλοιπα τουρκικά πλοία. Περισσότεροι από τους μισούς Τούρκους των πληρωμάτων και των πυροβολείων είχαν σκοτωθεί μέσα με μερικά μόνον λεπτά. Οι Έλληνες είχαν ελάχιστες απώλειες, καθώς σκοτώθηκαν τρείς ή σύμφωνα με άλλες πηγές έξι άνδρες.

Ο Νικόλαος Σπιλιάδης, μας αναφέρει σχετικά πως, «Αλλ’ οι Τούρκοι τουφεκίζοντες όπισθεν των βράχων έκοψαν τρις το σχοινίον δι ου ερυμουλκείτο και επομένως εβιάσθησαν και το έκαυσαν, αφού επήραν όλα δεκατρία, ορειχάλκινα κανόνια του. Παράλληλα τα ελληνικά πληρώματα, κατέλβαν τα λαθρεμπορικά αυστριακά πλοία, τα οποία ο Άστιγξ έσερνε σε όλη τη διάρκεια του πλου του στον Κορινθιακό Κόλπο».

Τα επακόλουθα.

Όταν ο Ιμπραήμ έμαθε για τις ενέργειες του Κόχραν στο Μεσολόγγι, του Τσώρτς με μερικούς Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς στη Βοστίτσα και κυρίως, την καταστροφή του τουρκικού στόλου στην Ιτέα, έγινε έξαλλος, αποφασίζοντας μάλιστα να σπάσει την ανακωχή που επιβαλλόταν με τη «Συνθήκη του Λονδίνου» και να εφοδιάσει την Πάτρα, στέλνοντας μάλιστα ισχυρή μοίρα πλοίων.

Στις 22 Σεπτέμβριου όμως, ο Έντουαρντ Κόδριγκτον, ο Βρετανός ναύαρχος που είναι πιο πολύ γνωστός από τη μετέπειτα ναυμαχία του Ναβαρίνου, κινήθηκε ταχύτατα και σταμάτησε την τουρκική μοίρα υπό τον Ταχίρ πασά, έξω από τη Ζάκυνθο. Παρά την υπόσχεσή του να επιστρέψει στο Ναβαρίνο, όπου βρισκόταν ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, το ίδιο βράδυ, ο Ταχίρ αφού ενώθηκε με άλλη μοίρα πλοίων που ερχόταν από το Ναβαρίνο, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ιμπραήμ, κινήθηκε προς την Πάτρα.

Εικόνα: Ελαιογραφία που απεικονίζει την “Ναυμαχία του Ναβαρίνου”, έργο του Αμπρουάζ Λουί Γκαρνερέ.

Παρόλα αυτά μια ξαφνική θαλασσοταραχή τους εμπόδισε να φτάσουν στην πόλη. Έτσι, την επόμενη ημέρα, ο Κόδριγκτον τους πρόλαβε στο ακρωτήριο Πάπας, στον Άραξο, και αμέσως άνοιξε πυρ εναντίον τους, χωρίς να φοβηθεί την τεράστια αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων του. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, Οθωμανοί και Αιγύπτιοι που δεν περίμεναν τέτοια αντίδραση, διέταξαν επιστροφή στο Ναβαρίνο, όπου και έφτασαν στις 24 Σεπτεμβρίου, παρακολουθούμενοι από τον αγγλικό στόλο. Αυτός ήταν μόνον ο «πρόλογος» του τη θα ακολουθούσε  λίγες μέρες αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου 1827, όταν οι «διαφορές» λύθηκαν στο Ναβαρίνο με την πανωλεθρία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου.

Μπορεί λοιπόν η ναυμαχία της Ιτέας να μην είναι πολύ γνωστή, ωστόσο η σημασία της ελληνικής νίκης ήταν πολύ μεγάλη, καθώς προκάλεσε αλλαγή, προς το ευνοϊκότερο, της πορείας της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς βυθίστηκαν 10 τουρκικά πλοία και «καθάρισε» ο Κορινθιακός, τα παράλια του οποίου υπέφεραν από τις τουρκικές επιδρομές. Τέλος, αποκαταστάθηκε η επικοινωνία της Πελοποννήσου με τη Ρούμελη και οι ελληνικές δυνάμεις μπόρεσαν να αποβιβαστούν στη Στερεά Ελλάδα, κάτι πολύ σημαντικό για την Επανάσταση και τον μελλοντικό καθορισμό των συνόρων του ελληνικού κράτους.

Συν τοις άλλοις η «ψυχολογία» των επαναστατημένων Ελλήνων, που όπως είπαμε είχε καταρρακωθεί αναπτερώθηκε, ενώ και στο εξωτερικό που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται η εικόνα μιας εξέγερσης που «σβήνει», η κοινή γνώμη άρχισε πάλι να βλέπει θετικά την ελληνική υπόθεση. Έπειτα από τη «Ναυμαχία της Ιτέας», έγινε απόλυτα σαφές ότι η Ελλάδα χρειαζόταν έναν κρατικό πολεμικό στόλο, οργανωμένο που θα πειθαρχούσε στις εντολές της Κυβέρνησης, αφού έως τότε, οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις αποτελούνταν από ιδιωτικά εξοπλισμένα πλοία, τα οποία πολύ συχνά δρούσαν με βάση τις οδηγίες των πλοιοκτητών και τις τοπικές ανάγκες.

Πηγές:

  • Ιωάννης Φακίδης, «Ο Αρχιναύαρχος Λόρδος Κόχραν και η δράση του στην Ελληνική Επανάσταση».
  • David Brewer, «Η φλόγα της ελευθερίας ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία».
  • Σπυρίδων Τρικούπης, «Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης».
  • Δημητρίου Ι. Κολοβού, «Η Ιτέα Παρνασσίδας».
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Thomas Gordon».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.